ΑΚΟΥ ΠΑΙΔΑΚΙ ΜΟΥ
κανατε μεγαλα σπιτια αλλα μικροτερες οικογενειες,
πατε στο φεγγαρι αλλα δεν πατε στον γειτονα,
κατακτησατε το διαστημα αλλα καταστρεφεται την γη,
εχετε περισσοτερες γνωσεις αλλα λιγοτερη κριση,
εχετε πολλα υπαρχοντα αλλα λιγοτερες αξιες,
πλατυτερους δρομους αλλα και στενοτερα μυαλα,
εχετε περισσοτερες ανεσεις αλλα λιγοτερο χρονο,
αγαπατε σπανια, ζηλευεται και μισητε συχνα,,,εχετε τις βιτρινες γεματες αλλα της αποθηκες της ψυχης σας ερημες, αδειες,
ΔΩΣΑΤΕ ΧΡΟΝΙΑ ΣΤΗΝ ΖΩΗ ΣΑΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΖΩΗ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΣΑΣ
ΖΕΙΤΕ ΓΙΑ ΝΑ ΔΟΥΛΕΥΕΤΑΙ ;;;;; Η ΔΟΥΛΕΥΕΤΑΙ ΓΙΑ ΝΑ ΖΕΙΤΕ;;;;;;
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,αυτοι εισαστε σημερα,,,,,,,,,,,
Σοφή γιαγιά …..

Ο «Μέγας Ναπολέων» και το 174 ετών καφενείο του στα Τζουμέρκα

Η συναρπαστική ιστορία ενός από τα παλιότερα καφενεία στην Ελλάδα και ο Ναπολέων Ζάγκλης που άφησε τη ζωή στην Αθήνα και τη δουλειά του σε μεγάλη πολυεθνική εταιρία για να διατηρήσει μια παράδοση πέντε γενεών στο πανέμορφο χωριό του.
Φωτογραφίες: Περικλής Μεράκος
FHjey
Είναι το πιο ωραίο καφενείο που έχω επισκεφθεί (και έχω επισκεφθεί αρκετά). Σε ένα μελοδραματικά όμορφο χωριό, τους Καλαρρύτες στα Τζουμέρκα, που ειδικά το χειμώνα μοιάζει ξεχασμένο σε κάποια άγνωστη τρύπα της Μέσης Γης. 174 χρόνια μετά από την ημέρα που ο προ-πάππους του Ναπολέοντα άνοιξε αυτή την πόρτα για υποδεχθεί τους χωριανούς και είναι σαν να μην έχει αλλάξει τίποτα, ειδικά σε μια χώρα που είναι επιρρεπής στην καταστροφή των “λαϊκών μνημείων” της σύγχρονης ιστορίας της και μετατρέπει με αφοπλιστική ευκολία π.χ. ένα φούρνο 150 ετών σε ένα αδιάφορο κατάστημα φασόν. Αλλά πέρα από το κινηματογραφικό σκηνικό που συνθέτουν τα ράφια γεμάτα εκατοντάδες συσκευασίες προϊόντων, το πεντανόστιμο φαγητό που καταφθάνει με φειδώ (όχι από τσιγκουνιά, αλλά γιατί ο Ναπολέων δεν σε αφήνει να παραγγείλεις περισσότερο από αυτό που χρειάζεσαι) και τα αυτοσχέδια γλέντια που στήνονται εδώ αραιά και που, η ομορφιά αυτού του μέρους είναι οι άνθρωποί του. Οι ντόπιοι-σχεδόν μυθιστορηματικοί ήρωες που πίνουν το τσίπουρό τους ατενίζοντας με το ένα μάτι τα χιονισμένα βουνά έξω από το παράθυρο και με το άλλο ένα ματς μπάσκετ στην τηλεόραση – η κυρία Μόνικα στην κουζίνα και ο Ναπολέων, υπέροχος «παραμυθάς», καλλιεργημένος και συνειδητοποιημένος για τον τρόπο ζωής που επέλεξε και τα αισθητικά κριτήρια που υπερασπίζεται και ο οποίος όταν ανοίξει το στόμα του για να τραγουδήσει ηπειρώτικα και βλάχικα σκίζονται τα βουνά στα δύο.
