Οι θεμελιώδεις νόμοι της καπιταλιστικής οικονομίας

Ένα ακόμη παλιό βιβλίο από αυτά που ανασύρω τελευταία από την βιβλιοθήκη μου.

Τίτλος του: «Οι θεμελιώδεις νόμοι της καπιταλιστικής οικονομίας» του Ζαν Μπαμπύ (Jean Baby), είναι ένα εισαγωγικό έργο εκλαϊκευμένης μαρξιστικής πολιτικής οικονομίας.

Το διαβάσαμε στα νιάτα μας μαζί με κάποια άλλα παρόμοια αλλά τελικά δεν μας συγκίνησαν οι μαρξιστικές ιδέες. Κάποιες τις βρήκαμε ουτοπιστικές και κάποιες άλλες να τις εντάσσω σε αυτές που έρχονται σε αντίφαση με την ανθρώπινη φύση αλλά και με τον κόσμο γενικότερα όπως βέβαια εγώ τον αντιλαμβανόμουν.

Να επανέλθουμε ξανά στο βιβλίο:

Ο συγγραφέας προσπαθεί να εξηγήσει — με απλό και παιδαγωγικό τρόπο — πώς λειτουργεί το καπιταλιστικό σύστημα σύμφωνα με τη θεωρία του Μαρξ.
Το βασικό του θέμα είναι:

η εργασία ως πηγή αξίας, το κεφάλαιο και το κέρδος, η εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης, η υπεραξία, οι οικονομικές κρίσεις και η συγκέντρωση του πλούτου και των μέσων παραγωγής.

    Το απόσπασμα στο εξώφυλλο είναι χαρακτηριστικό της μαρξιστικής ανάλυσης και προέρχεται από το Το Κεφάλαιο του Karl Marx:

    «Το εμπόρευμα που δημιουργεί περισσότερη αξία από όση κοστίζει είναι η εργατική δύναμη».

    Δηλαδή, σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, ο εργάτης παράγει περισσότερη οικονομική αξία από εκείνη που αμείβεται ως μισθό, και από αυτή τη διαφορά γεννιέται το καπιταλιστικό κέρδος.

    Το βιβλίο το αγόρασα το 1974, κυκλοφόρησε στην Ελλάδα τις δεκαετίες 1960–1970 από τις εκδόσεις «Στοχαστής», που τότε εξέδιδαν πολλά έργα πολιτικής οικονομίας, φιλοσοφίας και αριστερής θεωρίας. Για πολλούς ανθρώπους εκείνης της εποχής αποτέλεσε ένα πρώτο «σχολείο» κατανόησης του μαρξισμού και της οικονομικής σκέψης.

    Έχει ενδιαφέρον ότι το εξώφυλλο και η γλώσσα του αποπνέουν εκείνη την παλιά εποχή των ιδεολογικών αναζητήσεων, όταν τα οικονομικά συστήματα δεν θεωρούνταν απλώς τεχνικά μοντέλα, αλλά σχεδόν κοσμοθεωρίες για το πώς πρέπει να οργανωθεί η κοινωνία.

    Το Σύμπαν είναι «πεπερασμένο αλλά χωρίς όρια»: Τι σημαίνει αυτό;

    Η φράση μοιάζει με γρίφο, αλλά κρύβει μια από τις πιο γοητευτικές ιδέες της σύγχρονης κοσμολογίας. Πώς γίνεται κάτι να έχει τέλος, αλλά να μην έχει… άκρη;

    Το παράδοξο της Γης

    Στην καθημερινότητά μας, ό,τι είναι πεπερασμένο έχει και ένα σύνορο: ένα δωμάτιο έχει τοίχους, μια λίμνη έχει όχθη. Η γεωμετρία όμως έχει άλλη άποψη, και το καλύτερο παράδειγμα είναι ο πλανήτης μας:

    Έχει συγκεκριμένο μέγεθος; Ναι (πεπερασμένο).

    Έχει κάπου γκρεμό ή «άκρη»; Όχι (χωρίς όρια).

    Αν αρχίσεις να περπατάς ευθεία, δεν θα πέσεις ποτέ στο κενό. Απλώς, κάποια στιγμή, θα επιστρέψεις εκεί που ξεκίνησες. Αυτό συμβαίνει επειδή η επιφάνεια της Γης είναι καμπυλωμένη.

    Και με το Σύμπαν τι γίνεται;

    Βασισμένοι στη Γενική Θεωρία της Σχετικότητας του Einstein, οι επιστήμονες υπέθεσαν ότι το ίδιο μπορεί να συμβαίνει και με το Σύμπαν. Ο χώρος μπορεί να μην είναι ένα απέραντο άδειο κουτί, αλλά να καμπυλώνεται από την ύλη και την ενέργεια.

    Αν ταξιδέψεις αρκετά μακριά στο διάστημα, θεωρητικά ίσως να μην βρεις ποτέ ένα «τείχος» όπου τελειώνει η δημιουργία, αλλά να καταλήξεις στο σημείο εκκίνησής σου.

