
Καθαρή Δευτέρα στα Σκούρτα 2026



Όταν ο στρατιώτης από τα Δερβενοχώρια δεν χρειάστηκε το όπλο (διήγημα)
Το 1921, μια χρονιά μοιραία για την Ελλάδα, το μικρασιατικό μέτωπο άρχισε να παρουσιάζει σοβαρές δυσκολίες για τον ελληνικό στρατό, οδηγώντας τελικά στην Καταστροφή. Την ίδια χρονιά γεννήθηκε το τέταρτο παιδί μιας αρβανίτικης οικογένειας, σε ένα ορεινό και απομονωμένο χωριό στις βόρειες πλαγιές της Πάρνηθας.
Ήταν δύσκολα χρόνια για την Ελλάδα και ακόμη δυσκολότερα για την οικογένεια του μικρού Νίκου — αυτό ήταν το όνομα που του έδωσε ο νονός του έξι μήνες μετά τη γέννησή του. Η βάπτιση έγινε στο εξωκκλήσι της Παναγίας, στα ανατολικά του χωριού, σε ένα πανέμορφο οροπέδιο, κοντά στο μικρό αγρό που κατείχε η οικογένεια από πάππου προς πάππου.
Ο πατέρας του, ο Σπύρος, είχε αποφυλακιστεί περίπου έναν χρόνο νωρίτερα από τις φυλακές της Αίγινας, ύστερα από είκοσι χρόνια εγκλεισμού. Είχε καταδικαστεί για έναν φόνο που, όπως ο ίδιος ισχυριζόταν, δεν είχε διαπράξει· θεωρούσε τον εαυτό του θύμα ψευδομαρτύρων και πίστευε πως τον «έκαψε» η φιλική του σχέση με τον Ντέβρο, γνωστό λήσταρχο της περιοχής.
Την ίδια άποψη συμμερίζονταν και οι περισσότεροι συγχωριανοί του· γι’ αυτό του έτρεφαν συμπάθεια και βοηθούσαν την οικογένειά του κατά τα χρόνια της φυλάκισής του. Φαίνεται πως και στη φυλακή είχε επιδείξει υποδειγματική διαγωγή, σε τέτοιο βαθμό ώστε ο διοικητής να του επιτρέψει να ασκεί το επάγγελμα του φωτογράφου. Έτσι εξοικονομούσε λίγα χρήματα, τα οποία έστελνε στους δικούς του.
Μέσα σε έναν χρόνο, η οικογένεια μεγάλωσε κι άλλο με τη γέννηση της μικρής Σπυριδούλας. Περισσότερα στόματα σήμαιναν μεγαλύτερες ανάγκες, γεγονός που ανάγκαζε τον Σπύρο να καλλιεργεί ακόμη και τα πιο άγονα κτήματα. Ένα τέτοιο βρισκόταν δίπλα στην εκκλησία όπου είχε βαπτιστεί ο Νίκος. Δυστυχώς, αυτό το «βαρικό» αγρόκτημα —όπως το αποκαλούσαν στα αρβανίτικα— έμελλε να αποδειχθεί μοιραίο.
Ήταν Οκτώβρης του 1924. Είχαν πέσει τα πρώτα πρωτοβρόχια και η γη περίμενε το αλέτρι με το σιδερένιο υνί να την αυλακώσει, για να δεχθεί τους σπόρους στη ζεστή αγκαλιά της. Όμως το πεπρωμένο είχε άλλα σχέδια.
Ο Σπύρος, μαζί με τον γαμπρό του —τον άνδρα της μεγαλύτερης κόρης του, της Ελισάβετ— είχαν φτάσει στο χωράφι από νωρίς. Έζεψαν τα δύο μουλάρια και άρχισαν το όργωμα, όταν εμφανίστηκαν τέσσερα άτομα: ένας πατέρας με τους τρεις γιους του. Με άγριες διαθέσεις απαίτησαν να εγκαταλείψουν το χωράφι, ισχυριζόμενοι πως ήταν δικό τους. Η αλήθεια ήταν πως, στα χρόνια της φυλακής, η οικογένεια είχε αφήσει ακαλλιέργητα κάποια κτήματα, τα οποία ορισμένοι δεν έχασαν την ευκαιρία να καταπατήσουν.