017 napolewn
Ναπολέων ποια είναι η ιστορία του καφενείου;  Το καφενείο άνοιξε το 1840 από τον πρo-προπάππου μου. Δεν έχει κλείσει ποτέ και έχουν γίνει ελάχιστες αλλαγές στο χώρο από τότε. Από το 1860 το ανέλαβε ο προπάππους μου που είχε και 40 ζευγάρια βόδια και τα νοίκιαζε για να οργώνουν και ταυτόχρονα έγινε και δερματέμπορος. Είχε και ένα καραβάκι και κατέβαινε από δω με τα δέρματα και τα πήγαινε στο Αγρίνιο για επεξεργασία. Από κει στο Μεσολόγγι και στη συνέχεια ταξίδευε σε διάφορα σημεία για να τα πουλήσει. Συνέλαβε λοιπόν την ιδέα να κάνει καθετοποίηση παραγωγής και έστειλε τον παππού μου στην Τεργέστη για να μάθει βυρσοδεψία και τσαγκαριλίκι ώστε να μπορεί να εκμεταλλευτεί τα βόδια με όλους τους τρόπους. Το καράβι μάλλον του το κλέψανε πειρατές. Ένα από τα 16 παιδιά του, αγάπησε μια φτωχή αλλά πανέμορφη κοπέλα από εδώ αλλά ο προπάππους ήθελε προίκα για να εγκρίνει το γάμο. Έτσι ο γιος του, που ήξερε πού κρύβει τα χρήματά του, “έκλεψε” 300 χρυσά ναπολεόνια και τα έδωσε στον πατέρα της φτωχής κοπέλας για να τα εμφανίσει ως προίκα και να γίνει ο γάμος. Ο πεθερός όμως γλυκάθηκε με τα χρήματα και δεν τα έδωσε ποτέ πίσω. Ο προπάππους μου όμως μετά την πειρατεία γύρισε πίσω να πάρει χρήματα από την κασέλα για να εξοφλήσει τις υποχρεώσεις του αλλά δε βρήκε τίποτα και έτσι άρχισε η κατηφόρα. Οπότε όλα του τα παιδιά σκόρπισαν σε διάφορα μέρη και έτσι ο παππούς μου αναγκάστηκε να γυρίσει εσπευσμένα από την Τεργέστη, με επιστολή που του έστειλε η προγιαγιά μου, για να συνεχίσει το καφενείο, γιατί όλο του τα αδέρφια είχαν φύγει από το χωριό. Είχε προλάβει να μάθει μόνο τσαγκάρης οπότε άνοιξε εκεί που είναι η κουζίνα τώρα το υποδηματοποιείο “Η Στερεότης”, κράτησε και το καφενείο και έβαλε και λίγο μπακάλικο το οποίο άρχισε να προωθεί ο πατέρας μου περισσότερο γιατί είχε κόσμο.
013 napolewn
014 napolewn
Και τα κατάφερε με το τσαγκάρικο; Τότε εδώ όλοι φορούσαν τσαρούχια και δεν μπορούσε να βγάλει χρήματα και το μόνο που κατάφερε ήταν να εκπαιδεύσει παιδιά από δω ως τσαγκάρηδες και να φύγουν μετά για να βρουν δουλειές αλλού. Σε μηνιαίο περιοδικό των Τζουμέρκων του 1925 έχω βρει διαφήμιση «Υποδηματοπωλείο Δημητρίου Ζάγκλη Φθήνια-ειλικρίνεια-στερεότης, δοκιμάσατε!». Και ονόμασε το μαγαζί στη μία πλευρά καφεπαντοπωλείο “H ειλικρίνεια” και στην άλλη το τσαγκάρικο “H Στερεότης”. Ήταν ανοιχτό και στην κατοχή και η μπίμπτσα (υπερυψωμένο κελάρι) έπαιξε ένα σημαντικό ρόλο τότε γιατί χτίσανε την πόρτα της και δεν φαινόταν και έτσι κρύψανε εκεί πολλές οικογένειες όλα τους τα τιμαλφή αλλά και σιτάρι και καλαμπόκι. Ο πατέρας μου πέθανε το 1992 και το κράτησε η μάνα μου μέχρι το 1995 και στεναχωριόμασταν να το αφήσουμε γιατί το μαγαζί αυτό έχει συνδεθεί πολύ με την οικογένεια αφού πήγαινε από πάππου προς πάππου.
