Ο ψυχοθεραπευτής  λειτουργεί  σαν τους πιο επικίνδυνους γονείς εξευμενίζοντας  κολακεύοντας  και νανουρίζοντας διαρκώς τον ψυχοθεραπευόμενο . Όταν συμβαίνει  κάτι τέτοιο ο μεν  ψυχοθεραπευτής εξασφαλίζει μακροχρόνιο  και σταθερό εισόδημα , ο δε ψυχοθεραπευόμενος χάνει την ζωή του.

Θεόφιλος Φάρος,

Ο πατήρ Φιλόθεος Φάρος είναι Έλληνας κληρικός και συγγραφέας. Γεννήθηκε το 1930 στον Πειραιά. Σπούδασε πολιτικές επιστήμες στην Πάντειο, νομικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και θεολογία στο ΕΚΠΑ. Έγινε κληρικός το 1962 και συνέχισε σπουδές στην ποιμαντική ψυχολογία και την ποιμαντική συμβουλευτική στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης στις ΗΠΑ. Δίδαξε ποιμαντική ψυχολογία στη Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού στη Βοστώνη και εργάσθηκε ως Pastoral Counselor και Family Therapy Supervisor στην πρότυπη ψυχιατρική θεραπευτική κοινότητα Human Resource Institute της Βοστώνης, όπου απέκτησε μια σημαντική ψυχοθεραπευτική εμπειρία κάνοντας ατομική και ομαδική ψυχοθεραπεία και κυρίως εργαζόμενος με οικογένειες και ζευγάρια.

Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα επεχείρησε να θέσει στην υπηρεσία της Εκκλησίας της Ελλάδος την εμπειρία του, οργανώνοντας ένα πρόγραμμα ποιμαντικής κλινικής εξασκήσεως για κληρικούς σ’ ένα νοσοκομείο της Αθήνας. Ταυτόχρονα οργάνωσε ένα κέντρο νεότητος για την Αρχιεπισκοπή Αθηνών, όπου καλλιεργείται και προάγεται η κοινοτική ζωή. Έχει γράψει πολλά άρθρα, μελέτες και δεκατρία βιβλία που διαπραγματεύονται άμεσα και καίρια για τη ζωή του ανθρώπου θέματα, όπως είναι το πένθος, ο γάμος, η ανατροφή των παιδιών, ο έρωτας κτλ.

Σήμερα το πιο δύσκολο δεν είναι να φτιάξεις καλό κρασί αλλά να παραμείνεις αυθεντικός.

Στεφάν Ντερενονκούρ, ένας άνθρωπος που δεν ακολούθησε καμία «τυπική» διαδρομή αλλά έμαθε το κρασί μέσα από τη ζωή, το χώμα και την εμπειρία.

Από τον γκρίζο, βιομηχανικό βορρά της Γαλλίας μέχρι τον θρυλικό τρύγο του 1982 στο Μπορντό, η πορεία του ξεκινά σχεδόν τυχαία, με ένα σακίδιο και μια κιθάρα. Χωρίς σπουδές Οινολογίας, αλλά με βαθιά παρατήρηση και πάθος, έχτισε μια φιλοσοφία για το κρασί που σήμερα θεωρείται σημείο αναφοράς.

Αν το κρασί μοιάζει ίδιο παντού, η χημεία έχει επέμβει..

Το κρασί γεννιέται στο αμπέλι, όχι στο κελάρι. Το terroir, δηλαδή το έδαφος, το κλίμα, η ενέργεια ενός τόπου είναι η αλήθεια που πρέπει να εκφράζεται όχι να καλύπτεται από τεχνικές ή «στυλ».

Είναι καλύτερα να είσαι αδίστακτος με το παρελθόν

Υπάρχει μια λεπτή, σχεδόν αόρατη γραμμή ανάμεσα στη μνήμη και στην προσκόλληση. Η πρώτη μάς συγκροτεί· η δεύτερη μάς καθηλώνει. Το παρελθόν έχει μια ιδιότυπη δύναμη: δεν αλλάζει, αλλά επιμένει να μας αλλάζει. Και όσο του επιτρέπουμε να λειτουργεί ως δικαστής του παρόντος, τόσο περιορίζει τη δυνατότητά μας να ζήσουμε ελεύθερα.

Να είσαι αδίστακτος με το παρελθόν δεν σημαίνει να το αρνείσαι ή να το διαγράφεις. Σημαίνει να του αφαιρείς την εξουσία. Να το βλέπεις καθαρά, χωρίς εξιδανικεύσεις και χωρίς ενοχές. Να το αντιμετωπίζεις όπως είναι: ένα σύνολο γεγονότων που συνέβησαν —όχι μια φυλακή στην οποία είσαι καταδικασμένος να κατοικείς.

