Το πρώτο άγγιγμα!

«ποιο κύμα πρώτο φίλησε τ’ αμάραντο χορτάρι»

Υπάρχουν στιγμές στη ζωή που δεν προμηνύουν τίποτε το σημαντικό, κι όμως αλλάζουν τα πάντα. Δεν κραυγάζουν, φαίνονται ασήμαντες· μοιάζουν με ένα απαλό κύμα που ακουμπά την αμμουδιά της ακτής — κι από εκείνη τη στιγμή, τίποτα δεν είναι όπως πριν.

Έτσι στέκει και το ρόδο, απείραχτο ακόμη, μπροστά στου ουρανού τη χάρη. Είναι η αθωότητα πριν από την εμπειρία, η καθαρότητα πριν τη συννεφιά. Μα η ζωή δεν αφήνει τίποτα άθικτο. Κάποιο «πρώτο» θα έρθει: ένα βλέμμα, μια απώλεια, ένας έρωτας, μια διάψευση. Και τότε το κύμα θα αγγίξει το αμάραντο — κι ας νόμιζες πως ήταν αιώνιο.

Ο άνθρωπος κουβαλά μέσα του αυτό το διπλό φως: του ήλιου και της συννεφιάς. Μπορεί να είναι ηλιόλουστος, κι όμως να είναι δακρυσμένος. Όπως ένα άστρο που, ενώ λάμπει, είναι τόσο απομακρυσμένο που δεν το βλέπεις.

Ίσως τελικά αυτό να είναι το τίμημα της ζωής: να περνάς από την αθωότητα στη συνείδηση, από τη μνήμη στη λησμονιά. Να χάνεις κάτι για να κερδίζεις κάτι άλλο — πιο βαθύ, αλλά και πιο ουσιαστικό .

Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε ουρανό και κύμα, να μαθαίνεις ότι το πρώτο άγγιγμα δεν είναι ποτέ ασήμαντο. Είναι η αρχή της ιστορίας σου.

Στέκει το ρόδο απείραχτο μπρος στ’ ουρανού τη χάρη…*

*Γιώργος Θέμελης ο ποιητής των ήχων (1900-1976)

Το ρόδο δεν είναι απλώς ένα λουλούδι.

Είναι η στιγμή πριν τη φθορά..

Το «απείραχτο» δηλώνει κάτι που δεν έχει ακόμα πληγωθεί Ο ουρανός είναι το μέτρο του άπειρου!

Είναι ένα βιβλίο που δεν σου λέει τι να πιστεύεις, αλλά σε μαθαίνει πώς να εξετάζεις αυτά που πιστεύεις.

Ένα ακόμη βιβλίο από τα χρόνια της πρώιμης νιότης!

Το ανέσυρα πρόσφατα τακτοποιώντας την βιβλιοθήκη μου ..

Το ξαναδιάβασε πόσα έμαθα δεν μπορετέ να το φανταστείτε !

Πόσο επίκαιρος ο Παπανούτσος σήμερα στην εποχή που ανθούν τα fake news

Ένα μικρό δοκίμιο

Η γνώση ως πορεία και ευθύνη

Υπάρχει μια παλιά, σχεδόν αφελής, βεβαιότητα που συνοδεύει τον άνθρωπο από τα πρώτα του βήματα: ότι ο κόσμος είναι εκεί, έτοιμος να αποκαλυφθεί, αρκεί να ανοίξουμε τα μάτια μας. Κι όμως, όσο προχωρά η ζωή, τόσο αυτή η βεβαιότητα ραγίζει. Δεν είναι μόνο ότι δεν γνωρίζουμε τα πάντα· είναι ότι αρχίζουμε να αμφιβάλλουμε αν μπορούμε να γνωρίσουμε οτιδήποτε πλήρως.

