Νικόλαος Καβάσιλας: Ο μυστικός θεολόγος της Θείας Ζωής,

Ο μυστικός θεολόγος της Θείας Ζωής, γεννήθηκε περί το 1322 στη Θεσσαλονίκη, την πόλη που εκείνη την εποχή ήταν το δεύτερο μεγαλύτερο πνευματικό και πολιτιστικό κέντρο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και το κύριο πεδίο της Ησυχαστικής Εριδας που συγκλόνιζε την Εκκλησία. Το επώνυμο Καβάσιλαςυιοθέτησε από τον θείο του αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης Νείλο, αφήνοντας το πατρικό του που ήταν Χαμαετός. Σπούδασε στην Κωνσταντινούπολη, όπου γνωρίστηκε με τους μεγαλύτερους λογίους της εποχής, ανέπτυξε φιλίες με σημαντικές προσωπικότητες και εισήλθε στους κύκλους της βυζαντινής πνευματικής ζωής. Ηταν δε άνθρωπος εξαιρετικής μόρφωσης, καθώς γνώριζε βαθιά φιλοσοφία, ρητορική, θεολογία και λογοτεχνία. Ενα από τα ασυνήθιστα χαρακτηριστικά του Καβάσιλα είναι ότι υπήρξε λαϊκός, ποτέ δεν χειροτονήθηκε επιβεβαιωμένα κληρικός ή ποτέ δεν εκάρη μοναχός, και όμως ανήκει στους μεγαλύτερους θεολόγους που γνώρισε η Ορθόδοξη Εκκλησία.

Για να κατανοηθεί η θεολογία του Καβάσιλα, θα πρέπει να ενταχθεί στο πνευματικό κλίμα της εποχής του, που ήταν οι Ησυχαστικές Εριδες, η μεγαλύτερη θεολογική σύγκρουση του Βυζαντίου μετά την Εικονομαχία, με κεντρικό ερώτημα αν δύναται ο άνθρωπος να δει και να γνωρίσει τον Θεό σε αυτή τη ζωή, και αν ναι, τι ακριβώς βλέπει. Ο Βαρλαάμ ο Καλαβρός, επηρεασμένος από τον δυτικό σχολαστικισμό, υποστήριξε ότι ο Θεός είναι απόλυτα άγνωστος ως προς την ουσία Του, και ότι το Φως της Μεταμόρφωσης (Θαβώρειο) που είδαν οι Απόστολοι ήταν κτιστό, φυσικό φαινόμενο και όχι θεία πραγματικότητα. Σε αυτή τη θέση, ο Γρηγόριος Παλαμάς απάντησε με τη διάκριση ουσίας και ενεργειών του Θεού, ότι δηλαδή ο Θεός παραμένει άγνωστος και αμέθεκτος στην ουσία Του, αλλά μεθεκτός στις άκτιστες θεωτικές ενέργειές Του, με το Φως της Μεταμόρφωσης να είναι άκτιστο, η ίδια η δόξα του Θεού. Ο Καβάσιλας ήταν βαθιά παλαμικός στη σκέψη, όλη η θεολογία του είναι εμποτισμένη από αυτή τη διάκριση και από την πεποίθηση ότι ο άνθρωπος μπορεί να ενωθεί πραγματικά με τον Θεό.

Το «Περί της εν Χριστώ Ζωής» είναι το αριστούργημά του και ένα από τα πιο εκπληκτικά κείμενα της ορθόδοξης πνευματικής γραμματείας. Αποτελείται από επτά ενότητες, οι τέσσερεις πρώτες αφιερώνονται στα τρία μυστήρια της χριστιανικής μύησης, το Βάπτισμα, το Χρίσμα και τη Θεία Ευχαριστία, ενώ οι επόμενες στη ζωή εν Χριστώ που βιώνεται από αυτά τα μυστήρια. Για τον Καβάσιλα, αυτή η ζωή δεν είναι ηθική βελτίωση, δεν είναι θρησκευτική συμμόρφωση, δεν είναι αφηρημένη πνευματικότητα, αλλά κυριολεκτικά η ζωή του Χριστού που εγκαθίσταται μέσα στον βαπτισμένο χριστιανό. Το βάπτισμα γεννά τον νέο άνθρωπο, το χρίσμα τον κινεί και τον ενεργοποιεί και η Θεία Ευχαριστία τον θρέφει και τον συντηρεί.

