«Όποιος έχει ένα “γιατί” για να ζει, μπορεί να αντέξει σχεδόν οποιοδήποτε “πώς”.»

Ο Νίτσε έγραψε μια φράση που συμπυκνώνει ίσως μία από τις βαθύτερες αλήθειες της ανθρώπινης ύπαρξης: «Όποιος έχει ένα “γιατί” για να ζει, μπορεί να αντέξει σχεδόν οποιοδήποτε “πώς”.»

Το «γιατί» είναι ο λόγος που σηκωνόμαστε το πρωί. Μπορεί να είναι ένας άνθρωπος που αγαπάμε, ένα έργο που θέλουμε να ολοκληρώσουμε, μια οικογένεια, μια δημιουργία, ακόμη κι ένα μικρό όνειρο που αρνούμαστε να εγκαταλείψουμε. Δεν χρειάζεται να είναι κάτι σπουδαίο στα μάτια των άλλων· αρκεί να είναι σημαντικό για εμάς.

Το «πώς», αντίθετα, είναι οι συνθήκες που μας επιβάλλει η ζωή. Οι δυσκολίες, οι απογοητεύσεις, οι απώλειες, οι αποτυχίες, τα γηρατειά, κάποτε και η μοναξιά. Πολλά από αυτά δεν μπορούμε να τα επιλέξουμε. Μπορούμε όμως να επιλέξουμε τον λόγο για τον οποίο συνεχίζουμε.

Ο άνθρωπος αντέχει πολύ περισσότερα απ’ όσα πιστεύει, όταν αισθάνεται ότι η προσπάθειά του οδηγεί κάπου. Εκείνο που τον λυγίζει περισσότερο δεν είναι πάντοτε η δυσκολία, αλλά η αίσθηση ότι η δυσκολία δεν έχει κανένα νόημα. Όταν χαθεί το «γιατί», ακόμη και το εύκολο γίνεται βαρύ. Όταν υπάρχει, ακόμη και το δύσκολο μπορεί να γίνει υποφερτό.

Ίσως λοιπόν το σημαντικότερο ερώτημα όσο περνούν τα χρόνια να μην είναι «πώς θα αποφύγω τις δυσκολίες;». Δυσκολίες θα υπάρξουν ούτως ή άλλως. Το ουσιαστικότερο είναι να μπορούμε να απαντούμε στην ερώτηση: «Γιατί θέλω να συνεχίσω;»

Και όσο υπάρχει μια απάντηση —ένας άνθρωπος, ένας τόπος, ένα αμπέλι, ένα βιβλίο που μένει να γραφτεί, μια αυριανή μέρα που θέλουμε ακόμη να δούμε— υπάρχει και δρόμος.

Γιατί τελικά ο άνθρωπος δεν ζει μόνο επειδή αναπνέει. Ζει όσο έχει κάτι για το οποίο αξίζει να αναπνέει.

Like1

Σχόλια για την ανθρώπινη Χημεία

Από το Γ Λ τα πιο κάτω σχόλια:

Δυο σχόλια σήμερα (ελαφρώς καθυστερημένα λόγω αυγουστιάτικης ραστώνης) με αφορμή τις στοχαστικές αναρτήσεις του Κώστα στις 19/08 :

1) Στην κλασική χημεία (αν θυμάμαι καλά από τα μαθητικά χρόνια λέγεται “οργανική”), είναι γνωστό και προβλέψιμο εξαρχής πώς θα αλληλεπιδράσουν δύο διαφορετικά στοιχεία αν έρθουν σε επαφή, με τη “σύμπραξη” – ενδεχομένως – και κάποιου καταλύτη, απαραίτητου για την ολοκλήρωση της χημικής αντίδρασης.

Ωστόσο, η “χημεία” των ανθρώπων δεν είναι κάτι δεδομένο, ούτε προδιαγεγραμμένο…

Με τους ανθρώπους είναι διαφορετικά τα πράγματα και συνήθως πιο απρόβλεπτα…

Υπεισέρχονται οι παράγοντες “ψυχολογία” και “συναισθήματα”. Καθαρά ανθρώπινες ιδιότητες, εξατομικευμένες και ικανές – υπό προϋποθέσεις – να καταστήσουν την επαφή “εκρηκτική”…

Αυτό που σίγουρα βοηθά είναι η κατανόηση και η βελτίωση του τρόπου επικοινωνίας, που για να έχει αποτέλεσμα, μόνο στην τύχη και στη διάθεση της στιγμής δεν πρέπει να εγκαταλείπεται…

Μερικές αξιόλογες βιβλιο-προτάσεις προς αυτή την κατεύθυνση : 

• Difficult Conversations : How to discuss what matters most, των Douglas Stone, Bruce Patton & Sheila Heen, εκδόσεις Penguin 2023 (ISBN-13 : 978-0143137597).