Η κατάσταση εκτραχύνθηκε γρήγορα. Κάποια στιγμή, ο νεαρότερος της αντίπαλης οικογένειας γύρισε την πλάτη στον Σπύρο και τον προκάλεσε, ενώ οι άλλοι τρεις τον χτυπούσαν:
— Αν είσαι άντρας, ρε, βγάλε το όπλο και ρίξε μου…
Ο θανάσιμος τραυματισμός του νεαρού έφερε τον Σπύρο, για δεύτερη φορά, στο εδώλιο του κατηγορουμένου. Αυτή τη φορά, όμως, αθωώθηκε, καθώς κρίθηκε ότι ενήργησε σε νόμιμη άμυνα.
Η βεντέτα, ωστόσο, μόλις είχε ξεκινήσει. Για τον φόβο της αντεκδίκησης, τα μικρά παιδιά διαμοιράστηκαν σε φιλικές οικογένειες εκτός χωριού. Παρόλο που ο Σπύρος είχε τη στήριξη των συγχωριανών, ζούσε με την καθημερινή αγωνία της ενέδρας. Δεν τα έβαζε όμως κάτω· ήταν παλικάρι. Κάθε πρωί έκανε τον σταυρό του και ζητούσε δύναμη από τον Θεό.
Όμως βρέθηκε ο προδότης: ο πιο στενός του φίλος από ένα διπλανό χωριό. Με το πρόσχημα ότι χρειαζόταν βοήθεια στο βουνό για τα ξύλα, τον παρέσυρε σε ενέδρα, όπου και τον δολοφόνησαν. Μάλλον από διαίσθηση, ο Σπύρος, που είχε ξεκινήσει μαζί με τον μεγαλύτερο γιο του, τον Αλέξανδρο, του ζήτησε στη μέση της διαδρομής να γυρίσει πίσω. Έτσι το παιδί σώθηκε.
Μετά τον θάνατο του Σπύρου, η φτώχεια χτύπησε αλύπητα την ορφανή οικογένεια. Ο μικρός Νίκος, μαθητής τότε του Δημοτικού, θυμόταν μέχρι το τέλος της ζωής του τη δασκάλα του, που τον κράτησε μια μέρα μετά το σχόλασμα για να του προσφέρει ένα πιάτο στιφάδο.
— Αν δεν το είχε κάνει, θα είχα λιποθυμήσει από την πείνα στον δρόμο, έλεγε αργότερα.
Η οικογένεια πάλεψε σκληρά και τα κατάφερε. Λειτουργούσαν σαν μια γροθιά, με απίστευτη αλληλεγγύη. Αν κάποιος σκόνταφτε, όλοι οι άλλοι έτρεχαν να τον σηκώσουν. Το δίδαγμά τους ήταν έμπρακτο: όλοι ενωμένοι, ποτέ νικημένοι.
Χρόνια μετά, τα δύο μεγαλύτερα αγόρια βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή του Ελληνοϊταλικού Πολέμου. Εκεί ήρθαν πρόσωπο με πρόσωπο με τον γιο του φονιά του πατέρα τους. Χωρίς λέξεις, μόνο με το βλέμμα, συμφώνησαν να τερματίσουν το κακό. Μια φονική διαμάχη που ξεκίνησε το 1923 δίπλα στο εκκλησάκι της Παναγίας έληξε βουβά σε ένα όρυγμα στα βουνά της Βορείου Ηπείρου.
Ο Νίκος και τα υπόλοιπα παιδιά μεγάλωσαν χωρίς το μίσος και η αντεκδίκηση να φωλιάσουν στα σωθικά τους — κάτι πραγματικά αξιοθαύμαστο. Οι συγχωριανοί το εισέπρατταν αυτό και το ανταπέδιδαν με ένα κύμα συμπάθειας, παρήγορο και τονωτικό για τις παιδικές τους ψυχές.