Η Θεία Ευχαριστία κατέχει, επίσης, κεντρική θέση στη θεολογία του Καβάσιλα και αυτό που γράφει για αυτήν είναι από τα πιο ωραία και βαθιά κείμενα της ορθόδοξης θεολογίας. Η Ευχαριστία δεν είναι απλώς ανάμνηση, είναι πραγματική παρουσία. Δεν είναι απλώς σύμβολο, είναι πραγματικότητα, και ο Χριστός δεν αντιπροσωπεύεται στην Αγία Τράπεζα, αλλά παρίσταται, καταλήγει δε να τονίζει ότι η Ευχαριστία δεν είναι μόνο ανάμνηση της σταύρωσης, αλλά αναπαράσταση ολόκληρης της ζωής του Χριστού, της ενανθρώπησης, του σταυρού, της ανάστασης και της ανάληψης.

Το δεύτερο μεγάλο έργο του, η «Ερμηνεία της Θείας Λειτουργίας», είναι από τα σημαντικότερα λειτουργιολογικά κείμενα της Ορθόδοξης Εκκλησίας, όπου αναλύει λεπτομερώς κάθε μέρος της Θείας Λειτουργίας, τις ευχές, τις κινήσεις, τα σύμβολα, τα άσματα και αποκαλύπτει τη βαθύτερη θεολογική σημασία τους ως ζωντανής μυσταγωγίας που εισάγει τον πιστό στα έσχατα. Ως προς την ενανθρώπηση, ο Καβάσιλας ανέπτυξε μια βαθιά χριστολογική ανθρωπολογία, την ιδέα ότι ο Χριστός είναι ο «νέος Αδάμ», όχι με την έννοια ότι επανορθώνει το λάθος του πρώτου Αδάμ, αλλά ότι αποκαλύπτει τον αρχικό σκοπό της δημιουργίας. Η ενανθρώπηση δεν ήταν απλώς αντίδραση στην πτώση, αλλά η προαιώνια βουλή του Θεού, με τον άνθρωπο να δημιουργείται για να γίνει κοινωνός της θείας φύσεως.

Ενα από τα πιο ποιητικά κεφάλαια του «Περί της εν Χριστώ Ζωής» είναι αφιερωμένο στην αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο, όπου ο Καβάσιλας γράφει με εκπληκτική τόλμη ότι ο Χριστός αγαπά τον άνθρωπο περισσότερο απ’ ό,τι ο άνθρωπος αγαπά τον εαυτό του, ότι ο Θεός είναι «τρελός» από αγάπη για τον άνθρωπο και αυτός ο «μανικός έρωτας» είναι η αγάπη που τον οδήγησε στην ενανθρώπηση και τον σταυρό. Η λέξεις του αυτές, «θεία μανία», «έρωτας» κ.λπ., δεν είναι τολμηρές αστοχίες αλλά συνειδητή θεολογική επιλογή. Ο Καβάσιλας χρησιμοποιεί τη γλώσσα της αγάπης και του πόθου για να περιγράψει τη σχέση Θεού και ανθρώπου, ακολουθώντας την παράδοση του ΔιονυσίουΑρεοπαγίτη, του Μαξίμου του Ομολογητή και του Συμεών του Νέου Θεολόγου.

Ο Καβάσιλας υπήρξε και πολιτικά ενεργός, γεγονός σπάνιο για έναν θεολόγο της εποχής. Υποστήριξε τον Ιωάννη Στ΄ Καντακουζηνό στον εμφύλιο πόλεμο που συγκλόνισε το Βυζάντιο μεταξύ 1341 και 1347 και έγραψε επίσης πολιτικά κείμενα, μεταξύ των οποίων ένα «Κατά των τοκογλύφων», επίθεση κατά της οικονομικής εκμετάλλευσης και σπάνιο παράδειγμα κοινωνικής θεολογίας στο Βυζάντιο. Οι τελευταίες δεκαετίες της ζωής του Καβάσιλα παραμένουν σκοτεινές, καθώς οι πηγές δεν μας δίνουν σαφείς πληροφορίες. Κοιμήθηκε πιθανότατα περί το 1391, λίγες δεκαετίες πριν από την τελική κατάρρευση του Βυζαντίου. 