• What’s in it for them?? : 9 genius networking principles to get what you want by helping others to get what they want, του Joe Polish, εκδόσεις Hay House Business 2022 (ISBN-13 : 978-1401960117).

• Υπερεπικοινωνιακοί, του Charles Duhigg, εκδόσεις Ψυχογιός.

(ΥΓ : Σε μερικά βιβλία το περιεχόμενο είναι περισσότερο αξιόλογο απ’ ό,τι προδιαθέτει ο τίτλος τους, οπότε μην κρίνετε βιαστικά…) 

2) Ιστορικά ιδωμένες, οι ανθρώπινες κοινωνίες δεν υπήρξαν ποτέ “δίκαιες”. Ανισότητες πάντα υπήρχαν και ούτε είναι δυνατόν να εξαλειφθούν ολοκληρωτικά με κάποιο μαγικό και συνάμα θεσμικό τρόπο, που θα επιβαλλόταν σε όλους και θα τηρούνταν από όλους. 

Αυτό που διαφαίνεται σήμερα :

(α) Οι οικονομικά και πολιτικά ισχυροί έχουν τη δυνατότητα (ενίοτε συμπράτοντας κιόλας) να αυξήσουν πιο εύκολα, γρήγορα και εκθετικά την ισχύ τους.  

(β) Όσοι βρίσκονται “στην απέξω”, έχουν σήμερα καλύτερες πιθανότητες να βελτιώσουν την ποιότητα της ζωής τους, συγκριτικά με όσες ήταν διαθέσιμες σε άλλες (παλαιότερες) εποχές, όπου αντίστοιχοι συνάνθρωποί τους κυριολεκτικά δεν είχαν και ούτε κατάφεραν ποτέ ν’ αποκτήσουν “στον ήλιο μοίρα”.

Ωστόσο :

Σε καμία από τις παραπάνω κατηγορίες (α & β), ούτε και σήμερα χαρίζεται τίποτα. Γι’ αυτό και είναι πλείστα τα παραδείγματα περιουσιών που χάθηκαν (από ανάξιους κληρονόμους), καθώς και περιουσιών που αποκτήθηκαν από το μηδέν, από ανθρώπους που αγωνίστηκαν και πέτυχαν τους στόχους τους, χωρίς να συγγενεύουν με “μπάρμπα στην Κορώνη”. 

Συμπερασματικά :

Η ατομική ευθύνη – και το πώς αυτή βιώνεται και ενεργοποιεί τον καθένα – καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την κατάληξη του δρόμου εκάστου.

Like3

ΕΝΑΣ-ΕΝΑΣ ΕΡΧΟΝΤΑΙ!

Χρήστος Χωμενίδης από τα Νέα:

Όσοι είδαμε κι ακούσαμε τον Κωνσταντίνο Τσουκαλά να αποχαιρετά, με λόγο μεστό και τρυφερό, τον παιδικό του φίλο Κώστα Σημίτη πώς να το φανταστούμε ότι προτού περάσουν είκοσι μήνες, θα πήγαινε -τρόπος του λέγειν- να τον συναντήσει; Η στιβαρή φωνή, το λεβέντικο παράστημά του μας ξεγελούσαν. Ο θάνατος όμως δεν ξεγελιέται. Διαγράφουμε μηδενός εξαιρουμένου μια επίγεια καμπύλη ορισμένων δεκαετιών και επιστρέφουμε στην ανυπαρξία. Ή -κατά τους πιο αισιόδοξους- στον πλάστη μας.

Το καλοκαίρι που ακόμα διανύουμε σημαδεύτηκε από αρκετές απώλειες σημαντικών, λαοφίλητων Ελλήνων. Το παρήγορο; Κι όσοι δεν ήταν πλήρεις ημερών είχαν ζήσει στα γεμάτα. Άφηναν πίσω τους έργο. Βαθύ ίχνος.

Το θλιβερό; Ο κουρνιαχτός που σηκώθηκε. Οι υλακές που έβγαζαν οι σύγχρονοι Θερσίτες των διαδικτυακών καφενείων. Η εργαλειοποίηση του πένθους στην οποίαν επιδίδονταν. Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης η στοιχειώδης τσίπα έχει προ πολλού καταλυθεί. Ο κάθε νάρκισσος ευλογάει τα γένια του, πατώντας ευχαρίστως επί πτωμάτων.