004 napolewn
Το όνομα Ναπολέων υπήρχε στην οικογένεια; Όχι, ο προ-προπαππούς μου ονομαζόταν Σπύρος, ο προπαππούς μου Γιώργος, ο παππούς μου Δημήτρης και ο πατέρας μου Κώστας. Το όνομά μου ήταν να είναι Γρηγόρης, από τον πατέρα της μητέρας μου, αλλά ο νονός ήθελε να εντυπωσιάσει με ένα παράξενο όνομα και με είπε Ναπολέοντα. Τότε στις βαφτίσεις υπήρχε το έθιμο να μην πηγαίνουν οι γονείς του μωρού στην εκκλησία αλλά να τους ανακοινώνεται το όνομα από τα παιδάκια του χωριού που ήταν στο μυστήριο, τα οποία έτρεχαν να δώσουν τα λεγόμενα “συχαρίκια” και τους κερνούσαν οι γονείς στο άκουσμα του ονόματος λιχουδιές ή και χρήματα. Περίμεναν λοιπόν εδώ στο καφενείο  με στρωμένα τραπέζια για να κάνουν το γλέντι της βάφτισης και όταν άκουσε το όνομα από τα παιδάκια ο πατέρας μου έγινε φασαρία και ήθελε να φύγει από το τραπέζι γιατί νόμιζαν ότι είναι γύφτικο όνομα. Τότε υπήρχε και ο Ναπολέων Ζέρβας αλλά και ο Μέγας Ναπολέων είχε σχέσεις με τον Αλή Πασά, λένε ότι του πουλούσαν κάπες οι ραφτάδες από το Συρράκο. Είχε περάσει και ένας γύφτος από το χωριό που τον λέγανε Ναπολέων και τότε τον γύφτο τον αποκαλούσαν Λιώνη οπότε έμεινε σε μένα το παρατσούκλι Λιώνης στο χωριό.
010 napolewn
Πώς πήρατε την απόφαση να επιστρέψετε εδώ από την Αθήνα και να το συνεχίσετε; Εν μία νυκτί! Και θα γελάσετε με το πώς. Δουλεύαμε και εγώ και η σύζυγός μου στη Unilever 25 χρόνια. Όλοι ξέρανε στην εταιρία ότι υπάρχει ένας Ναπολέων που θέλει να φύγει να πάει στο χωριό του να ζήσει και να κάνει διάφορα, γιατί κάθε μέρα έλεγα “Εγώ αύριο φεύγω”. Μέναμε τότε στο Μενίδι και πήγα το παιδί στο σχολείο στην πρώτη δημοτικού την πρώτη μέρα της χρονιάς και μετά είχαμε συνέλευση γονέων και κηδεμόνων. Και εκεί γινόταν χάβρα Ιουδαίων, της κακομοίρας. Ρωσοπόντιοι, γύφτοι, ένας χαμός. Καθόμουν σε μια άκρη και απορούσα τι γινόταν. Μου λένε κάποιοι που ήταν σε ανάλογη φάση με μένα, συγγνώμη κύριε μπορείτε να προεδρεύσετε; Aν και δεν ήξερα από τέτοια, είπα ας το κάνω γιατί με παρακάλεσαν. Με κοιτούσαν περίεργα οι άλλοι, όσο προχωρούσε η διαδικασία κάτι γινόταν, όσο όμως λασκάριζε γινόταν πάλι χαμός. Εγώ δεν αντιδρούσα αλλά μόνο τους κοιτούσα γιατί φοβόμουνα. Και περιέργως όσο κρατιόμουν να μην αντιδράσω, τόσο προχώρησε η συνέλευση και πήραμε αποφάσεις για τις ανάγκες του σχολείου. Στο τέλος, μου ζήτησαν να μπω μόνιμος πρόεδρος γιατί πρώτη φορά ολοκληρώθηκε η συνέλευση και πάρθηκαν αποφάσεις. Γύρισα στο σπίτι, το συζήτησα με τη γυναίκα μου και το αποφασίσαμε. Της είπα ή το λήγουμε τώρα το παραμύθι και πάμε ή δε θα το κάνουμε ποτέ αλλά ήταν κάτι που και εκείνη επιθυμούσε. Ήταν κατάλληλη εποχή γιατί ο γιος μας μόλις είχε ξεκινήσει σχολείο και έτσι αν φεύγαμε αμέσως δε θα προλάβαινε να συνηθίσει εκεί. Το ανακοινώνω στην εταιρία την άλλη μέρα, μου λέγανε βρε Ναπολέοντα κάτσε, μη φεύγεις αλλά η απόφαση είχε ληφθεί. 25 χρόνια ήμουν στην Αθήνα, από το 1968 στα 18 μου που πήγα για να σπουδάσω έφυγα 43. Στην αρχή η γυναίκα μου με το παιδί μου μένανε στα Γιάννενα και εγώ εδώ, γιατί σχολείο δεν υπήρχε. Όταν ήρθα εδώ ήμασταν 30 κάτοικοι. Στην πορεία φτιάξαμε και έναν παραδοσιακό πέτρινο ξενώνα με 10 δωμάτια που λειτουργεί όλο το χρόνο.