Στα μαύρα χρόνια της γερμανικής κατοχής ο Νίκος φόρτωνε στο μουλάρι του δύο κόφες με αυγουστιάτικα αχλάδια και κατέβαινε στην πεινασμένη Αθήνα. Προσπαθούσε να τα πουλήσει, αλλά τα περισσότερα τα χάριζε στα πεινασμένα παιδιά που συναντούσε στον δρόμο του.
Ο Νίκος στρατεύθηκε το 1947, σε μια από τις πιο ταραγμένες εποχές. Ο Εμφύλιος, που είχε ξεσπάσει μετά την αποχώρηση των Γερμανών, βρισκόταν στην κορύφωσή του· οι Έλληνες αλληλοσπαράσσονταν. Ο Νίκος βρέθηκε στον Εθνικό Στρατό, πρώτα στην Κόρινθο για τη βασική εκπαίδευση και έπειτα στα μέτωπα της Ηπείρου. Εκεί ήρθε αντιμέτωπος τόσο με τον θάνατο όσο και με διλήμματα που πρώτη φορά συναντούσε στη ζωή του.
Αδυνατούσε να καταλάβει γιατί Έλληνες σκότωναν Έλληνες· γιατί οι αντάρτες τούς χλεύαζαν από την απέναντι πλευρά, φωνάζοντας «κωλόπαιδα της Φρειδερίκης». Προσπαθούσε να εξηγήσει τις λέξεις «συμμορίτης» και «εθνικόφρων», μα άκρη δεν έβγαζε. Κάτι μέσα του, όμως, του έλεγε πως αυτός και οι περισσότεροι Έλληνες έπρεπε να παλέψουν για να εμποδίσουν την κατάληψη του κράτους από μια μικρή μειοψηφία.
Ο λόχος του, σε ένα δύσβατο μέρος κοντά στο Καλπάκι, εγκλωβίστηκε και κινδύνεψε με αφανισμό. Ο λοχαγός τούς εμψύχωσε, ζητώντας τους να αμυνθούν σθεναρά μέχρι να έρθει βοήθεια. Το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν η δίψα. Παρόλο που η μοναδική πηγή βρισκόταν σε ευάλωτη θέση, ο λοχαγός αναγκάστηκε να στείλει δύο στρατιώτες για νερό. Ο ένας ήταν ο Νίκος.
Έφτασαν με μεγάλη προσοχή στην πηγή. Μόλις ο Νίκος έβαλε το παγούρι στην κάνουλα, μια σφαίρα «έγλειψε» τη μύτη του και μια δεύτερη χτύπησε στο στέρνο τον συνάδελφό του, αφήνοντάς τον στον τόπο. Ο Νίκος πρόλαβε να φέρει στα διψασμένα χείλη του τα βρεγμένα δάχτυλά του, πριν κατρακυλήσει στη χαράδρα για να γλιτώσει από τη θανάσιμη παγίδα.
Όταν σιγουρεύτηκε πως ο κίνδυνος πέρασε και πλησίαζε στον λόχο του, η σκέψη του γύρισε στην ενέδρα που είχαν στήσει στον πατέρα του πριν από είκοσι τρία χρόνια. Έκανε τον σταυρό του και μονολόγησε:
— Εγώ, τουλάχιστον, σώθηκα…
Οι μάχες συνεχίζονταν και πλέον ο Εθνικός Στρατός είχε το πάνω χέρι. Σε μια σύγκρουση κοντά στο Βίτσι, ο λόχος του συνέλαβε αιχμαλώτους. Ανάμεσά τους ήταν και μια αντάρτισσα, εγκυμονούσα στον ένατο μήνα.
— Εσύ θα μείνεις μαζί της και θα τη φέρεις σιγά σιγά στη βάση, διέταξε ο λοχαγός, κοιτάζοντας τον Νίκο στα μάτια. Πρόσεξε, στρατιώτη. Μην σου ξεφύγει. Αλίμονό σου… στρατοδικείο και τυφεκισμός. Εδώ δεν θα τη γλιτώσεις όπως στην πηγή από αυτούς τους μπάσταρδους.
