Συ­νη­θι­σμέ­νη Ἱστο­ρία

Από τον Ἔρ­νεστ Χέ­μιν­γουεϊ (Ernest Hemingway)

(Banal Story)

ΕΦΑΓΕ  ἕνα πορ­το­κά­λι, φτύ­νον­τας ἀρ­γά τά κου­κού­τσια. Ἔξω τό χιό­νι εἶ­χε ἀρ­χί­σει νά γί­νε­­ται βρο­χή. Μέ­­σα, ἡ ἠ­­λεκ­τρι­κή σό­μπα δέν φαι­νό­ταν νὰ ζε­σταί­νει, κι ἔτσι ση­κώ­θη­κε ἀπό τό γρα­φεῖο νά κα­θί­σει πά­νω της. Τί ὡραία αἴ­σθη­ση! Ἐδῶ, ἐπι­τέ­λους, ὑπῆρ­χε ζωή.

       Ἅπλω­σε τό χέ­ρι του γι’ ἀκό­μη ἕνα πορ­το­κά­λι. Μα­κριά, στό Πα­ρί­σι, ὁ Μα­σκάρ εἶ­χε βγά­λει νόκ ἄουτ τόν Ντά­νι Φράς στόν δεύ­τε­ρο γύ­ρο. Ἀκό­μη πιό μα­κριά, στή Με­σο­πο­τα­μία, εἶ­χαν πέ­σει εἴ­κο­σι ἕνα πό­δια χιό­νι. Στήν ἄλ­λη ἄκρη τοῦ κό­σμου, στήν Αὐ­στρα­λία, οἱ Ἐγ­γλέ­ζοι παῖ­κτες τοῦ κρί­κετ ἀκό­νι­ζαν τά ὅπλα τους. Εκεῖ ὑπῆρ­χε ρο­μάν­τζο.

       Οἱ χο­ρη­γοί τῶν τε­χνῶν καί τῶν γραμ­μά­των ἀνα­κά­λυ­ψαν τό Φό­ρουμ(1), διά­βα­σε. Εἶ­ναι ὁ ὁδη­γός, ὁ φι­λό­σο­φος, καί ὁ φί­λος τῆς σκε­πτό­με­νης μειο­νό­τη­τας. Βρα­βευ­μέ­να δι­η­γή­μα­τα – θά γί­νουν οἱ συγ­γρα­φεῖς τους οἱ ἐπι­τυ­χη­μέ­νοι συγ­γρα­φεῖς τοῦ αὔ­ριο; Θά ἀπο­λαύ­σε­τε αὐ­τές τίς ζε­στές, ἁπλοϊ­κές, ἀμε­ρι­κα­νι­κές ἱστο­ρί­ες, ἀπο­σπά­σμα πραγ­μα­τι­κῆς ζω­ῆς σέ ἀνοι­χτά ράν­τσα, σέ πυ­κνο­κατοι­κη­μέ­νες πο­λυ­κα­τοι­κί­ες ἤ ἄνε­τα σπί­τια, καί ὅλες τους μέ ὑγιή, ὑπο­δό­ρεια δό­ση χιοῦ­μορ.

       Πρέ­πει νά τίς δια­βά­σω, σκέ­φτη­κε.

       Συ­νέ­χι­σε τό διά­βα­σμα. Τά παι­διά τῶν παι­διῶν μας – Τί γι’ αὐ­τά; Ποιά ἀπό αὐ­τά; Πρέ­πει ν’ ἀνα­κα­λύ­ψου­με νέ­ους τρό­πους γιά νά βροῦ­με χῶ­ρο κι ἐμεῖς κά­τω ἀπό τόν ἥλιο. Θά γί­νει μέ πό­λε­μο ἤ μπο­ρεῖ νά ἐπι­τευ­χθεῖ μέ εἰ­ρη­νι­κούς τρό­πους;

       Μή­πως θά πρέ­πει νά με­τα­κο­μί­σου­με ὅλοι στόν Κα­να­δά;

       Οἱ βα­θύ­τε­ρες πε­ποι­θή­σεις μας – θά τίς ἀνα­τρέ­ψει ἡ Ἐπι­στή­μη; Ὁ πο­λι­τι­σμός μας – εἶ­ναι κα­τώ­τε­ρος ἀπό τήν πα­λαιά τά­ξη πραγ­μά­των;

       Καί στό με­τα­ξύ, στίς μα­κρι­νές βρο­χε­ρές ζοῦγ­κλες τοῦ Γιου­κα­τάν, ἀν­τη­χοῦ­σε ὁ ἦχος ἀπό τά τσε­κού­ρια τῶν συλ­λε­κτῶν ρη­τί­νης.

