Μια άλλη προσέγγιση του “λάθε βιώσας”

Αναρτώ ολόκληρο το κείμενο του ΓΛ για τους επικούρειους , πιθανώς οι προηγούμενες τμηματικές αναρτήσεις να εμπόδιζαν στη σωστή κατανόηση .

ΚΜ

Μια άλλη προσέγγιση του “λάθε βιώσας” ή αλλιώς : γιατί οι Επικούρειοι δεν είναι (ούτε ήταν ποτέ) άνθρωποι των σπηλαίων…

Ο “Κήπος” (= η αθηναϊκή Σχολή / Κοινόβιο) του Επίκουρου και η εν γένει διδασκαλία του συκοφαντήθηκε και παρερμηνεύτηκε ήδη από τους συγχρόνους του, αλλά πολύ περισσότερο και πλέον αδυσώπητα από τους μεταγενέστερους “φιλοσοφούντες” και “θρησκειολογούντες” (οι οποίοι μάλλον φέρουν και την ευθύνη για το λυπηρό γεγονός ότι λιγοστά έργα αυτού του πολυγραφότατου Φιλοσόφου / Διαφωτιστή, κατάφεραν να διασωθούν ως τις μέρες μας). 

Επιλέγω να παραθέσω κάποια σημαίνοντα αποσπάσματα της ηθικής διδασκαλίας του, και εν συνεχεία θα αναπτύξω την προσωπική μου πεποίθηση, γιατί το “λάθε βιώσας” δεν είναι σωστό να (παρ)ερμηνεύεται ως η στάση ζωής ενός “παρτάκια” που έχει ως μόνο μέλημα να καλοπερνάει ο ίδιος, περνώντας “απαρατήρητος”  και “κάτω από το ραντάρ” της ευρύτερης κοινωνίας, αδιαφορώντας κατά τα λοιπά για το τί συμβαίνει γύρω του…

Α. Ο Επίκουρος μέσα από τον δικό του λόγο διδασκαλίας : 

Μάταιος είναι ο λόγος του φιλοσόφου που δεν θεραπεύει κανένα ανθρώπινο πάθος. Γιατί, όπως η ιατρική δεν ωφελεί, παρά μόνο αν θεραπεύει τις ασθένειες του σώματος, έτσι και η φιλοσοφία δεν προσφέρει τίποτα, παρά μόνο αν διώχνει τα πάθη της ψυχής.

Δεν πρέπει να παριστάνουμε ότι φιλοσοφούμε, αλλά να φιλοσοφούμε πράγματι. Διότι δεν έχουμε ανάγκη να φαινόμαστε υγιείς, αλλά να είμαστε στ’ αλήθεια. 

Σε όλα τα άλλα εγχειρήματα ο καρπός έρχεται μόνο όταν ολοκληρωθούν, στη φιλοσοφία όμως η χαρά και η γνώση τρέχουν πιασμένες χέρι – χέρι. Γιατί η απόλαυση δεν έρχεται ύστερα από τη μάθηση, αλλά πάνε μαζί μάθηση και απόλαυση. 

Γεννηθήκαμε μια φορά και δε γίνεται να γεννηθούμε και δεύτερη, ενώ είναι βέβαιο πως δεν θα υπάρξουμε ξανά στον αιώνα τον άπαντα. Εσύ όμως, ενώ δεν εξουσιάζεις το αύριο, αναβάλλεις την ευτυχία γι’ αργότερα. Και η ζωή κυλά με αναβολές και χάνεται, και ο καθένας μας πεθαίνει μες στις έγνοιες.