Πρώτη παρόλα της ντροπής. «Ορφανεύουμε! Οι γίγαντες της τέχνης και της σκέψης χάνονται, μένουμε με ένας νάνους!» Εκείνοι που, με κροκοδείλια δάκρυα, το λένε αυτό δεν έχουν ιδέα πως στο πεδίο των ανθρωπιστικών επιστημών βρίσκονται σήμερα σε πλήρη ακμή άξιοι επίγονοι των εκλιπόντων. Ο Παναγής Παναγιωτόπουλος, που οι «Περιπέτειες της Μεσαίας Τάξης» του συνιστούν ήδη έργο αναφοράς. Ο Βασίλης Βαμβακάς. Οι λαμπροί ιστορικοί Κωστής Κορνέτης, Ιάσων Χανδρινός, Μενέλαος Χαραλαμπίδης, για να μην αναφέρω το πάλαι ποτέ δίδυμο Στάθης Καλύβας-Νίκος Μαραντζίδης και μου χυμήξουν εκ δεξιών και εξ αριστερών.

Δεν είχαν οι σημερινοί τη μαύρη τύχη να παρακολουθήσουν σαν τον Τσουκαλά τη δίκη του Μπελογιάννη. Όταν γράφουν για τον Εμφύλιο, δεν επανέρχονται στη μνήμη τους θολές έστω, νηπιακές εικόνες από τα Δεκεμβριανά. Διαθέτουν ωστόσο το προνόμιο της απόστασης. Μπορούν να αναστοχαστούν. Να αντικρύσουν τα γεγονότα με μικρότερη συναισθηματική φόρτιση. Να μας προσφέρουν -το πιο πολύτιμο- τα φώτα τους για όσα σήμερα συμβαίνουν. Και για όσα μέλλονται στον δόλιο πλανήτη μας.

Δεύτερη κακογουστιά, που αγγίζει συχνά τη χυδαιότητα. Να συγκρίνεις τους εκλιπόντες μεταξύ τους. Να αποθεώνεις τον έναν και να λιθοβολείς τον άλλον. Μπήκαν στο ζύγι σου, βρε κούφε; Συμμετέχουν μήπως σε τίποτα νεκρικά καλλιστεία κι εσύ, από το πληκτρολόγιό σου, είσαι μέλος της κριτικής επιτροπής; Δεν σου περνάει καν απ’το μυαλό ότι υπάρχουν κι άνθρωποι που θαυμάζουν το ταλέντο, τον οίστρο του Νίκου Καλογερόπουλου και ενδιαφέρονται συνάμα για τις ιδέες του Στέλιου Ράμφου; Που δεν φοράνε παρωπίδες, δεν λαμβάνουν κομματική γραμμή ποιόν να θρηνήσουν; Ωρύεσαι που η κηδεία του Καλογερόπουλου δεν έγινε δημοσία δαπάνη. Ο ίδιος, σου απαντάω, ως αδάμαστος αντιεξουσιαστής, μάλλον θα έφριττε εάν η επίσημη πολιτεία τον έπαιρνε νεκρό κάτω από τις φτερούγες της. Η σιωπή σημαίνει κάποτε σεβασμό.

Τρίτο κι ανατριχιαστικότερο; Η μακάβρια αδιακρισία στις κηδείες των «επωνύμων». Παλιότερα, κάποιοι πήγαιναν ειδικά για να πάρουν μάτι, να δουν από κοντά την οικογένεια και τους φίλους. Ως και σκαρφάλωναν την ώρα της ταφής στα γύρω μνήματα, τέντωναν τους λαιμούς τους, γούρλωναν όταν άνοιγε το φέρετρο για να αντικρύσουν τη σορό. Σήμερα, οι απεσταλμένοι φωτορεπόρτερ τους τα δίνουν στο πιάτο. Αραχτοί στον καναπέ, επιδίδονται σε στυλιστικές επισημάνσεις, μεγεθύνουν κλικάροντας για να διακρίνουν λεπτομέρειες. Έχω πέσει θύμα αυτού του κανιβαλισμού. Η εκφορά του Θεόδωρου Πάγκαλου έγινε σε κλειστό κύκλο – ο ίδιος είχε αποφασίσει ποιοί θα παραστούν. Μια μεγαλοκυράτσα εντούτοις με διέκρινε σε ένα στιγμιότυπο να έχω σταυρώσει τις γάμπες μου και μου έσουρε τα εξ αμάξης. Με σηκωμένο φρύδι έπαιζε στα δάχτυλα το σαβουάρ βιβρ. Ή μάλλον το σαβουάρ μουρίρ.

Στην κοινωνία του θεάματος, πώς θα μπορούσε ο θάνατος ως μείζον γεγονός να μην υπερπροβάλλεται, να μην σχολιάζεται παντοιοτρόπως, να μην κουτσομπολεύεται; Να μην αμπελοφιλοσοφείται;

Αλλού ωστόσο βρίσκεται η ουσία. Στο καθημερινό αναστάσιμο γεγονός. «Ένας-ένας φεύγουν…» χαμογελάει σαρδόνια ο νεκροθάφτης. «Ένας-ένας έρχονται!» του απαντάει θριαμβευτικά ο μαιευτήρας.-

Χ. Χωμενίδης, συγγραφέας

Like1