Υπάρχει μια λεπτή, γραμμή ανάμεσα στην προσφορά και στην αυτο-ακύρωση.
Στην αρχή τη διασχίζεις από αγάπη. Από καθήκον. Από την ανάγκη να είσαι χρήσιμος. Να είσαι παρών. Να δίνεις.
Και δίνεις.
Δίνεις χρόνο, ενέργεια, σκέψη, υπομονή. Δίνεις κομμάτια από τον εαυτό σου, μικρά και φαινομενικά ασήμαντα. Δεν το καταλαβαίνεις τότε, γιατί η χαρά της προσφοράς σε γεμίζει. Σου δίνει νόημα. Σε κάνει να νιώθεις ότι ανήκεις.
Όμως η ζωή, όπως και το αμπέλι, έχει μια σιωπηλή απαίτηση:
ό,τι δεν φροντίζεται, αργά ή γρήγορα μαραίνεται.
Κάπου εκεί αρχίζει η παρεξήγηση.
Πολλοί πιστεύουν ότι η αγάπη σημαίνει να βάζεις τον άλλον πάνω από τον εαυτό σου. Να υποχωρείς, να ξεχνάς, να δίνεις χωρίς μέτρο. Όμως η ίδια η χριστιανική παράδοση θέτει ένα διαφορετικό μέτρο. Η χριστιανική εντολή είναι σαφής:
«ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν».
Όχι περισσότερο.
Όχι λιγότερο.
Όπως.
Και αυτό το «όπως» είναι η χαμένη ισορροπία.
Γιατί αν ο εαυτός σιγήσει, τότε δεν υπάρχει μέτρο σύγκρισης. Αν δεν ξέρεις τι σημαίνει να φροντίζεις εσένα, πώς θα φροντίσεις ουσιαστικά τον άλλον; Η αγάπη δεν μπορεί να είναι μονόπλευρη ροή· χρειάζεται ρίζα για να δώσει καρπό.
Στο αμπέλι, αν φροντίζεις μόνο τα γύρω —τα μονοπάτια, τους φράχτες, τους γείτονες— και ξεχάσεις τα ίδια τα κλήματα, στο τέλος δεν θα πάρεις καρπό. Όχι γιατί δεν προσπάθησες. Αλλά γιατί φρόντισες τα πάντα, εκτός από αυτό που έπρεπε.
Έτσι και ο άνθρωπος.
Κάποια στιγμή, χωρίς να το έχεις προσέξει, αρχίζεις να λειτουργείς μόνο προς τα έξω. Οι άλλοι γίνονται προτεραιότητα, συνήθεια, σχεδόν ανάγκη. Και εσύ μετατίθεσαι διαρκώς για «αργότερα». Ένα αργότερα που δεν έρχεται ποτέ.
Και τότε εμφανίζεται το παράδοξο:
Έχεις γίνει απαραίτητος για όλους — εκτός από τον εαυτό σου.
Δεν είναι εγωισμός να κρατάς ένα κομμάτι για σένα.
Είναι ευθύνη.
Γιατί μόνο όποιος υπάρχει, μπορεί να αγαπήσει.
Και μόνο όποιος στέκεται, μπορεί να στηρίξει.
Στο τέλος της ημέρας, η αληθινή προσφορά δεν είναι να χαθείς για τους άλλους,
αλλά να είσαι παρών — και για εκείνους, και για εσένα.