Ο δρόμος για τη βάση ήταν ένα κακοτράχαλο μονοπάτι με πυκνή βλάστηση. Μπροστά η αντάρτισσα, με αργό βηματισμό· πίσω ο Νίκος, με το δάχτυλο στη σκανδάλη. Η κοπέλα δεν θα ήταν πάνω από είκοσι χρονών. Λυγερόκορμη, με μακριές κοτσίδες και πρόσωπο καθαρό, που όμως ακτινοβολούσε μια αγριάδα — σαν λύκαινα που ένιωθε ότι κινδυνεύει το μωρό της.
Καθώς την έβλεπε από πίσω, στον Νίκο φάνηκε πως έμοιαζε με τη Φωτεινή, μια νεαρότερη Αρβανίτισσα από το χωριό του, για την οποία, λίγο πριν από τον στρατό, είχε αρχίσει να χτυπά γοργά η καρδιά του. Ξαφνικά, η φωνή της αντάρτισσας τον επανέφερε στην πραγματικότητα:
— Σε παρακαλώ, να σταματήσουμε λίγο… κουράστηκα. Να κάνω και την ανάγκη μου.
— Εντάξει, της απάντησε. Κρύψου σε εκείνους τους θάμνους. Μη φοβάσαι, εγώ θα κοιτάζω αλλού. Γρήγορα όμως, γιατί θα μας πάρει η νύχτα.
Ο Νίκος γύρισε την πλάτη. Ξαφνικά άκουσε πέτρες να κατρακυλούν. Έτρεξε προς τους θάμνους και την είδε να έχει πηδήξει στη ρεματιά, προσπαθώντας να δραπετεύσει μέσα στη βλάστηση. Η αντίδρασή του ήταν ανέλπιστη. Παρέλυσε και το μόνο που έκανε ήταν να της φωνάζει:
— Μην τρέχεις έτσι! Θα σκοτώσεις το παιδί! Σε παρακαλώ… σιγά… μην σκοτώσεις το μωρό!
Η αντάρτισσα χάθηκε γρήγορα μέσα στο δάσος. Μόλις έμεινε μόνος, η εικόνα του λοχαγού και η απειλή του θανάτου κατέκλυσαν το μυαλό του. Έμεινε για λίγα λεπτά ακίνητος, χωρίς σκέψη. Έπειτα, πήρε τον δρόμο για τον λόχο του.
— Εγώ έκανα το καθήκον μου, μονολογούσε. Γυναίκα με παιδί εννιά μηνών στην κοιλιά… εγώ δεν τη δολοφονούσα. Ας αποφασίσουν όλοι οι στρατοδίκες του κόσμου.
Μια σαγηνευτική ηρεμία διαπέρασε το σώμα του. Είχε πάρει την απόφασή του.
Ο δρόμος της επιστροφής προς τον λόχο ήταν ο δρόμος προς το άγνωστο. Ο Νίκος οδηγήθηκε πράγματι στο στρατοδικείο με την κατηγορία της διευκόλυνσης απόδρασης αιχμαλώτου — μια κατηγορία που εκείνα τα χρόνια ισοδυναμούσε με θάνατο.
Όμως, η μοίρα που τόσο σκληρά είχε χτυπήσει την οικογένειά του, αυτή τη φορά του χαμογέλασε. Στην έδρα του στρατοδικείου βρέθηκε ένας άνθρωπος που γνώριζε καλά την ιστορία του Νίκου και το ποιόν της οικογένειάς του από το χωριό. Η αθώωσή του δεν ήταν απλώς μια δικαστική απόφαση· ήταν η δικαίωση μιας ολόκληρης ζωής που αρνήθηκε να υποκύψει στο μίσος.
Ο Νίκος επέστρεψε, μετά τη λήξη του πολέμου, στο ορεινό χωριό της Πάρνηθας, με κλονισμένη την υγεία του. Από τις κακουχίες του πολέμου είχαν προκληθεί σοβαρές βλάβες στα πνευμόνια του και χαρακτηρίστηκε ανάπηρος πολέμου. Δεν το έβαλε, όμως, κάτω. Συνέχισε να παλεύει για την επιβίωση της οικογένειας που δημιούργησε με τη Φωτεινή του.
