ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ἤ ΤΑΓΜΑΤΑΡΧΗΣ ΜΠΑΛΦΟΥΡ. Ὁ Βρεττανὸς Ἀρχικατάσκοπος στὴν Ἀθἠνα (1937‒1941).

Ὁ David Balfour γεννήθηκε στὶς 20 Ιανουαρίου τοῦ 1903 κὶ καταγόταν ἀπό καλή & γνωστὴ οἰκογένεια τῆς Ἀγγλίας. Εἶχε σπουδάσει στὰ πανεπιστήμια τῆς Πράγας, τοῦ Σάλτσμπουργκ, τῆς Ρώμης καὶ μετέπειτα των Ἀθηνῶν. Μιλοῦσε ἀγγλικά, γαλλικά, ἰταλικά, γερμανικά, ρωσικά, πολωνικά καὶ ἐλληνικὰ καὶ ἀργότερα ἔμαθε καὶ τουρκικά. Ἦταν ὁ ἰδανικός νέος γιὰ στρατολόγηση στὶς μυστικές ὑπηρεσίες. Βρέθηκε στὴ Λιθουανία κατὰ τὸν Μεσοπόλεμο ὃπου μεταστράφηκε στὴν Όρθοδοξία καὶ τὸ 1932 πῆγε στὸ Ἅγιο Ὄρος ,λαβών το ονομα ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ

(πρὶν μεταστραφεῖ στὴν Ὀρθοδοξία, εἶχε γίνει καθολικὸς ἐντασσόμενος στοὺς Βενεδικτίνους…)

Ὅταν ἦρθε στὴν Ἑλλάδα ὁ Παντελεήμων Μητροπολίτης Καρυστίας τὸν χειροτόνησε Ἱερέα καὶ φέρων τὸν τίτλο τοῦ ἀρχιμανδρίτη ὅλοι τον προσφωνοῦσαν “Πατέρα Δημήτριο”,ἐνῶ μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χρύσανθου ἐγράφη γιὰ σπουδές στὴ Θεολογική Ἀθηνῶν & ἀνέλαβε θέση ἐφημέριου στὸ παρεκκλήσι τοῦ Νοσοκομείου “ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ”.

Ἐκεῖ κατοικοῦσε μέσα στὸν χῶρο τοῦ νοσοκομείου ὅμως τὸ ἀρχηγεῖο του τὸ εἶχε στήσει στὴν ὁδὸ Πλουτάρχου 2, στὸ Κολωνάκι.

Τὸ κτήριο ἀνῆκε στὴν ἀγγλικὴ πρεσβεία καὶ στοὺς τηλεφωνικούς καταλόγους ἐμφανιζόταν

ὡς ἕδρα τῆς Γραμματείας τοῦ Πολιτικοῦ Τμήματος τοῦ σερ Νόρτον.

Σὲ ἐκεῖνα τὰ χρόνια τοῦ Μεσοπολέμου ὅπου ὅλα μύριζαν μπαρούτι,οἱ Μεγάλες Δυνάμεις τῆς Ἐποχῆς ΑΓΓΛΙΑ & ΝΑΖΙΣΤΙΚΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ ἔστελναν τοὺς Πράκτορες τους καὶ ἁλώνιζαν σὲ κρίσιμες πρωτεύουσες τῆς Εὐρωπης, ὅπως τὴν ΑΘΗΝΑ (τὴν ιδια ἐποχὴ μὲ τὸν Μπάλφουρ βρίσκεται στὴν Ἀθήνα κι ὁ Χάνς ΡΙΓΚΛΕΡ

ὁ ” Πορφυρός Λύκος” ,Ἀρχιπράκτορας τῶν Ναζί ..)

Ἀπό τὸ 1937 ὣς τὸ 1939, ὁ Άγγλος κατάσκοπος

μὲ τὰ ράσα καὶ τὴν διχαλωτὴ μακριά γενειάδα, ἀνέλαβε ἐκκλησιαστικά χρέη κοντὰ στὴν βασιλική οἰκογένεια καὶ ἔγινε ὁ πασίγνωστος συνδαιτημόνας τῶν κοσμικῶν κύκλων τῶν Ἀθηνῶν,ἐνῶ παράλληλα ἐκτελοῦσε ΑΨΟΓΑ τὰ χρέη του ὡς ἐφημέριος στὸν “Εύαγγελισμό”.

