Όταν ο Θεός αρχίσει να σας ευλογεί, προσέξτε τον εγωισμό σας

Λένε πως στις δύσκολες ώρες φαίνεται ο χαρακτήρας του ανθρώπου. Όμως ακόμη περισσότερο να φαίνεται στις καλές. Στη δυσκολία αναζητούμε βοήθεια, αναγνωρίζουμε τα όριά μας, γινόμαστε πιο ταπεινοί. Στην επιτυχία, αντίθετα, υπάρχει ο κίνδυνος να πιστέψουμε πως όλα είναι αποκλειστικά δικό μας κατόρθωμα.

Όταν η ζωή αρχίζει να μας χαμογελά, όταν οι κόποι αποδίδουν, όταν έρχονται χρήματα, αναγνώριση, δύναμη ή κύρος, τότε εμφανίζεται ένας ύπουλος πειρασμός: να θεωρήσουμε την εύνοια δικαίωμα και την επιτυχία απόδειξη ανωτερότητας. Να ξεχάσουμε πόσοι άνθρωποι στάθηκαν δίπλα μας, πόσες συγκυρίες μάς ευνόησαν και πόσα πράγματα, τελικά, δεν εξαρτήθηκαν από εμάς.

Γι’ αυτό η ευλογία χρειάζεται ίσως περισσότερη σύνεση από τη δοκιμασία. Δεν είναι μόνο δώρο· είναι και ευθύνη. Αν η επιτυχία σε κάνει περισσότερο γενναιόδωρο, πιο ανθρώπινο και πιο πρόθυμο να βοηθήσεις, τότε κάτι καλό έμαθες από αυτήν. Αν όμως σε κάνει αλαζόνα, απόμακρο και βέβαιο για την ανωτερότητά σου, τότε το δώρο κινδυνεύει να μετατραπεί σε παγίδα.

Η ταπεινοφροσύνη δεν σημαίνει να αρνείσαι την αξία σου ούτε να υποτιμάς όσα πέτυχες. Σημαίνει να γνωρίζεις ότι κανείς δεν προχωρεί ολομόναχος. Πίσω από κάθε επιτυχία υπάρχουν άνθρωποι, ευκαιρίες, συμπτώσεις, συγκυρίες — και, για όποιον πιστεύει, η χάρη του Θεού.

Γι’ αυτό, όταν όλα πηγαίνουν καλά, μην κοιτάς μόνο μπροστά. Κοίτα πίσω: για να θυμηθείς ότι δεν έφτασες μόνος.

Ο εγωισμός δεν μεγαλώνει όταν ανεβαίνεις. Μεγαλώνει όταν ξεχνάς πώς ανέβηκες.

Η αληθινή δοκιμασία της επιτυχίας δεν είναι η άνοδος — είναι η μνήμη. Και η μεγαλύτερη ευλογία δεν είναι να φτάσεις ψηλά, αλλά να μην ξεχάσεις ποιος ήσουν όταν ξεκίνησες.

επιστροφή στις ρίζες: Γιατί η νεολαία «ανακαλύπτει» ξανά τα πανηγύρια και την παράδοση; 

Πηγή:

Γιώργος Βουλγαράκης

Η εικόνα πριν από είκοσι ή τριάντα χρόνια θα φάνταζε σουρεαλιστική. Νέοι είκοσι και είκοσι πέντε ετών, με τα τελευταίας τεχνολογίας «έξυπνα τηλέφωνα» στο χέρι, στριμώχνονται σε μια πλατεία στη χώρα κάποιου νησιού ή ορεινού χωριού, ακόμα και σε έναν Αθηναϊκό πολυχώρο, χορεύοντας Ικαριώτικο ή τραγουδώντας με πάθος έναν Κρητικό σκοπό.

Κάποτε, η συμμετοχή σε ένα παραδοσιακό πανηγύρι ή η επίσκεψη σε ένα μουσικό κέντρο με λαϊκοδημοτικά ακούσματα αντιμετωπιζόταν από τη νεότερη γενιά στην καλύτερη περίπτωση με αμηχανία, αν όχι με σκωπτικότητα και ειρωνεία. Οι πιο «προχωρημένοι» δε, αποκαλούσαν αυτή τη συμπεριφορά… Decadence (παρακμή)!

Θεωρούνταν απομεινάρι μιας επαρχιακής Ελλάδας που η αστική τάξη και η «εκσυγχρονιστική» ορμή των δεκαετιών του ’90 και του 2000 ήθελαν να αφήσουν πίσω τους. Τότε είναι που είχε ακουστεί για πρώτη φορά και ο παράξενος όρος για τη νεολαία: «Ξεβλάχεψε».

