Σχόλη και σχολή..

Συνέχεια της προηγούμενης ανάρτησης:

Οι λέξεις «σχόλη» και «σχολή» έχουν κοινή καταγωγή και αρχικά σχεδόν ταυτίζονταν νοηματικά.

Η αρχαία ελληνική λέξη «σχόλη» σήμαινε πρώτα απ’ όλα την ανάπαυλα από την εργασία, τον ελεύθερο χρόνο, τη δυνατότητα να μην είσαι απορροφημένος στις βιοτικές μέριμνες. Από αυτήν ακριβώς την έννοια προήλθε και η ιδέα της πνευματικής ενασχόλησης: όταν ο άνθρωπος είχε «σχόλη», μπορούσε να συζητήσει, να φιλοσοφήσει, να μάθει.

Γι’ αυτό και η λέξη κατέληξε να σημαίνει τον τόπο της μάθησης, δηλαδή τη σημερινή «σχολή» και αργότερα το «σχολείο».

Αντίθετα, η λέξη «ασχολία» σήμαινε την έλλειψη σχολής, δηλαδή την αδιάκοπη ενασχόληση με πρακτικά ζητήματα και εργασίες. Είναι εντυπωσιακό ότι οι αρχαίοι δεν όριζαν τον ελεύθερο χρόνο ως διάλειμμα από την εργασία, αλλά συχνά έβλεπαν την εργασία ως στέρηση της «σχολής».

Τελικά δεν είναι τυχαίο ότι ο πολιτισμός, η φιλοσοφία και η παιδεία γεννήθηκαν όχι μέσα στη βιασύνη της παραγωγής, αλλά μέσα στον χρόνο της «σχόλης».

Η Λησμονημένη Τέχνη της Ανάπαυλας!

Σε μια εποχή όπου ο ελεύθερος χρόνος έχει οργανωθεί σχεδόν με την ίδια αυστηρότητα όπως και η εργασία, ο Γερμανός φιλόσοφος Josef Pieper* μάς θυμίζει κάτι που έχουμε σχεδόν ξεχάσει: η πραγματική ανάπαυλα δεν είναι η διασκέδαση ούτε η κατανάλωση χρόνου, αλλά μια εσωτερική στάση στοχασμού και δεκτικότητας.

Στο έργο του Leisure: The Basis of Culture υποστηρίζει πως ο άνθρωπος δεν ευδοκιμεί μόνο με περισσότερη εργασία ή καλύτερες υλικές συνθήκες. Χρειάζεται στιγμές όπου δεν «κατακτά» τον κόσμο αλλά τον θαυμάζει. Οι αρχαίοι άλλωστε θεωρούσαν τη «σχόλη» όχι απλώς ξεκούραση, αλλά χρόνο αφιερωμένο στη μάθηση, στη συζήτηση και στο φιλοσοφείν.

Ο σύγχρονος άνθρωπος έχει μάθει να γεμίζει κάθε κενό με δραστηριότητες. Κι όμως, ίσως οι πιο γόνιμες στιγμές της ζωής γεννιούνται όταν αφήνουμε χώρο για το «θαυμάζειν» — όταν κοιτάζουμε ένα λουλούδι, ένα τοπίο ή έναν άνθρωπο χωρίς τη διάθεση να τα χρησιμοποιήσουμε, αλλά μόνο να τα αφουγκραστούμε.

Πρέπει να μην στηριζόμαστε μόνο στην παραγωγή και την κατανάλωση, αλλά και στην ικανότητά μας να βλέπουμε, να στοχαζόμαστε και να ανακαλύπτουμε το θαυμαστό μέσα στο συνηθισμένο!

*Γερμανός καθολικός φιλόσοφος και από τους σημαντικότερους νεοτομιστές του 20ού αιώνα. Με το έργο του συνέβαλε στη γέφυρα μεταξύ της κλασικής φιλοσοφίας και της χριστιανικής θεολογίας, επηρεάζοντας ευρέως τη μεταπολεμική ευρωπαϊκή σκέψη.