       Θέ­λου­με με­γά­λους ἄν­τρες – ἤ θέ­λου­με καλ­λιερ­γη­μέ­νους; Πά­ρε πα­ρά­δειγ­μα τόν Τζό­ϋς. Πά­ρε πα­ρά­δειγ­μα τόν Πρό­ε­δρο Κού­λιτζ(2). Ποιό ἄστρο πρέ­πει νά στο­χεύ­ουν οἱ σπου­δα­στές μας; Ὑπάρ­χει ὁ Τζάκ Μπρίτ­τον(3). Ὑπάρ­χει ὁ δό­κτωρ Χέν­ρυ Βάν Ντάϊκ(4).

       Μπο­ροῦ­με νά συμ­βι­βά­σου­με τά δύο; Πά­ρε πα­ρά­δειγ­μα τόν Γιούνγκ Στρίμ­πλινγκ(5).

       Καί τί νά ποῦ­με γιά τίς κό­ρες μας πού πρέ­πει νά χα­ρά­ξουν μό­νες τους πο­ρεία; Ἡ Νάν­συ Χῶ­θορν εἶ­ναι ἀναγ­κα­σμέ­νη νά βρεῖ τή δι­κή της πο­ρεία στή θά­λασ­σα τῆς ζω­ῆς. Μέ θάρ­ρος καί σύ­νε­ση ἀν­τι­με­τω­πί­ζει τά προ­βλή­μα­τα πού συ­ναν­τᾶ κά­θε δε­κα­ο­κτά­χρο­νο κο­ρί­τσι.

       Ἦταν ἕνα ὑπέ­ρο­χο φυλ­λά­διο.

       Εἶ­σαι δέ­κα ὀκτώ χρο­νῶν κο­ρί­τσι; Πά­ρε πα­ρά­δειγ­μα τήν Ἰω­άν­να τῆς Λω­ραί­νης. Πά­ρε πα­ρά­δειγ­μα τόν Μπέρ­ναρ Σῶ. Πά­ρε πα­ρά­δειγ­μα τῆς Μπέ­τσυ Ρός(6).

       Σκέ­ψου αὐ­τά τά πράγ­μα­τα τό 1925 – Ὑπῆρ­ξε κά­ποια τολ­μη­ρή σε­λί­δα στήν Που­ρι­τα­νι­κή Ἱστο­ρία; Εἶ­χε δυό πλευ­ρές ἡ Πο­κα­χόν­τας(7); Εἶ­χε τήν τέ­ταρ­τη διά­στα­ση;

       Εἶ­ναι οἱ μο­ντέρ­νοι πί­να­κες—καί ἡ ποί­η­ση—Τέ­χνη; Ναί καί Ὄχι. Πά­ρε πα­ρά­δειγ­μα τόν Πι­κά­σο.

       Ἔχουν οἱ ἀλῆ­τες δι­κούς τους κώ­δι­κες δε­ον­το­λο­γί­ας; Ἄσε τό μυα­λό σου νά πε­ρι­πλα­νη­θεῖ.

       Ὑπάρ­χει ρο­μαν­τι­σμός παν­τοῦ. Οἱ γρα­φιά­δες τοῦ Φό­ρουμ μι­λοῦν ξε­κά­θα­ρα, ἔχουν χιοῦ­μορ, εἶ­ναι πνευ­μα­τώ­δεις. Ἀλ­λά δέν προ­σπα­θοῦν νά τό παί­ξουν ἔξυ­πνοι καί πο­τέ δέν φλυα­ροῦν.

       Ζῆ­σε τήν πλή­ρη ζωή τοῦ νοῦ, συ­νε­παρ­μέ­νος ἀπό νέ­ες ἰδέ­ες, με­θυ­σμέ­νος ἀπό τόν Ρο­μαν­τι­σμό τοῦ ἀσυ­νή­θι­στου.