Σήμερα, το εκκρεμές έχει κινηθεί προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση. Οι νέες παραγωγές «έντεχνης» και παραδοσιακής μουσικής –με προεξάρχουσα την Κρητική μουσική παράδοση– μετρούν εκατομμύρια θεάσεις στις ψηφιακές πλατφόρμες, τα πανηγύρια γνωρίζουν πρωτοφανή προσέλευση κοινού και οι παραδοσιακοί χοροί διδάσκονται σε πολυχώρους και όχι μόνο σε κλειστούς συλλόγους.

Τι ακριβώς συμβαίνει; Ανακαλύπτεται ξανά η παράδοση ή πρόκειται για παροδικό φαινόμενο; Εκφράζει κάτι ουσιαστικότερο ή είναι μια μόδα που θα περάσει με τον καιρό;

Η πρώτη και πιο προφανής ανάγνωση συνδέεται με την εξάντληση του πολλά υποσχόμενου παραδείσου της παγκοσμιοποιημένης ομοιομορφίας. Για δεκαετίες, η Δύση και κατ’ επέκταση η ελληνική κοινωνία επένδυσαν σε ένα αφήγημα απόλυτης ισοπέδωσης των πολιτιστικών ιδιαιτεροτήτων, στο όνομα μιας οικουμενικής, ψηφιακής κουλτούρας ταχείας κατανάλωσης. Κάτι παρόμοιο με τα ταχυφαγεία δηλαδή.

Ωστόσο, όταν τα πάντα γίνονται ίδια παντού –από την αισθητική των καφέ μέχρι τις λίστες αναπαραγωγής των τραγουδιών που δημιουργούν οι αλγόριθμοι διεθνώς– η ομογενοποίηση παύει να είναι απελευθερωτική και καταντά καταπίεση. Ο άνθρωπος, και ιδίως οι νέοι που αναζητούν ταυτότητα σε έναν χαοτικό κόσμο, αισθάνονται την ανάγκη να πατήσουν σε κάτι σταθερό και σίγουρο. Η επιστροφή στην παράδοση δεν συνιστά νοσταλγία για ένα εξιδανικευμένο παρελθόν –που άλλωστε δεν έχουν ζήσει οι ίδιοι. Είναι πράξη «πολιτιστικής αυτοάμυνας», ακόμα και αν γίνεται ασυνείδητα.

Η αναζήτηση της αυθεντικότητας σε έναν ψηφιακό κόσμο

Η καθημερινότητα διαμορφώνεται πλέον από ψηφιακά φίλτρα, αλγορίθμους και οθόνες που μεσολαβούν σχεδόν σε κάθε ανθρώπινη επαφή. Η εξ αποστάσεως επικοινωνία έχει γίνει κανόνας, αλλά μαζί της έχει εδραιωθεί και μια λεπτή, σχεδόν αδιόρατη μορφή αποξένωσης.

Σε αυτό το περιβάλλον, το πανηγύρι, ο κυκλικός χορός, το κοινό τραπέζι με φαγητό και ποτό λειτουργούν ως αντίβαρο. Είναι στιγμές που επαναφέρουν όσα η ψηφιακή εποχή δεν μπορεί να προσφέρει: την αμεσότητα, την επαφή, την εγγύτητα – την εμπειρία του να είσαι πραγματικά και ουσιαστικά παρών. Τα παραδοσιακά ακούσματα και οι χοροί προσφέρουν μια βιωματική εμπειρία συλλογικότητας. Στον κύκλο του χορού δεν υπάρχουν διακρίσεις, δεν υπάρχει η απομόνωση της οθόνης, υπάρχει η φυσική παρουσία και ο ρυθμός.

Ο νέος δεν πηγαίνει στο πανηγύρι για να «εκσυγχρονιστεί», ούτε για να μελετήσει το φαινόμενο λαογραφικά. Πηγαίνει γιατί εκεί βρίσκει αυτό που λείπει από την καθημερινότητά του: την επαφή.

Η ίδια η παράδοση απέδειξε ότι παραμένει ζωντανή και δημιουργική, και σε αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό η δυναμική της αναβίωσης. Σύγχρονοι μουσικοί και δημιουργοί –από όλα τα μέρη της χώρας– αρνήθηκαν να την κλείσουν σε μια προθήκη. Αντί να εγκλωβιστούν στη μουσειακή ακινησία, τη μετασχημάτισαν, τη δοκίμασαν, την ανανέωσαν, την εξέλιξαν. Πήραν τα παραδοσιακά όργανα και τις φόρμες και τα πάντρεψαν με σύγχρονες ενορχηστρώσεις, τζαζ αυτοσχεδιασμούς, ακόμη και ηλεκτρονικά στοιχεία, χωρίς να προδώσουν την ψυχή τους.

