


Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.


Από το Γ Λ τα πιο κάτω σχόλια:
Δυο σχόλια σήμερα (ελαφρώς καθυστερημένα λόγω αυγουστιάτικης ραστώνης) με αφορμή τις στοχαστικές αναρτήσεις του Κώστα στις 19/08 :
1) Στην κλασική χημεία (αν θυμάμαι καλά από τα μαθητικά χρόνια λέγεται “οργανική”), είναι γνωστό και προβλέψιμο εξαρχής πώς θα αλληλεπιδράσουν δύο διαφορετικά στοιχεία αν έρθουν σε επαφή, με τη “σύμπραξη” – ενδεχομένως – και κάποιου καταλύτη, απαραίτητου για την ολοκλήρωση της χημικής αντίδρασης.
Ωστόσο, η “χημεία” των ανθρώπων δεν είναι κάτι δεδομένο, ούτε προδιαγεγραμμένο…
Με τους ανθρώπους είναι διαφορετικά τα πράγματα και συνήθως πιο απρόβλεπτα…
Υπεισέρχονται οι παράγοντες “ψυχολογία” και “συναισθήματα”. Καθαρά ανθρώπινες ιδιότητες, εξατομικευμένες και ικανές – υπό προϋποθέσεις – να καταστήσουν την επαφή “εκρηκτική”…
Αυτό που σίγουρα βοηθά είναι η κατανόηση και η βελτίωση του τρόπου επικοινωνίας, που για να έχει αποτέλεσμα, μόνο στην τύχη και στη διάθεση της στιγμής δεν πρέπει να εγκαταλείπεται…
Μερικές αξιόλογες βιβλιο-προτάσεις προς αυτή την κατεύθυνση :
• Difficult Conversations : How to discuss what matters most, των Douglas Stone, Bruce Patton & Sheila Heen, εκδόσεις Penguin 2023 (ISBN-13 : 978-0143137597).
• What’s in it for them?? : 9 genius networking principles to get what you want by helping others to get what they want, του Joe Polish, εκδόσεις Hay House Business 2022 (ISBN-13 : 978-1401960117).
• Υπερεπικοινωνιακοί, του Charles Duhigg, εκδόσεις Ψυχογιός.
(ΥΓ : Σε μερικά βιβλία το περιεχόμενο είναι περισσότερο αξιόλογο απ’ ό,τι προδιαθέτει ο τίτλος τους, οπότε μην κρίνετε βιαστικά…)
2) Ιστορικά ιδωμένες, οι ανθρώπινες κοινωνίες δεν υπήρξαν ποτέ “δίκαιες”. Ανισότητες πάντα υπήρχαν και ούτε είναι δυνατόν να εξαλειφθούν ολοκληρωτικά με κάποιο μαγικό και συνάμα θεσμικό τρόπο, που θα επιβαλλόταν σε όλους και θα τηρούνταν από όλους.
Αυτό που διαφαίνεται σήμερα :
(α) Οι οικονομικά και πολιτικά ισχυροί έχουν τη δυνατότητα (ενίοτε συμπράτοντας κιόλας) να αυξήσουν πιο εύκολα, γρήγορα και εκθετικά την ισχύ τους.
(β) Όσοι βρίσκονται “στην απέξω”, έχουν σήμερα καλύτερες πιθανότητες να βελτιώσουν την ποιότητα της ζωής τους, συγκριτικά με όσες ήταν διαθέσιμες σε άλλες (παλαιότερες) εποχές, όπου αντίστοιχοι συνάνθρωποί τους κυριολεκτικά δεν είχαν και ούτε κατάφεραν ποτέ ν’ αποκτήσουν “στον ήλιο μοίρα”.
Ωστόσο :
Σε καμία από τις παραπάνω κατηγορίες (α & β), ούτε και σήμερα χαρίζεται τίποτα. Γι’ αυτό και είναι πλείστα τα παραδείγματα περιουσιών που χάθηκαν (από ανάξιους κληρονόμους), καθώς και περιουσιών που αποκτήθηκαν από το μηδέν, από ανθρώπους που αγωνίστηκαν και πέτυχαν τους στόχους τους, χωρίς να συγγενεύουν με “μπάρμπα στην Κορώνη”.
