


Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.


Απόσπασμα από το βιβλίο του Δ. Ε. Σολδάτου με τίτλο: εν ονόματι του ελληνικού λαού.
……..
«Τα γίδια; Ποια γίδια;» ρώτησα.
Ξαναγέμισε τα ποτήρια.
«Πιέκα!»
Το κεφάλι μου άρχισε να γυρίζει…
Ο καφετζής ανάγλειψε το απανώχειλο και ξεκίνησε:
«Αυτό π’ θα σ’ πω, δεν το ’δα με τα μάτια μου. Το άκουσα, όμως, με τ’ αυτιά μου π’ το ’λεγε εκειός π’ το ’δε.
»Γινόντανε πανηγύρι σ’ ένα χωριό του Ξηρομέρου και τραγούδα’ε ο Καρναβάς*. Καιγόντανε το πατάρι απ’ τα όργανα, το κλαρίνο σκιζόντανε φέτες, το καλάμι του οργάνου τερέτιζε σαν τζίτζικας το κατακαλόκαιρο, ο κόσμος ουρά για χορό, η χαρτούρα μέχρι το γόνατο. Κι ήρτε η σειρά μιανού τσοπάνη να φέρει την γύρα του. Πιάστηκε στον χορό μαζί με κάτι τσοπανόπουλα που ’χε κοντά του, αλλά ο άνθρωπος δεν σκάμπαζε γρι και σαλτοκόπαε σαν καλικάντζαρος. Ο κλαριντζής τονε πήρε στο ψιλό κι έπαιζε το κλαρίνο σαν πίπιζα. Η τραγουδίστρια κοπάναε το ντέφι στο κεφάλι της απ’ το γέλιο. Τότε, σηκώθηκε ορτός ο Τακούλας και σταμάτησε τα όργανα.
»“Ωρέ, άνθρωπε, γιατί χαλάς το γλέντι;” είπε στον τσοπάνη.
»Εκειός έμεινε στον τόπο, με το ’να ποδάρι σηκωμένο απάνου. Έσκυψε το κεφάλι κι απολογήθηκε:
»“Αυτό ξέρω, αυτό χορεύω, ωρέ Τακούλα!”
»Οι περισσότεροι βάλανε τα γέλια με τα λεγόμενά του και κάποιοι αρχινίσανε να τον αποδοκιμάζουνε με σφυρίγματα, λες και τονε προγκάγανε με τον ίδιο τρόπο που σαλάγαγε κι εκειός τα γίδια του. Φουρκίστηκε, το λοιπόν, ο τσοπάνης και μίλησε με ασέβεια στον μπαρμπα-Τάκη:
»“Σας πλερώνω και θα παίξ’ τε! Το πώς χορεύω εγώ είναι δικός μου λογαριασμός!”
»Ο κόσμος τα ’χασε… Κανένας δεν μίλαγε στον Καρναβά έτσι! Τέτοια πράματα δεν τα σήκωνε ποτέ! Περίμεναν με κομμένη ανάσα την αντίδρασή του. Εκείνος κατέβηκε απ’ το πατάρι και πλησίασε τον τσοπάνη. Αυτός πισωπάτησε. Φτάνοντας κοντά του ο Καρναβάς, έβαλε το χέρι στον ώμο του και είπε με φωνή γλυκιά λες κι ετραγούδα’ε:
»“Ωρέ άνθρωπε, ήρτα εγώ στο μαντρί σου να σε μάθω πώς θα βόσκεις τα γίδια; Πώς θα τ’ αρμέγεις; Πώς θα βράζεις το μόγαλο; Πώς θα φκιάνεις την μυζήθρα; Δεν ήρτα, γιατί δεν ξέρω. Εσύ γιατί ήρτες, αφού δεν ξέρεις, να μου πεις πώς θα κάμω το πανηγύρι; Θέλεις να χορέψεις; Ναι! Μάθε πρώτα χορό κι ύστερα έλα να σου τραγουδάω μέχρι το χάραμα. Και μην ρίξεις χαρτούρα στο πατάρι, φέρε καμιά μυζήθρα! Και μυζήθρες παίρνουμε!”