Ὁ Ἀγγλος ἀρχιμανδρίτης πάντως λίγο πρὶν τὴν εἰσοδο τῶν Γερμανῶν στὴν Ἀθήνα πέταξε τα ράσα, ξυρίστηκε, ἔβαλε τὴν στρατιωτική του στολή καὶ ἀναχώρησε μὲ τὸ προσωπικό τῆς βρεττανικῆς πρεσβείας, ἀπὸ τὴν Ἀθήνα γιὰ τὸ Κάιρο. Ἐκεῖ, μὲ τὴν “νέα ” ἰδιότητά του πλέον,ὡς ΑΓΓΛΟΥ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΥ , συνέχισε νὰ ἔχει σχέσεις μὲ τὴν ἑλληνικὴ κυβέρνηση καὶ τοὺς πρώην πρωθυπουργούς Παναγιώτη Κανελλόπουλο καὶ Γεώργιο Παπανδρέου.

Ἡ ἱστορία τοῦ ταξιδιοῦ ἐκείνου περιγράφεται ἀπὸ ἕναν Ἕλληνα καθηγητή τῶν Ἀγγλικῶν στο κολέγιο τῶν Ἀθηνῶν ἐκείνης τῆς περιόδου, τὸν Ἠλία ΗΛΙΑΣΚΟ, ὁ ὁποῖος ἔφυγε μὲ τὸ προσωπικὸ τῆς βρεττανικῆς πρεσβείας, λίγο πρὶν τὴν εἰσοδο τῶν γερμανικῶν στρατευμάτων στὴν ἑλληνικὴ πρωτεύουσα καὶ στὸ Κάιρο ἐργάσθηκε σὰν ἐκφωνητὴς εἰδήσεων στὸν ἐκεῖ ραδιοφωνικό συμμαχικό σταθμό:

“Ὁ Βρεττανὸς Γενικός Πρόξενος μᾶς ἔδωσε τὰ ἀπαραίτητα ἔγγραφα γιὰ τὸν ἀδελφό μου καὶ μένα νὰ ἐπιβιβαστοῦμε στὸ τελευταῖο πρὸς ἐκκένωση ἱστιοφόρο ἀπὸ τὸ λιμάνι τοῦ Πειραιᾶ. Ἦταν τὸ”Κορινθία” τὸ ὁποῖο ἄφησε τὸν Πειραιᾶ στὶς 18 Ἀπριλίου 1941 ποὺ ἔτυχε νὰ εἶναι Μεγάλη Παρασκευή, σύμφωνα μὲ τὸ ἑλληνορθόδοξο ἡμερολόγιο. Περίπου πέντε ἡμέρες ἀργότερα, ὁ στρατός τοῦ Χίτλερ βάδισε πρὸς τὴν Ἀθήνα. Τὸ πλοῖο ἦταν γεμᾶτο ἀπό τὸ προσωπικὸ τῆς βρεττανικής Πρεσβείας ποὺ μετέφερε τὰ ἀρχεῖα τῆς Πρεσβείας μαζί του.Ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐπιβάτες ἦταν ὁ David Balfour ὁ ὁποῖος ἦταν ὁ ἐφημέριος στὸ ἐκκλησάκι τοῦ Νοσοκομείου “Εὐαγγελισμός”, Ἦταν μιὰ ἐντυπωσιακὴ ψηλὴ φιγούρα ἑνὸς ἀθλητικού ἀνδρα μὲ μιὰ μεγάλη μαύρη γενειάδα. Ἄν καὶ εἶχε χειροτονηθεῖ ἱερέας τῆς ἑλληνικής Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ἦταν ἕνας Βρεττανός ὑπήκοος καὶ εὐρέως φημολογήθηκε ὅτι ἦταν πράκτορας τῶν Βρεττανικῶν Μυστικῶν Ὑπηρεσιῶν. Ὁ ἐπίσημος τίτλος του ἦταν «Πατήρ Δημήτριος».Ἦταν ἐπίσης ὁ πνευματικὸς πατέρας τῆς ἑλληνικῆς βασιλικῆς οἰκογένειας. Όταν τὸ «Κορινθία» ἀπέπλευσε ἦταν ἀκόμα «Πατέρας Δημήτριος» καὶ στῆν πραγματικότητα χοροστάτησε στὴν λειτουργία τῆς Ἀνάστασης, ἐνῶ ήμασταν ἀκόμα στὴν θάλασσα.

