
Ο Άγιος Γεώργιος στο Κάστρο του Βελούχοβου


Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.


Το βασίλειο του Γιώργου Αντωνίου!
Ο αρχηγός, ο αείμνηστος Δημήτρης Καλαντζης, μαζί με τον Γιώργο και την Ευθυμία Μπερτσιά στον Μαραθώνα


Η προσωπικότητα, ο χαρακτήρας και ο εσωτερικός πλούτος του ανθρώπου καθορίζουν την ποιότητα της ζωής του πολύ περισσότερο από τα χρήματα, τη θέση ή τη φήμη.


Αυτή η δυαδικότητα βρίσκεται – κατά τη γνώμη μου – στον “πυρήνα” που είναι υπεύθυνος για την εξέλιξη των ανθρώπινων κοινωνιών μέσα στο χρόνο (πέρα από την επιρροή των απανταχού θρησκειών, των διαφόρων φιλοσοφικών ρευμάτων ή/και των διαφορετικών πολιτικών ιδεολογιών).
Γενικές “αρχές” και “αρετές”, όπως “δικαιοσύνη”, “αλληλεγγύη”, “ελευθερία”, “ειρήνη”, (η όποια) “πρόοδος”, η “αγάπη προς τον πλησίον” κοκ, είναι περισσότερο θεωρητικές προσεγγίσεις, παρά εφαρμόσιμες στην πράξη. Επί του “κοινωνικού πεδίου”, οι περισσότερο ισχυροί προσπαθούν να επιβάλουν τα δικά τους “θέλω” και να εξυπηρετήσουν τα δικά τους συμφέροντα, και όταν το επιχειρούν άγαρμπα προκύπτουν “συγκρούσεις” (είτε μεταξύ τους, είτε με ασθενέστερους, που κι αυτοί υπερασπίζουν και αγωνίζονται για τα δικά τους συμφέροντα). Και καθώς οι συγκρούσεις ούτε αέναες μπορεί να είναι, και από κάποια στιγμή και μετά αναγνωρίζεται από όλους τους εμπλεκόμενους ότι είναι αναποτελεσματικές και πολυέξοδες (σε ανθρώπινους πόρους και υλικά μέσα), αποφασίζονται και δρομολογούνται (έστω και προσωρινά) οι “εξισορροπήσεις” συμφερόντων, όπου η κάθε πλευρά λαμβάνει αυτό που καταφέρνει να διεκδικήσει τη δεδομένη χρονική στιγμή. Αυτές οι καταστάσεις (συγκρούσεις / εξισορροπήσεις) και ρευστές είναι και εναλλάσσονται μέσα στο πέρασμα του χρόνου, και κάπως έτσι γράφεται και η Ιστορία της Ανθρωπότητας….
Ιντεραμέρικαν αρχές δεκαετίας του 80 στη Ρώμη. Διακρίνονται : Νερούτσος, Τερζίογλου, Μπερτσιάς, Ριτης.


Ιντεραμέρικαν: Στολάκη, Λάρδη, Κατσίκας,Τσέλιου.


Από το βιβλίο
«Θαμμένα όνειρα, ζωντανές αναμνήσεις»
Απόγευμα, δώδεκα Νοεμβρίου.
Η συγκομιδή των ελιών στο μικρό λιόφυτο, στις απώτερες βόρειες πλαγιές της Πάρνηθας, τελείωνε. Με τη βοήθεια δυο παλληκαριών από το Αργυρόκαστρο, είχαμε ριχτεί με ιδιαίτερο ζήλο στη δουλειά από τα χαράματα.
Δεν ήταν χρονιά με πολύ πλούσια σοδιά, αλλά το λάδι της χρονιάς φαίνεται πως θα μας το έδιναν τα περίπου ογδόντα γέρικα ελαιόδεντρα.
Δεν μου αρέσει να τραυματίζω τα δένδρα και έτσι επιλέξαμε την παλιά παραδοσιακή μέθοδο συγκομιδής, δηλαδή μάζεμα με το χέρι. Είναι μια μέθοδος αρκετά κουραστική και ελάχιστα αποδοτική· αξίζει, όμως, για το ιδιαίτερο αίσθημα που απολαμβάνεις αποσπώντας τις ελιές από τη μάνα τους χωρίς να την πληγώνεις, ακουμπώντας με τα χέρια σου αυτόν τον ευλογημένο καρπό, δίνοντάς του έτσι την αγάπη σου, για να μετουσιωθεί σε λίγο, στο λιοτρίβι, σε χρυσαφένιο νάμα που καθημερινά συντροφεύει τα γεύματά σου.
Η πίεση να προλάβουμε το μάζεμα μέσα στη μέρα, όπως το επιθυμούσα, άρχισε να υποχωρεί, μιας και ελάχιστα δέντρα είχαν μείνει αμάζευτα και απέμεναν ακόμη δυο ώρες για να δύσει ο ήλιος στην κοντινή κορφή.
Έτσι, αποφασίσαμε να κάνουμε μια μικρή διακοπή για να απολαύσουμε τον καφέ μας.
Το λιόφυτο είναι σχεδόν στην κορφή ενός μικρού λόφου, με το περίεργο όνομα Ντουσκαριά, και πανοραμική θέα στον κάμπο του Ασωπού ποταμού και του Ευβοϊκού κόλπου. Έχει νότιο σύνορο τον αγωγό μεταφοράς νερού της λίμνης του Μόρνου — ο Μόρνος φαίνεται να είναι παντού στη ζωή μου.
Καθίσαμε με τον Φώτη και τον Ηλία στο τοιχίο που στηρίζει το κανάλι, γεμίσαμε τα ποτηράκια με καφέ από το θερμός και αρχίσαμε την κουβέντα που, χωρίς να το επιδιώκω, κατέληξε στην πατρίδα μου.
Τους λέω πού γεννήθηκα και πού μεγάλωσα και τους εξηγώ πως αυτός ο τόπος δεν υπάρχει πλέον, γιατί έγινε λίμνη και σκεπάστηκε από τα νερά του Μόρνου. Το κανάλι, δε, που πάνω του τώρα ακουμπάμε, μεταφέρει αυτό το νερό για να ξεδιψούν οι Αθηναίοι.
Μάλλον η αφήγησή μου έδειχνε κάποια πίκρα και ξαφνικά ακούω τον Ηλία να μου λέει συμπονετικά:
«Είστε τυχερός! Ξέρεις τι ευλογία είναι το κάθε ποτήρι νερό που πίνεις να έχει μέσα την πατρίδα σου;… Το νερό, έλεγε ο παππούς μου, έχει μνήμη, θυμάται, και έτσι, όταν μπαίνει στο σώμα σου, βρίσκει έναν συμπατριώτη και με μεγάλη χαρά σου προσφέρει την ευεργεσία του!»
Ανέλπιστα άκουσα την πιο λυτρωτική κουβέντα.
Να ’σαι καλά, ρε Λιάκο, από το μακρινό Αργυρόκαστρο!
Κ.Μ.