       Ἄφη­σε κά­τω τό φυλ­λά­διο. Κι ἐν τῷ με­τα­ξύ, ξα­πλω­μέ­νος ἀ­νά­σκε­λα στό κρε­βά­τι σ’ ἕνα σκο­τει­νό δω­μά­τιο τοῦ σπι­τιοῦ του στήν Τριά­να, ὁ Μα­νουέλ Γκαρ­θία Μα­έ­ρα(8) βρι­σκό­ταν μ’ ἕναν σω­λή­να σέ κά­θε πνεύ­μο­να, σέ ἀσφυ­ξία ἀπό τήν πνευ­μο­νία. Ὅλες οἱ ἐφη­με­ρί­δες στήν Ἀν­δα­λου­σία ἀφιέ­ρω­σαν εἰ­δι­κά ἔν­θε­τα στό θά­να­τό του, ὁ ὁποῖ­ος ἀνα­με­νό­ταν ἐδῶ καί με­ρι­κές ἡμέ­ρες. Ἄν­τρες καί ἀγό­ρια ἀγό­ρα­ζαν ἔγ­χρω­μες ὁλό­σω­μες φω­το­γρα­φί­ες του γιά νά τόν θυ­μοῦν­ται, κι ἡ εἰ­κό­να ποὔ­χαν γι’ αὐ­τόν χά­θη­κε ἀπό τή μνή­μη τους κα­θώς κοι­τοῦ­σαν τίς λι­θο­γρα­φί­ες.

       Οἱ ταυ­ρο­μά­χοι ἔνιω­σαν με­γά­λη ἀνα­κού­φι­ση πού πέ­θα­νε, ἐπει­δή μές στήν ἀρέ­να ἔκα­νε πάν­τα ἐκεῖ­να πού οἱ ἴδιοι μπο­ροῦ­σαν νά κά­νουν μό­νο κά­ποιες ἐλά­χι­στες φο­ρές. Ὅλοι πα­ρέ­λα­σαν ὑπό βρο­χή πί­σω ἀπό τό φέ­ρε­τρό του κι ἦσαν ἑκα­τόν σα­ράν­τα ἑπτά οἱ ταυ­ρο­μά­χοι πού τόν συ­νό­δευ­σαν στό κοι­μη­τή­ριο, ὅπου τόν ἔθα­ψαν δί­πλα στόν τά­φο τοῦ Χο­σε­λί­το. Με­τά τήν κη­δεία ὅλοι κά­θι­σαν στά κα­φέ ἔξω στή βρο­χή καί πολ­λές ἔγ­χρω­μες εἰ­κό­νες τοῦ Μα­έ­ρα που­λή­θη­καν σέ ἄν­τρες, οἱ ὁποῖ­οι τίς δί­πλω­ναν καί τίς ἔβα­ζαν στίς τσέ­πες τους.

