Ψυχοσάββατο: Σύναξη γενεών

Η μνήμη ως γέφυρα και η προσευχή ως δρόμος σε μια μέρα όπου ο χρόνος σταματά για να αγκαλιάσει αυτούς που έφυγαν.

Υπάρχουν Σάββατα που το φως τους είναι διαφορετικό. Δεν είναι ούτε γιορτινό ούτε πένθιμο· είναι βαθύ. Σαν να στέκεται ο χρόνος για λίγο και να δίνει χώρο στη μνήμη. Το Ψυχοσάββατο δεν είναι απλώς μια τελετουργική υποχρέωση· είναι ένας σιωπηλός διάλογος ανάμεσα στους ζωντανούς και σ’ εκείνους που προηγήθηκαν.

Στο ημίφως του ναού ή πλάι στα μνήματα, τα ονόματα διαβάζονται ένα-ένα. Δεν είναι λέξεις· είναι ιστορίες. Είναι πατέρες που μόχθησαν, μητέρες που αγρύπνησαν, φίλοι που γέλασαν δυνατά και έφυγαν ήσυχα, είναι άνθρωποι που άφησαν το αποτύπωμα τους άλλοι θετικό και άλλοι αρνητικό· ο καθένας με πώς βίωσε τον κόσμο τούτο των ζωντανών Κάθε όνομα είναι μια μικρή αναλαμπή αιωνιότητας. Και ανάμεσα στα γνώριμα ονόματα, μια προσευχή υψώνεται και για εκείνους που δεν έχουν πια κανέναν να τους θυμηθεί. Για τους άγνωστους, τους ξενιτεμένους, όσους χάθηκαν στη μοναξιά του χρόνου και όσους, οι πολλοί, έχουν λησμονηθεί με το πέραμα των χρόνων. Μια πράξη απόλυτου σεβασμού που αγκαλιάζει όλη την ανθρωπότητα.

Το σιτάρι στα κόλλυβα — απλό, ταπεινό — κρύβει μέσα του όλη τη θεολογία της ελπίδας. Πέφτει στη γη, χάνεται, και όμως καρποφορεί. Έτσι και ο άνθρωπος. Δίπλα του, το αναμμένο κερί τρεμοπαίζει, συμβολίζοντας το φως που νικά το σκοτάδι. Η Ορθόδοξη πίστη δεν αρνείται τον πόνο του αποχωρισμού· τον μεταμορφώνει σε προσδοκία. Δεν μιλά για τέλος, αλλά για πέρασμα.

Στα ορεινά χωριά — εκεί όπου η μνήμη έχει ακόμη ρίζες βαθιές — το Ψυχοσάββατο μοιάζει με σύναξη γενεών. Σαν να κατεβαίνουν για λίγο οι παλιοί στο πεζούλι της αυλής της εκκλησίας να σταθούν δίπλα μας, να μας δουν. Όχι ως αόρατοι -αθέατοι , αλλά ως παρουσία -αόρατη και ζωντανή συνάμα μέσα στην προσευχή.

Το Ψυχοσάββατο μάς θυμίζει κάτι που η καθημερινότητα μάς κλέβει: ότι δεν είμαστε μόνοι στον χρόνο. Κουβαλάμε πίσω μας ρίζες, και μπροστά μας υπόσχεση. Η μνήμη γίνεται γέφυρα και η προσευχή γίνεται δρόμος. Και τότε, μέσα στη ηρεμία ναού, καταλαβαίνεις πως πριν από σένα προηγήθηκαν δισεκατομμύρια όμοιοι σου και θα επακολουθήσουν δισεκατομμύρια και το εγώ σου μετριάζεται…

Ρίσκο χωρίς αυταπάτες

Ρίσκο χωρίς αυταπάτες δοκίμιο

(Λα Ροσφουκώ – Μακιαβέλι – Εκκλησιαστής – Ντυράν)

Το ρίσκο είναι από τα λίγα πράγματα που κολακεύουν τον άνθρωπο περισσότερο απ’ όσο τον αποκαλύπτουν. Του δίνουν την αίσθηση της υπέρβασης, της ελευθερίας, της ρήξης με το ασφαλές. Κι όμως, αν το κοιτάξει κανείς χωρίς ρομαντισμό, θα δει ότι πολύ συχνά δεν είναι παρά ένας καθρέφτης του εγώ.