Περί “αθανασίας” ως υποσυνείδητης ανθρώπινης επιθυμίας και η ρίζα αυτής…

Η τεχνολογία (με τα επαυξημένα στις μέρες μας επιτεύγματα, λόγω συμβολής της Τεχνητής Νοημοσύνης και – στο όχι πολύ μακρινό μέλλον – λόγω ανάπτυξης (και) των κβαντικών υπολογιστών) δεν είναι ο “κακός” της υπόθεσης (όχι ακόμα τουλάχιστον, και όχι μέχρι να αποκτήσει δυνατότητα αυτενέργειας που θα παρακάμπτει την ανθρώπινη βούληση και επιλογή).

Είναι ένα εργαλείο και ως τέτοιο κατευθύνεται (ακόμα) από την ανθρώπινη βούληση, που οριοθετεί και τη χρήση της.

Εάν λοιπόν τα τελευταία χρόνια γνωρίζουν μεγάλη άνθηση (στις Η.Π.Α.) εταιρείες βιοτεχνολογίας που προσπαθούν να δώσουν πρακτική λύση στο “πρόβλημα” του θανάτου, αυτό συμβαίνει επειδή κάποιοι (άνθρωποι) το επιζητούν.

Και επειδή το “σπορ ” της κατάκτησης της βιολογικής αθανασίας (μέσω και της αναστροφής της γήρανσης) είναι ακριβό, οι άνθρωποι που το επιζητούν και το χρηματοδοτούν είναι “οι έχοντες και κατέχοντες” και μάλιστα οι πολύ υψηλού επιπέδου…

Ανέκαθεν όμως συνέβαινε αυτό…

Υπάρχει πχ. το ιστορικό προηγούμενο με κάποιους υπερφιλόδοξους Κινέζους Αυτοκράτορες, που για παραμείνουν αθάνατοι (και να συνεχίσουν να απολαμβάνουν τα προνόμια του τίτλου τους), πείθονταν από κάποιους τσαρλατάνους της Αυλής τους να καταναλώνουν διάφορα “ματζούνια”, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν και ο (τοξικός) υδράργυρος, με αποτέλεσμα να αποχαιρετούν τον μάταιο τούτο κόσμο μια ώρα αρχύτερα…

Εγώ πάλι στοιχηματίζω, ότι αν κάποια στιγμή στο μέλλον αυτή η δυνατότητα (αποφυγής του θανάτου συνδυασμένης με αναστροφή της γήρανσης) καταλήξει οικονομικά προσιτή, θα έχει πολλούς θιασώτες και υποψήφιους αγοραστές…

Και το ερώτημα που ανακύπτει είναι για ποιό λόγο συμβαίνει όλο αυτό??

Ποιός και γιατί φοβάται και προσπαθεί να αποφύγει το θάνατο ??

Εάν υπάρχει αθάνατη ατομική ψυχή, γιατί να φοβάται αυτή??

Μήπως φοβάται ο ανθρώπινος νους, κατακλυσμένος από ένα σωρό προκαταλήψεις ή/και αναπόδεικτες πεποιθήσεις??

Ποιός ο ρόλος των απανταχού θρησκειών που λανσάρουν “τη μετά θάνατο ζωή”, προβλέπουν (ή και προσβλέπουν) σε παραδείσους και κολάσεις, ή ακόμα και σε μετενσαρκώσεις (που ανάλογα με το πόσο καλό ή κακό παιδί ήσουνα, παίρνεις – ή όχι – και το ανάλογο μπόνους στην επόμενη μετενσάρκωση) ??

Εάν είναι να επιβιώνω στον αιώνα τον άπαντα ως ασώματη ατομική ψυχή, ή σε νέα ενσώματη εκδοχή, γιατί να ρισκάρω την “αλλαγή καθεστώτος” αποδεχόμενος την προοπτική του αγνώστου και να μην προσπαθήσω να παρατείνω την παρούσα βιολογική ζωή (που ξέρω κιόλας πώς είναι και τί να περιμένω??).