Έζησε μια ζωή ήσυχη, πελεκώντας τα πεύκα και εμπορευόμενος το ρετσίνι, κουβαλώντας πάντα μέσα του εκείνη τη «σαγηνευτική ηρεμία» που ένιωσε σε εκείνο το βουνό της Ηπείρου. Μέχρι το τέλος της ζωής του αναρωτιόταν τι απέγινε εκείνη η νεαρή αντάρτισσα και το μωρό της. Όμως, κάθε φορά που έβλεπε ένα παιδί να γεννιέται στο χωριό, ήξερε βαθιά μέσα του πως κάπου, κάποτε, είχε σώσει δύο ζωές.
Και αυτό του έφτανε.
ΚΜ
Ποιό είναι το συγγραφικό στυλ της τεχνητής νοημοσύνης;
Κάποιες επισημάνσεις ενός ειδικού για το πώς μπορούμε να υποπτευθούμε ότι ένα κείμενο είναι γραμμένο από μηχανή .
Σε πρόσφατο σχόλιο με τίτλο Will AI writing ever be good? ο Max Read περιέγραψε μοτίβα που επαναλαμβάνονται σε διηγήματα γραμμένα από έξυπνες μηχανές.
Για άγνωστους λόγους, η τεχνητή νοημοσύνη προτιμά φαντάσματα, σκιές, μνήμες, μουρμουρητό, ησυχία. Σε μικρές δόσεις, η ανθρωπόμορφη πρόζα φαίνεται συνεκτική και αρέσει σε αναγνώστες χαμηλών απαιτήσεων που εντυπωσιάζονται με κλισέ. Αλλά σε μεγάλες δόσεις το γράψιμο της τεχνητής νοημοσύνης προδίδεται από λεκτικά και στυλιστικά τικ που φέρνουν στην επιφάνεια το πόσο αλλόκοτη είναι. Ο Max Read σχολιάζει:
. Καθώς το κείμενο των Μεγάλων Γλωσσικών Μοντέλων βελτιώνεται σε σημείο που μπορεί να θεωρηθεί ανθρώπινο, τα στυλιστικά τους τικ παραμένουν ενοχλητικά – μικρά κείμενα φαίνονται λεία. Σε μεγάλες ποσότητες γίνονται παράξενα.
Περί φιλανθρωπίας και αλληλεγγύης συνέχεια..
Καλημέρα και Καλή Σαρακοστή !
Στις έννοιες “φιλανθρωπία” και “αλληλεγγύη” και στο δίλημμα (αν υπάρχει) επιλογής μεταξύ αυτών, θα προσθέσω και μία τρίτη : “συμμετοχή”.
Πόσο “φιλάνθρωπος” μπορείς να είσαι με κάποιον που αποδεικνύεται αχάριστος ή αδιάφορος και νομίζει ότι στο πρόσωπό σου βρήκε “το μήνα που τρέφει τους 11″ ??
Πόσο “αλληλέγγυος” μπορείς να είσαι με κάποιον που δεν αναλαμβάνει την ατομική ευθύνη που του αναλογεί για τη δική του πρόοδο και έχει κολλήσει στο κινηματογραφικό μότο : “άτιμη κοινωνία που άλλους τους κατεβάζεις και άλλους τους ανεβάζεις στα Τάρταρα” ?? (έτσι ακριβώς ακούγεται στην ταινία.
Συνεπώς, δεν έχουμε να κάνουμε με μία επιλογή που αφορά αποκλειστικά αυτόν που παίρνει την πρωτοβουλία να επιδείξει “φιλάνθρωπη” ή “αλληλέγγυα” διάθεση, αλλά με ένα “μονοπάτι” που χαράσσεται από κοινού με τον άλλον, τον αποδέκτη αυτής της διάθεσης.
Χωρίς τη δική του συμμετοχή, δεν μπορεί να ευδοκιμήσει η αναγκαία σχέση, που θα δώσει ουσιαστικό νόημα στις παραπάνω λέξεις.