Πόσο δύσκολο είναι να ζει κανείς εδώ; Και από την άλλη πλευρά, τι είναι αυτό που σας ελκύει; Σίγουρα έχει τις δυσκολίες του να ζεις σε ένα τέτοιο τόπο αλλά είναι μεγάλη η ευχαρίστηση να ζεις κοντά στη φύση, να απολαμβάνεις την ηρεμία που σου δίνει αυτός ο τρόπος ζωής, που είναι πολύ διαφορετικός από τη ζωή στην πόλη και ειδικά στην Αθήνα. Εδώ έχω τον ξενώνα, το καφενείο, έχω βάλει και κότες και γουρούνια, έχω και 4 σκυλιά, είναι εντελώς διαφορετικά και ήρεμα. Και νιώθω ότι συνεχίζω και αυτό το μέρος με το οποίο είμαι συνδεδεμένος πολύ. Και ξέρετε, κάποιες φορές κάνουμε και ωραία γλέντια εδώ, αυθόρμητα. Προκύπτει κάποιος να παίζει ένα όργανο και πιάνουμε τα τραγούδια και γλεντάμε ως το πρωί. Είναι πιο απλή η ζωή εδώ αλλά γεμάτη. Έχουμε και τα πανηγύρια μας, όπως τη γιορτή των κτηνοτρόφων που γίνεται στις 26 Ιουλίου, της Αγίας Παρασκευής, όπου μετά τη λειτουργία ακολουθεί γλέντι και προσφέρεται από τους κτηνοτρόφους του χωριού ψητό πρόβατο, γιαούρτι και φέτα.

ΜΊΑ ΓΙΑΤΡΌΣ ΤΟΥ ΕΣΥ ΑΠΑΝΤΆΕΙ ΣΤΗΝ «ΦΤΩΧΉ» ΒΟΥΛΕΥΤΉ ΤΟΥ ΠΟΤΑΜΙΟΎ Χ. ΤΑΧΙΆΟΥ

Ευτυχώς που τελικά σ’ αυτή τη χώρα δεν επιπλέουν μόνο οι φελλοί.Χτες δημοσιεύσαμε το δράμα μιας βουλευτίνας  που ζει με 5.500 ευρώ το μήνα. Σήμερα δημοσιεύουμε την απάντηση μίας γιατρού που, αν και η ίδια αναφέρεται στα νούμερα, τα αθροίσματα και τους υπολογισμούς, διαβιώνει σαφέστατα με αξιοπρέπεια που δεν αποτιμάται σε λεφτά, αλλά μεταφράζεται σε μία υποτυπώδη ελπίδα γι’ αυτή τη γωνιά του πλανήτη, όπου ευτυχώς τελικά δεν επιπλέουν μόνο οι φελλοί.Μετά την απάντηση της γιατρού παραθέτουμε και το κείμενο της άπορης βουλευτού για τις απαραίτητες συγκρίσεις, για όποιον δεν το έχει διαβάσει.Ακολουθεί το κείμενο της γιατρού κ. Σταυρούλας Κοσμοπούλου:«Σπούδασα Ιατρική στην Αθήνα. Από το 1988 εξασκώ το ιατρικό επάγγελμα (αγροτικό,ειδικότητα, 4 χρόνια ιδιωτικό ιατρείο και από το 2001 στο ΕΣΥ).Τα τελευταία 4 χρόνια με τον βαθμό του Διευθυντή.Ο μισθός μου καθαρά είναι 1600 ευρώ. Σε αυτόν περιλαμβάνονται όλα τα επιδόματα (βιβλιοθήκης,τέκνων κλπ.).Σε όλο το διάστημα της εργασίας μου ΔΕΝ πήρα τίποτα για συμμετοχή σε επιτροπές κρίσης,πραγματογνωμοσύνες κλπ ,και ας απαιτούσαν ώρες επίπονης εργασίας κυρίως κατ’ οίκον.Τώρα πια ζω στην πόλη που γεννήθηκα και τα πράγματα είναι πολύ πιο εύκολα.Τα χρόνια της ειδικότητας όμως, αναγκαστικά μετακόμισα στην Αθήνα και καθώς δεν είχα την τύχη να διαθέτω σπίτι εκεί, πλήρωνα μόνη μου το ενοίκιο. Βέβαια είναι γνωστό ότι το σπίτι έχει ανάγκες, εξοπλισμό,λογαριασμούς κ.λ.π. Τα νοσοκομεία ΔΕΝ δίνουν επίδομα ενοικίου και έτσι τα πλήρωνα όλα μόνη μου.(Θυμάμαι ότι σχεδόν όλος ο μισθός μου πήγαινε εκεί ) Δεν είχα ποτέ την τύχη να έχω προσωπικούς συνεργάτες, αλλά πλήρωνα πανάκριβα βιβλία,περιοδικά και άλλα.