Το Τίμημα του Μίσους

Ένα Δηλητήριο με Έναν Μόνο Παραλήπτη

Συχνά αντιλαμβανόμαστε το μίσος ως ένα «όπλο» που στρέφουμε εναντίον εκείνου που μας πλήγωσε, μας αδίκησε ή μας θύμωσε. Στην πραγματικότητα όμως, η ψευδαίσθηση της δύναμης που προσφέρει το μίσος είναι μία από τις μεγαλύτερες παγίδες της ανθρώπινης ψυχολογίας.

Το μίσος δεν είναι μια κατάρα που πέφτει πάνω σε αυτόν που μισείται. Δηλητηριάζει αποκλειστικά αυτόν που το τρέφει.

Η αόρατη φυλακή του θυμού

Όταν μισούμε κάποιον, του παραδίδουμε εντελώς δωρεάν τα κλειδιά της ψυχικής μας ηρεμίας. Του επιτρέπουμε να κατοικεί στο μυαλό μας χωρίς να πληρώνει «ενοίκιο». Ο άνθρωπος που γίνεται αντικείμενο του μίσους μας μπορεί να συνεχίζει τη ζωή του ανεπηρέαστος, να χαμογελά, να δημιουργεί και να κοιμάται ήσυχος. Την ίδια στιγμή, αυτός που μισεί εγκλωβίζεται σε έναν φαύλο κύκλο πικρίας, αγωνίας και εσωτερικής φθοράς.

«Το να κρατάς μίσος είναι σαν να πίνεις εσύ δηλητήριο και να περιμένεις να πεθάνει ο άλλος.»

Η ανάγκη για απελευθέρωση

Το μίσος απαιτεί τεράστια ποσότητα συναισθηματικής ενέργειας. Καταναλώνει τον χώρο που θα μπορούσαμε να διαθέσουμε για την αγάπη, τη δημιουργία, την εξέλιξη και την προσωπική μας γαλήνη. Είναι μια συναισθηματική τοξίνη που διαβρώνει σταδιακά την ικανότητά μας να χαρούμε τη ζωή.

Η συγχώρεση ή, έστω, η συναισθηματική αποστασιοποίηση δεν σημαίνει απαραίτητα αθώωση εκείνου που μας έβλαψε. Σημαίνει αυτοσεβασμό. Είναι η συνειδητή απόφαση να μην αφήσουμε τις πράξεις κάποιου άλλου να καθορίζουν την δική μας ψυχική υγεία.

Στο τέλος της ημέρας, το αντίδοτο στο μίσος δεν είναι απαραίτητα η αγάπη για τον εχθρό μας, αλλά η αδιαφορία και η σοφία να προχωράμε μπροστά. Ας επιλέγουμε να καθαρίζουμε την ψυχή μας από το δηλητήριο. Όχι για χάρη των άλλων, αλλά για να παραμένουμε εμείς ελεύθεροι.

Διακόσια χρόνια ελεύθερης ζωής (1821–2021)

Απόσπασμα από το βιβλίο του Γεωργίου Δημ. Ανέστου* με τίτλο:

ΣΚΕΨΕΙΣ ΚΑΙ ΚΟΥΒΕΝΤΕΣ ΑΠΟ ΕΝΑ ΚΑΡΑΟΥΛΙ ΤΩΝ ΒΑΡΔΟΥΣΙΩΝ

Μετά από διακόσια χρόνια ελεύθερης ζωής, μας δίνεται η ευκαιρία να θυμηθούμε πώς ξεκίνησε η Επανάσταση του 1821, πώς την αντιμετώπισαν οι ελεύθεροι λαοί της Ευρώπης και πώς, ύστερα από εννέα χρόνια πολέμου, κατορθώσαμε να αποτινάξουμε τον τουρκικό ζυγό.

Παράλληλα, όμως, οφείλουμε να αναλογιστούμε και τα λάθη που διαπράξαμε κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, με κορυφαίο τους εμφυλίους πολέμους. Διαφορές απόψεων θα υπάρχουν πάντοτε. Δεν είναι όμως δυνατόν οι Ρουμελιώτες του Κωλέττη να εκστρατεύουν εναντίον του Μοριά και να συμπεριφέρονται χειρότερα ακόμη και από τους Τούρκους.