Εν ολίγοις, “μη ρίχνετε το ανάθεμα” στην πλευρά της Τεχνολογίας, όταν στρατεύεται (με το αζημίωτο), για να υπηρετήσει υποσυνείδητες ανθρώπινες επιθυμίες…

Στα ανθρώπινα μυαλά και στις νοοτροπίες που επηρεάζονται από ισχυρά πολιτιστικά και θρησκευτικά πρότυπα, αναζητήστε τις αιτίες !!

Από την άλλη, πολλά χρόνια πριν ένας δικός μας (Επίκουρος) είχε μιλήσει απλά και σταράτα : 

«Να συνηθίζεις στην ιδέα ότι ο θάνατος είναι για ‘μας ένα τίποτα, γιατί κάθε καλό και κακό έγκειται στον τρόπο με το οποίο γίνεται αισθητό, και ο θάνατος είναι στέρηση της αίσθησης. Η επίγνωση, έτσι, ότι ο θάνατος είναι για ΄μας ένα τίποτα μάς κάνει ευχάριστη τη θνητή ζωή μας, όχι γιατί προσθέτει άπειρο χρόνο σε αυτήν, αλλά γιατί αφαιρεί τον πόθο της αθανασίας. Γιατί τίποτα μέσα στη ζωή δεν είναι φοβερό για όποιον έχει στ’ αλήθεια κατανοήσει ότι τίποτα φοβερό δεν υπάρχει στο να μη ζει κανείς. Είναι ως εκ τούτου ανόητος όποιος λέει ότι φοβάται το θάνατο, όχι επειδή θα υποφέρει σαν έρθει ο θάνατος, αλλά επειδή του είναι δυσάρεστη η ιδέα ότι πρόκειται να έρθει ο θάνατος. Γιατί αδίκως θλιβόμαστε περιμένοντας ένα πράγμα που σαν το ‘χουμε δίπλα μας δεν ενοχλεί. Το πιο φρικτό λοιπόν απ’ όλα τα άσχημα πράγματα, ο θάνατος, είναι για ‘μας ένα τίποτα, ακριβώς γιατί όταν εμείς υπάρχουμε, ο θάνατος δεν είναι κοντά μας, και όταν πάλι έρθει ο θάνατος δίπλα μας, τότε πια δεν υπάρχουμε εμείς. Ούτε τους ζωντανούς λοιπόν αφορά ο θάνατος, ούτε τους πεθαμένους, αφού για εκείνους δεν υπάρχει, ενώ αυτοί οι τελευταίοι δεν έχουν πια υπόσταση. Βέβαια, οι πολλοί από τη μια πασχίζουν να αποφύγουν το θάνατο ως την πιο μεγάλη, κατ’ αυτούς, συμφορά, κι από την άλλη τον αποζητούν ως ανάπαυση από τα δεινοπαθήματα της ζωής. Ωστόσο, ο σοφός ούτε τη ζωή απαρνιέται, ούτε την ανυπαρξία φοβάται. Γιατί ούτε αποτελεί γι’ αυτόν ενόχληση το ότι ζει, ούτε πάλι νομίζει ότι είναι κακό να μη ζει κανείς. Κι όπως στο φαγητό δεν προτιμά με κανένα τρόπο τη μεγαλύτερη ποσότητα, αλλά το πιο εύγευστο, όμοια κι εδώ δεν απολαμβάνει τον διαρκέστερο χρόνο, αλλά τον όσο το δυνατόν πιο ευχάριστο. Κι αυτός πάλι που προτρέπει το νέο να ζει όμορφα και τον γέροντα να δώσει όμορφο τέλος στη ζωή του είναι ανόητος, όχι μόνο επειδή η ζωή είναι κάτι επιθυμητό, αλλά και επειδή το να ζει κανείς όμορφα και να πεθαίνει όμορφα είναι ένα και το αυτό εγχείρημα. Πολύ χειρότερος είναι όμως αυτός που λέει πώς καλό είναι να μη γεννηθεί κανείς, “κι άμα γεννηθεί, γοργά τις πύλες του Άδη να διαβεί”. Αν το λέει από πεποίθηση, γιατί δεν φεύγει από τη ζωή?? Στο χέρι του είναι να το κάνει, αν αυτό αποτελεί εδραία πεποίθησή του.Αν πάλι το λέει έτσι στ΄ αστεία, δείχνει ελαφρόμυαλος σε πράγματα που δεν το σηκώνουν.»

