Από τον Σολομώντα στον Σουμπέτερ: Η σοφία του να αφήνεις πίσω ό,τι έχει ήδη πεθάνει.

«Καιρὸς τοῦ τεκεῖν καὶ καιρὸς τοῦ ἀποθανεῖν, καιρὸς τοῦ φυτεῦσαι καὶ καιρὸς τοῦ ἐκτῖλαι πεφυτευμένον». Όταν ο Εκκλησιαστής αποτύπωνε αυτή τη φράση αιώνες πριν από τη βιομηχανική επανάσταση, μιλούσε για τη συμπαντική νομοτέλεια της φθοράς και της αναγέννησης. Χωρίς να το γνωρίζει, περιέγραφε τη βαθύτερη κινητήρια δύναμη της σύγχρονης οικονομίας: τίποτα δεν γεννιέται για να μείνει αιώνιο.

Αιώνες αργότερα, ο οικονομολόγος Γιόζεφ Σουμπέτερ έδωσε σε αυτή τη διαρκή εναλλαγή το όνομα «δημιουργική καταστροφή». Ο καπιταλισμός και η πρόοδος, υποστήριξε, δεν κινούνται γραμμικά ή ήρεμα. Προχωρούν γκρεμίζοντας τις βεβαιότητες του χθες για να θεμελιώσουν πάνω στα ερείπιά τους το αύριο. Η άμαξα δεν βελτιώθηκε για να γίνει αυτοκίνητο — παραμερίστηκε. Το φιλμ δεν έγινε καλύτερο για να γεννηθεί η ψηφιακή φωτογραφία — εξαφανίστηκε.

Σήμερα, η επέλαση της τεχνητής νοημοσύνης επιταχύνει αυτόν τον κύκλο σε ρυθμούς που η ανθρώπινη ψυχολογία δυσκολεύεται να παρακολουθήσει. Δεν απειλούνται πλέον μόνο χειρωνακτικές εργασίες, αλλά γνωστικές δεξιότητες, επαγγέλματα και ολόκληρα επιχειρηματικά μοντέλα που μέχρι πρότινος θεωρούνταν απρόσβλητα.

Η ανθρώπινη φύση, ωστόσο, είναι προγραμματισμένη να αγαπά το «φυτεύειν» και να αποστρέφεται το «εκτίλλειν». Επενδύουμε χρόνο, συναίσθημα και ταυτότητα σε όσα χτίσαμε: στις σπουδές μας, στον τίτλο της δουλειάς μας, στον παραδοσιακό τρόπο λειτουργίας της επιχείρησής μας. Στην οικονομική θεωρία αυτό ονομάζεται πλάνη του μη ανακτήσιμου κόστους (sunk cost fallacy)· στην καθημερινή πράξη είναι απλώς ο φόβος του κενού.

Εκεί ακριβώς συναντώνται η βιβλική σοφία και η σύγχρονη οικονομική πραγματικότητα. Η δημιουργική καταστροφή δεν είναι ύμνος στην ισοπέδωση, αλλά υπενθύμιση ότι η ανανέωση απαιτεί χώρο. Το έδαφος δεν μπορεί να καρποφορήσει αν δεν καθαριστεί από τα υπολείμματα της προηγούμενης σοδειάς.

Η πραγματική πρόκληση της εποχής μας δεν είναι η ίδια η τεχνολογική ανατροπή. Είναι η συναισθηματική και διανοητική μας αδράνεια. Το πιο επικίνδυνο λάθος για έναν επαγγελματία, μια επιχείρηση ή μια κοινωνία δεν είναι να ξεριζώσει το παλιό — είναι να συνεχίζει πεισματικά να ποτίζει κάτι που έχει ήδη ξεραθεί, απλώς και μόνο επειδή κάποτε το φύτεψε με τα ίδια του τα χέρια.