 
Σημ.τ.μ.:
(1) Τὸ Forum ἦταν ἕνα ἀμε­ρι­κα­νι­κὸ πε­ριο­δι­κὸ ποὺ ἰδρύ­θη­κε τὸ 1885 ἀπὸ τὸν Isaac Rice. Ὑπῆρ­χε μὲ διάφο­ρα ὀνόμα­τα καὶ μορ­φὲς μέ­χρι ποὺ στα­μά­τη­σε νὰ ἐκ­δί­δε­ται τὸ 1950. Ἐκ­δι­δό­ταν στὴ Νέα Ὑὸρ­κη καὶ ἡ πιὸ ἀξιο­ση­μεί­ωτη μορ­φή του (1885 ἕως 1902) βα­σι­ζό­ταν σὲ σύμ­πό­σια. Ἂλ­λες φορές, δη­μο­σί­ευε μυ­θι­στο­ρή­μα­τα καὶ ποί­η­ση, καὶ δη­μο­σί­ευε ἄρ­θρα ποὺ πα­ρή­γα­γαν οἱ ἀρ­θρο­γρά­φοι τοῦ προ­σω­πι­κοῦ σὲ μο­ρφὴ «news roundup» («ση­μα­ντι­κό­τε­ρες εἰ­δή­σεις»).
(2) Ὁ Τζὰκ Μπρί­τον (14 Ὄκτω­βρί­ου 1885 – 27 Μαρ­τί­ου 1962) ἦταν Ἄμε­ρι­κα-νὸς πυγ­μά­χος, ὁ πρῶ­τος τρεῖς φο­ρὲς παγ­κό­σμιος πρω­τα­θλη­τὴς πυγ­μα­χί-ας στὴν κα­τη­γο­ρία ἡμι­με­σαί­ων βα­ρῶν. Γεν­νη­μέ­νος ὡς Γουί­λιαμ Τζ. Μπρέ­σλιν στὸ Κλίν­τον τῆς Νέ­ας Ὑόρ­κης , ἡ ἐπαγ­γελ­μα­τι­κή του κα­ριέ­ρα δι­ήρ­κε­σε 25 χρό­νια, ξε­κι­νών­τας ἀπὸ τὸ 1905. Κα­τέ­χει τὸ παγ­κό­σμιο ρε­κὸρ γιὰ τὸν ἀριθ­μὸ τῶν 37 ἀγώ­νων τί­τλου ποὺ δό­θη­καν στὴν κα­ριέ­ρα του (18 ἀπὸ τοὺς ὁποί­ους ἔλη­ξαν χω­ρὶς ἀπο­φά­σεις), πολ­λοὶ ἐναν­τί­ον τοῦ αἰώ­­νιου ἀν­τι­πά­λου του Τὲντ “Κὶντ” Λιού­ις , ἐναν­τί­ον τοῦ ὁποί­ου ἀγω­νί­στη­κε 20 φορές.
(3) Ὁ Τζὸν Κάλβιν Κούλιτζ ἦταν Ἀμερι­κανὸς πολιτικὸς καὶ δικη­γόρος, ποὺ ὑπηρέ­τησε ὡς ὁ 30ος Πρό­εδρος τῶν Ἡνω­μένων Πολι­τειῶν ἀπὸ τὸ 1923 ἕως τὸ 1929. Ἦ­ταν μέ­λος τοῦ Ρε­που­μπλι­κανι­κοῦ Κόμ­ματος.
(4) Ὁ Χὲν­ρι Τζάκ­σον βὰν Ντάϊκ Τζοῦ­νιορ (10 Νο­εμ­βρί­ου 1852 – 10 Ἀπρι­λί­ου 1933) ἦταν Ἀμε­ρι­κα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας, ἐκ­παι­δευ­τι­κός, δι­πλω­μά­της καὶ κλή­ρι­κὸς τῆς Πρε­σβυ­τε­ρια­νῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.
(5) Ὁ William Lawrence Stribling Jr., γνω­στὸς ὡς Young Stribling, ἦταν ἕνας Ἀμε­ρι­κα­νὸς ἐπαγ­γελ­μα­τί­ας πυγ­μά­χος ποὺ πά­λε­ψε ἀπὸ τὶς κα­τη­γο­ρί­ες φτε­ροῦ ἕως βα­ρέ­ων βα­ρῶν. Ὁ ἀγώ­νας του τὸ 1931 ἐναν­τί­ον τοῦ Μὰξ Σμέ­λινγκ γιὰ τὸ παγ­κό­σμιο πρω­τά­θλη­μα βα­ρέ­ων βα­ρῶν τοῦ Σμέλινγκ ὀνο­μά­στη­κε ἀγώ­νας τῆς χρο­νιᾶς ἀπὸ τὸ πε­ριο­δι­κὸ Ring.
(6) Ἡ Μπέτσι Ρος (Betsy Ross, γεννημένη Elizabeth Griscom, 1752-1836) εἶναι ἡ Ἀμερι­κα­νίδα μοδίστρα ποὺ συνδέ­εται μὲ τὴ δημι­ουργία τῆς πρώ­­της ἀ­μερικα­νικῆς «σημαίας» – μιᾶς ἱστορίας ποὺ ἔχει ἀ­μφι­σβη­τηθεῖ ἀπὸ τοὺς ἱστο­ρι­κούς, ἀλλὰ ἔχει κα­θιερω­θεῖ ὡς ἐθνικὸς μύθος.
(7) Ἡ Ποκαχό­ντας (Poca­hontas, πραγματικὸ ὄνομα: Amonute, γνωστὴ καὶ ὡς Ματοάκα, 1596 – Μάρτιος 1617) ἦταν Ἰνδιάνα ἀπὸ τὴ Βιρτζί­νια, ποὺ ἀνῆκε στὴ φυλὴ τῶν Ποου­χατάν καὶ ἐκ­χρι­στι­ανί­στηκε.
(8) Ὁ ταυ­ρο­­μά­χος Μα­νουέλ Γκαρ­θία Μα­έ­ρα τὸ 1924 συμ­με­τεῖ­χε σὲ 56 ἀγῶ­νες καὶ κέρ­δι­σε τὸ χρυ­σὸ αὐ­τὶ στὴν ταυ­ρο­μα­χία τοῦ Press Association στὴ Μα­δρί­τη, καὶ στὶς 11 Δε­κεμ­βρί­ου τοῦ ἴδιου ἔτους πέ­θα­νε στὴ Σε­βίλ­λη ἀπὸ πνευ­μο­νι­κὴ ἐπι­πλο­κὴ ποὺ προ­κλήθη­κε ἀπὸ γρί­πη. Ὁ «Μα­έ­ρα» πα­ρα­μέ­νει μιὰ τρα­γι­κὴ μορφὴ στὶς ταυ­ρο­μα­χί­ες καὶ μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ πα­ρά­ξε­νες φι­γοῦ­ρες τῆς λὰ φιέ­στα. Ὁ Χέ­μιν­γουέϊ τὸν ἐπαί­νε­σε στὸ «Θά­να­τος τὸ ἀπό­γευ­μα» καὶ ὁ Μπάρ­ναμ­πι Κόν­ραντ ἔκα­νε τὸ ἴδιο στὸ «Πῶς νὰ πο­λε­μή­σεις ἕναν ταῦρο».