Να συνηθίζεις στην ιδέα ότι ο θάνατος είναι για ‘μας ένα τίποτα, γιατί κάθε καλό και κακό έγκειται στον τρόπο με το οποίο γίνεται αισθητό, και ο θάνατος είναι στέρηση της αίσθησης. Η επίγνωση, έτσι, ότι ο θάνατος είναι για ΄μας ένα τίποτα μάς κάνει ευχάριστη τη θνητή ζωή μας, όχι γιατί προσθέτει άπειρο χρόνο σε αυτήν, αλλά γιατί αφαιρεί τον πόθο της αθανασίας. Γιατί τίποτα μέσα στη ζωή δεν είναι φοβερό για όποιον έχει στ’ αλήθεια κατανοήσει ότι τίποτα φοβερό δεν υπάρχει στο να μη ζει κανείς. Είναι ως εκ τούτου ανόητος όποιος λέει ότι φοβάται το θάνατο, όχι επειδή θα υποφέρει σαν έρθει ο θάνατος, αλλά επειδή του είναι δυσάρεστη η ιδέα ότι πρόκειται να έρθει ο θάνατος. Γιατί αδίκως θλιβόμαστε περιμένοντας ένα πράγμα που σαν το ‘χουμε δίπλα μας δεν ενοχλεί. Το πιο φρικτό λοιπόν απ’ όλα τα άσχημα πράγματα, ο θάνατος, είναι για ‘μας ένα τίποτα, ακριβώς γιατί όταν εμείς υπάρχουμε, ο θάνατος δεν είναι κοντά μας, και όταν πάλι έρθει ο θάνατος δίπλα μας, τότε πια δεν υπάρχουμε εμείς. Ούτε τους ζωντανούς λοιπόν αφορά ο θάνατος, ούτε τους πεθαμένους, αφού για εκείνους δεν υπάρχει, ενώ αυτοί οι τελευταίοι δεν έχουν πια υπόσταση.

Το ευτυχισμένο και άφθαρτο ον (ΣΗΜ : ο Θεός) ούτε έχει – αυτό το ίδιο – ενοχλήματα, ούτε και προξενεί σε άλλον. Έτσι ούτε οργίζεται με κανέναν, ούτε χαρίζεται πουθενά. Όλα αυτά ταιριάζουν σε ον αδύναμο.

Όταν τυχόν βρίσκεσαι σε δυσκολία, τούτο συμβαίνει γιατί λησμόνησες τις αρχές της φύσης. Δημιουργείς στον εαυτό σου άπειρους φόβους και επιθυμίες. 

Από τις επιθυμίες ορισμένες είναι φυσικές και αναγκαίες, άλλες είναι φυσικές και όχι αναγκαίες και άλλες δεν είναι ούτε φυσικές ούτε αναγκαίες, αλλά γεννιούνται από τη ματαιοδοξία.

Όσες επιθυμίες δεν προκαλούν πόνο αν δεν ικανοποιηθούν, δεν είναι αναγκαίες και απομακρύνονται εύκολα, όταν δούμε ότι ικανοποιούνται δύσκολα ή ότι μας βλάπτουν.

Οι φυσικές επιθυμίες που δεν προξενούν πόνο άμα δεν ικανοποιηθούν, αλλά παρόλα αυτά διατηρούνται έντονες, πηγάζουν από τη ματαιοδοξία. Το γεγονός ότι δεν φεύγουν, δεν οφείλεται στη φύση τους, αλλά στη ματαιοδοξία του ανθρώπου. 

Για κάθε επιθυμία μας πρέπει να θέτουμε το ερώτημα : τί θα μου συμβεί αν γίνει αυτό που επιθυμώ και τί αν δεν γίνει ;;

Σε λίγα μόνο πράγματα επηρεάζει η τύχη το σοφό. Τα μεγαλύτερα και τα πλέον σημαντικά θέματα τα ορίζει η λογική του, και θα τα ορίζει σε όλη τη διάρκεια της ζωής του.