Ζούσα στην Αθήνα και όταν έκανα τα ταξίδια μου στα πάτρια εδάφη, ΔΕΝ μου πλήρωνε κανείς τα εισιτήρια.Στην Αθήνα δεν είχα κανενός είδους ζωή.Δούλευα πρωινό ωράριο 8.00πμ με 3.00μμ ή όσο έπαιρνε και έκανα και οκτώ 24ωρες εφημερίες (χωρίς ρεπό). Έτρωγα στο Νοσοκομείο μόνο τις 8 μέρες που εφημέρευα (αν προλάβαινα).Τις υπόλοιπες μέρες ΔΕΝ μου κάλυπτε κανείς έξτρα την διατροφή μου.Δυστυχώς ο «Ευαγγελισμός» δεν είχε γυμναστήριο.Παρασκευή η Σάββατο,αν δεν εφημέρευα ,είχα διάβασμα,ήμουν πτώμα από τις προηγούμενες εφημερίες,έβλεπα την μικρή -τότε- κόρη μου και έτσι ούτε ιδέα για μπαράκια,θέατρα κλπ.(Αλλωστε δεν περίσσευαν και λεφτά) .Αν βάλεις και τον χρόνο για μπουγάδα,σίδερο, καθάρισμα .. άστα. Ευτυχώς δεν χρειαζόμουν λεφτά για έξτρα ντύσιμο,γιατί είναι γνωστό ότι μπορείς να κάνεις διάγνωση και με τζιν. Εξάλλου την μισή σου ζωή φοράς την σωτήρια λευκή ρόμπα.Επίδομα κίνησης δεν είχα,οπότε έπαιρνα λεωφορείο, τρόλευ κλπ.Ευτυχώς στίς κοινωνικές μου εξόδους, μιας και η παρέα ήταν συνήθως εξίσου ευκατάστατοι συνάδελφοι ,τα βάζαμε ρεφενέ.Επίσης ο νοσοκομειακός καφές δεν κοστίζει πολύ.Σας είπα ήδη ότι είχα αποκτήσει την πρώτη μου κόρη και κανείς δεν μου έδωσε λίγο ΧΡΟΝΟ να την χαρώ.Συχνα την έβλεπα μετά απο 36 ωρες εργασίας.Ολα αυτά που αναφέρω,τα βιώνουν καθημερινά χιλιάδες νέοι ειδικευόμενοι τώρα .Βασικό να μην ξεχαστεί: Εκτός του βασικού μισθού παίρνω και εφημερίες .Κοστολογούνται περίπου 6 ευρω την ώρα για μένα που ειμαι ειδικευμένη,περίπου 3 ευρώ την ώρα για τους ειδικευόμενους.Όλα αυτά για να γίνουν κάποιες συγκρίσεις.Δεν ζηλεύω την αμοιβή των βουλευτών. Μου αρκεί που όταν περπατάω στους δρόμους της πόλης μου,με χαιρετούν διάφοροι. Άλλους τους αναγνωρίζω και άλλους όχι.Όλοι όμως μου μιλούν με ευγένεια, με χαρά και ίσως και με ευγνωμοσύνη.Οι κόρες μου,οταν ήταν μικρότερες,καμάρωναν: «Ρε μαμά πόσοι σε γνωρίζουν!».Και εγώ τους ξέρω και ας μην τους αναγνωρίζω όλους. Γι’αυτό είμαι πλούσια.Σας αφήνω στην φτώχεια σας, κύριοι βουλευτές με τους μισθούς των 5.700 ευρώ.»(Ευχαριστούμε την κ. Σ. Κοσμοπούλου για την άδεια αναδημοσίευσης του κειμένου της από ανάρτησή της)Και εδώ μπορείτε να ανατριχιάσετε με το δράμα της βουλευτού :«Το 2014 είχα εισόδημα 13.800 ευρώ και, ως μπλοκάκιας, φορολογήθηκα άγρια. Το 2013 είχα εισόδημα (ως μπλοκάκιας) 11.200, και πληρώνω κάθε μήνα τη ρύθμιση των δόσεων εκείνης της χρονιάς. Ανήκω στους πολίτες οι οποίοι υφίστανται, από το 2010, τις επιπτώσεις της «κρίσης».