Το αποτέλεσμα είναι μια κουλτούρα που αναπροσαρμόζεται επειδή εξακολουθεί να συγκινεί τις βαθύτερες χορδές ενός ελληνικού DNA, που παρά τις «φιλότιμες» προσπάθειες κάποιων δεν έσβησε ποτέ. Είναι αυτό που κάποιοι –χωρίς επίγνωση της πραγματικότητας– αποκαλούν ειρωνικά και με μια δόση συντηρητισμού «πατρίς». Είναι το ίδιο που ο Σαββόπουλος περιέγραφε στον στίχο του: «Η Ελλάδα που αντιστέκεται, η Ελλάδα που επιμένει, και όποιος δεν καταλαβαίνει, δεν ξέρει πού πατά και πού πηγαίνει…»

Η φορά της αναβίωσης

Αυτή η δυναμική εξέλιξη κατέρριψε το παλιό δίλημμα «παράδοση ή εκσυγχρονισμός». Απέδειξε ότι μπορεί κανείς να είναι ταυτόχρονα βαθιά συνδεδεμένος με τις ρίζες του και απόλυτα σύγχρονος στον τρόπο ζωής και σκέψης του.

Υπάρχει βέβαια μια διαφορά του σήμερα με το χθες: η φορά της αναβίωσης. Η παράδοση έπαψε να επιβάλλεται από τα πάνω προς τα κάτω, ως «εθνική υποχρέωση», όπως συνέβη με στυγνό τρόπο την περίοδο της χούντας. Αντίθετα, αγκαλιάστηκε από κάτω, από την ίδια την κοινωνία, ως συνειδητή επιλογή κουλτούρας και έκφρασης.

Η στροφή προς τις ρίζες δεν είναι επιστροφή σε έναν εσωστρεφή ή γραφικό φολκλορισμό. Είναι η απόδειξη μιας κοινωνίας που δεν φοβάται να κοιτάξει το παρελθόν της, επειδή ακριβώς ψάχνει να πατήσει με ασφάλεια στο παρόν και προσβλέπει σε ένα καλύτερο μέλλον.

Όταν ο σύγχρονος Έλληνας ανακαλύπτει ξανά τους χορούς, τα τραγούδια και τις αφηγήσεις του τόπου του, δεν κλείνει τα μάτια στον κόσμο. Απλώς θυμάται ποιος είναι, για να μπορεί να σταθεί στον σύγχρονο κόσμο με αυτοπεποίθηση. Και αυτή, εν τέλει, είναι μια από τις πιο ελπιδοφόρες πολιτιστικές παρατηρήσεις των τελευταίων ετών.

info@voulgarakis.gr

Η κοσμοθεωρία του Βαγγέλη Παπαθανασίου ως δημιουργού

Η κοσμοθεωρία του Βαγγέλη Παπαθανασίου ως δημιουργού όπως έχει καταγραφεί στο Το βιβλίο Vangelis: Ο άγνωστος άνθρωποςτου Μαρκ Τζ. Τ. Γκρίφιν, στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μπαρμπουνάκη

Η δημιουργία προηγείται της τεχνικής.
Ο Βαγγέλης δεν αντιμετώπιζε τη μουσική ως εφαρμογή κανόνων. Η τεχνική ήταν εργαλείο, όχι αφετηρία. Πίστευε περισσότερο στο ένστικτο, στην αμεσότητα και στην εσωτερική ανάγκη έκφρασης. Η μεγάλη γνώση δεν πρέπει να εμποδίζει τον αυθορμητισμό.

Η μουσική υπάρχει ήδη — ο δημιουργός την ανακαλύπτει.
Αυτή είναι ίσως η πιο φιλοσοφική πλευρά του. Δεν έβλεπε τη μουσική απλώς ως ανθρώπινη κατασκευή. Τη συνέδεε με τη φύση, το σύμπαν, τον ρυθμό και την αρμονία που υπάρχουν γύρω μας. Ο μουσικός, επομένως, δεν «κατασκευάζει» πάντοτε τη μουσική· κατά κάποιον τρόπο συντονίζεται μαζί της.

Η ελευθερία είναι προϋπόθεση δημιουργίας.
Απέφευγε τις κατηγοριοποιήσεις: ηλεκτρονική μουσική, κλασική, progressive, κινηματογραφική κ.λπ. Οι ετικέτες μπορεί να είναι χρήσιμες στη μουσική βιομηχανία, αλλά για τον δημιουργό μπορούν να μετατραπούν σε φυλακή. Το έργο πρέπει να ακολουθεί τον δημιουργό και όχι ο δημιουργός τις απαιτήσεις της αγοράς.