Η νοσταλγία είναι γλυκιά, αλλά ύπουλη. Μεταμορφώνει τις αναμνήσεις σε μύθους και τους μύθους σε προσχήματα ακινησίας. Από την άλλη, οι ενοχές είναι βαριές και αμείλικτες. Σε πείθουν πως ό,τι έγινε, σε καθορίζει αμετάκλητα. Και έτσι, είτε με το μέλι είτε με το δηλητήριο, το παρελθόν καταφέρνει να μας κρατά δέσμιους.

Η αδισταξία λοιπόν, δεν είναι σκληρότητα· είναι πράξη αυτοσεβασμού. Είναι η απόφαση να κρατήσεις ό,τι σε δίδαξε και να αφήσεις ό,τι σε βαραίνει. Να αναγνωρίσεις τα λάθη χωρίς να τα λατρεύεις, και τις επιτυχίες χωρίς να τις αναμασάς. Γιατί και τα δύο, αν τα υπερτιμήσεις, σε απομακρύνουν από το παρόν.

Ο άνθρωπος που δεν τολμά να αποκοπεί από το παρελθόν του μοιάζει με καλλιεργητή που δεν κλαδεύει ποτέ το αμπέλι του. Τα παλιά κλήματα, όσο κι αν κάποτε έδωσαν καρπό, αν δεν περιοριστούν, πνίγουν τη νέα βλάστηση. Και τότε η ζωή, αντί να ανανεώνεται, εξαντλείται σε μια ατέρμονη ανακύκλωση.

Η ελευθερία αρχίζει τη στιγμή που παύεις να εξηγείς τον εαυτό σου με βάση το «ήμουν» και αρχίζεις να τον ορίζεις με βάση το «είμαι» και το «μπορώ να γίνω».

Η ζωή δεν είναι να αποκτάς, είναι να επιθυμείς

Ζούμε σε μια εποχή που μετρά. Μετρά εισοδήματα, περιουσίες, τίτλους, «επιτυχίες». Μα ό,τι μετριέται, τελικά, τελειώνει. Η απόκτηση έχει όρια· η επιθυμία όχι. Κι όμως, μάθαμε να κυνηγάμε το πεπερασμένο, παραμερίζοντας εκείνο που μας κρατά ζωντανούς.

Η απόκτηση υπόσχεται ασφάλεια. Σου λέει: «Όταν φτάσεις εκεί, θα ησυχάσεις». Μα δεν υπάρχει «εκεί»· υπάρχει μόνο ένα επόμενο «εκεί». Κάθε κατάκτηση κλείνει έναν κύκλο και, μαζί του, ένα μικρό κομμάτι προσμονής. Η επιθυμία, αντίθετα, ανοίγει κύκλους. Δεν σε καθησυχάζει —σε κινεί· δεν σε βολεύει —σε καλεί.

Δεν είναι η επιθυμία το ίδιο με την απληστία. Η απληστία συσσωρεύει· η επιθυμία κατευθύνει. Η πρώτη γεμίζει αποθήκες, η δεύτερη γεμίζει δρόμους. Χωρίς επιθυμία, η ζωή γίνεται απογραφή. Με την επιθυμία, γίνεται πορεία.

Στα νεανικά χρόνια, η επιθυμία μοιάζει με πυρκαγιά: ατίθαση, λαίμαργη, επικίνδυνη. Μεγαλώνοντας, αν δεν σβήσει, γίνεται φωτιά εστίας —ζεσταίνει, φωτίζει, δίνει νόημα. Δεν είναι λιγότερο δυνατή· είναι πιο συνειδητή. Δεν ζητά τα πάντα· ζητά το ουσιώδες.

Η απόκτηση κλείνει τα μάτια στο παρόν: «Όταν αποκτήσω, θα ζήσω». Η επιθυμία τα ανοίγει: «Επειδή επιθυμώ, ζω τώρα». Είναι μια λεπτή αλλά καθοριστική μετατόπιση: Από το «έχω» στο «γίνομαι». Από το «φτάνω» στο «προχωρώ».

Κι αν κάτι αξίζει να κρατήσει κανείς, δεν είναι όσα απέκτησε, αλλά όσα επιθύμησε με αλήθεια. Γιατί εκεί κρύβεται το ίχνος του —όχι στα πράγματα που συσσώρευσε, αλλά στις κατευθύνσεις που διάλεξε.

Τελικά, η ζωή να μην είναι ένας λογαριασμός που ισοσκελίζεται, αλλά ένα αμπέλι που καλλιεργείται. Δεν το ορίζουν τα βαρέλια που γέμισαν, αλλά τα κλήματα που άντεξαν και ξαναβλάστησαν. Κι αυτά τα κρατά όρθια η επιθυμία —εκείνη η κρυφή δύναμη που, κάθε άνοιξη, σε πείθει να ξαναρχίσεις.