(Απόσπασμα από την “Επιστολή προς Μενοικέα”). 

Για όσους θελήσουν να εντρυφήσουν περισσότερο στα επικούρεια, συνιστώ το – κατά τη γνώμη μου – καλύτερο βιβλίο για την επικούρεια φιλοσοφία, του καθηγητή Πανεπιστημίου Χ. Θεοδωρίδη “Επίκουρος – Η αληθινή όψη του αρχαίου κόσμου” από τις εκδόσεις ΕΣΤΙΑ.

Κρατήστε λοιπόν και τα παραπάνω, για την περίπτωση που δεν φτηνήνει αρκετά γρήγορα η “τεχνολογία της αθανασίας” 

Γ.Λ.

«στους εντάξει λέμε ναι,

στις πλάκες και τα πάρτυ λέμε ναι,

στους σκύλους και τις γάτες λέμε ναι,

στην δράση λέμε ναι.

όχι λέμε στην ηρωίνη και την εξάρτηση,

όχι λέμε στους άσχετους,

όχι στους ξενέρωτους

όχι στους κυριλέ»

Πώς συμβαίνουν τα πράγματα ….

Ή όπως έλεγε και ο Henry Ford : “Whether you think you can or you think you can’t, you are right”.

Ο κόσμος του καθενός σχηματίζεται από την αντιληπτική του ικανότητα.

Τα στάδια πάνε κάπως έτσι : παρατήρηση / συλλογή πληροφοριών μέσω των αισθήσεων, καταγραφή στη μνήμη (μέσα από τη  δημιουργία και τη σύνθεση πολλών και πολύπλοκων συνάψεων μεταξύ των νευρώνων του εγκεφάλου), παγίωση ενός τρόπου αναγνώρισης και ερμηνείας των ανωτέρω πληροφοριών, που οδηγεί με τη σειρά του σε αναμνήσεις, σκέψεις, συνήθειες, που κινούνται στην “πεπατημένη” που έχουν δημιουργήσει οι εν λόγω “εγγραφές”.

Άρα τελικά, η εκάστοτε “αντίληψη” είναι μια προσωπική (και άρα διαφορετική για τον καθένα) ικανότητα, που χτίζεται και αποτυπώνεται στους νευρώνες και στις συνάψεις του εγκεφάλου του.

Καθώς είναι επιστημονικά και πειραματικά αποδεδειγμένο εδώ και χρόνια ότι ένα βασικό χαρακτηριστικό του ανθρώπινου εγκεφάλου είναι η νευροπλαστικότητα, αυτές οι εγγραφές (ευτυχώς) δεν εξομοιώνονται με “χάραγμα στην πέτρα”.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η ουσία : αυτό που κάποτε σκέφτηκες, πίστεψες, εφάρμοσες, μπορεί να αλλάξει σε κάτι διαφορετικό, αν (και πάλι εσύ, όπως και την αρχική φορά) το αποφασίσεις !! 

Μόνο που κάθε αλλαγή στο “γνωστό” και “οικείο” προϋποθέτει και αλλαγή στις “εγγραφές”, ήτοι νέες συνάψεις μεταξύ των νευρώνων, νέα “μονοπάτια” που θα σε βοηθήσουν αρχικά να σκεφτείς και εν συνεχεία να δράσεις διαφορετικά. 

Κι αυτό θέλει λίγο δουλίτσα, αλλά δεν είναι αδύνατο ή ακατόρθωτο…σε οποιαδήποτε ηλικία (και αυτό είναι επίσης πειραματικά αποδεδειγμένο).

Το κίνητρο που έχεις ή θα δημιουργήσεις, για να πετύχεις αυτή τη νοητική “μετάλλαξη”  είναι αυτό που θα κάνει τη διαφορά στην προσπάθεια που θα καταβάλεις και στο αποτέλεσμα που θα καταφέρεις…

Στο τέλος, όλοι είμαστε “αρχιτέκτονες” της ζωής που ζούμε…

Γ.Λ.

Like2