Δεν είχα την οικονομική δυνατότητα να κατεβώ στις εκλογές. Το έκανα χάρη στη βοήθεια μιας φίλης μου, η οποία μου δάνεισε το Δεκέμβριο 5.000 ευρώ, ώστε να μπορέσω να ζήσω χωρίς να δουλέψω δυο μήνες και να ξοδέψω κάποια χρήματα για προεκλογική καμπάνια. Το έκανε με το ρίσκο να μην πάρει τα χρήματά της πίσω, εάν δεν εκλεγώ, αλλά ήταν η πίστη της σε μένα που με έκανε να το ρισκάρω κι εγώ, και την ευγνωμονώ.Ξόδεψα απειροελάχιστη για προεκλογική καμπάνια τον Ιανουάριο, σε μια εκλογική περιφέρεια (Α’ Θεσσαλονίκης) στην οποία έπεσαν πολλά λεφτά από τους υποψήφιους. Οι φίλοι που με βοηθούσαν τραβούσαν τα μαλλιά τους, δεν πίστευαν ότι θα βγω επειδή δεν είχα budget να ξοδέψω. Τους αντέτεινα ότι είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για να αποδείξει ότι ακόμη και μη ευκατάστατοι μπορούν να συμμετέχουν στην κεντρική πολιτική σκηνή, αλλιώς να το κλείσουμε το μαγαζί.Κι ενάντια σε όλες προβλέψεις, οι πολίτες της Α’ Θεσσαλονίκης μου έκαναν την τεράστια τιμή να με εκλέξουν για να τους εκπροσωπώ. Επέστρεψα τις 5.000 στη φίλη μου και προσπάθησα να ανταποκριθώ στην τιμή.Η βουλευτική μου αποζημίωση ήταν –καθαρά- 5.501,74 ευρώ.Σε αυτήν συμπεριλαμβάνονταν όλα τα επιδόματα, γραφείου, έξοδα κίνησης κλπ. Σε όλο το διάστημα της θητείας μου, δεν πρέπει να πήρα περισσότερα από 3.000 ευρώ από επιτροπές, κάθε συνεδρίαση της οποίας αποζημιώνεται με 75 ευρώ.Τον πρώτο καιρό ζούσα μέσα στη Βουλή αλλά θεωρητικά έμενα σε ξενοδοχείο το οποίο πλήρωνε η Βουλή, καθώς δεν έχω την τύχη να διαθέτω σπίτι στην Αθήνα. Το Μάιο πήγα σε σπίτι και, σε περίπτωση που διαφεύγει στους αναγνώστες, το σπίτι έχει ανάγκες, εξοπλισμό, λογαριασμούς κλπ. Η Βουλή δίνει επίδομα ενοικίου σε βουλευτές οι οποίοι δε διαθέτουν σπίτι και καθώς δε διαθέτω ούτε στη Θεσσαλονίκη αλλά ζω στο ενοίκιο, έπαιρνα 1.000 ευρώ κάθε μήνα επίδομα ενοικίου, από το Μάιο έως και τον Αύγουστο. Βρέθηκα, λοιπόν, με δυο σπίτια και διπλούς λογαριασμούς.Ως βουλευτής δικαιούμουν δυο επιστημονικούς συνεργάτες. Το Ποτάμι μου ζήτησε να του διαθέσω τον έναν, κάτι που έκανα ευχαρίστως. Βρέθηκα με μια επιστημονική συνεργάτιδα στην Αθήνα, εξαιρετική δικηγόρο και απολύτως απαραίτητη για την προετοιμασία μου για τα νομοσχέδια και τις ερωτήσεις που κατέθετα στον Κοινοβουλευτικό Έλεγχο και χωρίς κανέναν στην εκλογική μου περιφέρεια. Έτσι, πλήρωνα συνεργάτες στη Θεσσαλονίκη προκειμένου να έχω την απαραίτητη επαφή με την πόλη και τους πολίτες. Ξόδευα, για γραφείο (το οποίο, φυσικά, χρειαζόταν εξοπλισμό) και μισθούς συνεργατών, πολύ περισσότερα χρήματα από εκείνα που περιλαμβάνονται στα 5.501,75 ευρώ της αποζημίωσης ως «ταχυδρομικά τέλη» και «επίδομα οργάνωσης γραφείου». Οι δυο δημόσιοι υπάλληλοι την απόσπαση των οποίων ζήτησα στο γραφείο μου της Αθήνας ήρθαν τον Ιούνιο. Η διαδικασία για τη Θεσσαλονίκη ήταν ακόμη πιο χρονοβόρα, κι η απόσπαση του υπαλλήλου που ζήτησα ήρθε –sorry, too late…- το Σεπτέμβριο. Η Βουλή μου πλήρωνε το τηλέφωνο του γραφείου μου και του σπιτιού μου στη Θεσσαλονίκη (παρόλο που δικαιούμουν 8 γραμμές), αλλά με τα προγράμματα που είχα ζήτημα να κόστιζε 100 ευρώ το μήνα για όλα. Η Βουλή πλήρωνε και το κινητό μου.