Ο Φρανσουα ντε Λα Ροσφουκω μας προσγειώνει απότομα: πίσω από τις περισσότερες τολμηρές πράξεις δεν κρύβεται η αρετή, αλλά η φιλαυτία. Δεν ρισκάρουμε επειδή είμαστε γενναίοι· ρισκάρουμε επειδή δεν αντέχουμε να φαινόμαστε μικροί. Το ρίσκο, λέει ουσιαστικά, είναι συχνά μια πράξη αυτοεπιβεβαίωσης μεταμφιεσμένη σε ηθικό θάρρος.

Ο Νικολο Μακιαβέλι πηγαίνει το συλλογισμό ένα βήμα παραπέρα, στον χώρο της εξουσίας. Εκεί το ρίσκο δεν είναι ποτέ ουδέτερο. Ο ηγεμόνας που δεν ρισκάρει χάνει την πρωτοβουλία· εκείνος που ρισκάρει απερίσκεπτα χάνει το κράτος. Η τόλμη, για τον Μακιαβέλι, δεν είναι αρετή από μόνη της· αξία αποκτά μόνο όταν υποτάσσεται στη φρόνηση. Το ρίσκο δεν κρίνεται από την πρόθεση, αλλά από το αποτέλεσμα. Και το αποτέλεσμα, στην πολιτική, είναι αμείλικτο.

Πολύ πριν απ’ αυτούς, ο Εκκλησιαστής είχε θέσει το πιο σκληρό πλαίσιο:

«Καιρός παντί πράγματι».

Υπάρχει καιρός του φυτεύειν και καιρός του εκτιλλάν. Όχι κάθε ρίσκο είναι πρόοδος και όχι κάθε αναμονή δειλία. Η σοφία δεν βρίσκεται στην τόλμη αυτή καθαυτή, αλλά στη διάκριση του καιρού. Το μεγαλύτερο σφάλμα δεν είναι ο φόβος — είναι το λάθος timing.

Ο Will Durant , συνοψίζοντας αιώνες ιστορίας, παρατηρεί ότι οι πολιτισμοί δεν καταρρέουν επειδή ρίσκαραν πολύ, αλλά επειδή έπαψαν να καταλαβαίνουν γιατί ρισκάρουν. Όταν η τόλμη αποκόπτεται από την αυτογνωσία και η εξουσία από την ευθύνη, το ρίσκο γίνεται συνήθεια — και η συνήθεια τύφλωση.

Έτσι, το ρίσκο χωρίς αυταπάτες είναι κάτι σπάνιο και απαιτητικό. Προϋποθέτει:

τη διαύγεια του Λα Ροσφουκώ, να αναγνωρίζεις τα κίνητρά σου, τη ψυχρότητα του Μακιαβέλι, να μετράς συνέπειες, τη σοφία του χρόνου του Εκκλησιαστή, και την ιστορική ταπεινότητα του Ντυράν, να ξέρεις ότι κανένα ρίσκο δεν είναι πρωτόγνωρο.

Το αληθινό ρίσκο δεν φωνάζει, δεν επιδεικνύεται και δεν ζητά επιβεβαίωση. Παίρνεται συνειδητά , με επίγνωση ότι μπορεί να αποτύχει — και με την ωριμότητα να αντέξει αυτή την αποτυχία. Όλα τα άλλα είναι αυταπάτη μεταμφιεσμένη σε θάρρος.

Δύσκολα χρόνια, δυνατοί άνθρωποι!

2011: Αγία Παρασκευή Σκούρτων. Τα αδέλφια Ευθυμία σύζυγος Γεωργίου Μπερτσιά και Γεώργιος Κοράκης

Γεννήθηκαν και έζησαν σε δύσκολα χρόνια.. οι γονείς τους Νικόλαος και Βασιλική απέκτησαν 10 παιδιά πέθαναν τα 8, η παιδική θνησιμότητα στην κορύφωση της ..

Όταν ο Erdogan μίλησε Ελληνικά για να εξυμνήσει την ελληνική γλώσσα!

Η περασμένη Δευτέρα στη Μελβούρνη ήταν ημέρα εκπλήξεων για όσους παραβρέθηκαν στην εκδήλωση για την Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας.

Η μεγαλύτερη;

Η ομιλία του Enver Erdogan, εκπροσώπου της κυβέρνησης της Βικτώριας.
Η αντίδραση του κοινού όταν τον κάλεσε στο βήμα η παρουσιάστρια Ελένη Κάπαλου ήταν ψυχρή, σχεδόν παγωμένη.