Η “φιλανθρωπία” και η “αλληλεγγύη” δεν είναι μονομερείς πράξεις για να νιώσει ο ένας καλύτερα, αλλά προαπαιτούμενα για να συμβιώσουμε καλύτερα ως κοινωνία ανθρώπων…
Με αλληλέγγυους χαιρετισμούς !
ΓΛ


«Η ομορφιά σε χαμηλές θερμοκρασίες παραμένει ομορφιά.» Joseph Brodsky*

Δεν είναι δύσκολο να μιλήσεις για ομορφιά όταν όλα ανθίζουν.
Όταν το τοπίο είναι πράσινο, οι άνθρωποι παρόντες, οι φωνές τους χαρούμενες
Το δύσκολο είναι το κρύο.
Το κρύο της απουσίας.
Το κρύο της απώλειας.
Το κρύο των άδειων σπιτιών στα χωριά μας.
Της μνήμης που δεν σβήνει.
Το κρύο των λησμονημένων τόπων .
Το κρύο των φωτογραφιών που ξεθωριάζουν.
Κι όμως.
Υπάρχει μια ομορφιά που δεν χρειάζεται άνοιξη για να υπάρξει.
Μια ομορφιά που στέκει γυμνή, σαν δέντρο τον χειμώνα.
Χωρίς στολίδια, χωρίς τυμπανοκρουσίες , χωρίς επιβεβαίωση.
Είναι η ομορφιά της αντοχής.
Της γραμμής που παραμένει καθαρή όταν όλα θολώνουν .
Ίσως τελικά αυτό να είναι το μέτρο της αλήθειας:
Ό,τι αντέχει στο ψύχος, είναι ουσιαστικό.
*Joseph Brodsky βραβεύτηκε το 1987 με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Η ποίησή του έχαιρε της εκτίμησης όλων πλην της χώρας στην οποία είχε γεννηθεί. Της Ρωσίας.


εμπιστοσύνη
H εμπιστοσύνη είναι ένα αόρατο κεφάλαιο. Όσο την απολαμβάνεις, μοιάζει σχεδόν αυτονόητη. Όταν χάνεται, καταλαβαίνεις πόσο πολύτιμη ήταν − και πόσο δύσκολο είναι να ανακτηθεί.


Βόρεια Πάρνηθα, ο τόπος του Αγιάζι

Photo by S. Antoniou
Στις πλαγιές της Βόρειας Πάρνηθας, εκεί όπου ο αέρας κατεβαίνει δροσερός από τις κορφές και σμιλεύει τις κληματόβεργες, το αμπελοτόπι του Σωτήρη Αντωνίου ανασαίνει με τον ρυθμό της φύσης.
Πάνω στην κορφή μιας παλιάς βέργας στέκεται ο μικρός φρουρός του αγρού — ο μαυροτσιχλομυγοχάφτης— σαν να επιθεωρεί το βασίλειο του «Αγιάζι». Μαύρο κεφάλι, φωτιά στο στήθος, βλέμμα ζωηρό· ένα σημάδι ζωής μέσα στο χειμωνιάτικο τοπίο..
Το «Αγιάζι» δεν είναι μόνο ετικέτα· είναι ανάσα βουνού. Είναι εκείνη η πρωινή ψύχρα που αγγίζει το σταφύλι πριν οι αχτίδες του ήλιου το ωριμάσουν. Είναι η περίοδος της “κύησης” που προηγείται του τρύγου και το πρώτο άρωμα που αναδύεται όταν ανοίγει το μπουκάλι.
Στην άκρη του αμπελιού, ο ορίζοντας ανοίγει προς τις πέτρινες πλαγιές της Πάρνηθας. Και ανάμεσα σε φύλλα, πουλιά και άνεμο, καταλαβαίνεις πως το κρασί γεννιέται πρώτα ως τοπίο — και μετά ως γεύση.
Αγιάζι
Μια λέξη που στάζει βουνό.