ΠΗ­ΓΉ: SHORT STORIES.COM

 

Ἡ «ΣΥ­ΝΗ­ΘΙ­ΣΜΈ­ΝΗ ἹΣΤΟ­ΡΊΑ» ΕἾ­ΝΑΙ ΜΙΆ ΣΎΝ­ΤΟ­ΜΗ ΠΑ­ΡΩ­ΔΊΑ ΠΟΎ ἜΓΡΑ­ΨΕ Ὁ ἜΡ­ΝΕΣΤ ΧΈ­ΜΙΝ­ΓΟΥΕΪ ΚΑΊ ΠΡΩ­ΤΟ­ΔΗ­ΜΟ­ΣΙΕΎ­ΤΗ­ΚΕ ΣΤΌ ΤΕΥ͂­ΧΟΣ ΤΗ͂Σ ἌΝΟΙ­ΞΗΣ/ΚΑ­ΛΟ­ΚΑΙ­ΡΙΟΥ͂ ΤTHE LITTLE REVIEW ΤΌ 1926 ΚΑΊ ΤΉΝ ἙΠΌ­ΜΕ­ΝΗ ΧΡΟ­ΝΙΆ ΣΤΉ ΣΥΛ­ΛΟ­ΓΉ MEN WITHOUT WOMEN.

ἜΡ­ΝΕΣΤ ΧΈ­ΜΙΝ­ΓΟΥΈΪ (ERNEST HEMINGWAY, 1899-1961): Ὁ ἜΡ­ΝΕΣΤ ΧΈ­ΜΙΝ­ΓΟΥΈΪ ὙΠΗ͂Ρ­ΞΕ ἝΝΑΣ ἈΠΌ ΤΟΎΣ ΣΗ­ΜΑΝ­ΤΙ­ΚΌ­ΤΕ­ΡΟΥΣ ΠΕ­ΖΟ­ΓΡΆ­ΦΟΥΣ ΤΟΥ͂ 20ΟΥ͂ ΑἸ­Ώ­ΝΑ, ΒΡΑ­ΒΕΥ­ΜΈ­ΝΟΣ ΜΈ ΤΌ ΒΡΑ­ΒΕΙ͂Ο ΝΌ­ΜΠΕΛ (1954). ΤΌ ἜΡ­ΓΟ ΤΟΥ ἘΠΗ­ΡΈ­Α­ΣΕ ΚΑΊ ΣΥ­ΝΕ­ΧΊ­ΖΕΙ ΝΆ ἘΠΗ­ΡΕ­Ά­ΖΕΙ ἈΝΑ­ΡΊΘ­ΜΗ­ΤΟΥΣ ΣΥΓ­ΓΡΑ­ΦΕΙ͂Σ ΤΌ­ΣΟ ΣΤΉ ΓΕ­ΝΈ­ΤΕΙ­ΡΆ ΤΟΥ, ΤΊΣ ΗΠΑ, ὍΣΟ ΚΑΊ ΣΤΌΝ ὙΠΌ­ΛΟΙ­ΠΟ ΚΌ­ΣΜΟ. ὉΡΙ­ΣΜΈ­ΝΑ ἈΠΌ ΤΆ ΓΝΩ­ΣΤΌ­ΤΕ­ΡΑ ΜΥ­ΘΙ­ΣΤΟ­ΡΉ­ΜΑ­ΤΆ ΤΟΥ ΕἾὉ ΓΈ­ΡΟΣ ΚΑΊ Ἡ ΘΆ­ΛΑΣ­ΣΑ (THE OLD MAN AND THESEA, 1951), ἈΠΟ­ΧΑΙ­ΡΕ­ΤΙ­ΣΜΌΣ ΣΤΆ ὍΠΛΑ (AFAREWELL TO ARMS, 1929), ΓΙΆ ΠΟΙΌΝ ΧΤΥ­ΠΑ͂ Ἡ ΚΑΜ­ΠΆ­ΝΑ (FOR WHOM THE BELLTOLLS, 1940), Ὁ ἭΛΙΟΣ ἈΝΑ­ΤΈΛ­ΛΕΙ ΞΑ­ΝΆ (THE SUN ALSO RISES, 1926) Κ.Ἄ. ΜΕ­ΓΆ­ΛΟ ΜΈ­ΡΟΣ ΤΟΥ͂ ἜΡ­ΓΟΥ ΤΟΥ ἜΧΕΙ ΜΕ­ΤΑ­ΦΡΑ­ΣΤΕΙ͂ ΣΤΆ ἙΛ­ΛΗ­ΝΙ­ΚΆ.