Συμπερασματικά :
Η ατομική ευθύνη – και το πώς αυτή βιώνεται και ενεργοποιεί τον καθένα – καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την κατάληξη του δρόμου εκάστου.

Χρήστος Χωμενίδης από τα Νέα:
Όσοι είδαμε κι ακούσαμε τον Κωνσταντίνο Τσουκαλά να αποχαιρετά, με λόγο μεστό και τρυφερό, τον παιδικό του φίλο Κώστα Σημίτη πώς να το φανταστούμε ότι προτού περάσουν είκοσι μήνες, θα πήγαινε -τρόπος του λέγειν- να τον συναντήσει; Η στιβαρή φωνή, το λεβέντικο παράστημά του μας ξεγελούσαν. Ο θάνατος όμως δεν ξεγελιέται. Διαγράφουμε μηδενός εξαιρουμένου μια επίγεια καμπύλη ορισμένων δεκαετιών και επιστρέφουμε στην ανυπαρξία. Ή -κατά τους πιο αισιόδοξους- στον πλάστη μας.
Το καλοκαίρι που ακόμα διανύουμε σημαδεύτηκε από αρκετές απώλειες σημαντικών, λαοφίλητων Ελλήνων. Το παρήγορο; Κι όσοι δεν ήταν πλήρεις ημερών είχαν ζήσει στα γεμάτα. Άφηναν πίσω τους έργο. Βαθύ ίχνος.
Το θλιβερό; Ο κουρνιαχτός που σηκώθηκε. Οι υλακές που έβγαζαν οι σύγχρονοι Θερσίτες των διαδικτυακών καφενείων. Η εργαλειοποίηση του πένθους στην οποίαν επιδίδονταν. Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης η στοιχειώδης τσίπα έχει προ πολλού καταλυθεί. Ο κάθε νάρκισσος ευλογάει τα γένια του, πατώντας ευχαρίστως επί πτωμάτων.
Πρώτη παρόλα της ντροπής. «Ορφανεύουμε! Οι γίγαντες της τέχνης και της σκέψης χάνονται, μένουμε με ένας νάνους!» Εκείνοι που, με κροκοδείλια δάκρυα, το λένε αυτό δεν έχουν ιδέα πως στο πεδίο των ανθρωπιστικών επιστημών βρίσκονται σήμερα σε πλήρη ακμή άξιοι επίγονοι των εκλιπόντων. Ο Παναγής Παναγιωτόπουλος, που οι «Περιπέτειες της Μεσαίας Τάξης» του συνιστούν ήδη έργο αναφοράς. Ο Βασίλης Βαμβακάς. Οι λαμπροί ιστορικοί Κωστής Κορνέτης, Ιάσων Χανδρινός, Μενέλαος Χαραλαμπίδης, για να μην αναφέρω το πάλαι ποτέ δίδυμο Στάθης Καλύβας-Νίκος Μαραντζίδης και μου χυμήξουν εκ δεξιών και εξ αριστερών.
Δεν είχαν οι σημερινοί τη μαύρη τύχη να παρακολουθήσουν σαν τον Τσουκαλά τη δίκη του Μπελογιάννη. Όταν γράφουν για τον Εμφύλιο, δεν επανέρχονται στη μνήμη τους θολές έστω, νηπιακές εικόνες από τα Δεκεμβριανά. Διαθέτουν ωστόσο το προνόμιο της απόστασης. Μπορούν να αναστοχαστούν. Να αντικρύσουν τα γεγονότα με μικρότερη συναισθηματική φόρτιση. Να μας προσφέρουν -το πιο πολύτιμο- τα φώτα τους για όσα σήμερα συμβαίνουν. Και για όσα μέλλονται στον δόλιο πλανήτη μας.