Η αλληλεγγύη είναι προτιμότερη από τη φιλανθρωπία;
Η ερώτηση αν η αλληλεγγύη είναι προτιμότερη από τη φιλανθρωπία δεν είναι απλώς ηθική· είναι πολιτική, κοινωνική και υπαρξιακή. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον άλλον: ως αντικείμενο οίκτου ή ως πρόσωπο ισότιμο μέσα σε μια κοινότητα συλλογικής μοίρας.
Η φιλανθρωπία, ιστορικά και πολιτισμικά, υπήρξε μια μεγάλη κατάκτηση του ανθρώπινου ήθους. Από την εκκλησιαστική παράδοση μέχρι τα σύγχρονα ιδρύματα, εκφράζει την πρόθεση του προνομιούχου να ανακουφίσει τον αδύναμο. Έχει το στοιχείο της καλοσύνης, της γενναιοδωρίας, της άμεσης ανακούφισης. Σε στιγμές κρίσης —πόλεμοι, φυσικές καταστροφές, ακραία φτώχεια— η φιλανθρωπία σώζει ζωές. Όμως συχνά διατηρεί μια κάθετη σχέση: αυτός που δίνει και αυτός που δέχεται. Η ανισότητα δεν αμφισβητείται· απλώς απαλύνεται.
Η αλληλεγγύη, αντίθετα, θεμελιώνεται στην οριζόντια σχέση. Δεν λέει «σε βοηθώ γιατί είμαι ανώτερος ή πιο τυχερός», αλλά «συνδέομαι μαζί σου γιατί η μοίρα μας είναι κοινή». Στην αλληλεγγύη δεν υπάρχει ευεργέτης και ευεργετούμενος· υπάρχουν συμμέτοχοι σε μια σχέση αμοιβαιότητας, όπου η ενδυνάμωση του ενός αποτελεί ασφάλεια για το σύνολο. Δεν περιορίζεται στην ανακούφιση του συμπτώματος, αλλά αναζητά τις ρίζες της αδικίας. Είναι περισσότερο στάση ζωής παρά πράξη ελεημοσύνης. Προϋποθέτει αναγνώριση, συνείδηση και συχνά διεκδίκηση.
Αν η φιλανθρωπία είναι η απάντηση της καρδιάς στο άμεσο δράμα, η αλληλεγγύη είναι η απάντηση της συνείδησης στο διαρκές πρόβλημα. Η πρώτη συγκινείται· η δεύτερη οργανώνεται. Η πρώτη παρηγορεί· η δεύτερη μετασχηματίζει.
Ωστόσο, δεν χρειάζεται να τεθούν σε απόλυτη αντιπαράθεση. Μια κοινωνία χωρίς φιλανθρωπία θα ήταν σκληρή. Μια κοινωνία χωρίς αλληλεγγύη θα ήταν άδικη. Το ζητούμενο ίσως δεν είναι να επιλέξουμε τη μία έναντι της άλλης, αλλά να μεταμορφώσουμε τη φιλανθρωπία σε συνειδητή αλληλεγγύη — να περάσουμε από την πράξη της ελεημοσύνης στη σχέση της κοινότητας.
Τελικά, η αλληλεγγύη φαίνεται προτιμότερη, όχι γιατί ακυρώνει τη φιλανθρωπία, αλλά γιατί την υπερβαίνει. Δεν περιορίζεται στο «δίνω», αλλά προχωρεί στο «ανήκουμε». Και εκεί, μέσα από τη συλλογική ευθύνη, γεννιέται η ελπίδα για έναν κόσμο όπου η βοήθεια δεν θα είναι παραχώρηση, αλλά δικαίωμα.
Στον Καιρό της Ταχύτητας, Διαλέγουμε Διάρκεια!
Όταν όλα γύρω μας επιταχύνονται, η πρόκληση δεν είναι να ξεκινάς· είναι να συνεχίζεις. Σε έναν κόσμο που επιβραβεύει το νέο, το γρήγορο, το στιγμιαίο, η διάρκεια γίνεται πράξη σχεδόν ριζοσπαστική.
Ορεινός 14 χρόνια (22/2/2012–22/2/2026)

Από 1977 στο βυθό της λίμνης του Μόρνου. Στο βάθος είναι η κορφή της Μπούχωρης και ο Άβορος