Πηγή: neoplanodion.gr

Βιώματα και Εξουσία — George Constantine Stavropoulos.

• Το βίωμα του δημιουργικού ανθρώπου, στην ανθρώπινη συνείδηση, παράγει μια μορφή αχρονίας. Ο καιρός περνά με ραγδαία ταχύτητα, αλλά η βιωματική καταγραφή ζει και δηλώνει παρούσα. Όταν εξακολουθείς να δημιουργείς, παρά το ότι μεγαλώνεις, το βίωμα αρμοδένει με το παρόν, συνδιαλέγεται μαζί του και συχνά το επικαθορίζει. Όταν γίνεις απόμαχος, το βίωμα είναι το ίδιο το αέναο υποκειμενικό παρόν.

• Ο αγαπητός Γιώργος Σταυρόπουλος, μάχιμος πάντα, έκανε γραπτή τη βιωματική του εμπειρία των 40 ετών δικαστικής πείρας στο ΣτΕ και τη συμμετοχή του στην παράδοξη αυτή κυβέρνηση Παπαδήμου. Το βιβλίο του: «Βιώματα και Εξουσία». Με ενδιαφέρουσα παρουσίαση, που παρακολούθησα χτες, με πρόσωπα με τα οποία έχω συνδεθεί και διασταυρωθεί σε διάφορες φάσεις και της δικής μου βιωματικής μνήμης. Ο Γιώργος Παπανδρέου, ο Λουκάς Παπαδήμος, ο Αλέκος Παπαδόπουλος και άλλοι διαπρεπείς.

• Οι βιωματικές καταγραφές είναι η πρώτη ύλη της ιστορίας. Πολύτιμες. Ιδιαίτερα για στιγμές που, από τη φύση τους, προορίζονται να χαθούν στη σκόνη του χρόνου, όπως το εξάμηνο της κυβερνητικής παραδοξότητας Παπαδήμου και το πώς υπογράφτηκε το δεύτερο μνημόνιο. Σε ευχαριστούμε, Γιώργο.

• Άλλωστε, εμένα με ενδιέφερε γιατί ήμουν κι εγώ εκεί, σε αυτή την παραδοξότητα. Με τα χίλια ζόρια δεν παραιτήθηκα, θυμάσαι Παύλο; «Κάν’ το, Πάνο, και θα το πάμε μαζί». Αλλά, σε εκείνη τη φάση, το κύμα είχε πέσει πάνω μου. Όχι πως το φοβόμουν· απλά δεν το γούσταρα. Εγώ «συγκυβερνών» με τη ΝΔ του Σαμαρά και τον Καρατζαφέρη; Αν είναι δυνατόν. Με την ευθύνη να κρατήσω όρθιο τον αθλητισμό, ενόψει και των Ολυμπιακών του Λονδίνου, και με τη βία στα γήπεδα στο ζενίθ. Με κυβέρνηση παραπαίουσα, όπου η ευθύνη της λειτουργίας της, εκτός των κρίσιμων τομέων, είχε περάσει στους γενικούς γραμματείς. «Πού ’σουνα, νιότη, που ’λεγες…». Βοήθησε, ευτυχώς, το γεγονός πως με όλους σχεδόν τους τότε, παρά τις πολιτικές διαφορές, είχα από ευγενικές ως φιλικές σχέσεις. Το ’κανα, όμως, μόνο από αίσθηση καθήκοντος. Υπέφερα πάντως πολύ… Υπό τη διακομματική επιτροπεία και με ελάχιστους πόρους. Χρειάστηκε πολύς κόπος και υπέρβαση να πεισθώ πως έπρεπε να βάλουμε πλάτη, γιατί η χώρα κατέρρεε. Δεν είναι σχήμα λόγου αυτό. Και μετά τις εκλογές, όπου φύγει φύγει. Δρομαίως πίσω στη δικηγορία, στην οποία ανήκω. Άντε γεια. Ούτε να ακούσω δεν ήθελα για Σαμαρά. Good luck, σύντροφοι.