Δεύτερη κακογουστιά, που αγγίζει συχνά τη χυδαιότητα. Να συγκρίνεις τους εκλιπόντες μεταξύ τους. Να αποθεώνεις τον έναν και να λιθοβολείς τον άλλον. Μπήκαν στο ζύγι σου, βρε κούφε; Συμμετέχουν μήπως σε τίποτα νεκρικά καλλιστεία κι εσύ, από το πληκτρολόγιό σου, είσαι μέλος της κριτικής επιτροπής; Δεν σου περνάει καν απ’το μυαλό ότι υπάρχουν κι άνθρωποι που θαυμάζουν το ταλέντο, τον οίστρο του Νίκου Καλογερόπουλου και ενδιαφέρονται συνάμα για τις ιδέες του Στέλιου Ράμφου; Που δεν φοράνε παρωπίδες, δεν λαμβάνουν κομματική γραμμή ποιόν να θρηνήσουν; Ωρύεσαι που η κηδεία του Καλογερόπουλου δεν έγινε δημοσία δαπάνη. Ο ίδιος, σου απαντάω, ως αδάμαστος αντιεξουσιαστής, μάλλον θα έφριττε εάν η επίσημη πολιτεία τον έπαιρνε νεκρό κάτω από τις φτερούγες της. Η σιωπή σημαίνει κάποτε σεβασμό.
Τρίτο κι ανατριχιαστικότερο; Η μακάβρια αδιακρισία στις κηδείες των «επωνύμων». Παλιότερα, κάποιοι πήγαιναν ειδικά για να πάρουν μάτι, να δουν από κοντά την οικογένεια και τους φίλους. Ως και σκαρφάλωναν την ώρα της ταφής στα γύρω μνήματα, τέντωναν τους λαιμούς τους, γούρλωναν όταν άνοιγε το φέρετρο για να αντικρύσουν τη σορό. Σήμερα, οι απεσταλμένοι φωτορεπόρτερ τους τα δίνουν στο πιάτο. Αραχτοί στον καναπέ, επιδίδονται σε στυλιστικές επισημάνσεις, μεγεθύνουν κλικάροντας για να διακρίνουν λεπτομέρειες. Έχω πέσει θύμα αυτού του κανιβαλισμού. Η εκφορά του Θεόδωρου Πάγκαλου έγινε σε κλειστό κύκλο – ο ίδιος είχε αποφασίσει ποιοί θα παραστούν. Μια μεγαλοκυράτσα εντούτοις με διέκρινε σε ένα στιγμιότυπο να έχω σταυρώσει τις γάμπες μου και μου έσουρε τα εξ αμάξης. Με σηκωμένο φρύδι έπαιζε στα δάχτυλα το σαβουάρ βιβρ. Ή μάλλον το σαβουάρ μουρίρ.
Στην κοινωνία του θεάματος, πώς θα μπορούσε ο θάνατος ως μείζον γεγονός να μην υπερπροβάλλεται, να μην σχολιάζεται παντοιοτρόπως, να μην κουτσομπολεύεται; Να μην αμπελοφιλοσοφείται;
Αλλού ωστόσο βρίσκεται η ουσία. Στο καθημερινό αναστάσιμο γεγονός. «Ένας-ένας φεύγουν…» χαμογελάει σαρδόνια ο νεκροθάφτης. «Ένας-ένας έρχονται!» του απαντάει θριαμβευτικά ο μαιευτήρας.-
Χ. Χωμενίδης, συγγραφέας



«Τα γεγονότα είναι πεισματάρικα πράγματα», είπε ο Τζον Άνταμς.
Μια φράση λιτή, που μοιάζει αυτονόητη, αλλά γίνεται όλο και πιο επίκαιρη σε μια εποχή όπου η πραγματικότητα συχνά περνά μέσα από το φίλτρο της επιθυμίας, της ιδεολογίας και του προσωπικού συμφέροντος.
Οι άνθρωποι έχουμε μια παράξενη ικανότητα: όταν τα γεγονότα δεν συμφωνούν με όσα πιστεύουμε, αντί να αλλάξουμε γνώμη, προσπαθούμε να αλλάξουμε… τα γεγονότα. Τα ερμηνεύουμε όπως μας βολεύει, κρατάμε όσα επιβεβαιώνουν τις πεποιθήσεις μας και παραμερίζουμε εκείνα που μας φέρνουν σε δύσκολη θέση. Κι αν η αλήθεια επιμένει, τόσο το χειρότερο για την αλήθεια.
Μόνο που τα γεγονότα έχουν υπομονή. Δεν θυμώνουν, δεν διαμαρτύρονται, δεν χρειάζονται υπερασπιστές. Απλώς υπάρχουν. Και αργά ή γρήγορα επιστρέφουν για να μας υπενθυμίσουν την παρουσία τους.