Αξίζει επίσης να αναρωτηθούμε τι κληροδότησε στον χαρακτήρα μας η μακρόχρονη σκλαβιά. Τα πάθη των εμφυλίων πολέμων, δυστυχώς, μεταφέρθηκαν και στα χρόνια του ελεύθερου βίου μας. Δεν αρκεί να τα θυμόμαστε· πρέπει να γίνουν διαρκής υπενθύμιση προς την πολιτική ηγεσία ότι νοοτροπίες και συνήθειες αιώνων δεν αλλάζουν εύκολα. Ο ασφαλέστερος δρόμος είναι η αυτοσυγκράτηση απέναντι σε κάθε πρόβλημα που διχάζει την ελληνική κοινωνία, αλλά και η συστηματική καλλιέργεια της ιστορικής γνώσης μέσα από την εκπαίδευση των νέων γενεών.

Εξάλλου, ως κοινωνία, οφείλουμε να αποβάλουμε την εύκολη τάση να θεωρούμε ότι για κάθε δυσκολία της ζωής μας ευθύνονται πάντοτε οι ξένες δυνάμεις. Ασφαλώς, ένας μικρός λαός με μακραίωνη ιστορία δεν μπορεί να αποφύγει τις συνέπειες των παγκοσμίων πολέμων. Γιατί, όμως, εξαιτίας των συμφερόντων των λίγων οδηγηθήκαμε στην καταστροφή του πολέμου του 1897, χωρίς να διδαχθούμε από την πτώχευση που είχε προηγηθεί επί Χαριλάου Τρικούπη; Γιατί, μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οδηγηθήκαμε στη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, παραβιάζοντας τη Συνθήκη των Σεβρών; Δεν μας αρκούσε η πολιτική του Ελευθερίου Βενιζέλου; Θελήσαμε περισσότερα. Και, αντί να αναλάβουμε τις ευθύνες μας, επιρρίψαμε τα πάντα στους ξένους.

Αλλά και για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο αξίζει να αναλογιστούμε ορισμένα πράγματα. Τον πόλεμο τον προκάλεσαν οι Έλληνες; Ασφαλώς όχι. Είχαμε τη δύναμη να αντιμετωπίσουμε μόνοι μας τον Χίτλερ; Και πάλι όχι. Ορθώς πολεμήσαμε στο πλευρό των συμμάχων μας. Όσα συνέβησαν, όμως, κατά την Κατοχή (1941–1944) είναι γνωστά σε όλους. Με την απελευθέρωση, χιλιάδες Έλληνες είχαν χάσει τη ζωή τους και τεράστιες περιουσίες είχαν καταστραφεί. Ήταν άραγε αναπόφευκτο να μετατραπεί η χώρα μας σε πεδίο αντιπαράθεσης των ξένων δυνάμεων κατά τον Ψυχρό Πόλεμο; Ήταν αναγκαίο να συνεχιστεί η αιματοχυσία έως το 1949 με τον εμφύλιο σπαραγμό;

Η απάντηση είναι προφανής: δεν έπρεπε να συμβεί. Το ερώτημα, όμως, παραμένει: τι κάναμε για να αποφύγουμε την επανάληψη των λαθών του παρελθόντος; Δυστυχώς, τα λησμονήσαμε.

Ας ελπίσουμε ότι, με αφορμή τη συμπλήρωση διακοσίων χρόνων από την Επανάσταση του 1821, θα διδαχθούμε από την ιστορία μας και θα φανούμε αντάξιοι της μακραίωνης πορείας του ελληνικού έθνους

*Ο Γιώργος Ανέστος, επίτιμος σχολικός σύμβουλος, γεννήθηκε στο Κόκκινο Δωρίδας το 1937.

Σπούδασε στη Μαράσλειο ακαδημία, στη φιλοσοφική και νομική σχολή και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Πάντειο.

Υπηρέτησε ως δάσκαλος σε πολλά σχολεία στην Ελλάδα και στην Γερμανία.

Like2

Η «Επιστολή προς Μενοικέα»

Στην περίφημη επιστολή προς τον Μενοικέα που είναι ένα από τα σημαντικότερα σωζόμενα κείμενα του Επίκουρου διαβάζουμε:

«Γεννηθήκαμε μια φορά και δε γίνεται να γεννηθούμε και δεύτερη, ενώ είναι βέβαιο πως δεν θα υπάρξουμε ξανά στον αιώνα τον άπαντα.

Εσύ όμως, ενώ δεν εξουσιάζεις το αύριο, αναβάλλεις την ευτυχία γι’ αργότερα.