• Θυμάμαι τα κολυμβητήρια στην υπηρεσιακή κυβέρνηση Πικραμένου. Έπρεπε να τα κλείσουμε ελλείψει πόρων. Πήρα τηλέφωνο τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Το κανόνισε η Τατιάνα Καραπαναγιώτη, που ήταν υπηρεσιακή υπουργός. Πήγα στην Ηρώδου Αττικού με τον Σπύρο Καπράλο. «κ. Πρόεδρε, πέστε στον Ζανιά να δώσει 2 εκ. να αντέξουμε». Μου λέει: «Εδώ θα κλείσουν τα νοσοκομεία κι εσύ μιλάς για τις πισίνες; Άσε με ήσυχο». Με κοίταξε ο Παπούλιας και μου είπε: «Τι να σου κάνω, Πάνο μου; Πικραμένος λαός, Πικραμένος πρωθυπουργός».

• Κι όμως, μείναμε όρθιοι, Γιώργο. Να το διαβάσετε το βιβλίο. Εκδόσεις Παπαζήση.

Πάνος Μπιτσαξής

Like3

Οι Σπουδαίοι Ηγέτες Αναδεικνύουν Σπουδαίους Ανθρώπους!

Υπάρχουν άνθρωποι που απλώς διοικούν και άνθρωποι που πραγματικά ηγούνται. Η ειδοποιός διαφορά τους δεν βρίσκεται μόνο στις αποφάσεις, στις τεχνικές γνώσεις ή στην ικανότητα επιβολής. Βρίσκεται κάπου βαθύτερα: στον τρόπο που δονείται η ψυχή τους όταν βλέπουν τους γύρω τους να προοδεύουν.

Ο «μικρός» άνθρωπος σε θέση εξουσίας φοβάται την επιτυχία των υφισταμένων του. Τη μεταφράζει ως απειλή, ως μια άβολη αμφισβήτηση της δικής του επάρκειας. Προτιμά τη μετριότητα γύρω του για να νιώθει ο ίδιος ασφαλής. Μπορεί να επιβάλλεται προσωρινά, αλλά δεν θα καταφέρει ποτέ να εμπνεύσει. Η εξουσία του τελειώνει εκεί όπου σταματά ο έλεγχος.

Ο σπουδαίος ηγέτης λειτουργεί στον αντίποδα. Νιώθει γνήσια χαρά όταν ένας συνεργάτης του εξελίσσεται, ξεπερνά τα όριά του ή ακόμη και τον ίδιο του τον δάσκαλο. Για εκείνον, η πρόοδος του άλλου δεν αποτελεί απώλεια, αλλά δικαίωση.

Η πραγματική ηγεσία δεν μετριέται από το πόσο απαραίτητος παραμένεις εσύ, αλλά από το πόσους ικανούς ανθρώπους κατάφερες να αναδείξεις.

Οι μεγάλες ομάδες, οι υγιείς επιχειρήσεις και οι ισχυρές κοινωνίες χτίζονται πάνω σε αυτήν ακριβώς τη νοοτροπία: στην ικανότητα κάποιων ανθρώπων να φωτίζουν το μονοπάτι των άλλων χωρίς να φοβούνται ότι θα χαθεί η δική τους λάμψη. Αντιλαμβάνονται πως όσο περισσότερα κεριά ανάψεις από τη δική σου φλόγα, τόσο περισσότερο φως θα υπάρχει για όλους.