Την τύχη όμως ο σοφός ούτε θεό τη θεωρεί, όπως κάνουν οι πολλοί – αφού τίποτα δεν γίνεται από το θεό ακατάστατα – ούτε πάλι τη θεωρεί ως αστάθμητη αιτία όλων των πραγμάτων. Δεν πιστεύει ότι από την τύχη δίνεται στους ανθρώπους το καλό ή το κακό σχετικά με την ευτυχισμένη ζωή, αλλά ότι η τύχη αποτελεί απλώς το αφετηριακό σημείο για μεγάλα καλά ή μεγάλα δεινά. Πιστεύει πως είναι προτιμότερο να ατυχήσει σε κάτι που το σκέφτηκε σωστά, παρά νά ‘χει επιτυχία σε μια πράξη του απερίσκεπτη. Γιατί στις ανθρώπινες πράξεις καλύτερα να πάει στραβά κάτι, το οποίο βασίστηκε σε σωστή κρίση, παρά να έχει, χάρη στην τύχη, καλή έκβαση κάτι που δεν στηρίζεται σε σωστή κρίση. 

Ο σοφός, ακόμα κι όταν περιοριστεί στα απαραίτητα, ξέρει να δίνει μάλλον παρά να παίρνει. Τόσο μεγάλος είναι ο θησαυρός της αυτάρκειας που έχει βρει.

Όταν λοιπόν υποστηρίζουμε ότι ο τελικός σκοπός είναι η ηδονή, δεν εννοούμε τις ηδονές των ασώτων, όπως ορισμένοι νομίζουν – από άγνοια κι επειδή διαφωνούν μ’  εμάς ή παίρνουν στραβά τα λόγια μας – αλλά εννοούμε το να μην έχει κανείς σωματικό πόνο και ταραχή στην ψυχή. Γιατί τη γλύκα στη ζωή δεν τη φέρνουν τ’ απανωτά φαγοπότια και τα γλέντια, ούτε οι απολαύσεις με αγόρια και γυναίκες, ούτε τα ψάρια και τα άλλα εδέσματα που προσφέρονται σε ένα πολυδάπανο τραπέζι, αλλά ο νηφάλιος στοχασμός, αυτός που διερευνά τους λόγους για τους οποίους προτιμάμε ή αποφεύγουμε καθετί, και αποδιώχνει τις δοξασίες, που με τόση ταραχή γεμίζουν την ψυχή μας. Αφετηρία για όλα αυτά, και συνάμα το υπέρτατο αγαθό, είναι η φρόνηση. Για τούτο κι από τη φιλοσοφία προτιμότερη είναι η φρόνηση, από την οποία απορρέουν όλες οι αρετές : η φρόνηση που μας διδάσκει ότι δεν είναι δυνατόν να ζει κανείς χαρούμενα, αν η ζωή του δεν έχει γνώση, ομορφιά και δικαιοσύνη, κι ούτε πάλι είναι δυνατόν να έχει η ζωή του γνώση, ομορφιά και δικαιοσύνη, αν δεν έχει και χαρά. Όποιος δεν τα διαθέτει αυτά, δεν μπορεί να ζει ευτυχισμένα. Γιατί οι αρετές είναι σύμφυτες με το να ζει κανείς ευτυχισμένα, και το να ζει πάλι κανείς ευτυχισμένα, είναι αξεχώριστο από αυτές.  

Είναι ορθό λοιπόν, για έναν άνθρωπο να μελετά εκείνα που αποφέρουν ευτυχία, αφού, όταν υπάρχει ευτυχία έχουμε τα πάντα, κι όταν αυτή λείπει, κάνουμε τα πάντα για να την αποκτήσουμε. 

Από αυτά με τα οποία η σοφία προετοιμάζει την ευτυχία για ολόκληρη τη ζωή, εκείνο που είναι πολύ πιο σημαντικό είναι η εξασφάλιση της φιλίας.

Ας συμμετέχουμε στις συμφορές των φίλων, όχι με θρήνους, αλλά με τη φροντίδα μας γι’ αυτούς. 