Και η ζωή κυλά με αναβολές και χάνεται, και ο καθένας μας πεθαίνει μες στις έγνοιες.»

Like2

Μην επιτίθεσαι στις πεποιθήσεις. Ενέπνευσε νέες ! 

Από το ΓΛ η πιο κάτω ανάρτηση.

“Οι πεποιθήσεις είναι πεισματικές, ταυτόχρονα όμως αποδεικνύονται και εύπλαστες. 

Προκειμένου να μεταβάλει μια πεποίθηση, ο άνθρωπος πρέπει να βρει τρόπο εξασφάλισης νέων πειστικών στοιχείων τα οποία μπορεί να εμπιστευτεί. 

Είναι πιθανότερο να πιστέψει στην εγκυρότητα αυτών των νέων στοιχείων, εφόσον η πηγή τους συμφωνεί με τις υπόλοιπες υφιστάμενες απόψεις του. 

Τα αποδεικτικά στοιχεία που περιγράφουν θετικά αποτελέσματα είναι εκείνα που μπορεί ευκολότερα να πιστέψει ο άνθρωπος. 

Αν αμφισβητήσεις την εγκυρότητα και τη λεπτομέρεια οποιασδήποτε από τις αυτοπεριοριστικές πεποιθήσεις σου, η πεποίθησή σου θα εξασθενήσει.

 Αν θέλεις ν’ αλλάξεις τις πεποιθήσεις ενός άλλου, μην επιτίθεσαι σε αυτές, κατάστησε τον άλλο αυτόπτη μάρτυρα των θετικών νέων στοιχείων που θα τον εμπνεύσουν και ταυτόχρονα θα εξισορροπήσουν τις αρνητικές επιδράσεις των παλιών πεποιθήσεων του. 

Οι περιοριστικές πεποιθήσεις που δεν αμφισβητούνται συνιστούν το σημαντικότερο εμπόδιο ανάμεσα στο ποιοι είμαστε και ποιοι θα μπορούσαμε να είμαστε. 

Πάψε να λες στον εαυτό σου πως δεν ξέρεις αρκετά, δεν μπορείς να τα καταφέρεις ή δεν αξίζεις . Η εξέλιξη προκύπτει όταν αρχίζεις να κάνεις εκείνα τα πράγματα που δεν έχεις τα προσόντα να κάνεις. 

Τα όσα πιστεύουμε για τον εαυτό μας διαμορφώνουν τις σκέψεις και τα συναισθήματά μας, οι σκέψεις και τα συναισθήματά μας καθορίζουν τις πράξεις μας, και οι πράξεις μας διαμορφώνουν τα αποδεικτικά μας στοιχεία. Προκειμένου να δημιουργήσεις νέα στοιχεία πρέπει να αλλάξεις τις πράξεις σου.

Προκειμένου να δομήσεις το προσωπικό σου αφήγημα, χρειάζεσαι αποδεικτικά στοιχεία και τα στοιχεία αυτά προκύπτουν από τις επιλογές που κάνεις όταν αντιμετωπίζεις κάποια αντιξοότητα. 

Το πλέον πειστικό σημάδι πώς κάποιος θα καταγράψει νέα αποτελέσματα στο μέλλον, είναι η νέα συμπεριφορά του στο παρόν.”

*********************

Τα παραπάνω είναι αποσπάσματα από το βιβλίο του Steven Bartlett : “Το ημερολόγιο ενός CEO. Οι 33 κανόνες για την εργασία και τη ζωή” (κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Key Books).

Μου αρέσουν τα βιβλία όπου ο συγγραφέας τους μεταφέρει στους αναγνώστες του “δουλεμένες” ιδέες, που έχουν δοκιμαστεί στην πράξη και έχουν αξιολογηθεί εκ του αποτελέσματος, που δημιούργησαν. 

Ο Steven Bartlett κάνει αυτό ακριβώς. Πέρα από τα διδάγματα που συνέλεξε από τη δική του προσωπική (και επιτυχημένη) επιχειρηματική πορεία, έχει συγκεντρώσει πάνω από 700 ώρες ηχογραφημένων συνεντεύξεων με καταξιωμένους επαγγελματίες από το χώρο των επιχειρήσεων, των επιστημών, του αθλητισμού, της διασκέδασης κοκ.

ΓΛ

Like2

Απο το στρωμένο, ξέχειλο ομηρικό τραπέζι, αρτίζεται ο καθείς με ό,τι τραβάει η όρεξή του!