Ο Θρύλος είναι ο βασιλιάς!

Ο Θρύλος είναι ο βασιλιάς: Πρωταθλητής Ευρώπης για 4η φορά ο Ολυμπιακός, 92-85 τη Ρεάλ Μαδρίτης

Ο Ολυμπιακός είναι ο πανάξιος Πρωταθλητής Ευρώπης για το 2026. Μια ονειρική πορεία, με ένα ολοκληρωτικό μπάσκετ σε άμυνα και επίθεση, από τους παίκτες του Γιώργου Μπαρτζώκα, ολοκληρώθηκε με τον καλύτερο και πιο ξεχωριστό τρόπο στη Euroleague. Με νίκη, 92-85, επί της Ρεάλ Μαδρίτης στον τελικό, στο Telekom Center Athens και στην ερυθρόλευκη φανέλα… ράβεται ήδη το 4ο αστέρι. Ο Ολυμπιακός «έσπασε» και την κατάρα που ήθελε να μην κατακτά ποτέ τον τίτλο, η πρώτη ομάδα στη regular season.

Με σύνολο 31 νίκες – 12 ήττες, η ομάδα του Πειραιά επιβεβαίωσε τα προγνωστικά και ανέβηκε στο ψηλότερο σκαλί ξανά, μετά από 13 χρόνια. Ρώμη 1997, Κωνσταντινούπολη 2012, Λονδίνο 2013 και Αθήνα 2026… η Ιστορία γράφτηκε. Όπως και το ότι ο Ολυμπιακός μείωσε σε 3-2 σε τελικούς με τη Ρεάλ Μαδρίτης των 11 τίτλων!

Like1Love1

ΥΠΟΣΤΕΓΟ ΣΤΗ ΝΑΥΠΑΚΤΟ (ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ)

του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΥ

Στη Μ.Λ. για την έμπνευση

Την ώρα που τα πράγματα αποκτούν το σχήμα τους ακούσαμε έναν εκκωφαντικό θόρυβο· το υπόστεγο είχε καταρρεύσει. Ο πατέρας στεκόταν με τη νυχτικιά ν’ ανεμίζει ελαφρά, σαν κάππα σχεδόν, κοιτάζοντας γεμάτος απορία, τα μάτια του μία πάνω, μία κάτω. Η μάνα μες στο σπίτι πήγαινε πέρα δώθε, ίδια τίγρη ανήμερη, και μαζί με το αγέρι άκουγες αναμεμειγμένα τα μουρμουρητά της.

Το απόγευμα σαν να είχαμε κάπως ηρεμήσει, αν και κατά τη γνώμη μου υπήρχε ένα μεγάλο αρκούδι ανάμεσά μας και όλοι προσποιούμασταν ότι δεν το βλέπαμε. Κάποια στιγμή χτύπησε η πόρτα και ο πατέρας συνέχισε να καθαρίζει τη γραφίδα του, ενώ η μάνα κίνησε ν’ ανοίξει. Τα βήματά της μου θύμισαν την προχθεσινή πομπή στη Μητρόπολη, με τα μαργαριταρένια μάρμαρα κάτω από τα εύθραυστα πόδια μας. Ήταν ο ταχυδρόμος που είχε φέρει επιστολή από τον αλληλογράφο του πατέρα – σπουδαίο πρόσωπο· αδιάφορο το όνομά του. Ο πατέρας αναπήδησε από το κάθισμα σαν κατσικάκι. Έτρεξε και πήρε το γράμμα από τα χέρια της μητέρας και ταυτόχρονα όρισε στον παραγιό να δώσει φρούτα και ένα τυλιγμένο κομμάτι περγαμηνής στον άνθρωπο, ως δώρο για τον αποστολέα.

