Το Μυστικό του Μέγα Ποταμού (διήγημα)

 

Ακούστε  να σας  πω, παιδιά μ’, μια ιστορία, μπας και σας  μείνει. Γιατί τέτοια πράματα δεν πρέπει να τα τρώει ο καιρός.

Ο παππούς είχε διαβεί προ πολλού τα ενενήντα, αλλά είχε τις δυνάμεις του και δεν είχε χάσει το χάρισμα να διηγείται όμορφες ιστορίες. Ο αφηγηματικός του λόγος μάγευε τους ακροατές του∙ δεν ξεκολλούσαν από τα χείλη του. Μεγάλο χάρισμα, να διηγείσαι απλές ιστορίες και να τις πλάθεις έτσι που οι ακροατές σου να μαγεύονται.

Ο παππούς έσπρωξε ένα ακόμη κούτσουρο στο τζάκι και άρχισε να μαγεύει τα εγγόνια του:

Την ιστορία που θα σας πω μου την είχε πει ο παππούς μου και σας ζητάω όταν γίνεται ‘σείς Παππούδες να την πείτε και στα δικά σας εγγόνια.

Στο χωριό είχαμε έναν άνθρωπο που τον φωνάζαμε «ο Κατσούφλης». Έτσι, σκέτα . Όνομα, ρίζα, σόγια… αυτά τα ξέρουν οι παπάδες. Για ’μάς ήταν ο Κατσούφλης και τέλος. Άνθρωπος λιγομίλητος, που δεν άνοιγε στόμα ούτε για «καλημέρα» ούτε για «βοήθα Παναγιά». Κάθε πρωί—με το πρώτο φως που χτυπούσε τον προφήτη Ηλία —κατέβαινε τον δρόμο με το σακί στον ώμο. Το καπέλο του χαμηλωμένο, ίσα που φαινόταν το μισό μούτρο του.

Κι όπως το ’χει η πατρίδα μας , άμα είσαι σιωπηλός, οι άλλοι μιλάνε για σένα.

«Μοναχός θα σβήσει αυτός», έλεγε η κυρά-Ιουλία, που είχε την κουβέντα ετοιμοπόλεμη.

«Κάτι βαραίνει μέσα του, δεν πάει καλά ο τούτος», συμπλήρωνε ο καφετζής, που ήξερε—τάχα—τα ενδόμυχα όλων.

Κανένας, όμως, δεν είχε κάτσει να τον δει με την ψυχή, όχι με τη γλώσσα.

Μια μέρα του Μάη, μεσημέρι, που ’βραζε ο κάμπος και μύριζε η γη πατημένο χώμα, γίνεται μια φασαρία ξαφνική:

«Τα παιδιά! Τα ’πήρε ο ποταμός!»

Δυο μωρά, δεκάχρονα, πήγαν να περάσουν τον Μέγα Ποταμό. Και το ρεύμα τα σήκωσε σαν τσουβάλια άχυρο και τα πέταξε σ’ ένα δέντρο στη μέση. Να ουρλιάζουν, να μπλαβίζουν  απ’ το κρύο.

Ο ποταμός, τέτοια εποχή, κατεβαίνει απ’ τις  ψηλές κορφές   που είναι γεμάτες χιόνι   θεριό. Ούτε άνθρωπο δεν λογαριάζει.

Μαζευτήκαμε καμιά σαρανταριά στην όχθη. Οι γυναίκες κάναν τον σταυρό τους και μοιρολογούσαν. Οι άντρες κοιτούσαν… και τους έτρωγε το μέσα τους. Δεν έκανε κανείς βήμα. Το νερό ήταν για τα παλικάρια της παλιάς γενιάς, όχι για τους σημερινούς.

Και πριν να προλάβουν  να πάρουν  απόφαση, βλέπουν  τον Κατσούφλη μέσα στο νερό. Ούτε κουβέντα δεν είπε. Είχε δέσει στη μέση του ένα χοντρό σχοινί—παλιά λινάτσα, γερή—και  έκανε μόνο ένα νεύμα:

«Κρατάτε γερά.»

Το ποτάμι τον χτυπούσε στο στέρνο, τον κομμάτιαζε. Η παγωνιά… θεέ μ’ και κύριε… ανέβαινε ως τη ραχοκοκαλιά του. Αλλά εκείνος τράβαγε. Σα να ’χε δώσει τάμα. Σα να ’χε μέσα του φωτιά που δεν τη σβήνει νερό.

Φτάνει στο δέντρο. Πρώτα παίρνει το ένα παιδί, το κολλάει πάνω του. Ύστερα το δεύτερο. Τους μιλάει, λέει δυο λόγια, να μην τρομάζουν. Και με το σχοινί που βαστούσαμε πέντε ψυχές απ’ την όχθη, αρχίζουμε να τον τραβάμε πίσω.