Ἀργότερα συνάντησα τὸν David Balfour καὶ πάλι στὸ Κάιρο, καὶ αὐτὴν τὴ φορά εἶχε ξυρίσει τὰ γένια του, καὶ φοροῦσε τὴ στολή τοῦ ταγματάρχη τοῦ Σώματος Πληροφοριῶν τὸ ὁποῖο εἶναι μιὰ τακτική μονάδα τοῦ βρεττανικοῦ Στρατοῦ.”

Μετά τὴν ἀπελευθέρωση, ὁ ταγματάρχης Ντέιβιντ Μπαλφούρ, ἔφτασε πάλι στὴν Ἀθήνα, ὡς στέλεχος τῆς Βρεττανικῆς Πρεσβείας καὶ ἐμφανίστηκε μὲ στρατιωτικά καὶ πολιτικά, νὰ συνοδεύει τὸν Τσῶρτσιλ στὴν Ἀθήνα, ἢ τὸν στρατηγό Μοντγκόμερι, σὰν διερμηνέας.

Καὶ όπως χαρακτηριστικά γράφει ο ΣΕΦΕΡΗΣ,

ποὺ ἦταν τότε ὑπεύθυνος τύπου τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν τῆς ἐξόριστης ἑλληνικῆς κυβέρνησης τοῦ Καΐρου:

«Τὰ στρατεύματά μας λαμβάνουν τὶς διαταγές τους ἀπὸ τὸν Στρατηγὸ Paget καὶ ἐμεῖς ἀπὸ τὸν Mister Balfour, πρώην Ἁγιορείτη καλόγερο, πρώην μακρογενάτο ορθόδοξο παπὰ, πρώην μικροχιτλερομούστακο ταγματάρχη τῆς «ἐξυπνάδας» (intelligence).

Καὶ δὲν μᾶς ἐμπιστεύεται οὔτε γιὰ τὴν μετάφραση. Καημένη Ἑλλάδα»

Όταν τελείωσε όπως πόλεμος επέστρεψε στην Ελλάδα στην Αγγλική πρεσβεία.

Γιὰ τὴν ἀλγεινὴ ἐντύπωση ποὺ ἔκανε στοὺς Ἀθηναίους ὁ …ξυρισμένος Μπάλφουρ, τἐως ἀρχιμαδρίτης Δημὴτριος τοῦ “Εὐαγγελισμοῦ”, εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ ἀναφορά τοῦ καθηγητῆ καὶ γιατροῦ στὸ λόγῳ νοσοκομεῖο ΚΩΝ.ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΥ, ὁ ὁποῖος γράφει τὰ ἀκόλουθα:

“Μιὰ μέρα τοῦ 1945, Μάρτιος ἢ Ἀπρίλιος ἦταν, καθὼς βάδιζα στὴν λεωφ.Βασ.Σοφίας, αἰσθάνομαι ἕνα χέρι νὰ πιάνει ἀπὸ πίσω τὸν δεξί μου ὦμο. Γυρίζω ξαφνιασμένος καὶ βλέπω ἕνα ἄτομο ψηλὸ μὲ μικρὸ μουστάκι….Ἡ φυσιογνωμία του μοῦ ἦταν ἄγνωστη. ..Μοῦ λέει· Βρέ Ἀλιβιζᾶτε δὲν μὲ γνωρίζεις ;

Ἀπὸ τὴν φωνὴ καὶ κυρίως τὴν προφορὰ τὸν ἀναγνὼρισα.

