
Ηγεσία
Η αποτελεσματικότητα ηγεσία δεν είναι να κάνεις τους άλλους να σκέφτονται όπως εσύ, αλλά να μπορείς να καταλαβαίνεις πώς σκέφτονται εκείνοι.






Ανάγκᾳ καὶ θεοὶ πείθονται
«Άμα δεν υπάρχει ανάγκη, δεν γεννιέται τίποτα που θα μείνει.»
Οι αρχαίοι το είχαν πει με τον δικό τους, λιτό τρόπο: «ἀνάγκᾳ καὶ θεοὶ πείθονται». Μπροστά στην ανάγκη, ακόμη και οι θεοί υποχωρούν.
Μόνο που η «ανάγκη» εκείνων των καιρών σήμαινε κάτι περισσότερο από αυτό που συνήθως εννοούμε σήμερα. Δεν ήταν απλώς η έλλειψη ενός αγαθού ή η επιθυμία να αποκτήσουμε κάτι. Ήταν η αναγκαιότητα· εκείνη η δύναμη που επιβάλλει τα πράγματα όταν δεν υπάρχει άλλος δρόμος.
Και ίσως οι περισσότερες δημιουργίες του ανθρώπου να ξεκίνησαν ακριβώς έτσι: όχι από την αφθονία, αλλά από μια έλλειψη. Από κάτι που έλειπε και έπρεπε να βρεθεί. Από ένα πρόβλημα που ζητούσε λύση, από μια δυσκολία που έπρεπε να ξεπεραστεί.
Η ανάγκη έχει μια παράξενη δύναμη. Περιορίζει τις επιλογές μας, αλλά ταυτόχρονα ξυπνά τη φαντασία. Όταν όλα είναι διαθέσιμα, εύκολα αναβάλλουμε. Όταν όμως κάτι γίνεται πραγματικά αναγκαίο, ο άνθρωπος ψάχνει, επινοεί, δοκιμάζει, αποτυγχάνει και ξαναδοκιμάζει.
Η ανθρώπινη ιστορία είναι γεμάτη τέτοια παραδείγματα. Η στέρηση δίδαξε την οικονομία, η απόσταση γέννησε τρόπους επικοινωνίας, η αρρώστια κινητοποίησε την επιστήμη, η ανάγκη για επιβίωση γέννησε εργαλεία και τεχνικές. Ακόμη και η μοναξιά, πολλές φορές, γέννησε ποίηση.
Δεν σημαίνει βέβαια ότι κάθε ανάγκη οδηγεί στη δημιουργία. Η ίδια δυσκολία μπορεί να λυγίσει έναν άνθρωπο και να κινητοποιήσει έναν άλλον. Ο ένας βλέπει μπροστά του το αδιέξοδο· ο άλλος αρχίζει να ψάχνει πού μπορεί να ανοίξει ένα μονοπάτι.
Το ίδιο συμβαίνει και στην προσωπική μας ζωή. Οι εποχές της άνεσης είναι ευχάριστες και αφήνουν όμορφες αναμνήσεις. Εκείνες όμως που μας έλειψε κάτι, που χάσαμε κάτι, που αναγκαστήκαμε να αλλάξουμε δρόμο ή να αρχίσουμε πάλι από την αρχή, είναι συχνά εκείνες που μας δίδαξαν τα περισσότερα.
Ό,τι δημιουργείται για να καλύψει μια πραγματική ανάγκη έχει βαθύτερες ρίζες από εκείνο που γεννιέται απλώς από περίσσευμα.
Μπροστά στην ανάγκη ο άνθρωπος δεν υποχωρεί πάντα. Πολλές φορές δημιουργεί.
Και ίσως γι’ αυτό, αν δεν υπάρχει ανάγκη, δύσκολα γεννιέται κάτι που θα μείνει.
Ορεινά Δερβενοχώρια: Παρασκευή τραχανά