Ορισμένοι άνθρωποι θέλησαν να γίνουν ένδοξοι και διάσημοι, νομίζοντας ότι με αυτό τον τρόπο θα προστατευτούν από τους άλλους ανθρώπους. Έτσι, αν η ζωή τους έγινε ασφαλής, απέκτησαν το αγαθό της φύσης. Αν όμως δεν έγινε σφαλής, τότε δεν κατέχουν αυτό που, από την αρχή κιόλας επιθύμησαν, παρακινημένοι από το φυσικό ένστικτο.

Η μελέτη της φύσης δεν φτιάχνει κομπαστές ούτε φαφλατάδες, ούτε άτομα που επιδεικνύουν αυτή την – αξιοζήλευτη στον πολύ κόσμο – γνώση, αλλά υπερήφανους και ανεξάρτητους ανθρώπους, που πιστεύουν στην αξία των δικών τους αγαθών και όχι σε εξωτερικά πράγματα. 

Κακό πράγμα η ανάγκη, όμως δεν έχουμε καμία ανάγκη να ζούμε κάτω από την εξουσία της ανάγκης.

Τίποτα δεν είναι αρκετό, για όποιον το αρκετό είναι λίγο.

Ο πλούτος που μας αρκεί ώστε να ζούμε σύμφωνα με τη φύση, έχει τα όριά του και αποκτάται εύκολα. Ενώ ο πλούτος που αποζητά η ανθρώπινη ματαιοδοξία, χάνεται στο άπειρο.

Υπάρχει και στη λιτότητα ένα όριο που, όποιος δεν το υπολογίζει, παθαίνει κάτι παραπλήσιο μ’ αυτόν που δεν βάζει όρια στις επιθυμίες του.

Το σημαντικότερο όφελος που πηγάζει από την αυτάρκεια είναι η ελευθερία.

Είναι ανόητο να ζητάει κανείς από τους θεούς αυτά που μπορεί να τα εξασφαλίσει ο ίδιος στον εαυτό του.

Δεν απομακρύνουν την ταραχή της ψυχής και δεν φέρνουν την αληθινή χαρά ούτε ο μεγαλύτερος πλούτος που υπάρχει, ούτε οι τιμές και ο θαυμασμός των πολλών, ούτε κάποιο άλλο από τα πράγματα που ανάγονται σε απροσδιόριστα αίτια.

Πρέπει να ελευθερώσουμε τον εαυτό μας από το κάτεργο της καθημερινής ρουτίνας και της πολιτικής.

Η φυσική δικαιοσύνη είναι σύμβαση προς το κοινό συμφέρον, ώστε να μη βλάπτει ο ένας τον άλλο, ούτε να βλάπτεται.

Μην κάνεις τίποτα στη ζωή σου που θα σου προκαλέσει φόβο, αν το μάθουν οι γύρω σου.

Κανέναν δεν πρέπει να φθονούμε.Τους καλούς δεν είναι σωστό να τους φθονεί κανείς, κι όσο πάλι για τους κακούς, όσο καλύτερα τους έρχονται τα πράγματα, τόσο περισσότερο χαλάνε οι ίδιοι. 

Ποτέ δεν επιθύμησα να γίνω αρεστός στους πολλούς. Αφενός, δεν κάθισα να μάθω τί αρέσει στους πολλούς κι αφετέρου, τα όσα ήξερα εγώ βρισκόταν μακριά από τη δική τους αντίληψη.

Β. Η ηθική φιλοσοφία του Επίκουρου (γιατί το έργο του περιλαμβάνει και πρωτοποριακές για την εποχή του απόψεις για τα άτομα της ύλης, το σύμπαν κλπ) ήταν πάνω απ’ όλα ανθρωποκεντρική.