—Εἶσαι ὁ Μπαλφούρ.Ποῦ εἶναι τὰ ράσα σας;Ποῦ εἶναι τὰ γένια σας;

—Πᾶνε ὄλα αὐτά…

—Καὶ τὶ γυρεύεις ἐδῶ;

—Εἶμαι σύμβουλος στὴν Ἀγγλικὴ Πρεσβεία.”

(Κ.ΛΟΥΡΟΣ—Κ.ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ, Δύο γιατροὶ θυμοῦνται, ἐκδ.Φιλιππότη, 1979, σελ.51-54)

Ἀγανακτισμένος ἀπὸ τὴν ΚΥΝΙΚΟΤΗΤΑ τοῦ Μπαλφοὺρ ὁ Ἀλιβιζᾶτος ἐπῆγε κι ἔκανε παράπονα τὴν ἑπομένη στὸ Ὑπουργεῖο Ἐξωτερικῶν ἐπειδὴ ἀνέχοντο νὰ κυκλοφορεῖ στὴν Ἀθήνα κάποιος ποὺ εύτέλισε γιὰ λόγους κατασκοπείας τὴν θρησκευτικὴ πιστη τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι Ο ΜΠΑΛΦΟΥΡ ΩΣ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΕΙΧΕ ΚΑΝΕΙ ΠΑΜΠΟΛΛΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ, ΑΠΟ ΒΑΠΤΙΣΕΙΣ ΜΕΧΡΙ ΓΑΜΟΥΣ , ΚΗΔΕΙΕΣ ΚΑΙ —ΚΥΡΙΩΣ—ΕΞΟΜΟΛΟΓΞΗΣΕΙΣ…..

ΥΓ. Ὁ Μπαλφούρ συνέχισε την καριέρα του ως διπλωματικός υπάλληλος της βρεττανικού υπουργείου Εξωτερικών, στο Ισραήλ, στο Προξενείο της Σμύρνης, στην Γενεύη και αλλού. Αργότερα, εργάστηκε στη βιβλιοθήκη του βρετανικού υπουργείου Εξωτερικών, από όπου και συνταξιοδοτήθηκε.

Μέχρι τὸ 1989 ποὺ πέθανε, ἔγραψε πολλὲς μελέτες γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Θεολογία καὶ ἰδιαίτερα γιὰ τὸν Γρηγόριο Παλαμᾶ …

Η τουρκική γαλιφιά και ο μετεωρολόγος της D-Day

Στην πολιτική ανάλυση στεκόμαστε –και σωστά– στα μεγάλα: στις αιτίες, στη σύγκρουση των συμφερόντων, στις στρατηγικές επιλογές. Από παλιά, όμως, πίστευα ότι υπάρχει και ένας άλλος παράγοντας, πιο αθόρυβος αλλά συχνά καθοριστικός. Είναι ο κρυφός ρόλος των μικρών πραγμάτων, των λεπτομερειών, εκείνων των αδιόρατων παρεμβολών που αλλάζουν την αλληλουχία των γεγονότων. Τις περισσότερες δεν τις μαθαίνουμε ποτέ. Σπάνια βγαίνουν στο φως. Κι όμως υπάρχουν.

Η τουρκική γαλιφιά, η τέχνη της κολακείας προς τον ισχυρό, είναι γνωστή εδώ και αιώνες. Είναι ένας τρόπος να κερδίσεις τον συνομιλητή σου πριν ακόμη αρχίσει η πραγματική διαπραγμάτευση. Το έχω ζήσει και ο ίδιος, σε πολύ μικρότερη κλίμακα, σε μια επίσημη επίσκεψη στην Τουρκία, πριν από πολλά χρόνια, με τη Μελίνα. Από το λουκούμι που σε περίμενε στο αυτοκίνητο μέχρι τις υπερβολικές περιποιήσεις, όλα ήταν προσεκτικά μελετημένα. Είναι πραγματικοί μάστορες σε αυτό.

Εμείς, ευτυχώς ή δυστυχώς, δεν είμαστε έτσι. Και ίσως δεν πρέπει να γίνουμε. Δεν θα γίνουμε Ανατολίτες.