Η γύρη της παράδοσης απο το χωριό Αρνάδος της Τήνου.
Η γύρη της παράδοσης
Βρισκόμαστε σ’ ένα καφενείο στο χωριό Αρνάδος της Τήνου. Στο διπλανό τραπέζι ένας παππούς καθαρίζει σύκα για την εγγονή του. Κάποια στιγμή, το κορίτσι τον ρωτάει πώς γίνεται το σύκο· εκείνος της εξηγεί ότι, για να καρπίσει η συκιά, η θηλυκή σφήκα πρέπει να τρυπώσει στο σύκο μεταφέροντας τη γύρη. Το τίμημα της εισόδου είναι βαρύ: χάνει τα φτερά και τις κεραίες της και πεθαίνει εκεί μέσα. Ο θάνατός της, ωστόσο, γίνεται προϋπόθεση ενός νέου κύκλου ζωής. Το κορίτσι, εντυπωσιασμένο, ρωτάει: «Δηλαδή εγώ τώρα τρώω και τη σφήκα;» Ο παππούς γελάει. Γελάμε παραδίπλα κι εμείς.
Σκέφτομαι πως η σχέση ανάμεσα στη συκιά και στη σφήκα συνιστά εύγλωττη αλληγορία του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί η πολιτισμική παράδοση. Κάθε δημιουργός εισέρχεται σ’ έναν ήδη διαμορφωμένο συμβολικό κόσμο και εργάζεται πάνω σε υλικά που του παραχωρήθηκαν – τη γλώσσα, τα είδη, τις τεχνικές, τα μοτίβα, τις ιδέες, τις αισθητικές συμβάσεις. Η δημιουργία δεν συντελείται σε πολιτισμικό κενό· το καινούργιο αναδύεται από μια προηγούμενη ύλη που έχει υποστεί μεταμόρφωση.
Η σφήκα μεταφέρει τη γύρη, δεν είναι εκείνη που τη δημιούργησε: η συμβολή της είναι ουσιώδης, χωρίς να είναι πρωταρχική. Κατ’ αναλογία, ένας δημιουργός μπορεί να προσδώσει σ’ ένα παλαιότερο υλικό νέα μορφή, ένταση και σημασία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το υλικό γεννήθηκε μαζί του. Η αναγνώριση της επιρροής δεν μειώνει την πρωτοτυπία· την τοποθετεί μέσα στην πραγματική της ιστορική συνθήκη. Η παράδοση παρέχει τη γύρη, αλλά δεν προκαθορίζει τον καρπό.
Το ερώτημα του κοριτσιού επιστρέφει στο μυαλό μου. Κάθε καρπός της παράδοσης κρύβει μέσα του κάτι από εκείνους που έζησαν πριν από εμάς. Και ίσως, αν αποδειχθούμε άξιοι και τυχεροί, μέσα στον επόμενο καρπό να βρεθεί και κάτι δικό μας.
Από το neoplanodion.gr

2015

Μαζαρέκα στην βόρεια Πάρνηθα

Η αχλαδιά που έγινε δάσος!



