Ε Ροΐδης*

.

Ως οι Ινδοί εις φυλάς, ούτω και οι Έλληνες διαιρούνται εις τρεις κατηγορίας: 
α) Εις συμπολιτευομένους, ήτοι έχοντας κοχλιάριον να βυθίζωσιν εις την χύτραν του προϋπολογισμού.

β) Εις αντιπολιτευομένους, ήτοι μη έχοντας κοχλιάριον και ζητούντας εν παντί τρόπω να λάβωσιν τοιούτον.

γ) Εις εργαζομένους, ήτοι ούτε έχοντας κοχλιάριον ούτε ζητούντας, αλλ’ επιφορισμένους να γεμίζωσι την χύτραν διά του ιδρώτος των

*Εμμανουήλ Ροΐδης, 1836-1904.

Από τους πιο πνευματώδεις συγγραφείς που παρουσιάστηκαν στα ελληνικά γράμματα. Το έργο του συγκροτείται από πολλά διαφορετικά είδη όπως μυθιστορήματα, διηγήματα, κριτικές μελέτες, κείμενα πολιτικού περιεχομένου, μεταφράσεις και χρονογραφήματα. 
Το 1866 ολοκληρώνει την συγγραφή του πρώτου του μυθιστορήματος “Πάπισσα Ιωάννα”, έργο που σατιρίζει τον κλήρο της Δυτικής Εκκλησίας την περίοδο του Μεσαίωνα. Το βιβλίο αφορίστηκε από την Ιερά Σύνοδο, αλλά τον καταξιώνει διεθνώς.

Οταν γυναίκα είναι θεά τιμωρεί τον ειλικρινή!

Στον Όλυμπο δεν φυσούσε εκείνη τη μέρα.
Ο αέρας είχε σταθεί, σαν να περίμενε.

Ο Δίας περπατούσε νευρικά.
Η Ήρα στεκόταν απέναντί του, ακίνητη, με εκείνο το βλέμμα που δεν άφηνε περιθώρια.

— «Πες το καθαρά», του είπε. «Γιατί απομακρύνεσαι;»

Ο Δίας μισόχαμογέλασε…
— «Γιατί εσείς οι γυναίκες απολαμβάνετε περισσότερο. Καταναλώνετε όλο το μέλι… και δεν μένει τίποτα για μας.»

Η Ήρα ανασηκώθηκε.
— «Ή δεν ξέρεις να γεύεσαι», απάντησε κοφτά. «Οι άντρες παίρνετε περισσότερα απ’ όσα δίνετε.»

Η σιωπή που ακολούθησε ήταν βαριά.
Δύο θεοί, και όμως τόσο ανθρώπινοι.

— «Θα ρωτήσουμε κάποιον που ξέρει», είπε τελικά ο Δίας.
Και φώναξαν τον Τειρεσία.

Ήρθε αργά. Όχι από αδυναμία, αλλά από γνώση.
Κουβαλούσε πάνω του δύο ζωές.

— «Εσύ θα μιλήσεις», είπε η Ήρα. «Χωρίς φόβο.»

Ο Τειρεσίας στάθηκε για λίγο σιωπηλός.
Σαν να ζύγιζε όχι τα λόγια, αλλά το τίμημά τους.

— «Αν η ηδονή μοιραζόταν σε δέκα μέρη…» είπε τελικά,
«τα εννιά ανήκουν στη γυναίκα.
Στον άντρα μένει το ένα.»

Ο Δίας χαμογέλασε.
Η Ήρα δεν χαμογέλασε.

Το φως έσβησε από τα μάτια του Τειρεσία εκείνη τη στιγμή.
Όχι γιατί έκανε λάθος.
Αλλά γιατί είπε μια αλήθεια που δεν συγχωρείται εύκολα.

Ο Δίας πλησίασε.
— «Δεν μπορώ να αναιρέσω αυτό που έγινε», είπε χαμηλά.
«Αλλά μπορώ να σου δώσω κάτι άλλο.»

Και τότε, εκεί που χάθηκε το φως, γεννήθηκε η όραση.
Όχι των ματιών — του χρόνου.

Ο Τειρεσίας χαμογέλασε.
Ίσως γιατί κατάλαβε πρώτος αυτό που οι θεοί ακόμη πάλευαν:

Δεν είναι ποιος απολαμβάνει περισσότερο.
Είναι ποιος μπορεί να το αντέξει.