Και ποιός να μην σκεφτεί τον πρόεδρο της Τουρκίας, Tayyip Erdoğan, που συχνά πυκνά γίνεται… φόβος και τρόμος για την Ελλάδα;

Όμως ο Enver Erdogan είχε άλλα σχέδια.

Μέσα σε λίγα λεπτά, το ακροατήριο ανακάλυψε έναν άνθρωπο διαφορετικό από ό,τι περίμενε. Χρησιμοποιούσε ελληνικές λέξεις με άνεση και εξήγησε ότι τις έμαθε στο ελληνικό σχολείο Alphington Grammar, όπου και φοίτησε.

Κουρδικής καταγωγής, μίλησε για τους γονείς του από τη Μεσοποταμία— μια περιοχή με ελληνικό όνομα, όπως ο ίδιος τόνισε, που σήμερα ταυτίζεται κυρίως με το Ιράκ — προσθέτοντας μια νότα ιστορικής γοητείας.

Το σημείο-κλειδί ήρθε όταν αναφέρθηκε στον Ξενοφώντα Ζολώτα και τις διάσημες ομιλίες του, όπου ο τότε διευθυντής της Τράπεζας της Ελλάδος είχε χρησιμοποιήσει Αγγλικά γεμάτα… ελληνικές λέξεις, για να δείξει τον πλούτο της ελληνικής γλώσσας.

Ο κ. Erdogan υπενθύμισε ότι η Ελληνική δεν είναι μόνο η γλώσσα του χθες, αλλά και μια ζωντανή πηγή γνώσης που διαμορφώνει τον επιστημονικό, φιλοσοφικό και λογοτεχνικό λόγο σε όλο τον δυτικό κόσμο.

Ο εκπρόσωπος της κυβέρνησης της Βικτώριας ολοκλήρωσε την ομιλία του κερδίζοντας θερμό χειροκρότημα από το ακροατήριο. Ο πρόεδρος της Ελληνικής Κοινότητας Μελβούρνης, Βασίλης Παπαστεργιάδης, τον χαρακτήρισε «καλό φίλο», υπενθυμίζοντας παράλληλα τη σχέση του με την ελληνική εκπαίδευση στο Alphington Grammar.

Ο Enver Erdogan υπηρετεί την κυβέρνηση της Βικτώριας από το 2022, έχοντας αναλάβει τα χαρτοφυλάκια Καζίνο, Τυχερών Παιχνιδιών και Ρύθμισης Αλκοόλ, Νεανικής Δικαιοσύνης και άλλα. Μέλος του Εργατικού Κόμματος, εκπροσωπεί την Northern Metropolitan Region στην πολιτειακή γερουσία από το 2019, όταν παραιτήθηκε ο ομογενής Philip Dalidakis.

Σπούδασε Οικονομικά και Νομική στο Πανεπιστήμιο La Trobe και πριν ασχοληθεί με την πολιτική εργαζόταν ως δικηγόρος, εκπροσωπώντας εργαζόμενους που υπέστησαν τραυματισμούς.

Σήμερα, θεωρεί βασικές προτεραιότητες την πρόσβαση στην εκπαίδευση, τα ασφαλή και προσιτά μέσα μεταφοράς και τον δίκαιο μισθό. Είναι ο πρώτος βουλευτής στην Αυστραλία με κουρδική καταγωγή — και ταυτόχρονα ένας αληθινός… πρεσβευτής της ελληνικής γλώσσας, όπως απέδειξε στη Μελβούρνη.

Αν και κάποιοι στο κοινό ενδεχομένως τον αντιμετώπισαν με προκατάληψη λόγω του ονόματός του, στο τέλος της εκδήλωσης τον χειροκρότησαν θερμά.

Πηγή:neoskosmos.com

Ιδέες και σκέψεις για προβληματισμό ..

Ο Θοδωρής Τσομίδης αρνήθηκε το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα για το βιβλίο του «Η Γέννα»,

Ο συγγραφέας, μέσω αυτής, εκφράζει αρχικά την ευγνωμοσύνη του για την κρίση της επιτροπής και ευχαριστεί θερμά τα μέλη της για τον χρόνο και την προσοχή που αφιέρωσαν στο έργο του, διευκρινίζοντας ωστόσο εξαρχής ότι θα επιμείνει στην πάγια θέση του να μην αποδέχεται λογοτεχνικές βραβεύσεις.