Του Χρήστου Χωμενίδη, από τα «Νέα».

Από την Ιλιάδα, από την Οδύσσεια -και από τη Βίβλο- πηγάζει ο δυτικός πολιτισμός. Όλα όσα αφορούν τον άνθρωπο συναντώνται στον Ομήρο. Υπήρξε ο Όμηρος; Έζησε κάποτε στο Αιγαίο ένας μεγαλοφυής τραγουδοποιός, πήρε τους προϋπάρχοντες μύθους κι έπλασε τα έπη του; Προσωπικά δεν αμφιβάλλω διόλου. Και μόνον η απόφαση η Ιλιάδα να ξεκινά με τον καβγά δυό αντρών για μια γυναίκα –«μήνιν άειδε, θεά…»- και ο πόλεμος να είναι στο φόντο αποτελεί δραματουργία τόσο ρηξικέλευθη, τόσο μοντέρνα, ώστε δεν μπορεί να αποδοθεί στη λαϊκή μούσα.

Κάποιοι φιλόλογοι αποπειρώνται να βιογραφήσουν τον Όμηρο. «Ήταν» υποστηρίζουν «ναυτικός. Πώς αλλιώς θα μας ιστορούσε με τέτοια γλαφυρότητα τα καραβοτσακίσματα του Οδυσσέα; Πώς θα κατείχε επακριβώς τους ανέμους και τη θέση των άστρων; Είχε επίσης ασκήσει και υποστεί την εξουσία. Ήξερε στο πετσί του τις συγκρούσεις και τις ίντριγκες, δεν τις παρατηρούσε από απόσταση ασφαλείας, σαν κάμποσους μετέπειτα “πνευματικούς άνθρωπους”. Τα έπη του μπορούν να διαβαστούν και σαν πολιτικά εγχειρίδια, διδακτικότερα κι από τον Μακιαβέλι.» Καναδυό μελετητές το τερμάτισαν. «Ο Όμηρος και ο Οδυσσέας είναι το ίδιο πρόσωπο! Πυρήνας του έργου τα απομνημονεύματα ενός βασιλιά-πολέμαρχου, που αφού άλωσε ένα μέγα κάστρο, γέρος πιά διηγούνταν τους θριάμβους και τις συμφορές του…»

Απο το στρωμένο, ξέχειλο ομηρικό τραπέζι, αρτίζεται ο καθείς με ό,τι τραβάει η όρεξή του. Ο Καβάφης απόσταξε τους χυμούς και μας παρέδωσε την εμβληματική Ιθάκη. Καθώς και ένα ακόμα βαθύτερο -φρονώ- ποίημα, τη Δευτέρα Οδύσσεια. Ο Καζαντζάκης αράδιασε 33.333 στίχους, που τους θεωρούσε μάλιστα το αριστούργημά του, πολύ ανώτερο από τον Ζορμπά ή την Αναφορά στον Γκρέκο. Ο Τζόυς τοποθέτησε τον Οδυσσέα του στο Δουβλίνο. Είχε και ο Νόλαν προφανώς κάθε δικαίωμα να επιλέξει ελεύθερα, να αναπτύξει κινηματογραφικά εκείνα που τον συγκινούσαν.

Το βασικό ζητούμενο για μια ταινία είναι να παρασύρει, να συναρπάζει τον θεατή. Εφόσον εγώ μες στον καύσωνα, σε θερινό με μέτριο ήχο κι άβολα καθίσματα, καθηλώθηκα επί τρεις ώρες, ο Νόλαν τα κατάφερε θαυμάσια. Οι αντιρρήσεις μου για την Οδύσσεια του είναι επιμέρους. Ουδόλως αναιρούν την απόλαυση.

Θέλησε ο Νόλαν την Ελένη και την Κλυταιμνήστρα μαύρες. Κανένα απολύτως πρόβλημα. Κτήμα είναι ο Όμηρος της ανθρωπότητας εσαεί, πολύχρωμος στο πνεύμα του. Σε άλλο ενίσταμαι. Στο ότι εκείνη η οποία υποδυόταν την Ελένη -που εξαιτίας της ψυχές αμέτρητες πήγαν στον Άδη- δεν μου έμοιαζε η εκτυφλωτικότατη καλλονή. Η ωραιότερη των γυναικών. Η ομορφιά, θα μου πείτε, κρίνεται διαφορετικά από τον καθένα. Πάσο.