»Ο κόσμος γέλασε, ο αέρας αλάφρυνε, κι ο τσοπάνης είπε κάπως αγαθά:
»”Να τελειώσω τον χορό μου και φεύγω!”
»Ο Καρναβάς συννέφιασε.
»“Τον χορό να τον αφήκεις εδεκεί π’ τον άφηκες! Ειδάλλως στείλε τα γίδια σου να τον τελειώσουνε, αυτά θα χορεύουνε καλύτερα!”
»Ο κόσμος ξεράθηκε στα γέλια. Ο βοσκός, παραδόξως, δεν θίχτηκε. Μόνον αγκάλιασε τον μπαρμπα-Τάκη, τον φίλησε σταυρωτά και είπε:
»“Αύριο βράδυ θα τα στείλω εξάπαντος!”
»Την άλλη μέρα το περιστατικό ξεχάστηκε. Ο κόσμος συγκεντρώνονταν απ’ τ’ απόγευμα στον χώρο του πανηγυριού. Και με το γέρμα του ήλιου, σκούξανε οι δοκιμαστικές κλαρινιές. Ανέβηκε στο πατάρι κι ο Καρναβάς.
»Τότε, ακούστηκαν… τα βελάσματα! Κι ανάμεσα απ’ τα δέντρα φάνηκαν τα πρώτα γίδια. Ο τσοπάνης είχε κρατήσει τον λόγο του κι έστειλε τα γίδια του να χορέψουν. Κανείς δεν γέλασε. Το θέαμα πλέον άγγιζε τα όρια της προσβολής. Στα χωριά μας γίνονταν φόνοι για το τίποτα, όχι για τέτοιο πράμα! Ο βοσκός όμως άφαντος, ενώ τα γίδια δειλά-δειλά έφταναν στο χοροστάσι.
»Ο κλαρινίστας δοκίμασε να τα σκιάξει παίζοντας κάτι φάλτσα. Εκείνα στάθηκαν και τον κοίταζαν απορημένα με τα μπιρμπιλένια μάτια τους.
»Τότε, ο μπαρμπα-Τάκης έδωκε εντολή να παίξουν το “μπήκαν τα γίδια στο μαντρί” κι αρχίνησε το τραγούδι.
»Τα γίδια τέντωσαν τ’ αυτάκια τους προς το πατάρι, λες και σκάμπαζαν από Καρναβά, για ν’ ακούσουν! Ο κόσμος έκαμε κύκλο, έβαλε τα γίδια στην μέση και πιάστηκε στον χορό. Τα ζώα έτρεχαν γύρω-γύρω και βέλαζαν.
»Το τραγούδι τέλειωσε, ο κόσμος αναμέρισε. Τα γίδια συνέχισαν την τρεχάλα, νομίζοντας πως ο ανθρώπινος κύκλος εξακολουθούσε γύρω τους.
»Ο Καρναβάς έπιασε νέο τραγούδι, τα γίδια έφερναν γυροβολιά. Το τραγούδι τέλειωσε. Τα γίδια στόμωσαν. Ο Καρναβάς έκαμε νόημα στους μουσικούς να πάψουν. Κι έπιασε ένα μοιρολόι που ράγιζαν και οι πέτρες. Τα γίδια γονάτισαν, όπως κάνουν όταν κοιμούνται. Έγειραν τα κεφαλάκια τους κι άκουγαν σιωπηλά. Πού και πού κάποιο αναχάραζε, λες κι αναστέναζε. Τέλειωσε και το μοιρολόι. Τα γίδια εκεί, πετρωμένα…»
………
• για τους αμαθείς … ποιος ήταν Τ. Καρναβάς; ότι ήταν ο Στέλιος Καζαντζίδης για τα λαϊκά ήταν ο Τάκης Καραναβάς για τα Δημοτικά.