Απευθυνόταν στον καθημερινό άνθρωπο, ανεξαρτήτως φύλου, χρώματος, ή/και εθνότητας. Δεν είναι τυχαίο ότι στον Κήπο ήταν ευπρόσδεκτες και γυναίκες, ακόμα και δούλοι, πράγμα πρωτοφανές για τα ήθη της εποχής, που σίγουρα μόνο “απαρατήρητο” δεν περνούσε.  

Ο Επίκουρος δεν απηύθυνε, ούτε προσάρμοσε τη διδασκαλία του στα γούστα κάποιας “κοινωνικής ελίτ” της εποχής. 

Και ο Κήπος δεν ήταν ούτε ησυχαστήριο, ούτε “μοναστήρι” μακριά από αδιάκριτα βλέμματα. 

Ήταν ένας κοινοβιακός, ανοιχτός χώρος, χωρίς “εισιτήριο εισόδου” ή υποχρεωτικές “μηνιαίες συνδρομές”, προσβάσιμος από κάθε άνθρωπο που επιζητούσε ειλικρινά τη γνώση που προσφέρονταν εκεί. 

Ήταν η έμπρακτη εκδήλωση και εφαρμογή της διδασκαλίας του, με σκοπό να καταδείξει ότι όσα πρέσβευε ήταν εφικτά και υλοποιήσιμα και όχι απλά θεωρίες και κούφια λόγια…

Το “λάθε βιώσας” δεν ήταν ποτέ σύνθημα “απομονωτισμού” από τον υπόλοιπο κόσμο, κάποιας σέχτας “πεφωτισμένων”.

Ήταν (και παραμένει) προτροπή διαφύλαξης (και προφύλαξης) της ανθρώπινης ατομικότητας από ετερόφωτες “κοινωνικές επιταγές”  και ανούσιες επιδιώξεις, ερειδόμενες στην ανθρώπινη ματαιοδοξία, που όμως  δεν υπηρετούν ούτε προάγουν την ευτυχία του ανθρώπου, η οποία – στην επικούρεια ηθική διδασκαλία – είναι ο μόνος άξιος, απώτερος, αλλά και πρακτικά εφικτός στόχος, (αφού συνιστά φυσικό “συστατικό” της ίδιας της ανθρώπινης υπόστασης), στον οποίο οφείλουν να κατατείνουν όλες οι επιμέρους επιλογές του ανθρώπου. 

Ο Επίκουρος και οι συνειδητοί μαθητές του, δεν υπήρξαν ασύδωτοι “ηδονιστές” και ρηχοί  “καλοπερασάκιδες”, όπως ορισμένοι – ήδη από τους αρχαίους χρόνους – προσπάθησαν να τους φορτώσουν τη “ρετσινιά”.

Ο επικούρειος δεν υπήρξε όμως ποτέ και “άνθρωπος των σπηλαίων”, αδιάφορος και αποκομμένος από τα “προβλήματα” των συνανθρώπων του, την αιτία και “θεραπεία” των οποίων, όμως, προσέγγιζε μέσα από την αφύπνιση της ατομικής ευθύνης του καθενός, χωρίς να εμπλέκει στην όλη διαδικασία τους θεούς και την τύχη…

Ο επικούρειος ζει στο “ξέφωτο” και ο βίος του είναι ταυτόχρονα και η μαρτυρία όσων πρεσβεύει. 

Χωρίς όμως να επιζητά την έξωθεν αναγνώριση, αλλά αρκούμενος ν’ απολαμβάνει την ελευθερία που του προσφέρει η συνειδητά κατακτημένη αυτάρκειά του. 

Και καθώς η επικούρεια φιλοσοφία είναι “ζωντανός οργανισμός” – αφού στοχεύει στην εγκόσμια πραγμάτωση της ευτυχίας και στο βίωμά της. αφήνοντας κατά μέρος τη στείρα “ηθικοδιδασκαλία”, και τις ποδηγετικές της ανθρώπινης βούλησης “μεταθανάτιες υποσχέσεις και απειλές” – προφανώς και εξελίσσεται μέσα στο χρόνο, αφουγκραζόμενη όσα “καινούργια” φέρνουν οι ανθρώπινες εποχές, έχοντας όμως πάντα ως πυξίδα της τα τελευταία λόγια του Δασκάλου, με τα οποία γαλήνια αποχαιρέτησε τους μαθητές του : “Χαίρετε και μέμνησθε τα δόγματα” ….