ΥΠΕΡ ΜΑΝΤΟΝΑΣ, από το Χ Χωμενίδη

Πριν από πολλά-πολλά χρόνια, στις αρχές της δεκαετίας του 1970, η Τζένη Καρέζη και ο Κώστας Καζάκος αποφάσισαν να παραθερίσουν μαζί με τον γιόκα τους στο Πήλιο. Για δύο εβδομάδες. Άντεξαν τελικά δυό μέρες. Έφυγαν σαν κυνηγημένοι. Δεν τους απογοήτευσε -κάθε άλλο- το πανέμορφο χωριό, η φιλοξενία, η κρυστάλλινη θάλασσα, οι τοπικές νοστιμιές… Τους προκάλεσε ασφυξία η αγάπη του κόσμου. Όπου κι αν κάθονταν, όπου κι αν περπατούσαν, βρίσκονταν περικυκλωμένοι από λεφούσια θαυμαστών. Θείες έδιναν στην Καρέζη κεράσματα. Ανηψιές της ζητούσαν αυτόγραφα και συμβουλές για το πώς θα έκαναν κι εκείνες καριέρα στο σινεμά. Μπόμπιρες. που είχαν δει τον Καζάκο στο «Κοντσέρτο για Πολυβόλα», τον αντιμετώπιζαν σαν μπαρουτοκαπνισμένο λοχαγό, του βαρούσαν προσοχές. Ως και ο μικρούλης Κωνσταντίνος δεχόταν ανυπεράσπιστος επιθέσεις στοργής.

Μεγεθύνετε αυτό το γλυκό μαρτύριο χίλιες τουλάχιστον φορές για να καταλάβετε τι θα τραβούσε η Μαντόνα έτσι και τριγυρνούσε ανέμελη στα καντούνια της Κέρκυρας ή όπου αλλού στη γη. Δεν αμφιβάλλω ότι η λαοφιλία της Τζένης-Τζένης στην Ελλάδα, στο μεσουράνημα της, ανταγωνιζόταν τη σημερινή δημοτικότητα της Λουίζ Βερόνικα Τσικόνε, γνωστότερης ως Μαντόνα. Τώρα όμως ο πλανήτης όλος έχει καταντήσει ένας διαδικτυακός αχταρμάς. Τώρα αμέτρητα εκατομμύρια άνθρωποι ζουν -λες- για να φωτογραφίζουν και να ανεβάζουν στα σόσιαλ μίντια. Τώρα, με το που βγαίνεις απ’το σπίτι σου, παραιτείσαι κι από τη στοιχειώδη ιδιωτικότητα. Ο καθένας μπορεί να σε σημαδέψει με το κινητό του και να σε απαθανατίσει. Και στην πιο αμήχανη. Και στην πιο προσωπική σου στιγμή.

Μάλλον δεν κινδυνεύετε ιδιαίτερα εσείς, ακόμα κι όταν αλείφετε στην πλαζ με αντηλιακό το ταίρι σας. Ούτε εγώ, όταν δαγκώνω ένα καρπούζι και μου τρέχουν τα ζουμιά. Της Μαντόνα ωστόσο θα κατέγραφαν και το ελάχιστο βλεφάρισμα. Και θα το αναδημοσίευαν για να το δει κι ο τελευταίος χρήστης.

Παράδοξο πράγμα η φήμη. Κάποιοι, πάρα πολλοί, κάνουν το παν για να την κερδίσουν. Και κάποιοι άλλοι, που την έχουν ήδη κατακτήσει, αγωνίζονται να την τιθασσεύσουν. Για να μην τους γκρεμίσει σαν αφηνιασμένο άλογο και τους ποδοπατήσει.

Πέρα από τα καλλιτεχνικά της επιτεύγματα -κατά τη γνώμη μου πολύ ενδιαφέροντα, κατά άλλους ευτελή-, η Μαντόνα έχει πετύχει κάτι όλως εξαιρετικό. Επί σαρανταπέντε συναπτά χρόνια παραμένει στην πρώτη γραμμή του διεθνούς σόου μπιζ. Ποιοί άλλοι το έχουν καταφέρει; Τους μετράω στα δάχτυλα. Οι Ρόλινγκ Στόουνς, ο Φρανκ Σινάτρα, ο Μπομπ Ντύλαν. Σε ευρωπαϊκή κλίμακα, ο Σαρλ Αζναβούρ και η Σελίν Ντιόν. Και η δικιά μας Νάνα Μούσχουρη.