Σε τρία λεπτά—τρία λεπτά που  φάνηκαν αιώνας—το θαύμα έγινε: τα παιδιά βγήκαν στεγνά από θάνατο.

Ο Κατσούφλης… μπλε. Ολόκληρος. Τα χέρια του τρέμανε σαν να τα ’χε βάλει στην παγωνιά. Έβαλε το πουκάμισο και το γελέκι όπως-όπως, και πριν καν σταθεί γερά είπε μόνο:

«Τα παιδιά… είναι καλά;»

Κι έπειτα πήρε τον δρόμο για το σπιτάκι του.

Την άλλη μέρα έπεσε με πυρετό. Τον γιατρέψαν κάτι ζεστά, κάτι τσάγια, λίγο θυμάρι, λίγη θέληση. Και σε λίγες μέρες ξαναβγήκε στον δρόμο, ίδιος κι απαράλλαχτος, με το σακί στους ώμους και την ίδια σιωπή.

Αλλά το χωριό… άλλαξε.

Η κυρά-Ιουλία πήγε και άφησε ένα πιάτο φαΐ στο κατώφλι του, δίχως να πει τίποτα.

Ο καφετζής—ο πολυλογάς—του άφησε έναν καφέ, τυλιγμένο με πετσέτα, μην κρυώσει.

Τα παιδιά; Τα παιδιά τον κοιτούσαν σαν να περνούσε άγγελος μεταμφιεσμένος σε χωριάτη.

Κι εκείνος;

Μια φορά μονάχα τον άκουσαν  να λέει, κατεβαίνοντας προς τον κάμπο:

«Αξίζει να κινδυνεύεις για κάτι αληθινό…»

Από τότε, άμα άνοιγε κανείς στόμα να κακολογήσει άνθρωπο που δεν τον ήξερε, ο παπάς τον έκοβε στη ρίζα:

«Μὴν κατ’ ὄψιν κρίσιν κρίνετε, μα τὴν δίκαιην.»

Κι έπεφτε σιωπή. Βαριά σιωπή, σαν αυτή που απλώνεται στο βάλτο μόλις πέσει ο ήλιος.

Γιατί είχαν  μάθει πια πως πίσω από ένα σκυθρωπό πρόσωπο  μπορεί να ’χει ο άνθρωπος καρδιά καθαρή σαν το νερό της βρύσης στο πάνω μέρος του χωριού— και φως που δεν το νικάει ούτε ποτάμι, ούτε λύσσα, ούτε γλώσσα ανθρώπου.

ΚΜ

Like1

Χρόνος και ενέργεια: το πραγματικό σου περιουσιακό στοιχείο

Το πολυτιμότερο πράγμα που έχεις στη ζωή σου δεν είναι ούτε τα χρήματα ούτε τα υπάρχοντά σου. Είναι ο χρόνος και η ενέργειά σου. Και τα δύο είναι περιορισμένα. Κάθε μέρα που περνά αφαιρεί λίγο από το απόθεμά τους και κανείς δεν μπορεί να τα αναπληρώσει.

Τα χρήματα που χάθηκαν μπορούν να ξανακερδηθούν. Οι ευκαιρίες που χάθηκαν ίσως εμφανιστούν ξανά. Ο χρόνος όμως που πέρασε δεν επιστρέφει ποτέ. Το ίδιο και η ενέργεια που σπαταλήθηκε σε ανθρώπους, καταστάσεις και συνήθειες που δεν άξιζαν την προσοχή μας.

Γι’ αυτό χρειάζεται να επιλέγουμε προσεκτικά πού επενδύουμε τις ημέρες μας. Να αφιερώνουμε χρόνο σε ανθρώπους που αγαπάμε, σε έργα που έχουν νόημα και σε δραστηριότητες που μας κάνουν καλύτερους. Να αποφεύγουμε τις ατέρμονες διαμάχες, τη μιζέρια και τις άσκοπες ανησυχίες που καταναλώνουν πολύτιμη ψυχική δύναμη χωρίς να προσφέρουν τίποτε.

Η ποιότητα της ζωής μας δεν καθορίζεται από το πόσα έχουμε, αλλά από το πώς διαθέτουμε τον χρόνο και την ενέργειά μας. Όποιος το κατανοήσει αυτό, αρχίζει να ζει πιο συνειδητά, να λέει πιο εύκολα «όχι» στα περιττά και «ναι» σε όσα πραγματικά αξίζουν.

Στο τέλος, η ζωή δεν είναι παρά το άθροισμα του χρόνου και της ενέργειας που επιλέξαμε να προσφέρουμε. Και αυτή είναι η σημαντικότερη επένδυση που θα κάνουμε ποτέ.

Το να μάθει κανείς πώς να συμπεριφέρεται ως γονιός είναι πιο δύσκολο από το να εκπαιδευτεί για τον πόλεμο

Φιλόθεος Φάρος

Like1