Ακολουθεί η επιστολή:

Ανακοινώθηκε πως μου απονέμεται το κρατικό βραβείο λογοτεχνίας στην κατηγορία πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα για το βιβλίο μου «Η Γέννα». Δεν γνωρίζω προσωπικά κανένα από τα μέλη της κριτικής επιτροπής, εκτιμώ όμως το πολύπλευρο έργο τους και την σημαντική συμβολή τους στα γράμματά μας.

Συγκινούμαι λοιπόν πολύ και χαίρομαι ειλικρινά για την ευμενή τους ανάγνωση και για τον κριτικό έπαινο που μου απευθύνουν. Τους ευχαριστώ όλους και όλες θερμά για τον χρόνο που διέθεσαν στο κείμενό μου, για την εμπεριστατωμένη κρίση τους όπως αποτυπώνεται στο σκεπτικό της επιτροπής, καθώς και για την πρόθεσή τους να ενθαρρύνουν την συγγραφική μου προσπάθεια. Θα επιμείνω πάντως στην άρνησή μου να δεχτώ οποιαδήποτε λογοτεχνική βράβευση.

Την θέση μου αυτή εξέφρασα δημοσία ήδη τον Μάιο του 2025, όταν το όνομά μου συμπεριλήφθηκε στην βραχεία λίστα των βραβείων του περιοδικού Αναγνώστης. Στην σχετική επιστολή-που δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα του περιοδικού Νέο Πλανόδιον- είχα αιτιολογήσει την άρνησή μου ως εξής:

«[Ο] τρόπος που αντιλαμβάνομαι την γραφή δεν συνάδει με βραβεύσεις, επαίνους, τιμές. Τα βραβεία υπηρετούν μια λογική ιεράρχησης, επίδοσης και αθλοθέτησης που περισσότερο ταιριάζει στον αθλητισμό παρά στη λογοτεχνία. Κάθε βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου εξάλλου είναι ένα πρόωρο βραβείο.

Οι περισσότεροι αντιλαμβάνονται τον θεσμό των λογοτεχνικών βραβείων ως ένα μέσο προώθησης και ανάδειξης της λογοτεχνίας, μια αφορμή να μιλήσουμε για όσα αγαπάμε σε αυτήν. Και ίσως να είναι πράγματι έτσι. Με την άρνησή μου όμως θέλω να θυμίσω πως ό,τι ονομάζουμε λογοτεχνία δεν τρέφεται από την αναγνώριση και την επιτυχία-γιατί η λογοτεχνία είναι μια υπόθεση χωρίς νικητές.

Πως οι τύχες ενός συγγραφέα εξαρτώνται όχι από το αν θα πετύχει να αναγνωριστεί, αλλά από το αν θα αντέξει να μην λάβει καμία αναγνώριση. Πως η ιστορία της λογοτεχνίας είναι γεμάτη από αποτυχίες, ενίοτε φαντασμαγορικές, που αποδείχθηκαν καθοριστικότερες από πολλές επιτυχίες. Πως την λογοτεχνία την έπλασαν όχι μόνο οι συγγραφείς που διαβάστηκαν και επαινέθηκαν στον καιρό τους, αλλά και πολλοί άλλοι που αγνοήθηκαν ή κατακρίθηκαν και αποδοκιμάστηκαν. Πως η λογοτεχνία έχει τους δικούς της χρόνους, προσπερνά την επικαιρότητα και είναι γεμάτη από βιβλία που λησμονήθηκαν για να ξανανακαλυφθούν.

Πιστεύω επίσης πως οι συγγραφείς δεν ωφελούνται από τα βραβεία. Το έργο τους δεν θα γίνει ούτε καλύτερο ούτε χειρότερο εξαιτίας ενός βραβείου. Και τίποτα δεν υπονομεύει μια δημιουργική προσπάθεια περισσότερο από την ενδόμυχη ανάγκη να αρέσεις – σε μια επιτροπή, σε ένα γενικό και αόριστο κοινό, στον οποιονδήποτε. Ό,τι τρέφει αυτήν την ενδόμυχη ανάγκη –και αυτή είναι μια αναπόφευκτη λειτουργία κάθε βραβείου– δημιουργεί προϋποθέσεις συνθηκολόγησης απέναντι σε λογής νόρμες, εξουσίες και χειροκροτητές. Για έναν άνθρωπο μάλιστα που ξεκινάει την περιπέτειά του στον δρόμο της γραφής μια βράβευση –συνοδευόμενη από εφήμερη δόξα, πρόσκαιρη αναγνωρισιμότητα, κάποιο μικρό έπαθλο– ενδέχεται να νοθεύσει τα μόνο κίνητρα που είναι ικανά να υποστηρίξουν τη μοναχική του πορεία στο βάθος του χρόνου: την ανάγκη ειλικρινούς έκφρασης και την χαρά της δημιουργίας.