Ηγεσία χωρίς γενναιοδωρία ψυχής δεν νοείται. Υπάρχει μόνο η στεγνή εξουσία. Και ενώ η εξουσία απαιτεί υποταγή, η ηγεσία κερδίζεται καθημερινά μέσα από την οικοδόμηση εμπιστοσύνης, τη χαρά της κοινής ανηφόρας και την ειλικρινή υπερηφάνεια για το «εύγε» που ανήκει σε κάποιον άλλον.

Στην κορυφή δεν φτάνεις ποτέ μόνος. Φτάνεις μαζί με εκείνους που βοήθησες να ανέβουν.

ΚΜ

Like2Love4

Ορχομενός : Η Παναγία Σκριπούς

Ο ναός της Παναγίας της Σκριπούς στον Ορχομενό της Βοιωτίας, ολοκληρώθηκε το έτος 6382 από κτίσεως κόσμου, δηλαδή το καθ’ ημάς 873/4 μετά Χριστόν.

Ανάμεσα στις πέντε επιγραφές που μνημονεύουν τον ιδρυτή του ναού και τα κίνητρά του, τους τρεις βασιλείς των Ρωμαίων Βασίλειο, Κωνσταντίνο και Λέοντα, και τον οικουμενικό πατριάρχη Ιγνάτιο, ξεχωρίζει εκείνη που έχει εντοιχιστεί στην πρόσοψη του κτηρίου. Πρόκειται για ένα μακροσκελές εξάμετρο επίγραμμα, χαραγμένο με κεφαλαία γράμματα και γραμμές-οδηγούς, το οποίο σώζεται σχεδόν ακέραιο:

☩ Οὐ φθόνος οὐδὲ χρόνος περιμήκετος ἔργα καλύψει
σῶν καμάτων, πανάριστε, βυθῷ πολυχανδέι λήθης
ἔργα ἐπεὶ βοόωσι καὶ οὐ λαλέοντα περ’ ἔμπης·  
καὶ τόδε γαρ τέμενος παναοίδιμον ἐξετέλεσας
Μητρὸς ἀπειρογάμου, θεοδέγμονος ἰφιανάσσης,
τερπνὸν ἀποστίλβον περικαλλέα πάντοθεν αἰγλην·
Χριστοῦ δ’ἑκατέρωθεν ἀποστόλω ἔστατον ἄμφω,
ὧν Ῥώμης βῶλαξ ἱερὴ κόνις ἀμφικαλύπτει·
ζώοις ἐν θαλίῃσι χρόνων ἐπ’ ἀπείρονα κύκλα
ὦ πολύαινε Λέων πρωτοσπαθάριε μέγιστε,
γηθόμενος κτεάτεσσι καὶ ἐν τεκέεσσιν ἀρίστοις
χῶρον ἐπικρατέων τε παλαιφάτου Ὀρχομενοῖο ☩.  

Μετάφραση

«Οὔτε ο φθόνος ούτε ο παντοδύναμος χρόνος θα σκεπάσουν
μες στο βαθύ και αχανές πέλαγος της λησμονιάς
τα έργα των κόπων σου, άριστε·
γιατί τα έργα μιλούν, ακόμη κι όταν δεν έχουν φωνή.

Και τούτο το πανένδοξο τέμενος ολοκλήρωσες
της απειρόγαμης Μητέρας, της θεοδόχου μεγαλόπρεπης Δέσποινας,
που από παντού λάμπει με τερπνή και εξαίσια αίγλη.

Και δεξιά κι αριστερά του Χριστού στέκονται οι δύο Απόστολοι,
των οποίων τα ιερά λείψανα σκεπάζει το άγιο χώμα της Ρώμης.

Είθε να ζεις με ευτυχία στους ατέλειωτους κύκλους των χρόνων,
ω πολυτίμητε Λέοντα, μέγιστε πρωτοσπαθάριε,
χαίροντας τα πλούτη σου και τα εξαίρετα τέκνα σου,
κυβερνώντας τον τόπο του ξακουστού από παλιά Ορχομενού.»

Το επίγραμμα της Σκριπούς δημοσιεύτηκε πρώτη φορά από τον Ερρίκο Σλήμαν στο έργο του Bericht über meine Ausgrabungen im böotischen Orchomenos, το 1881. Εδώ ακολουθούμε την πιο πρόσφατη κριτική έκδοσή του, του Andreas Rhoby (Byzantinische Εpigramme auf Stein, Βιέννη 2014, αρ. GR98), χωρίς τα επιγραφικά σύμβολα.

Like2