
έναν νεαρό αλογάκι της Παναγίας (μάντιδα)
Είναι από τα πιο ωφέλιμα έντομα που μπορεί να υπάρχουν σε έναν κήπο ή αμπέλι, γιατί τρέφεται με:
αφίδες,
κάμπιες,
μύγες,
ακρίδες,
διάφορα άλλα έντομα που μπορούν να γίνουν επιβλαβή για τις καλλιέργειες.

Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.

έναν νεαρό αλογάκι της Παναγίας (μάντιδα)
Είναι από τα πιο ωφέλιμα έντομα που μπορεί να υπάρχουν σε έναν κήπο ή αμπέλι, γιατί τρέφεται με:
αφίδες,
κάμπιες,
μύγες,
ακρίδες,
διάφορα άλλα έντομα που μπορούν να γίνουν επιβλαβή για τις καλλιέργειες.
Μπερτσιάς, Παπαγιαννόπουλος, Μπάρλος



Στην αρχή μιλούσαν για ρόλους.
Ποιος ανήκει πού.
Ποιος πρέπει να μιλά και ποιος να υπακούει.
Ποιος έχει δικαίωμα να κρίνει τα πράγματα έξω από το δικό του χωράφι και ποιος πρέπει να σωπαίνει.
«Ο καθένας στο αμπέλι του», είπε κάποιος.
«Άλλος σκάβει, άλλος τρυγάει, άλλος πουλάει και άλλος δίνει συμβουλές».
Κάποιοι γέλασαν. Ήταν εύκολη κουβέντα.
Ο γέροντας δεν βιάστηκε να απαντήσει. Έπιασε με τα δάχτυλά του ένα ξερό κληματόφυλλο που είχε πέσει στο τραπέζι — κανείς δεν κατάλαβε πώς βρέθηκε εκεί.
«Το αμπέλι», είπε, «δεν σε ρωτά τι ρόλο έχεις».
Σήκωσε το βλέμμα του.
«Σε δοκιμάζει».
Η φωνή του δεν είχε ένταση. Είχε χρώμα.
«Έχω δει ανθρώπους που δεν ήξεραν τίποτα από αμπέλια να μαθαίνουν μέσα σε μια χρονιά.
Και άλλους, που το είχαν κληρονομήσει, να το αφήνουν να ξεραθεί».
Κανείς δεν μιλούσε πια.
«Ο ρόλος», συνέχισε, «είναι η ταμπέλα στο βαρέλι.
Η προοπτική είναι το κρασί μέσα του!»
Έκανε μια μικρή παύση.
«Αν δεν έχεις περπατήσει στο αμπέλι με καύσωνα, αν δεν έχεις χάσει σοδειά, αν δεν έχεις περιμένει τη βροχή σαν λύτρωση… τότε ό,τι και να λες, ακούγεται σωστό — αλλά δεν είναι αληθινό».
«Με αγγαρεία αμπέλι δεν γίνεται, τσαΐρι δεν προκοφτεί », πρόσθεσε χαμηλόφωνα.
«Και με ρόλους μόνο, άνθρωποι δεν γίνονται».
Κάποιος πήγε να μιλήσει, αλλά το μετάνιωσε.
Ο γέροντας άφησε το φύλλο πάνω στο τραπέζι.
«Όποιος ακούει το αμπέλι», είπε, «μαθαίνει και τον άνθρωπο».
Και τότε η σιωπή έκλεισε τα στόματα όλων
Ήταν εκείνη η στιγμή που όλοι σκέφτονται κάτι δικό τους — και για λίγο δεν θέλουν να το μοιραστούν…




Πρόκειται για μια από τις μεγαλύτερες αυταπάτες του ανθρώπου:
να πιστεύει άλλοτε ότι έφτασε στο τέλος της γνώσης και άλλοτε να νιώθει πως στέκεται μπροστά σε ένα άπειρο που δεν θα μπορέσει ποτέ να κατανοήσει. Ανάμεσα στην ψευδαίσθηση του περατωμένου και στον ίλιγγο του ασύλληπτου κυλά ολόκληρη η ανθρώπινη ζωή.
Κάθε εποχή πίστεψε πως κατείχε τις οριστικές απαντήσεις. Κι όμως, ο χρόνος τις διέψευδε μία προς μία, ανοίγοντας νέους δρόμους και νέα ερωτήματα. Όσο προχωρά η γνώση, τόσο μεγαλώνει ο ορίζοντας του αγνώστου. Είναι σαν να ανεβαίνεις σε μια κορυφή· δεν βλέπεις το τέλος του κόσμου, αλλά περισσότερες κορυφές να υψώνονται μπροστά σου.
Φαίνεται ότι η αληθινή σοφία να μην είναι η κατοχή της αλήθειας, αλλά η ταπεινότητα απέναντί της. Να μπορείς να λες «γνωρίζω», χωρίς να ξεχνάς το «αγνοώ».
Να συνεχίζεις να βαδίζεις, χωρίς την αλαζονεία της βεβαιότητας αλλά και χωρίς τον φόβο του ακατανόητου.
Γιατί ο άνθρωπος δεν μεγαλώνει όταν βρίσκει όλες τις απαντήσεις. Μεγαλώνει όταν δεν σταματά να θέτει ερωτήματα. Και εκεί, σε αυτή την εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στο πεπερασμένο και το άπειρο, να κρύβεται το πραγματικό μεγαλείο της ανθρώπινης ύπαρξης.




Ζούμε συχνά με την ψευδαίσθηση ότι η ζωή είναι ένας προορισμός, μια κορυφή που κάποτε θα κατακτήσουμε. Κι όμως, όταν γυρίσουμε το βλέμμα πίσω, διαπιστώνουμε ότι τίποτα δεν μας ανήκει — παρά μόνο τα ίχνη που αφήσαμε στο πέρασμά μας.
Ο δρόμος δεν προϋπήρχε
Ο δρόμος δεν υπήρχε πριν από εμάς. Δημιουργήθηκε από τις επιλογές μας:
Τις νίκες και τις ήττες μας.
Τα λάθη που μας δίδαξαν.
Τις στιγμές που μας άλλαξαν ριζικά.
Κάθε βήμα έγινε κομμάτι της διαδρομής και κάθε διαδρομή ένα μοναδικό αποτύπωμα στον χρόνο.
Αυτό που μένει στο τέλος
Στο τέλος, δεν θα μας ορίσουν όσα αποκτήσαμε, αλλά ο τρόπος που περπατήσαμε.
Αν σταθήκαμε όρθιοι στις δυσκολίες.
Αν απλώσαμε το χέρι σε έναν συνάνθρωπο.
Αν αγαπήσαμε βαθιά.
Αν τολμήσαμε να βαδίσουμε ακόμη κι όταν δεν υπάρχει ίχνος μονοπατιού.
Ο δρόμος δεν είναι κάτι που βρίσκουμε. Είναι κάτι που δημιουργούμε.
Και τα ίχνη μας, όσο μικρά και αν αποτυπωθούν, είναι η μοναδική απόδειξη ότι περάσαμε από τον κόσμο αυτό. Αφήνοντας πίσω μας κάτι πολύ μεγαλύτερο από ένα όνομα: έναν τρόπο να βαδίζουν και οι επόμενοι.
Η σκέψη αυτή είναι εμπνευσμένη από τους διαχρονικούς στίχους του Αντόνιο Ματσάδο: «Διαβάτη, δεν υπάρχει δρόμος· ο δρόμος γίνεται βαδίζοντας».