Ζούσα στην Αθήνα από Δευτέρα απόγευμα ή Τρίτη πρωί έως Πέμπτη βράδυ ή κάποια ώρα της Παρασκευής. Με αεροπορικά εισιτήρια με τα οποία με προμήθευε η Aegean μέσω της Βουλής έκανα τις μετακινήσεις από και προς την εκλογική μου περιφέρεια. Μη έχοντας αυτοκίνητο, πήρα εκείνο που μου διέθεσε η Βουλή. Το είχα στη Θεσσαλονίκη σχεδόν αποκλειστικά για τις ανάγκες του κόμματος.Στην Αθήνα δεν είχα κανενός είδους «ζωή». Αν δεν ήμουν στη Βουλή σε συνεδριάσεις, εργαζόμουν στο γραφείο που μου είχε παραχωρήσει η Βουλή στο κτίριο της οδού Μητροπόλεως, βρισκόμουν σε κάποια συνάντηση ή κοιμόμουν. Έτρωγα στη Βουλή ή στο γραφείο. Πήγα 3 φορές στο γυμναστήριο της Βουλής και έκανα μαθήματα αγγλικών και γερμανικών με δασκάλες τις οποίες έστελνε η Βουλή στο γραφείο μου, καθώς θεωρώ τον εαυτό μου υποχρεωμένο να μπορεί να διαβάζει ορολογία μνημονίων στα αγγλικά ή να καταλαβαίνει τι ακριβώς είπε ο Σόιμπλε.Στη Θεσσαλονίκη δεν είχα λεπτό ελεύθερο. Μονίμως συναντούσα κάποιους, είχα εκδηλώσεις ή διάβασμα. Παρασκευή ή Σάββατο πήγαινα σε κανένα μπαράκι ή παράσταση και, με την ψυχή στο στόμα, στις 7.15 το πρωί της Δευτέρας και της Παρασκευής –αν ήμουν στη Θεσσαλονίκη- στο κολυμβητήριο. Υπήρχαν σαββατοκύριακα που δεν προλάβαινα και να βάλω πλυντήριο και να απλώσω τα ρούχα και να στεγνώσουν και να τα σιδερώσω και να τα τακτοποιήσω και να τα πάρω μαζί μου, οπότε έπρεπε να αγοράσω αρκετά προκειμένου να έχω να ντύνομαι. Πριν γίνω βουλευτής, είχα ρούχα είτε για σπορ είτε για σινεμά και μπαρ, όλα απολύτως ακατάλληλα για βουλευτή, άρα χρειαζόμουν καινούργια γκαρνταρόμπα. Άσε δε που ζώντας μονίμως με κάμερες, φωτογράφους και όλες τις Μισίκο Κακουτάνι των social media να καιροφυλακτούν, έπρεπε να είμαι πάντα καλοντυμένη και περιποιημένη.Το επίδομα των 291 ευρώ για έξοδα κίνησης που περιλαμβάνεται στα 5.501,74 ευρώ της αποζημίωσης δεν έφτανε ούτε μέχρι τις 10 του μηνός. Ως βουλευτής, χωρίς λεπτό ελεύθερο, δεν είχα την πολυτέλεια να πηγαίνω με το λεωφορείο, με το μετρό ή με το ποδήλατο. Δεν έχω αυτοκίνητο στην Αθήνα, οπότε έπαιρνα συνεχώς ταξί, μέχρι που αγγάρεψα τους συνεργάτες μου να με μεταφέρουν.