Γιατί όμως να παραλείψει ο Νόλαν τρία κομβικάτα σημεία του έπους;

Τη μοιραία αποκοτιά του Οδυσσέα, αφότου είχε τυφλώσει τον Πολύφημο. Σκαρφαλωμένος ο κύκλωπας στην κορυφή του νησιού του ούρλιαζε, οδυρόταν, ζητούσε από τον πατέρα του εκδίκηση. «Ποιός σε κατάντησε έτσι;» ρωτάει ο Ποσειδώνας. «Ο Κανένας!» βρυχάται το τέρας. «Κανένα συνεπώς δεν θα τιμωρήσω…» καγχάζει ο θεός. Το άκουσε ο Οδυσσέας κι ενώ είχε ήδη απομακρυνθεί με το καράβι του, γύρισε πίσω για να πάρει -φιγουρατζίδικα, ελληναράδικα- τη δόξα. «Της Ιθάκης ο άναξ, του Λαέρτη ο γιός σε στράβωσε, στραβούλιακα!» του φώναξε. Τον άκουσε ο Ποσειδώνας και πήγαν όλα, έκτοτε, κακήν κακώς…

Όταν ο Τηλέμαχος επισκέφθηκε το βασιλικό ζεύγος της Σπάρτης, η Ελένη κι ο Μενέλαος τον κάθισαν ανάμεσά τους. Θυμήθηκαν, για χατίρι του, τα παλιά. «Τότε, που με είχε αρπάξει στα φτερά του ο Έρωτας…» είπε τη μαγική φράση η Ελένη. Καταλάβατε; Ο Έρωτας -καν για τον Πάρη, καν για τον παντρεμένο γείτονά σας- κυβερνάει. Κανείς δεν μπορεί, ούτε και πρέπει, να του αντιστέκεται.

Κατέβηκε ο Οδυσσέας στον Άδη. Συνάντησε, ανάμεσα σε πολλούς, τον Αχιλλέα. «Κι εδώ ακόμα πρώτος των πρώτων είσαι!» τον θαύμασε. Τον κοίταξε εκείνος φαρμακωμένος. «Κάλλιο ο πιο φουκαρατζίκος στη ζωή παρά ο βασιλιάς στον θάνατο…» του απάντησε. Έτσι τέλειωσε ο Αχιλλέας, με έναν του στεναγμό, κάθε μεταφυσική ελπίδα.-

Like2

Η Οδύσσεια του Νόλαν

Η Γουίλσον, η οποία είναι πρόεδρος του Τμήματος Κλασικών Σπουδών και καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο της Πενσιλβάνια, σε συνέντευξή της στους Sunday Times, δήλωσε για την οδύσσεια του Νόλαν:

«Δεν με άγγιξε συναισθηματικά καθόλου. Και νομίζω ότι αυτό οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι, σε αντίθεση με τον Όμηρο, δεν είναι πολύ καλογραμμένη. Οι χαρακτήρες δεν έχουν το βάθος που έχουν οι ομηρικοί χαρακτήρες. Σκεφτόμουν: “Με νοιάζει πραγματικά αν αυτός ο άνθρωπος θα επιστρέψει στη γυναίκα του;” . Δεν μου έχεις δώσει κανέναν λόγο να ενδιαφερθώ.»

Παρ’ όλα αυτά, η Γουίλσον αναγνώρισε τον αντίκτυπο που ήδη έχει η ταινία στην ενίσχυση του ενδιαφέροντος για την αρχαία ελληνική λογοτεχνία, αλλά και για τον κινηματογράφο.

«Η κυκλοφορία της Οδύσσειας παραμένει ένα γεγονός που αξίζει να γιορτάσουμε. Αυτό το έπος φέρνει το κοινό πίσω στις κινηματογραφικές αίθουσες… Οι μεταφράσεις της Οδύσσειας, συμπεριλαμβανομένης της δικής μου, γίνονται ανάρπαστες… και ίσως η ταινία πείσει ορισμένους πανεπιστημιακούς διοικητές να μην περικόψουν τα τμήματα λογοτεχνίας, γλωσσών και ιστορίας.»

Καταλήγοντας, δήλωσε:

«Ο Νόλαν κάνει ό,τι μπορεί για να κάνει το ευρύ κοινό να ξαναδιαβάζει βιβλία, και γι’ αυτό του είμαι ευγνώμων.»

Like2