Παρακολουθώντας την πρόσφατη επίσκεψη του Τραμπ στην Τουρκία, μου έκανε εντύπωση η μεγαλοπρέπεια της υποδοχής. Οι Τούρκοι γνωρίζουν καλά πόσο του αρέσει η επισημότητα, η προβολή και η προσωπική αναγνώριση. Η γαλιφιά βρισκόταν στην κορύφωσή της.

Πρόσεξα μάλιστα ότι στις δηλώσεις του αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στο πόσο εξαιρετικό ήταν το φαγητό. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ήταν. Θα είχαν φροντίσει μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια να μάθουν τι ακριβώς προτιμά.

Γιατί, αλήθεια, τι ψυχή έχει ένα F-35 μπροστά σε ένα αριστουργηματικά ψημένο μοσχαράκι και έναν τέλειο μπακλαβά;

Όχι, φυσικά, δεν θα κριθεί από αυτά μια μεγάλη απόφαση. Όταν όμως αργότερα τεθεί ένα δύσκολο ζήτημα, εκείνο το γεύμα, εκείνη η αίσθηση φιλοξενίας, θα βρίσκεται κάπου στο πίσω μέρος του μυαλού του. Δεν θα αποφασίσει μόνο του. Θα επηρεάσει όμως, έστω ανεπαίσθητα, τη συνολική ψυχολογία.

Οι Τούρκοι γνωρίζουν καλά ότι πολλές φορές η γαλιφιά και το μπαξίσι αποδεικνύονται αποτελεσματικότερα από όσα δεν μπορούν να πετύχουν τα όπλα.

Και αυτό με φέρνει σε ένα άλλο παράδειγμα, πολύ πιο σημαντικό.

Πριν από λίγες ημέρες είδα την εξαιρετική ταινία 72 Ώρες Προθεσμία, που αναφέρεται στις δραματικές ώρες πριν από την απόβαση στη Νορμανδία.

Ο μετεωρολόγος που συμβούλευε τον Άικ ήταν δύστροπος, αντιπαθής και ελάχιστα δημοφιλής. Οι άλλοι τρεις συνάδελφοί του, βασισμένοι στα ιστορικά δεδομένα, ήταν βέβαιοι ότι ο καιρός θα ήταν ιδανικός. Εκείνος επέμενε στο αντίθετο. Προέβλεπε θύελλες, γιγάντια κύματα και καταστροφικές συνθήκες. Η απόβαση, έλεγε, έπρεπε να αναβληθεί.

Ο Άικ δεν ήξερε ποιον να εμπιστευθεί. Τελικά προτίμησε την επιφύλαξη, αφήνοντας στην άκρη τις αισιόδοξες προβλέψεις.

Το απόγευμα της προηγούμενης ημέρας ο ουρανός ήταν καταγάλανος. Οι υπόλοιποι μετεωρολόγοι χλεύαζαν τον «παράξενο». «Κοίτα έξω», του έλεγαν. «Έπεσες έξω».

Λίγες ώρες αργότερα, όμως, ο ουρανός σκοτείνιασε. Ξέσπασαν θυελλώδεις άνεμοι, καταρρακτώδεις βροχές και τεράστια κύματα. Οι βέβαιοι μετατράπηκαν σε σιωπηλούς.

Ο επίμονος μετεωρολόγος συνέχισε να μελετά όλη τη νύχτα. Και λίγο πριν από την τελική απόφαση πήγε στον Άικ.

«Αύριο», του είπε, «θα υπάρξει ένα μικρό παράθυρο λίγων ωρών με βελτιωμένο καιρό. Αν είναι να γίνει, τότε πρέπει να γίνει.»

Η απόβαση πραγματοποιήθηκε. Οι Γερμανοί αιφνιδιάστηκαν.

Αργότερα, ο Άικ αναγνώρισε ότι η σωστή μετεωρολογική πρόβλεψη υπήρξε ένας από τους καθοριστικούς παράγοντες της επιτυχίας.

Ίσως, τελικά, αυτή να είναι η μεγαλύτερη υπενθύμιση για όσους προσπαθούν να ερμηνεύσουν την Ιστορία.