Αυτό ισχύει στην πολιτική και στην Ιστορία, αλλά ίσως ακόμη περισσότερο στην προσωπική μας ζωή. Μπορούμε να δικαιολογήσουμε μια αποτυχία, να εξωραΐσουμε μια λανθασμένη επιλογή, να αποδώσουμε στους άλλους τις δικές μας ευθύνες. Για λίγο μπορεί ακόμη και να πείσουμε τον εαυτό μας. Όμως η πραγματικότητα κρατά τον δικό της λογαριασμό.
Η ωριμότητα ίσως αρχίζει ακριβώς εκεί: όταν αποκτούμε το θάρρος να δεχόμαστε τα γεγονότα ακόμη κι όταν δεν μας αρέσουν. Γιατί μόνο τότε μπορούμε να διορθώσουμε τα λάθη μας, να αλλάξουμε πορεία και να προχωρήσουμε.
Οι γνώμες αλλάζουν, οι εντυπώσεις ξεθωριάζουν, οι δικαιολογίες κάποτε εξαντλούνται.
Τα γεγονότα όμως παραμένουν πεισματάρικα. Και, ευτυχώς, η αλήθεια έχει μεγάλη αντοχή στον χρόνο.


Να φυτεύεις δέντρα και στα εβδομήντα και άσε την παροιμία…
Μια παλιά λαϊκή συμβουλή, γεννημένη σε εποχές όπου η ζωή ήταν συντομότερη και τα γηρατειά έφταναν νωρίτερα. Πίσω της κρύβεται μια απλή λογική: μην αρχίζεις κάτι όταν δεν είσαι βέβαιος ότι θα προλάβεις να χαρείς τον καρπό του.
Μόνο που ίσως αυτή να είναι και η μεγάλη της αδυναμία.
Γιατί αν χτίζουμε μόνο τα σπίτια στα οποία θα προλάβουμε να κατοικήσουμε, αν φυτεύουμε μόνο τα δέντρα κάτω από τη σκιά των οποίων θα καθίσουμε και αν κάνουμε μόνο όσα είμαστε βέβαιοι ότι θα απολαύσουμε εμείς οι ίδιοι, τότε η ζωή καταντά ένας στενός προσωπικός λογαριασμός: τι δίνω, τι παίρνω και πόσος χρόνος μού απομένει.
Ο άνθρωπος όμως δεν έζησε ποτέ έτσι. Κάποιος φύτεψε την ελιά που βρήκαμε μεγάλη στην αυλή μας. Κάποιος έχτισε το πέτρινο σπίτι που κληρονομήσαμε. Κάποιος άνοιξε έναν δρόμο γνωρίζοντας ότι άλλοι θα περπατήσουν περισσότερο πάνω του.
Ίσως, λοιπόν, όσο μεγαλώνουμε, να μην πρέπει να λιγοστεύουν όσα αρχίζουμε αλλά να αλλάζει ο λόγος για τον οποίο τα αρχίζουμε.
Στα πενήντα να χτίζεις, αν έχεις ακόμη ένα όνειρο να στεγάσεις. Στα εξήντα να φυτεύεις, ακόμη κι αν τη μεγαλύτερη σκιά του δέντρου τη χαρούν άλλοι. Και στα εβδομήντα να ράβεις καινούργιο ρούχο, όχι επειδή γνωρίζεις πόσα χρόνια θα το φορέσεις, αλλά επειδή είσαι ακόμη εδώ και η ζωή εξακολουθεί να είναι παρούσα.
Γιατί γερνάμε πραγματικά όχι όταν λιγοστεύουν τα χρόνια που έχουμε μπροστά μας, αλλά όταν παύουμε να πιστεύουμε ότι αξίζει να αρχίσουμε κάτι καινούργιο.
Το ωραιότερο δέντρο είναι ακριβώς εκείνο που φυτεύουμε γνωρίζοντας πως τη σκιά του μπορεί να μη τη χαρούμε εμείς!
Ανακουφίζεται ο άνθρωπος όταν εντάσσεται. Καθοδηγείται από «φωτισμένες» κεφαλές, από ιερά βιβλία που περιέχουν τάχα την αλήθεια και το νόημα. Η υπαρξιακή του μοναξιά διασκεδάζεται. Ο καλλιτέχνης όμως είναι εξ’ορισμού αδέσποτος. Ένας περιηγητής, ένας “flaneur” που ακόμα και όταν μοιάζει να ακολουθεί τις κυρίαρχες νόρμες, να συμμορφώνεται στα επικρατούντα ήθη, κατά βάθος τα κοροϊδεύει. Και τα υπονομεύει με το έργο του.