Η αρχαία τραγωδία γεννήθηκε όταν ο άνθρωπος κατάλαβε ότι υπάρχουν πράξεις που δεν διορθώνονται.
Η σύγχρονη κοινωνία κάνει το αντίθετο: υπόσχεται ότι όλα διορθώνονται, όλα συγχωρούνται, όλα κουκουλώνονται. Γι’ αυτό τα παιδιά δεν μεγαλώνουν με την αίσθηση της τραγικότητας. Δεν φοβούνται τον θάνατο, γιατί δεν έχουν μάθει να εκτιμούν τη ζωή.
Ο Μάσιμο Ρεκαλκάτι γράφει ότι ο νόμος και τα όρια στη ζωή ενός παιδιού είναι απαραίτητα, γιατί του θυμίζουν την ευαλωτότητά του. Του υπενθυμίζουν ότι υπάρχει τέλος, ότι υπάρχει θάνατος.
Έτσι, για ακόμη μία φορά, βρισκόμαστε μπροστά σε μια βίαιη συμπλοκή ανηλίκων που οδήγησε στον τραγικό θάνατο ενός δεκαπεντάχρονου. Κάθε φορά που συμβαίνει μια τέτοια δολοφονία, όλοι αναζητούμε το κίνητρο.
Γιατί;
Σαν να μην μπορούμε να αντέξουμε την ιδέα ότι ίσως να μην υπήρχε επαρκής λόγος. Θέλουμε μια εξήγηση, γιατί αρνούμαστε την πιθανότητα να μην υπάρχει καμία απάντηση. Νομίζουμε πως, αν καταλάβουμε το «γιατί», θα λύσουμε και το πρόβλημα του κακού. Όμως, αυτή είναι η μεγαλύτερη ψευδαίσθηση.
Το πρόβλημα είναι ακριβώς αυτό: αυτά τα παιδιά δεν έχουν κανέναν λόγο να σκοτώσουν, γιατί δεν έχουν κανέναν λόγο να ζήσουν.
Βιώνουν ένα απόλυτο κενό.
Δεν σκοτώνουν επειδή υπηρετούν κάποιον σκοπό, αλλά επειδή αδυνατούν να αντέξουν αυτό το κενό. Η ψυχή τους χασμουριέται θανάσιμα και, μέσα από τη βία, νιώθουν υπαρκτά, ορατά. Μας σοκάρουν για να τα κοιτάξουμε, γιατί τα ίδια νιώθουν αόρατα. Δεν βρίσκουν κανέναν σοβαρό λόγο να μην αφαιρέσουν μια ζωή, γιατί δεν βρίσκουν κανέναν σοβαρό λόγο να δώσουν νόημα στη δική τους.
Εκεί ακριβώς φωλιάζει η απουσία νοήματος, ελπίδας και ονείρου.
Το κενό σκοτώνει πιο εύκολα από το πάθος.
Έτσι, ρωτάμε λανθασμένα: «Γιατί σκότωσε;».
Το ερώτημα πρέπει να πάει πολύ πιο πίσω:
«Τι έχει συμβεί στις ζωές μας, στις οικογένειές μας, στην παιδεία και στην κοινωνία μας, ώστε ο θάνατος να μη μοιάζει πια αδιανόητος;»
Κάποτε ο θάνατος ήταν το έσχατο όριο που σταματούσε τον άνθρωπο. Σήμερα μοιάζει να είναι απλώς μία ακόμη είδηση στο feed μας. Και όταν ο θάνατος παύει να είναι όριο και μυστήριο, τότε και η ζωή παύει να είναι ιερή.
(Το κείμενο έχει στηριχθεί σε ανάρτηση του Πατέρα Λύβιου με κάποιες δικές μου μικροπαρεμβάσεις )

Μάγκας θα πει φιλότιμο,
μάγκας θα πει δερβίσης,
μάγκας θα πει καλή καρδιά και ωραίες εξηγήσεις.
Γιώργος Ζαμπέτας