Δεν την αλλάζουν μόνο οι στρατοί, οι οικονομίες και οι ηγέτες.

Την αλλάζουν, καμιά φορά, και ένας μπακλαβάς, μια φιλοφρόνηση ή ένας πεισματάρης μετεωρολόγος που όλοι θεωρούσαν ότι έκανε λάθος.

Πάνος Μπιτσαξής

Μια μικρή ιστορική παρατήρηση: στην απόβαση της Νορμανδίας ο ανώτατος διοικητής ήταν ο Dwight D. Eisenhower («Άικ»). Ο βασικός μετεωρολόγος που τον συμβούλευσε ήταν ο James Stagg. Επίσης, ο Άικ πράγματι αναγνώρισε ότι η σωστή μετεωρολογική εκτίμηση υπήρξε καθοριστική, όμως η διατύπωση «είχαμε καλύτερο μετεωρολόγο από τους Γερμανούς» αποδίδεται συχνά ως μεταγενέστερη σύνοψη και όχι ως ακριβές ιστορικό απόσπασμα.

Like2

Οι «Συνάδελφοι» (διήγημα)

Πριν από περίπου τριάντα χρόνια, ο Στέλιος ήταν ένας νέος ασφαλιστής. Όπως όλοι όσοι ξεκινούν, πάλευε καθημερινά να κερδίσει την εμπιστοσύνη των ανθρώπων και να εδραιωθεί σε έναν ιδιαίτερα απαιτητικό χώρο.

Ένα καλοκαιρινό βράδυ βρέθηκε στη Μύκονο για επαγγελματικά ραντεβού. Είχε κλείσει δείπνο με έναν πολύ γνωστό γιατρό του νησιού, άνθρωπο με κύρος και μεγάλη εκτίμηση στην τοπική κοινωνία. Η συζήτησή τους είχε σχεδόν ολοκληρωθεί, όταν η ιδιοκτήτρια του εστιατορίου πλησίασε διστακτικά το τραπέζι.

«Με συγχωρείτε για την ενόχληση», είπε. «Άκουσα άθελά μου ένα μέρος της συζήτησής σας. Αν δεν σας πειράζει, θα ήθελα να γνωρίσω τον κύριο. Ίσως να με ενδιαφέρει κι εμένα αυτό που κάνει.»

Ο γιατρός χαμογέλασε.

«Με μεγάλη μου χαρά», απάντησε. «Να σας συστήσω τον Στέλιο. Είναι ένας από τους καλύτερους επαγγελματίες που έχω γνωρίσει. Και, το σημαντικότερο, είναι άνθρωπος που πρώτα ακούει και μετά προτείνει.»

Εκείνο το βράδυ δεν υπογράφηκε κανένα συμβόλαιο. Ήταν, όμως, η απαρχή μιας γνωριμίας που εξελίχθηκε σε μια βαθιά σχέση εμπιστοσύνης.

Λίγες ημέρες αργότερα, η κυρία Λέλα συνάντησε ξανά τον Στέλιο. Συζήτησαν για τις ανάγκες της οικογένειάς της και τελικά προχώρησαν στη σύναψη και υπογραφή ενός ασφαλιστηρίου υγείας, τόσο για την ίδια όσο και για τον σύζυγό της.

Τα χρόνια πέρασαν. Η επαγγελματική σχέση μετατράπηκε σιγά σιγά σε αληθινή φιλία. Οι δύο οικογένειες αντάλλασσαν ευχές στις γιορτές, μοιράζονταν χαρές, λύπες και καθημερινές στιγμές. Ο Στέλιος δεν ήταν πλέον απλώς ο ασφαλιστής τους· ήταν ένας δικός τους άνθρωπος.

Ύστερα από σχεδόν είκοσι χρόνια, η ζωή έδειξε το πιο σκληρό της πρόσωπο. Η κυρία Λέλα διαγνώστηκε με μια σοβαρή ασθένεια. Ακολούθησαν αλλεπάλληλες νοσηλείες, επίπονες θεραπείες και δύσκολες αποφάσεις. Τα έξοδα ήταν τεράστια. Όμως, το ασφαλιστήριο που είχε συνάψει σχεδόν είκοσι χρόνια νωρίτερα κάλυπτε αδιάλειπτα τις δαπάνες, επιτρέποντάς της να έχει πρόσβαση στις καλύτερες δυνατές υπηρεσίες υγείας και απαλλάσσοντας την οικογένειά της από ένα δυσβάσταχτο οικονομικό βάρος.