Η τεχνολογία πρέπει να υπηρετεί τον άνθρωπο.
Παρότι ταυτίστηκε όσο ελάχιστοι με τα synthesizers και την ηλεκτρονική μουσική, δεν λάτρευε την τεχνολογία για την τεχνολογία. Το μηχάνημα αποκτά αξία μόνο όταν διευρύνει τις ανθρώπινες δυνατότητες. Αν αρχίσει να υπαγορεύει στον άνθρωπο πώς θα δημιουργήσει, τότε η σχέση αντιστρέφεται.

Ο αυτοσχεδιασμός είναι τρόπος σκέψης.
Πολλά έργα του γεννήθηκαν μέσα από την άμεση εκτέλεση. Προτιμούσε να βρίσκεται μπροστά στα όργανα και να δημιουργεί εκείνη τη στιγμή αντί να έχει προκαθορίσει τα πάντα στο χαρτί. Υπάρχει εδώ μια ευρύτερη ιδέα: η υπερβολική προετοιμασία μπορεί μερικές φορές να σκοτώσει την ανακάλυψη.

Η επιτυχία δεν χρειάζεται θόρυβο.
Αυτό είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά του ανθρώπου Βαγγέλη. Απέφευγε τη δημοσιότητα, τις κοσμικές εμφανίσεις και την κατασκευή δημόσιας εικόνας, παρότι είχε αποκτήσει παγκόσμια αναγνώριση. Το έργο μπορούσε να βρίσκεται στο προσκήνιο ενώ ο ίδιος παρέμενε στο παρασκήνιο.

Δεν δημιουργούμε πρωτίστως για τα βραβεία.
Το Όσκαρ για το Chariots of Fire ασφαλώς τον έκανε γνωστό σε ένα τεράστιο κοινό. Ωστόσο, η συνολική στάση του δείχνει έναν άνθρωπο που δεν όριζε την αξία του έργου του από βραβεία, πωλήσεις ή κριτικές. Η εξωτερική αναγνώριση είναι αποτέλεσμα, όχι σκοπός.

Η περιέργεια είναι κινητήρια δύναμη.
Από τους Forminx και τους Aphrodite’s Child μέχρι το Blade Runner, τη Mythodea και τις συνθέσεις που συνδέθηκαν με το διάστημα, βλέπουμε έναν άνθρωπο που δεν ήθελε να επαναλαμβάνει την επιτυχία του. Αναζητούσε συνεχώς το επόμενο άγνωστο πεδίο.

Επιστήμη, τέχνη και φιλοσοφία δεν είναι ξένοι κόσμοι.
Η σχέση του με το διάστημα, την αστρονομία και την τεχνολογία δεν ήταν διακοσμητική. Τον απασχολούσε η θέση του ανθρώπου μέσα στο σύμπαν. Γι’ αυτό και αρκετή μουσική του προκαλεί την αίσθηση ότι ξεπερνά μια συγκεκριμένη ιστορία και αναφέρεται σε κάτι ευρύτερο.

Ο άνθρωπος μπορεί να είναι μεγάλος χωρίς να χρειάζεται συνεχώς να αποδεικνύει ότι είναι μεγάλος.
Ίσως εδώ βρίσκεται το ωραιότερο μήνυμα που μπορεί να πάρει κανείς από τη ζωή του. Ο Βαγγέλης έγινε ένας από τους διεθνώς αναγνωρίσιμους Έλληνες δημιουργούς χωρίς να οικοδομήσει γύρω του έναν θορυβώδη μύθο αυτοπροβολής.

Like2

Τώρα βυθίζομαι στη πέτρα…

•Το Λιόπεσι είναι μια από τις δεκάδες παραλίες της Ανδρου που ευτυχώς για μένα και τον εγγονό μου το Μανώλη δεν τις προτιμούν.

Εχει πέτρες,έχει βραχάκια αλλά και 8 αειθαλή αρμυρικια .Ετσι εκεί κατά παράδοση γίνεται η πρώτη πρωινή βουτιά στις 8 το πρωί μόνοι μας παρέα με τις πετρες.,σε μια θάλασσα να τη πιεις στο ποτήρι,ζωντανή ,δροσερή αφρόεσσα ,χυμώδης..

Κάποιος άγνωστος μικρός γλύπτης,σίγουρα παδιί, αράδιασε τις πέτρες σε πυργοσχημη έμπνευση.Καπως σαν τη λίθινη εποχή που είχε ακμάσει η Ανδρος.Πετρες όπως τις δίνει η φύση.Μεχρι που κάποτε ένας δαιμονιώδους ευφυΐας ένας νεολιθικος Sapiens ,Αϊνστάιν,πρόγονος ,κατάλαβε μετά από εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια συλλογικής περίσκεψης ότι η πέτρα είναι εργαλείο αν τη λαξεψεις και όπλο αν την εκσφενδονίσεις.

Πάνος Μπιτσαξής

Στη Τροια οι ανασκαφείς βρήκαν σφεντόνες.

Like2Love1