Μου έδωσε την επιστολή και με κοίταξε με μισόκλειστο, πονηρό βλέμμα. Για να δούμε τώρα τι μου μάθαιναν στη Μητρόπολη… Έριξε απαλά το σώμα του στο ίδιο κάθισμα και η μητέρα ακούμπησε ελαφρά στον τοίχο, ενώ εγώ ξετύλιγα το πολύτιμο αντικείμενο. Ακόμα και το αρκούδι, αν υπήρχε, θα είχε καλοκάτσει με τα αυτιά τεντωμένα και το μουσούδι κολλημένο στα χείλη μου. Ξερόβηξα κι άρχισα ν’ απαγγέλλω. Ο πατέρας είχε κλείσει τα μάτια και τα δάχτυλά του είχαν πλεχτεί σε έναν σχηματισμό ερωτικό. Απορροφούσε, κατανάλωνε και χώνευε κάθε λέξη, κάθε γράμμα του χάιδευε την ακοή του.

Διάβαζα με δυνατή και σταθερή φωνή, αλλά από ένα σημείο και μετά η ένταση έπεσε και το αρκούδι, ξανανιωμένο, σίγουρα θα διέκρινε το τρέμολο στη χροιά μου. Όταν τελείωσα σήκωσα δειλά τα μάτια κι αναζήτησα εκείνα των γονιών μου. Η μητέρα τα είχε καρφώσει στον πατέρα. Αν πετούσαν βέλη, τώρα θα ψάχναμε για καινούργιο. Ο πατέρας μετρούσε το δάπεδο και από εκεί που στεκόμουν το βλέμμα του φάνταζε γυάλινο· λίγο ακόμα και θα δάκρυζε.

«Μάλιστα, μας είπε κι επαρχιώτες», είπε αδιάφορα η μητέρα και κίνησε για τα ενδότερα.

«Παιχνίδι είναι, μωρέ», ψέλλισε ο πατέρας, αλλά σε τόσο χαμηλή ένταση που φαινόταν λες κι απευθυνόταν αποκλειστικά στον εαυτό του. Μετά σήκωσε αργά το βλέμμα του και το έστρεψε σ’ εμένα, λέγοντας αρκετά καθαρά: «Παιχνίδι είναι». Μου πήρε χρόνια να καταλάβω τι εννοούσε τη δεύτερη φορά.

Όπως και να έχει, η μητέρα τελικά είχε σταθεί μπροστά από ένα παράθυρο και κοιτούσε επίμονα τα υπόστεγο. Όταν το πρόσεξε ο πατέρας, διπλώθηκε σαν τις περγαμηνές που σκάλιζε -με επιμέλεια που δεν έδειχνε για το σπίτι- κάθε μέρα κι όλη μέρα. Και ξαφνικά στυλώθηκε, σαν να τον τσίμπησε μέλισσα, και όρμησε στο τραπεζάκι με τα σύνεργα συγγραφής. Ξεδίπλωσε το υλικό με βία και γράπωσε τη γραφίδα κι άρχισε να γράφει και να γράφει και να γράφει. Τόση ένταση δεν είχα ξαναδεί να βγαίνει από τα χέρια του. Η μητέρα ξεφύσηξε και πήγε μέσα· εγώ είχα μαγνητιστεί. Του πήρε κάμποση ώρα αυτό που έφτιαχνε. Όταν τελείωσε άνοιξε ένα άλλο κομμάτι και αντέγραψε με ολοστρόγγυλα, καθαρά γράμματα, ό,τι περιείχε η πρώτη. Μετά μου επέδωσε τη δεύτερη με βασιλική επισημότητα.