    Το μεγάλο ερωτηματικό

    Η σύγχρονη επιστήμη δεν έχει απαντήσει ακόμα με βεβαιότητα αν το Σύμπαν είναι πεπερασμένο ή άπειρο. Οι μετρήσεις δείχνουν ότι ο κόσμος μας είναι σχεδόν «επίπεδος», αλλά μπορεί απλώς να είναι τόσο τεράστιος που η καμπυλότητά του να μας διαφεύγει.

    Η φράση «πεπερασμένο αλλά δίχως όρια» δεν αφορά μόνο τα αστέρια. Είναι και μια υπενθύμιση για εμάς τους ίδιους: η ζωή μας μπορεί να έχει όρια, αλλά η σκέψη μας είναι ελεύθερη να ταξιδεύει στο άπειρο!

    Like5

    Μάνα, Μητέρα ή Μαμά;




    Κάποτε την έλεγες μόνο μαμά, αλλά τώρα; Πώς τη φωνάζεις και πώς την αποκαλείς μπροστά στους ξένους; Μία ψυχολόγος-συγγραφέας που έχει ασχοληθεί σε βάθος με τη μητρότητα εξηγεί τι μπορεί να σηματοδοτεί η κάθε προσφώνηση.

    Μάνα, μητέρα, μαμά. Μια διεθνής λέξη. Σχεδόν η πρώτη που μαθαίνουμε σε κάθε ξένη γλώσσα. Με ρίζα κοινή. Μια λέξη που μοιάζει να συνδέει όχι μόνο όλους τους ανθρώπους, αλλά και όλους τους λαούς. Άραγε ο τρόπος που αποκαλούμε τη μητέρα μας, μετά την ενηλικίωσή μας –αν δηλαδή είναι η μάνα, η μητέρα ή η μαμά– δείχνει κάτι;

    Η προσφώνηση αλλάζει κατά περίσταση και κατά ηλικιακή περίοδο. Όπως αλλάζει και το πώς προσφωνούμε το παιδί μας, αναλόγως του συναισθήματος και της στιγμής. Έτσι κι αλλιώς, οι λέξεις είναι τα μάτια της ψυχής και της στιγμής. Τι υποδηλώνει όμως η κάθε προσφώνηση;

    Μαμά

    Το πιο τρυφερό απ’ όλα, το πιο γνήσιο. Φωνάζει ανάγκη, χωρίς φίλτρα και εφέ, μοιάζει να λέει: «Δέξου με όπως είμαι». Λέξη που ακόμη και… δράκος να την πει με βροντερή φωνή, πάλι τρυφερά θα ακουστεί.  Όταν όμως το παρακάνουμε στη χρήση της ως ενήλικες, υποδηλώνει την πιθανότητα εξάρτησης στη σχέση. Θυμηθείτε τον αντίστοιχο ήρωα του Καραγκιόζη!

    Εικονογράφηση: Χριστίνα Αβδίκου

    Μάνα

    Η λέξη χρησιμοποιείται σε περιστάσεις που θέλουμε να δείξουμε μια απόσταση, αλλά ταυτόχρονα υπονοεί «σ’ έχω ανάγκη ακόμη και δεν διστάζω να το εκφράσω». Όπως στο «μάνα, σιδέρωσέ μου το πουκάμισο».

    Από τη μία δείχνω τη δύναμή μου, από την αναρωτιέμαι: Σε χρειάζομαι ή δεν σε χρειάζομαι; Σα να δοκιμάζω τα φτερά μου…Βέβαια, δεν είναι κακό κάποτε ν’ αρχίσεις να δοκιμάζεις και να σιδερώσεις!

    Οι κόρες μας το λένε όταν θυμώνουν με κάτι που κάναμε, βάζοντας πρόσκαιρα μια απόσταση ασφαλείας και για τις δυο μας, μαδώντας παραλλήλως άλλες… μαργαρίτες, όπως το «να θυμώσω ή να μη θυμώσω μαζί σου;».

    Μητέρα

    Σε υπολογίζω σαν κάτι ιερό, ψηλά και να ίπταται σαν αερόπλοιο, που δεν με νοιάζει όμως να το φτάσω, δεν το έχω ίσως και τόσο προφανή ανάγκη όπως παλιά. Ξέρω ότι μπορώ να πετάξω πια, επίσημα το παραδέχομαι.

    «Μητέρα», θυμάμαι, αποκαλούσε ο πατέρας μου την πεθερά του, τη γιαγιά μου την Αναστασία, εκφράζοντας πιθανώς το ιερό άλλα και το εύθραυστο που είχε η σχέση, με τον φόβο μην… πέσει και σπάσει.

    «Μητέρα» σε αποκαλούσα μπροστά σε τρίτους, όταν ήθελα να πιστοποιήσω –στο μυαλό μου– ότι μεγάλωσα ή να δώσω επισημότητα στο λειτούργημα. Όμως τα λειτουργήματα δεν έχουν ανάγκη από βαρύγδουπους τίτλους, συχνά μοιάζουν με ευεργέτη που δεν θέλει επουδενί να ακουστεί το όνομά του.

    Κι όταν φύγει από τη ζωή, «έφυγε η μητέρα μου» λέμε, σαν να θέλουμε να το πιστέψουμε, κρατώντας ταυτόχρονα το συναίσθημα σε αναμονή – λες και την ξεπροβοδίσαμε σε ταξίδι αλέ ρετούρ.

    Like2