Συνέχεια στην ανάρτηση: Είναι καλύτερα να είσαι αδίστακτος με το παρελθόν

Από τον Γ.Λ η πιο κάτω ανάρτηση.:

Το “παρελθόν” είναι μνήμη…

Τουλάχιστον όσον αφορά την ψυχολογική επίδραση που έχει πάνω μας, που είναι και το θέμα του συγκεκριμένου δοκιμίου του Κώστα.

Το “παρελθόν” μπορεί να ασκεί αυτή την επιρροή στο μέτρο και στο βαθμό που φιλτράρεται μέσα από την (επίσης) νοητική αίσθηση της ατομικής ύπαρξης, του ξεχωριστού “εαυτού”, που θεωρεί ότι είναι ο καθένας μας.

Έτσι, πράξεις, επιτυχίες, αποτυχίες, συναισθήματα του παρελθόντος, αποκτούν ένα “υποκείμενο”, που τα κουβαλάει στο σήμερα, και κατά κανόνα δημιουργεί μέσω αυτών και τη δική του (νοητική) συνέχεια στο αύριο. 

Με αυτή την “τακτική” και με την πάροδο των ετών, ο άνθρωπος “βαραίνει” νοητικά…

Δεν παρατηρεί πλέον με φρέσκια ματιά…

Φιλτράρει τα πάντα μέσα από την “εικόνα” του “εαυτού”, που έχει χτίσει.

Οι επιλογές του (πιστεύει ότι) οφείλουν να υπηρετούν αυτή την “εικόνα”.

Ό,τι είναι σύμφωνο με αυτή, περνάει το φίλτρο.

Ό,τι την αμφισβητεί ή/και τη θέτει εν αμφιβόλω, κόβεται.

Αν όμως δεν μπορείς να σκεφτείς “διαφορετικά”, δεν μπορείς και να πράξεις διαφορετικά, άρα δεν μπορείς και να εξελιχθείς κάπως διαφορετικά…

Κάπως έτσι (αν δεν προσέξεις), το “παρελθόν” γίνεται όχι μόνο το “αφεντικό” του παρόντος, αλλά και ο “νεκροθάφτης” κάθε διαφορετικού μέλλοντος…

Παρατηρήστε με προσοχή (και χωρίς προκατάληψη) την κίνηση της σκέψης σας…

Δείτε την “παγίδα” που στήνει (από συνήθεια) ο νους σας.

Από αυτή την παρατήρηση ξεκινάει το “μονοπάτι”…

Γ.Λ.

Αγαπητέ Γιώργο,

Θέτεις το ζήτημα στην πιο ουσιαστική του βάση. Αυτό που περιγράφεις ως “βαριά νοητική κατάσταση” είναι το τίμημα της ταύτισής μας με την εικόνα που έχουμε φιλοτεχνήσει για τον εαυτό μας.

Πράγματι, η αποταύτιση από αυτό το “εγώ-αποθήκη” είναι η μόνη οδός προς την ελευθερία. Αν δεν καταφέρουμε να αποκοπούμε από την ανάγκη να υπηρετούμε την παλιά μας εικόνα, τότε η ματιά μας δεν θα είναι ποτέ φρέσκια· θα είναι πάντα μια ανακύκλωση παλιών συμπερασμάτων.

Η “παγίδα” που αναφέρεις είναι ακριβώς αυτή: να θεωρούμε ότι η μνήμη είναι η ουσία μας, ενώ στην πραγματικότητα είναι απλώς το φορτίο μας. Η παρατήρηση της σκέψης, χωρίς την ανάγκη να την υπερασπιστούμε, είναι ίσως η μόνη πράξη πραγματικής αδισταξίας που μας επιτρέπει να δούμε το “μονοπάτι”.

Κ.Μ

Ο ψυχοθεραπευτής  λειτουργεί  σαν τους πιο επικίνδυνους γονείς εξευμενίζοντας  κολακεύοντας  και νανουρίζοντας διαρκώς τον ψυχοθεραπευόμενο . Όταν συμβαίνει  κάτι τέτοιο ο μεν  ψυχοθεραπευτής εξασφαλίζει μακροχρόνιο  και σταθερό εισόδημα , ο δε ψυχοθεραπευόμενος χάνει την ζωή του.

Θεόφιλος Φάρος,

Ο πατήρ Φιλόθεος Φάρος είναι Έλληνας κληρικός και συγγραφέας. Γεννήθηκε το 1930 στον Πειραιά. Σπούδασε πολιτικές επιστήμες στην Πάντειο, νομικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και θεολογία στο ΕΚΠΑ. Έγινε κληρικός το 1962 και συνέχισε σπουδές στην ποιμαντική ψυχολογία και την ποιμαντική συμβουλευτική στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης στις ΗΠΑ. Δίδαξε ποιμαντική ψυχολογία στη Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού στη Βοστώνη και εργάσθηκε ως Pastoral Counselor και Family Therapy Supervisor στην πρότυπη ψυχιατρική θεραπευτική κοινότητα Human Resource Institute της Βοστώνης, όπου απέκτησε μια σημαντική ψυχοθεραπευτική εμπειρία κάνοντας ατομική και ομαδική ψυχοθεραπεία και κυρίως εργαζόμενος με οικογένειες και ζευγάρια.

Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα επεχείρησε να θέσει στην υπηρεσία της Εκκλησίας της Ελλάδος την εμπειρία του, οργανώνοντας ένα πρόγραμμα ποιμαντικής κλινικής εξασκήσεως για κληρικούς σ’ ένα νοσοκομείο της Αθήνας. Ταυτόχρονα οργάνωσε ένα κέντρο νεότητος για την Αρχιεπισκοπή Αθηνών, όπου καλλιεργείται και προάγεται η κοινοτική ζωή. Έχει γράψει πολλά άρθρα, μελέτες και δεκατρία βιβλία που διαπραγματεύονται άμεσα και καίρια για τη ζωή του ανθρώπου θέματα, όπως είναι το πένθος, ο γάμος, η ανατροφή των παιδιών, ο έρωτας κτλ.

Σήμερα το πιο δύσκολο δεν είναι να φτιάξεις καλό κρασί αλλά να παραμείνεις αυθεντικός.

Στεφάν Ντερενονκούρ, ένας άνθρωπος που δεν ακολούθησε καμία «τυπική» διαδρομή αλλά έμαθε το κρασί μέσα από τη ζωή, το χώμα και την εμπειρία.

Από τον γκρίζο, βιομηχανικό βορρά της Γαλλίας μέχρι τον θρυλικό τρύγο του 1982 στο Μπορντό, η πορεία του ξεκινά σχεδόν τυχαία, με ένα σακίδιο και μια κιθάρα. Χωρίς σπουδές Οινολογίας, αλλά με βαθιά παρατήρηση και πάθος, έχτισε μια φιλοσοφία για το κρασί που σήμερα θεωρείται σημείο αναφοράς.

Αν το κρασί μοιάζει ίδιο παντού, η χημεία έχει επέμβει..

Το κρασί γεννιέται στο αμπέλι, όχι στο κελάρι. Το terroir, δηλαδή το έδαφος, το κλίμα, η ενέργεια ενός τόπου είναι η αλήθεια που πρέπει να εκφράζεται όχι να καλύπτεται από τεχνικές ή «στυλ».

Είναι καλύτερα να είσαι αδίστακτος με το παρελθόν

Υπάρχει μια λεπτή, σχεδόν αόρατη γραμμή ανάμεσα στη μνήμη και στην προσκόλληση. Η πρώτη μάς συγκροτεί· η δεύτερη μάς καθηλώνει. Το παρελθόν έχει μια ιδιότυπη δύναμη: δεν αλλάζει, αλλά επιμένει να μας αλλάζει. Και όσο του επιτρέπουμε να λειτουργεί ως δικαστής του παρόντος, τόσο περιορίζει τη δυνατότητά μας να ζήσουμε ελεύθερα.

Να είσαι αδίστακτος με το παρελθόν δεν σημαίνει να το αρνείσαι ή να το διαγράφεις. Σημαίνει να του αφαιρείς την εξουσία. Να το βλέπεις καθαρά, χωρίς εξιδανικεύσεις και χωρίς ενοχές. Να το αντιμετωπίζεις όπως είναι: ένα σύνολο γεγονότων που συνέβησαν —όχι μια φυλακή στην οποία είσαι καταδικασμένος να κατοικείς.

Η νοσταλγία είναι γλυκιά, αλλά ύπουλη. Μεταμορφώνει τις αναμνήσεις σε μύθους και τους μύθους σε προσχήματα ακινησίας. Από την άλλη, οι ενοχές είναι βαριές και αμείλικτες. Σε πείθουν πως ό,τι έγινε, σε καθορίζει αμετάκλητα. Και έτσι, είτε με το μέλι είτε με το δηλητήριο, το παρελθόν καταφέρνει να μας κρατά δέσμιους.

Η αδισταξία λοιπόν, δεν είναι σκληρότητα· είναι πράξη αυτοσεβασμού. Είναι η απόφαση να κρατήσεις ό,τι σε δίδαξε και να αφήσεις ό,τι σε βαραίνει. Να αναγνωρίσεις τα λάθη χωρίς να τα λατρεύεις, και τις επιτυχίες χωρίς να τις αναμασάς. Γιατί και τα δύο, αν τα υπερτιμήσεις, σε απομακρύνουν από το παρόν.

Ο άνθρωπος που δεν τολμά να αποκοπεί από το παρελθόν του μοιάζει με καλλιεργητή που δεν κλαδεύει ποτέ το αμπέλι του. Τα παλιά κλήματα, όσο κι αν κάποτε έδωσαν καρπό, αν δεν περιοριστούν, πνίγουν τη νέα βλάστηση. Και τότε η ζωή, αντί να ανανεώνεται, εξαντλείται σε μια ατέρμονη ανακύκλωση.

Η ελευθερία αρχίζει τη στιγμή που παύεις να εξηγείς τον εαυτό σου με βάση το «ήμουν» και αρχίζεις να τον ορίζεις με βάση το «είμαι» και το «μπορώ να γίνω».