«Τρέχα να βρεις τον γιο της Ρ. να του πεις να του το πάει χωρίς καθυστέρηση». Στην ορατή πλευρά του διπλώματος είχε γράψει με καθαρά γράμματα το όνομα του παραλήπτη· ήταν ο ίδιος που μας είχε πικράνει λίγες ώρες νωρίτερα. Ικανοποίησα την επιθυμία του, αν και όλοι ξέραμε πως θα έκανε πολλές ημέρες να φτάσει και άλλες τόσες να πάρουμε απάντηση.

Πέρασε πάντως ο καιρός, μ’ εμάς στο σακατεμένο οίκημα – το υπόστεγο μπαλωμένο, τα αντικείμενα μαραμένα, ο παραγιός καλοσυνάτος αλλά άφαντος, το αρκούδι σταθερό μέλος πια της οικογένειας. Ήταν η ώρα που τα σχήματα κατάπιναν το σπίτι και τους ανθρώπους. Η πόρτα χτύπησε κι έφερε το πολυπόθητο γράμμα. Το άνοιξα χωρίς αντιστάσεις, ο πατέρας στο κάθισμά του, αλλά τώρα με τον λυγισμένο δείκτη ανάμεσα στα χείλη και η μάνα μου σε ασυνήθιστη τοποθεσία, πίσω από την πλάτη του.

Ξερόβηξα και διάβασα. Διάβασα… τα λόγια έρρεαν ζεστά και φιλικά. Εκεί που ήταν η έπαρση, είχες τώρα την ταπεινότητα· εκεί που σε συνέτριβε η ειρωνεία, τώρα σε κέρδιζε η παραμυθία. Η μάνα απόθεσε το χέρι της στον ώμο του πατέρα κι εκείνος ενστικτωδώς το έπιασε με το δικό του κι άρχισε να σφίγγει και να σφίγγει. Νομίζω ότι την πόνεσε, διότι πρόσεξα τον μορφασμό της, ίσως όμως και να υποδήλωνε αυτό που έλεγε με το βλέμμα πάντα, ποτέ με τα λόγια της: «Αχ, ανόητε… Ανόητε, αλλά καλοσυνάτε σύζυγε».

Πηγή: neoplanodion.gr

Το Παράδοξο του Ράσελ* και τα Όρια της Βεβαιότητας

Στις αρχές του 20ού αιώνα, ο Bertrand Russell* διατύπωσε ένα παράδοξο που τάραξε τα θεμέλια των μαθηματικών και της φιλοσοφίας. Δεν επρόκειτο για κάποιο περίπλοκο επιστημονικό εύρημα, αλλά για μια απλή ερώτηση που οδηγούσε τη λογική σε αδιέξοδο.

Το γνωστό παράδειγμα είναι εκείνο του κουρέα ενός χωριού: ο κουρέας ξυρίζει όλους όσοι δεν ξυρίζονται μόνοι τους. Το ερώτημα φαίνεται αθώο: ξυρίζει ο κουρέας τον εαυτό του; Αν ναι, τότε δεν ανήκει σε αυτούς που πρέπει να ξυρίζει. Αν όχι, τότε οφείλει να ξυρίζει και τον εαυτό του. Η λογική εγκλωβίζεται σε έναν φαύλο κύκλο.

Πίσω όμως από αυτό το παιχνίδι σκέψης κρύβεται κάτι βαθύτερο. Το παράδοξο του Ράσελ αποκάλυψε ότι ακόμη και τα πιο αυστηρά συστήματα γνώσης μπορούν να περιέχουν ρωγμές. Ότι η ανθρώπινη διάνοια, όσο ισχυρή κι αν είναι, δεν μπορεί πάντοτε να οικοδομήσει έναν κόσμο απόλυτης βεβαιότητας.

Τελικά το μεγαλύτερο μάθημα αυτού του παραδόξου να μην αφορά μόνο τα μαθηματικά, αλλά την ίδια τη ζωή. Συχνά προσπαθούμε να τακτοποιήσουμε τα πάντα σε καθαρές κατηγορίες, σε απόλυτες βεβαιότητες, σε αδιαμφισβήτητες αλήθειες. Όμως η πραγματικότητα αντιστέκεται. Ο άνθρωπος δεν είναι εξίσου προβλέψιμος με μια εξίσωση ούτε η ζωή υπακούει πάντοτε σε άκαμπτους κανόνες.