Βρέθηκα να ξοδεύω ασύλληπτα –για τα δικά μου δεδομένα- ποσά για φαγητό, καφέδες κλπ στη Βουλή. Περνώντας ατελείωτες ώρες αναμονής εκεί μέσα, θα φας, θα πιεις, θα ξαναφάς, θα ξαναπιείς, θα κεράσεις και θα κεραστείς. Επίσης, στις κοινωνικές μου εξόδους αλλά και στις παρέες μου πλήρωνα σχεδόν πάντα τα τραπέζια. Ακόμη και σε περιπτώσεις που, στην παλαιότερη ζωή μου, θα δεχόμουν κέρασμα, έκανα εγώ το τραπέζι, διότι ήμουν βουλευτής (για το τι σημαίνει αυτό στον περίγυρο, θα κάνω αναφορά σε άλλο άρθρο). Άρχισα να πληρώνω ακόμη και παροχές που είχα μια ζωή δωρεάν. Για παράδειγμα, ως μέλος της Ένωσης Συντακτών, έχω δωρεάν είσοδο σε κινηματογράφους και κολυμβητήριο. Ως βουλευτής, όμως, πλήρωνα κανονικά, θα ντρεπόμουν να με δουν να δείχνω την κάρτα της ΕΣΗΕΜΘ για να μπω δωρεάν. Για τα μέσα μαζικής μεταφοράς της Αθήνας, επίσης, τα οποία τιμούσα τον πρώτο καιρό, είχα βγάλει κάρτα μηνιαίων διαδρομών των 45 ευρώ, παρόλο που οι βουλευτές μετακινούνται δωρεάν. Σκεφτόμουν το ρεζιλίκι του να μπει ελεγκτής και να πρέπει να δείξω κάρτα βουλευτή.Τελευταία φορά πληρώθηκα στις 27 Ιουλίου και δεν ξέρω πότε θα ξαναπληρωθώ από οποιαδήποτε δουλειά, διότι δεν είχα και δεν έχω καμιά έτοιμη δουλειά να με περιμένει.»Μόλις συνέλθετε από το σοκ της ταλαιπωρίας της βουλευτού, τα συμπεράσματα δικά σας.

Από τον Γιάννη τον Πενταμοδιανό η παρακάτω ανάρτηση  

Γιατί ήταν πιο εύκολο να είσαι αδύνατος την δεκαετία του ΄80

Σίγουρα, κοιτώντας παλιά άλμπουμ παρατηρείτε πως την δεκαετία του ’80 οι άνθρωποι ήταν πιο αδύνατοι σε σχέση με τώρα. Αυτή την παρατήρηση έρχεται να επιβεβαιώσει και νέα έρευνα που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Obesity Research & Clinical Practice.Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την DailyMail, οι ερευνητές εξέτασαν τα διατροφικά δεδομένα 36.400 Αμερικανών από το 1971 έως και το 2008, καθώς και τα δεδομένα σωματικής άσκησης 14.419 ανθρώπων από το 1988 έως και το 2006.Στη συνέχεια, ομαδοποίησαν τα δεδομένα σε σχέση με το φαγητό, την άσκηση, την ηλικία και τον Δείκτη Μάζας Σώματος.Όπως διαπίστωσαν αν κάποιος το 2006 έτρωγε τον ίδιο αριθμών θερμίδων, τις ίδιες ποσότητες πρωτεΐνης και λιπαρών και έκανε την ίδια άσκηση με κάποιον το 1988, είχει 2,3 φορές μεγαλύτερο Δείκτη Μάζας Σώματος. Με λίγα λόγια, οι άνθρωποι πλέον είναι 10 φορές παχύτεροι από τους ανθρώπους το 1988, ακόμα κι αν έχουν ακριβώς τον ίδιο τρόπο ζωής.Αν και οι επιστήμονες δεν μπορούν να είναι σίγουροι για ποιον λόγο συμβαίνει κάτι τέτοιο, αναφέρουν τρεις παράγοντες που μας «εμποδίζουν» να είμαστε αδύνατοι.Αρχικά, οι άνθρωποι είναι περισσότερο εκτεθειμένοι σε χημικά που βρίσκονται σε συσκευασμένα και επεξεργασμένα τρόφιμα και μπορεί να συμβάλλουν στην αύξηση του βάρους τους. Επιπλέον, τα αντικαταθλιπτικά -ένα από τα πιο συνηθισμένα φάρμακα που συνταγογραφούν στην Αμερική – έχουν συνδεθεί με την αύξηση βάρους ενώ επίσης σημαντικές αλλαγές παρατηρούνται και στο μικροβίωμα (δηλαδή τη μικροβιακή χλωρίδα και πανίδα) των ανθρώπων από το 1980 μέχρι και σήμερα.