Πιστεύω τέλος πως ούτε οι αναγνώστες ωφελούνται από τον θεσμό των βραβείων. Μιλώ για τους αναγνώστες που ξενυχτούν πάνω από βιβλία, για αναγνωστικές κοινότητες που τρέφουν κάτι πέρα από την φιλαυτία τους, για παρέες που συντηρούν μικρά βιβλιοπωλεία, λογοτεχνικά περιοδικά, βιβλιοφιλικές ιστοσελίδες, αυτοσχέδιους εκδοτικούς οίκους. Αναφέρομαι σε όλους αυτούς για τους οποίους η λογοτεχνία γίνεται τελικά ό,τι και για τον συγγραφέα: επίμονος πυρετός και παράνομη λατρεία, η πιο τρελή περιπέτεια του μυαλού, η πιο απίθανη περιπλάνηση σε ένα μαγεμένο, σκοτεινό δάσος δίχως ξέφωτο. Οι αναγνώστες αυτοί δεν έχουν τίποτα να κερδίσουν από τις έτοιμες λίστες που τους προσφέρονται. Η περιπλάνησή τους είναι εξίσου μοναχική με εκείνη του συγγραφέα. Ζητούν να ανταμώσουν με κάτι απροσδιόριστο που έχει ήδη στοιχειώσει το μέσα τους, και καμιά έτοιμη λύση δε θα κατασιγάσει την αγωνία τους. Πιστεύω ακράδαντα πως και δίχως βραβεία κάθε αναγνώστης θα συναντηθεί τελικά με όσα βιβλία έχουν γραφτεί για κάποιον σαν και εκείνον – κι ας μεσολαβήσουν πολλά χρόνια μέχρι να συμβεί αυτό. Μιλώ ως αναγνώστης και εγώ τώρα. Ως αναγνώστης ανυπεράσπιστων βιβλίων, που εντελώς αναπάντεχα, διχως δάφνες και βραβεία, με μόνη κληρονομιά το αποτύπωμα που άφησαν στις καρδιές των αναγνωστών τους, έφτασαν κάποτε και στα δικά μου χέρια για να βαθύνουν το χνάρι της λογοτεχνίας μέσα μου.

Ούτε η απονομή ενός βραβείου ούτε φυσικά η άρνησή του προσθέτει ή αφαιρεί οτιδήποτε στην αξία ενός βιβλίου. Εξακολουθώ να θαυμάζω με αμείωτη ένταση δεκάδες συγγραφείς που αποδέχτηκαν την βράβευσή τους. Θαυμάζω επίσης πολλούς λησμονημένους, που απορρίφθηκαν, που δεν έδωσαν ποτέ τους συνέντευξη, που είδαν τα έξοχα βιβλία τους να μην πουλούν, να μην ανατυπώνονται, να πολτοποιούνται ή να μοιράζονται μυστικά, χέρι με χέρι, ανάμεσα σε ομότεχνους και φίλους. Και ωστόσο συνέχισαν να γράφουν, υπηρετώντας την παράφορη εμμονή που φωτίζει τις νύχτες τους.

Και για εκείνους που δέχονται και για εκείνους που αρνούνται τον θεσμό των βραβείων ισχύει το ίδιο: στο τέλος θα μείνουν( ; ) μονάχα τα γραπτά μας, για να δοκιμαστεί η αντοχή τους στο χρόνο και στις εξακολουθητικές αναγνώσεις».

Θεωρώ ότι οι παραπάνω σκέψεις, που εξέθεσα πρόσφατα σε παρόμοια συγκυρία, εξηγούν επαρκώς και την σημερινή μου άρνηση να αποδεχθώ το βραβείο που ευγενικά μου απονέμεται.

Ευχαριστώ και πάλι όσους ανθρώπους πίστεψαν και εμψύχωσαν αυτή μου την προσπάθεια στο γράψιμο.

Με εκτίμηση

Θοδωρής Τσομίδης

Πηγή: lifo.gr