Παρά τη γενναία μάχη που έδωσε, η κυρία Λέλα δεν τα κατάφερε.

Λίγες ημέρες μετά την κηδεία, το τηλέφωνο του Στέλιου χτύπησε. Ήταν τα παιδιά της.

«Θέλαμε μόνο να σας πούμε ένα μεγάλο ευχαριστώ», του είπαν με τρεμάμενη φωνή.

Ο Στέλιος σιώπησε, ακούγοντας προσεκτικά.

«Αν η μητέρα μας έζησε με αξιοπρέπεια μέχρι την τελευταία της ημέρα, το οφείλουμε και σε εκείνη την απόφαση που τη βοηθήσατε να πάρει πριν από τόσα χρόνια. Χωρίς αυτό το ασφαλιστήριο, δεν θα μπορούσαμε να της προσφέρουμε όσα της προσφέραμε. Δεν θα το ξεχάσουμε ποτέ.»

Ο Στέλιος έκλεισε το τηλέφωνο συγκινημένος. Πονούσε για την απώλεια μιας αγαπημένης φίλης. Όμως, μέσα στη θλίψη του, ένιωσε και κάτι ακόμη: μια βαθιά δικαίωση. Ένιωσε πως δικαιωνόταν όχι μόνο ο καθημερινός του αγώνας, αλλά και η επιλογή που είχε κάνει νέος να αφιερωθεί σε ένα επάγγελμα που πολλοί υποτιμούσαν.

Στη μνήμη του ήρθε ξαφνικά η σεβάσμια μορφή ενός Μητροπολίτη, πολλά χρόνια πριν, στα εγκαίνια ενός γραφείου της ασφαλιστικής του εταιρείας. Θυμήθηκε τον γέροντα να απευθύνεται στους παρευρισκόμενους με λόγια ζεστά:

«Αγαπητοί μου, πρέπει να ομολογήσω ότι έχουμε κάτι κοινό. Και εμείς οι ιερωμένοι και εσείς οι ασφαλιστές ασκούμε ένα έργο που είναι λειτούργημα. Η διαφορά είναι ότι εσείς είστε πολύ πιο πρακτικοί και άμεσα χρήσιμοι στην κοινωνία. Όταν η ζωή φέρνει την αναποδιά, τρέχετε στον συνάνθρωπό σας και του προσφέρετε τα μέσα για να σταθεί ξανά στα πόδια του. Ο Θεός να σας ευλογεί, αγαπητοί μου συνάδελφοι.»

Εκείνη τη στιγμή, κοιτάζοντας το βουβό τηλέφωνο, ο Στέλιος κατάλαβε, ίσως περισσότερο από κάθε άλλη φορά, την αλήθεια εκείνων των λόγων. Η πραγματική αξία της δουλειάς του δεν μετριόταν με τον αριθμό των ασφαλιστηρίων ούτε με τις προμήθειες που εισέπραττε.

Μετριόταν από εκείνες τις δύσκολες ώρες, όταν μια σωστή απόφαση του παρελθόντος γινόταν ασπίδα για μια οικογένεια που δοκιμαζόταν. Τότε κατάλαβε πως η ασφάλιση δεν πουλά υποσχέσεις· προσφέρει αξιοπρέπεια όταν όλα γύρω μοιάζουν να καταρρέουν.

Γιατί η ασφάλιση, όταν ασκείται με γνώση, ήθος και ευθύνη, δεν είναι απλώς ένα επάγγελμα. Είναι λειτούργημα. Μια ουσιαστική κοινωνική προσφορά, που αποκαλύπτει το πραγματικό της πρόσωπο μόνο στις πιο δύσκολες στιγμές της ανθρώπινης ζωής.

ΚΜ

Like7