Η γνώση δεν είναι ένα αντικείμενο που το κατακτάς και το κρατάς. Είναι μια πορεία. Ένα διαρκές πέρασμα από την άγνοια στην κατανόηση, και από την κατανόηση πάλι στην αμφιβολία. Οι αισθήσεις μάς φέρνουν τον κόσμο κοντά, αλλά ταυτόχρονα τον παραμορφώνουν. Η λογική προσπαθεί να τον οργανώσει, αλλά συχνά τον απλουστεύει. Κι έτσι, ανάμεσα στην εμπειρία και στη σκέψη, γεννιέται η γνώση: όχι ως βεβαιότητα, αλλά ως σχεδόν βεβαιότητα ..

Αυτό που ονομάζουμε «αλήθεια» δεν είναι πάντοτε κάτι ακλόνητο. Είναι, μάλλον, ένα σημείο συνάντησης: ανάμεσα σε αυτό που υπάρχει και σε αυτό που μπορούμε να αντιληφθούμε. Γι’ αυτό και η γνώση έχει όρια. Όχι μόνο επειδή ο κόσμος είναι πολύπλοκος, αλλά επειδή ο ίδιος ο άνθρωπος είναι πεπερασμένος. Δεν βλέπουμε τα πάντα, δεν κατανοούμε τα πάντα, δεν αντέχουμε ίσως και να τα γνωρίσουμε όλα.

Και όμως, αυτή η αδυναμία δεν είναι αδυναμία· είναι η δύναμή μας. Γιατί μας κρατά σε εγρήγορση. Μας υποχρεώνει να ρωτάμε, να αμφισβητούμε, να επανεξετάζουμε. Η γνώση δεν είναι η κατοχή της αλήθειας, αλλά η αναζήτησή της. Και ο άνθρωπος δεν είναι εκείνος που γνωρίζει, αλλά εκείνος που επιμένει να μαθαίνει.

Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση: η ευθύνη της γνώσης. Ό,τι γνωρίζουμε, μας δεσμεύει. Δεν μπορούμε να ισχυριζόμαστε άγνοια όταν έχουμε δει, όταν έχουμε καταλάβει, όταν έχουμε αντιληφθεί. Η γνώση δεν είναι ουδέτερη. Διαμορφώνει στάσεις, επιλογές, ζωές. Και γι’ αυτό απαιτεί ήθος.

Τ ελικά, το πιο σημαντικό δεν είναι να απαντήσουμε στο ερώτημα «τι είναι η γνώση», αλλά να κατανοήσουμε τι σημαίνει να ζούμε με αυτήν. Να αποδεχόμαστε τα όριά μας χωρίς να παραιτούμαστε από την προσπάθεια. Να αμφιβάλλουμε χωρίς να χανόμαστε στον σκεπτικισμό. Να αναζητούμε χωρίς να θεωρούμε ότι κατέχουμε.

Η γνώση δεν είναι ένα τέλος. Είναι ένας δρόμος — και ίσως το μόνο που αξίζει πραγματικά είναι να τον διανύουμε με επίγνωση.

Πάροικοι στον κόσμο

«Πάροικος ειμί εν τη γη.»

Οι παλιοί το έλεγαν αλλιώς:

Περαστικός είμαι.

Φιλοξενούμενος.

Όχι ιδιοκτήτης.

Κι όταν καταφέρεις να το νιώσεις αυτό, αλλάζει ο τρόπος που ζεις.

Δεν αξιολογείς τα πράγματα με περισσότερη σημασία απ’ όση αξίζουν.

Δεν φοβάσαι τόσο την απώλεια.

Δεν κυνηγάς με την ίδια αγωνία τη διάρκεια.

Ζεις πιο απλά.

Πιο καθαρά.

Σαν να ξέρεις ότι κάποια στιγμή θα φύγεις — και αυτό δεν είναι τραγωδία, αλλά συμπαντική νομοτέλεια .

Και τότε, όταν έρθει ο δεύτερος θάνατος, ο βιολογικός,

δεν έχει πια τι να σου πάρει.

Γιατί έχεις ήδη αφήσει πίσω σου ό,τι δεν μπορούσε να κρατηθεί.

Και φεύγεις όπως ήρθες..