Γ.Λ.

(ΥΓ : Για τους επιθυμούντες να ενσκύψουν περισσότερο στην επικούρεια θεώρηση των ανθρωπίνων πραγμάτων, συνιστώ το – κατά τη γνώμη μου – καλύτερο βιβλίο για την επικούρεια φιλοσοφία, του καθηγητή Πανεπιστημίου Χ. Θεοδωρίδη “Επίκουρος – Η αληθινή όψη του αρχαίου κόσμου” από τις εκδόσεις ΕΣΤΙΑ ).

Η προσωπικότητα, ο χαρακτήρας και ο εσωτερικός πλούτος του ανθρώπου καθορίζουν την ποιότητα της ζωής του πολύ περισσότερο από τα χρήματα, τη θέση ή τη φήμη.

Like2

Συγκρούσεις και εξισορροπήσεις συμφερόντων είναι ο κόσμος μας …

Από τον ΓΛ η πιο κάτω ανάρτηση:

Ζώντας μέσα στον κόσμο και παρατηρώντας ανθρώπους και καταστάσεις, έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι διαχρονικά η πορεία των  ανθρώπινων κοινωνιών είναι μια συνισταμένη που προκύπτει μέσα από συγκρούσεις συμφερόντων και εξισορροπήσεις συμφερόντων. 

Αυτή η δυαδικότητα βρίσκεται – κατά τη γνώμη μου – στον “πυρήνα” που είναι υπεύθυνος για την εξέλιξη των ανθρώπινων κοινωνιών μέσα στο χρόνο (πέρα από την επιρροή των απανταχού θρησκειών, των διαφόρων φιλοσοφικών ρευμάτων ή/και των διαφορετικών πολιτικών ιδεολογιών).

Γενικές “αρχές” και “αρετές”, όπως “δικαιοσύνη”, “αλληλεγγύη”, “ελευθερία”, “ειρήνη”, (η όποια) “πρόοδος”, η “αγάπη προς τον πλησίον” κοκ, είναι περισσότερο θεωρητικές προσεγγίσεις, παρά εφαρμόσιμες στην πράξη. Επί του “κοινωνικού πεδίου”, οι περισσότερο ισχυροί προσπαθούν να επιβάλουν τα δικά τους “θέλω” και να εξυπηρετήσουν τα δικά τους συμφέροντα, και όταν το επιχειρούν άγαρμπα προκύπτουν “συγκρούσεις” (είτε μεταξύ τους, είτε με ασθενέστερους, που κι αυτοί υπερασπίζουν και αγωνίζονται για τα δικά τους συμφέροντα). Και καθώς οι συγκρούσεις ούτε αέναες μπορεί να είναι, και από κάποια στιγμή και μετά αναγνωρίζεται από όλους τους εμπλεκόμενους ότι είναι αναποτελεσματικές και πολυέξοδες (σε ανθρώπινους πόρους και υλικά μέσα), αποφασίζονται και δρομολογούνται (έστω και προσωρινά) οι “εξισορροπήσεις” συμφερόντων, όπου η κάθε πλευρά λαμβάνει αυτό που καταφέρνει να διεκδικήσει τη δεδομένη χρονική στιγμή. Αυτές οι καταστάσεις (συγκρούσεις / εξισορροπήσεις) και ρευστές είναι και εναλλάσσονται μέσα στο πέρασμα του χρόνου, και κάπως έτσι γράφεται και η Ιστορία της Ανθρωπότητας….

ΓΛ

Like2