Ο Θεός μάς έδωσε στόματα που κλείνουν και αυτιά που παραμένουν ανοιχτά. Δεν πρόκειται για ανατομική σύμπτωση, αλλά για υπόμνηση τάξης. Το στόμα έχει “βλέφαρα”· μπορεί να επιλέξει τη σιωπή. Τα αυτιά, όμως, είναι ευλογημένα να δέχονται ακατάπαυστα.
Σήμερα, το σχήμα ανατράπηκε. Τα στόματα δουλεύουν υπερωρίες και η ακοή βρίσκεται σε μόνιμη αργία. Μιλάμε για να επιβεβαιωθούμε, διακόπτουμε για να κυριαρχήσουμε. Κι όμως, η ωριμότητα αρχίζει εκεί που η γλώσσα υποχωρεί για να δώσει χώρο στον Λόγο του άλλου.
Το ότι το στόμα κλείνει, σημαίνει πως η σιωπή δεν είναι αδυναμία, αλλά η δυσκολότερη των επιλογών. Τα αυτιά που δεν κλείνουν μάς θυμίζουν ότι ο κόσμος —με τον πόνο και την ομορφιά του— θα εισρέει μέσα μας είτε το θέλουμε είτε όχι. Το στοίχημα είναι αν αυτόν τον ήχο θα τον μετατρέψουμε σε θόρυβο ή σε κατανόηση.
Κλείνε το στόμα για να ανοίγει ο νους. Ο λόγος που αξίζει να ειπωθεί είναι μόνο εκείνος που άντεξε στη δοκιμασία της σιωπής.