Το παράδοξο του Ράσελ μας υπενθυμίζει με έναν σχεδόν ταπεινωτικό τρόπο ότι η αμφιβολία δεν είναι αδυναμία της σκέψης αλλά μέρος της ωριμότητάς της. Η σοφία δεν βρίσκεται στην απόλυτη βεβαιότητα, αλλά στην ικανότητα να ζούμε δημιουργικά ακόμη και μέσα στις αντιφάσεις.

Bertrand Russell (1872–1970) υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους φιλοσόφους, μαθηματικούς και διανοουμένους του 20ού αιώνα. Γεννήθηκε στην Ουαλία και σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ.

Για το συνολικό συγγραφικό και φιλοσοφικό έργο του τιμήθηκε με το Νόμπελ λογοτεχνίας το 1950.

Ο μόνος δρόμος για να κάνεις εξαιρετική δουλειά, είναι να αγαπάς αυτό που κάνεις

Ο κόσμος είναι γεμάτος ανθρώπους που εργάζονται· λιγότεροι όμως δημιουργούν πραγματικά. Η διαφορά δεν βρίσκεται μόνο στο ταλέντο ή στις γνώσεις. Βρίσκεται κυρίως στη σχέση που έχει κανείς με αυτό που κάνει. Γι’ αυτό και η φράση του Steve Jobs —«Ο μόνος δρόμος για να κάνεις εξαιρετική δουλειά, είναι να αγαπάς αυτό που κάνεις»— παραμένει διαχρονική.

Η αγάπη για το έργο σου λειτουργεί σαν εσωτερική δύναμη. Σε κάνει να αντέχεις τις δυσκολίες, να επιμένεις όταν οι άλλοι εγκαταλείπουν, να ψάχνεις λεπτομέρειες που οι περισσότεροι θεωρούν ασήμαντες. Όποιος αγαπά πραγματικά αυτό που κάνει, δεν εργάζεται μόνο για τον μισθό ή την αναγνώριση. Εργάζεται γιατί μέσα από το έργο του εκφράζει ένα κομμάτι του εαυτού του.

Η ιστορία δείχνει ότι τα μεγάλα δημιουργήματα —στην τέχνη, στην επιστήμη, στις επιχειρήσεις, ακόμη και στην καθημερινή ζωή— γεννήθηκαν από ανθρώπους που είχαν πάθος. Το πάθος δεν εγγυάται πάντοτε την επιτυχία, αλλά χωρίς αυτό η αριστεία δύσκολα κατακτάται. Η δουλειά γίνεται μηχανική υποχρέωση, όχι δημιουργική πράξη.

Βέβαια, η αγάπη για αυτό που κάνεις δεν σημαίνει ότι όλα θα είναι εύκολα. Αντίθετα, πολλές φορές σημαίνει περισσότερη αγωνία, περισσότερη κούραση και μεγαλύτερη ευθύνη. Όμως ακόμη και τότε, ο άνθρωπος που αγαπά το έργο του βρίσκει νόημα μέσα στην προσπάθεια. Κουράζεται, αλλά δεν αδειάζει εσωτερικά.

Τελικά αυτό είναι το βαθύτερο μήνυμα της φράσης του Steve Jobs: η εξαιρετική δουλειά δεν είναι μόνο αποτέλεσμα ικανότητας. Είναι αποτέλεσμα ψυχικής συμμετοχής. Όταν η καρδιά και ο νους συμπορεύονται, τότε η εργασία παύει να είναι απλώς βιοπορισμός και γίνεται δημιουργία, προσφορά και τελικά τρόπος ζωής.

Like4Love2