Χ. Χωμενίδης
«Ταπεινοφροσύνη είναι η απερίσπαστη υπομονή», έλεγε η Γαλλίδα φιλόσοφος Σιμόν Βέιλ.
Παράξενο πράγμα η ταπεινοφροσύνη. Όσο λιγότερο φαίνεται , τόσο περισσότερο μπορεί να επηρεάζει τους ανθρώπους. Κι όμως, ιδιαίτερα στον χώρο της διοίκησης και των επιχειρήσεων, συχνά επικρατεί η αντίθετη αντίληψη: ότι ο ισχυρός μάνατζερ πρέπει να είναι απόλυτος, επιβλητικός, να υψώνει τη φωνή του, να έχει πάντοτε έτοιμη την απάντηση και, κυρίως, να δείχνει συνεχώς ποιος είναι το αφεντικό.
Δεν είναι έτσι.
Η φωνή μπορεί να επιβάλει σιωπή, δεν εξασφαλίζει όμως σεβασμό. Ο φόβος μπορεί να φέρει πρόσκαιρη υπακοή, δύσκολα όμως γεννά δημιουργικότητα, αφοσίωση και εμπιστοσύνη. Και ο άνθρωπος που αισθάνεται διαρκώς την ανάγκη να υπενθυμίζει στους άλλους την εξουσία του μάλλον τελικά, να μην είναι τόσο βέβαιος γι’ αυτήν.
Η ταπεινοφροσύνη, βέβαια, δεν σημαίνει αδυναμία. Ούτε αναποφασιστικότητα. Ο ταπεινός άνθρωπος μπορεί να είναι αυστηρός όταν χρειάζεται, να παίρνει δύσκολες αποφάσεις και να αναλαμβάνει την ευθύνη τους. Η διαφορά είναι ότι δεν αισθάνεται την ανάγκη να αυτοπροβάλλεται συνεχώς. Δεν διεκδικεί όλα τα εύσημα για τον εαυτό του ούτε θεωρεί ότι η θέση του τον κάνει αυτομάτως σοφότερο από τους ανθρώπους που διοικεί.
Γνωρίζει κάτι πολύ απλό: ότι δεν τα ξέρει όλα.
Γι’ αυτό ακούει. Ρωτά. Παραδέχεται το λάθος του. Δίνει χώρο στους άλλους να αναπτυχθούν και χαίρεται όταν κάποιος συνεργάτης του αποδεικνύεται καλύτερος από εκείνον σε κάτι. Δεν αισθάνεται ότι απειλείται· αντίθετα, θεωρεί επιτυχία του το γεγονός ότι γύρω του υπάρχουν ικανοί άνθρωποι.
Αν, λοιπόν, πρόκειται να κάνετε δέκα προσλήψεις, αναζητήστε ασφαλώς γνώσεις, εμπειρία, αποφασιστικότητα και φιλοδοξία. Αναζητήστε όμως και κάτι που σπανίως αναγράφεται στα βιογραφικά: τη μετριοφροσύνη. Τον άνθρωπο που δεν έχει διαρκώς ανάγκη από χειροκρότημα, που μπορεί να πει «δεν ξέρω», «έκανα λάθος», «εσύ το γνωρίζεις καλύτερα».
Και αν διοικείτε ανθρώπους, δοκιμάστε κι εσείς λίγη περισσότερη ταπεινοφροσύνη.
Μπορεί να διαπιστώσετε ότι οι άνθρωποι εργάζονται καλύτερα όταν δεν χρειάζεται να φοβούνται. Ότι προσφέρουν περισσότερο όταν η προσπάθειά τους αναγνωρίζεται. Και ότι η πραγματική εξουσία δεν χρειάζεται ούτε φωνές ούτε επίδειξη.
Η ταπεινοφροσύνη δεν μικραίνει τον άνθρωπο. Του αφαιρεί απλώς την ανάγκη να αποδεικνύει συνεχώς πόσο μεγάλος είναι.