Όλα ξεκίνησαν από μια στιγμή απογοήτευσης.
Πριν από τριάντα έξι χρόνια, όταν αγοράστηκε εκείνο το πρώτο κομμάτι γης, δεν είχε σχεδόν τίποτε επάνω του. Χώμα, πέτρες, λίγα αγριόχορτα και, στη μέση περίπου, μια πελώρια αχλαδιά.
Ήταν το μοναδικό δέντρο. Ίσως γι’ αυτό έμοιαζε ακόμη μεγαλύτερη. Στεκόταν μόνη της μέσα στο γυμνό τοπίο, με τα κλαδιά της απλωμένα σαν μια μεγάλη φυσική ομπρέλα.
Ο νέος ιδιοκτήτης, μόλις την είδε, έκανε αμέσως μια σκέψη.
Το επόμενο Σάββατο θα έφερνε για πρώτη φορά την οικογένειά του στο καινούργιο κτήμα. Τη γυναίκα του και τα δυο μικρά κοριτσάκια τους. Δεν υπήρχε ακόμη σπίτι, ούτε καλύβα, ούτε τίποτε από όσα υπάρχουν σήμερα. Υπήρχε όμως η αχλαδιά.
Και αυτό του έφτανε.
Φαντάστηκε ένα τραπεζομάντιλο απλωμένο κάτω από τον ίσκιο της, ένα καλάθι με φαγητό, τα παιδιά να τρέχουν γύρω από τον κορμό και τους τέσσερίς τους να κάνουν το πρώτο τους οικογενειακό πικνίκ στη γη που μόλις είχε γίνει δική τους.
Καμιά φορά η χαρά δεν χρειάζεται πολλά. Ένα δέντρο και λίγη σκιά αρκούν για να χτίσεις μέσα σου μια ολόκληρη εικόνα.
Το Σάββατο ήρθε.
Μα όταν έφτασαν στο κτήμα, κάτι έλειπε.
Στην αρχή ίσως να μην κατάλαβε αμέσως τι ήταν. Το τοπίο φαινόταν παράξενα μεγαλύτερο, αλλά και περισσότερο έρημο. Ο ουρανός απέραντος. Κοίταξε προς το σημείο όπου στεκόταν η αχλαδιά.
Δεν υπήρχε πια.
Στη θέση της είχε απομείνει μονάχα ένα κομμάτι κορμού.
Ο προηγούμενος ιδιοκτήτης, στο διάστημα που μεσολάβησε, είχε επιστρέψει και την είχε κόψει σύρριζα για καυσόξυλα.
Η απογοήτευση ήταν πολύ μεγαλύτερη απ’ όσο θα δικαιολογούσε, ίσως, η απώλεια ενός δέντρου. Γιατί δεν είχε χαθεί μόνο η αχλαδιά. Είχε χαθεί και εκείνη η μικρή, μαγευτική εικόνα που είχε ήδη προλάβει να φτιάξει στο μυαλό του: η γυναίκα του, τα κοριτσάκια, το τραπεζομάντιλο και η πρώτη οικογενειακή μέρα κάτω από τη σκιά της.
Κοίταξε τον γυμνό τόπο και τον κομμένο κορμό.
Και κάπου εκεί, μέσα στην απογοήτευση, γεννήθηκε μια δημιουργική σκέψη. Όχι σαν μεγάλη απόφαση, αλλά περισσότερο σαν πείσμα:
«Αφού μου έκοψαν το μοναδικό δέντρο, θα φυτέψω εγώ πολλά».
Και άρχισε να φυτεύει.
Ένα δέντρο στην αρχή. Ύστερα άλλο ένα. Και άλλο. Κάποια έπιασαν, κάποια όχι. Άλλα χρειάστηκαν περισσότερο νερό, άλλα περισσότερο χρόνο. Υπήρξαν καλοκαίρια δύσκολα, χειμώνες βαρείς, φυτά που ξεράθηκαν και χρειάστηκε να φυτευτούν ξανά.
Τα χρόνια περνούσαν σχεδόν ανεπαίσθητα.
Τα μικρά δενδρύλλια έγιναν δέντρα. Τα κλαδιά άπλωσαν, οι σκιές ενώθηκαν. Εκεί όπου κάποτε το βλέμμα χανόταν στην ξεραΐλα, άρχισαν να σχηματίζονται μονοπάτια, ξέφωτα, φωλιές πουλιών και μια φύση που γεννιόταν και μεγάλωνε μέρα με τη μέρα.
Και τα κορίτσια μεγάλωσαν μαζί με τα δέντρα. Έγιναν γυναίκες και έφεραν, με τη σειρά τους, τα δικά τους παιδιά να παίξουν στις ίδιες σκιές.
Εκείνος ο νέος ιδιοκτήτης ήμουν εγώ.
Τριάντα έξι χρόνια μετά, κοιτάζω τις παλιές φωτογραφίες και δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι πρόκειται για τον ίδιο τόπο. Εκείνο το πρώτο, γυμνό κομμάτι γης άπλωσε, ρίζωσε και μεταμορφώθηκε σε ένα ζωντανό, βιωματικό αγρόκτημα 65 στρεμμάτων. Σε έναν τόπο όπου η φύση δεν είναι απλώς θέαμα, αλλά εμπειρία ζωής.
Και τότε σκέφτομαι πάλι εκείνη την αχλαδιά.
Ο άνθρωπος που την έκοψε ήθελε απλώς λίγα καυσόξυλα. Δεν μπορούσε να φανταστεί ότι, κόβοντας ένα δέντρο, θα έδινε άθελά του το έναυσμα να γεννηθεί ένας ολόκληρος πράσινος κόσμος.
Ίσως τελικά αυτή να είναι και η πιο όμορφη παραβολή για τη ζωή:
Δεν μπορούμε πάντα να εμποδίσουμε κάποιον να μας κόψει την «αχλαδιά». Μπορούμε όμως να αποφασίσουμε τι θα κάνουμε με τον άδειο τόπο που μένει πίσω.
Να κοιτάμε με πίκρα ή με θυμό τον κομμένο κορμό ή να αρχίσουμε να φυτεύουμε.
Θέλει κόπο. Θέλει υπομονή. Και, πάνω απ’ όλα, θέλει χρόνο.
Αλλά, καμιά φορά, από ένα κομμένο δέντρο μπορεί να γεννηθεί ένα ολόκληρο δάσος.
