Πριν από περίπου τριάντα χρόνια, ο Στέλιος ήταν ένας νέος ασφαλιστής. Όπως όλοι όσοι ξεκινούν, πάλευε καθημερινά να κερδίσει την εμπιστοσύνη των ανθρώπων και να σταθεροποιηθεί σε έναν ιδιαίτερα απαιτητικό χώρο.
Ένα καλοκαιρινό βράδυ βρέθηκε στη Μύκονο για επαγγελματικά ραντεβού. Είχε κλείσει δείπνο με έναν πολύ γνωστό γιατρό του νησιού, άνθρωπο με κύρος και μεγάλη εκτίμηση στην τοπική κοινωνία. Η συζήτησή τους είχε σχεδόν ολοκληρωθεί, όταν η ιδιοκτήτρια του εστιατορίου πλησίασε διστακτικά το τραπέζι.
«Με συγχωρείτε για την ενόχληση», είπε. «Άκουσα άθελά μου ένα μέρος της συζήτησής σας. Αν δεν σας πειράζει, θα ήθελα να γνωρίσω τον κύριο. Ίσως να με ενδιαφέρει κι εμένα αυτό που κάνει».
Ο γιατρός χαμογέλασε.
«Με μεγάλη μου χαρά», απάντησε. «Να σας συστήσω τον Στέλιο. Είναι ένας από τους καλύτερους επαγγελματίες που έχω γνωρίσει. Και, το σημαντικότερο, είναι άνθρωπος που πρώτα ακούει και μετά προτείνει».
Εκείνο το βράδυ δεν υπογράφηκε κανένα συμβόλαιο. Ήταν, όμως, η απαρχή μιας γνωριμίας που εξελίχθηκε σε μια βαθιά σχέση εμπιστοσύνης. Λίγες ημέρες αργότερα, η κυρία Λέλα συνάντησε ξανά τον Στέλιο. Συζήτησαν για τις ανάγκες της οικογένειάς της και τελικά προχώρησαν στη σύναψη ενός ασφαλιστηρίου υγείας, τόσο για την ίδια όσο και για τον σύζυγό της.
Τα χρόνια πέρασαν. Η επαγγελματική σχέση μετατράπηκε σιγά σιγά σε αληθινή φιλία. Οι δύο οικογένειες αντάλλασσαν ευχές στις γιορτές, μοιράζονταν χαρές, λύπες και καθημερινές στιγμές. Ο Στέλιος δεν ήταν πλέον απλώς ο ασφαλιστής τους· ήταν ένας δικός τους άνθρωπος.
Ύστερα από σχεδόν είκοσι χρόνια, η ζωή έδειξε το πιο σκληρό της πρόσωπο. Η κυρία Λέλα διαγνώστηκε με μια σοβαρή ασθένεια. Ακολούθησαν αλλεπάλληλες νοσηλείες, επίπονες θεραπείες και δύσκολες αποφάσεις. Τα έξοδα ήταν τεράστια. Όμως, το συμβόλαιο που είχε υπογράψει δύο δεκαετίες πριν κάλυπτε αδιάλειπτα τις δαπάνες, επιτρέποντάς της να έχει πρόσβαση στις καλύτερες δυνατές υπηρεσίες υγείας και απαλλάσσοντας την οικογένειά της από ένα δυσβάσταχτο οικονομικό βάρος.
Παρά τη γενναία μάχη που έδωσε, η κυρία Λέλα δεν τα κατάφερε.
Λίγες ημέρες μετά την κηδεία, το τηλέφωνο του Στέλιου χτύπησε. Ήταν τα παιδιά της.
«Θέλαμε μόνο να σας πούμε ένα μεγάλο ευχαριστώ», του είπαν με τρεμάμενη φωνή.
Ο Στέλιος σιώπησε, ακούγοντας προσεκτικά.
«Αν η μητέρα μας έζησε με αξιοπρέπεια μέχρι την τελευταία της ημέρα, το οφείλουμε και σε εκείνη την απόφαση που τη βοηθήσατε να πάρει πριν από τόσα χρόνια. Χωρίς αυτό το συμβόλαιο, δεν θα μπορούσαμε να της προσφέρουμε όσα της προσφέραμε. Δεν θα το ξεχάσουμε ποτέ».
Ο Στέλιος έκλεισε το τηλέφωνο συγκινημένος. Πονούσε για την απώλεια μιας αγαπημένης φίλης. Όμως, μέσα στη θλίψη του, ένιωσε και κάτι ακόμη: μια βαθιά δικαίωση. Ένιωσε ότι επιβραβεύεται ο καθημερινός του αγώνας και η παλιά του απόφαση να ακολουθήσει έναν δρόμο που πολλοί υποτιμούσαν.
Στη μνήμη του ήρθε ξαφνικά η σεβάσμια φιγούρα ενός Μητροπολίτη, πολλά χρόνια πριν, στα εγκαίνια ενός γραφείου της ασφαλιστικής του εταιρείας. Θυμήθηκε τον γέροντα να απευθύνεται στους παρευρισκόμενους με λόγια ζεστά:
«Αγαπητοί μου, πρέπει να ομολογήσω ότι έχουμε κάτι κοινό. Και εμείς οι ιερωμένοι και εσείς οι ασφαλιστές ασκούμε ένα έργο που είναι λειτούργημα. Η διαφορά είναι ότι εσείς είστε πολύ πιο πρακτικοί και άμεσα χρήσιμοι στην κοινωνία. Όταν συμβαίνει η αναποδιά, τρέχετε στον συνάνθρωπό σας και του προσφέρετε τα μέσα για να σταθεί ξανά στα πόδια του. Ο Θεός να σας ευλογεί, αγαπητοί μου συνάδελφοι»
Εκείνη τη στιγμή, κοιτάζοντας το βουβό τηλέφωνο, ο Στέλιος κατάλαβε, ίσως περισσότερο από κάθε άλλη φορά, την αλήθεια εκείνων των λόγων. Η πραγματική αξία της δουλειάς του δεν μετριόταν με τον αριθμό των συμβολαίων ούτε με τις προμήθειες που εισπράττονταν.
Μετριόταν από εκείνες τις δύσκολες στιγμές, όταν μια σωστή απόφαση του παρελθόντος γινόταν ασπίδα προστασίας για μια οικογένεια που δοκιμαζόταν. Γιατί η ασφάλιση, όταν ασκείται με γνώση, ήθος και ευθύνη, δεν είναι απλώς ένα επάγγελμα. Είναι μια ουσιαστική κοινωνική προσφορά, που αποκαλύπτει το αληθινό της πρόσωπο μόνο όταν η ζωή γίνεται απαιτητική και επιζητά στηρίγματα
ΚΜ