Για να αποκτήσεις, κυρίως δε για να διατηρήσεις μια τέτοια θέση στο καλλιτεχνικό στερέωμα, απαιτείται σκληρότατη -υπεράνθρωπη σχεδόν- εργασία. Ψυχική ισορροπία, δύναμη αν όχι για να αντιστέκεσαι, τουλάχιστον για να ρεγουλάρεις τις επικίνδυνες έξεις σου. Ώστε να μην σε διαλύσουν. Η μυθολογία του θεάματος βρίθει από υπέρλαμπρους διάττοντες που κάηκαν από την ίδια τους τη φλόγα. Από τον Τζιμ Μόρισον μέχρι την Έιμι Γουάινχαουζ. Κάθε νέα γενιά τους ανακαλύπτει, τους απολαμβάνει. Οι ίδιοι -φευ!- πέθαναν πριν να συμπληρώσουν τα τριάντα.

Απαιτείται επίσης πλήρης έλεγχος, από εσένα τον ίδιο, της καθημερινότητας και της εικόνας σου. Προφανώς θα έχεις μονίμως γύρω σου δικούς σου ανθρώπους, οι οποίοι θα σε φροντίζουν και θα σε προστατεύουν – εδώ έχει ο τελευταίος υφυπουργός. Προφανώς αν θελήσεις να κάνεις τα γενέθλιά σου σε ένα μικρό χωριό, σε μια άγνωστη σχεδόν σε εσένα χώρα, δεν θα αφήσεις τίποτα απολύτως στην τύχη.

Και οι κάτοικοι των Κουραμάδων γιατί δέχθηκαν να κλειδαμπαρωθούν στα σπίτια τους προκειμένου να γλεντήσει η Μαντόνα; Εάν κάποιοι ντόπιοι ινφλουένσερς είναι είτε παριστάνουν τους χαζούς και διαρρηγνύουν τα ιμάτια τους, ισχυριζόμενοι πως η σούπερ σταρ ταπείνωσε, υποδούλωσε ένα ολόκληρο χωριό, οι Κερκυραίοι -πιστέψτε μου- γνωρίζουν άριστα το συμφέρον τους. Ξέρουν ότι η -ας την πούμε- διακριτικότητα που έδειξαν θα ανταμειφθεί πλουσιοπάροχα. Ακόμα και αν δεν πληρώθηκαν επί τόπου -δεν θα το παραδέχονταν ποτέ-, έχουν κερδίσει ήδη, ως μάννα εξ’ουρανού, παγκόσμια φήμη.

Δεχόμαστε άρα να’μαστε γκαρσόνια, λακέδες, οσφυοκάμπτες, γελωτοποιοί, να μας βαράει ο πάσα ένας παλαμάκια κι εμείς να χορεύουμε; Πόσο πιο κομπλεξικά μπορεί να σκεφτεί κανείς; Εάν έγιναν όλα τα παραπάνω οι κάτοικοι των Κουραμάδων για μια νύχτα, η ίδια η Μαντόνα το κάνει για το κοινό της μια ολόκληρη ζωή! Ο κάθε καλλιτέχνης δεν ταπεινώνεται και εξυψώνεται συνάμα για το χατίρι όσων πάνε να τον δουν; Ρωτήστε και τον Γιώργο Ζαμπέτα, ο οποίος είχε φτιάξει για τον Ωνάση κοτζάμ τραγούδι, το «Λεβεντόπαιδο Αρίστο».

Αξιοπρέπεια δεν σημαίνει να αρνείσαι να παρέχεις νόμιμες υπηρεσίες με το ευνοϊκότερο τίμημα που μπορείς να πετύχεις. Την αξιοπρέπεια σου τη χάνεις όταν πουλάς φύκια για μεταξωτές κορδέλες, όταν κοροϊδεύεις τους άλλους -άρα και τον εαυτό σου-, όταν στρατεύεσαι κομματικά για να αποκομίσεις αλλότρια οφέλη.

Κατά τα λοιπά, εάν ήμουν στη θέση του Κυριάκου Μητσοτάκη, ασφαλώς και θα έστελνα στη Μαντόνα ευχές για τα γενέθλιά της. Θα την καλούσα μάλιστα και σε γεύμα, μπας και μου αποκάλυπτε το πιο πολύτιμο για εμένα μυστικό της. Το μυστικό της διάρκειας.-

Χ Χωμενίδης, συγγραφέας

«Ο ρηχός άνθρωπος στην ευημερία αποχαυνώνεται και στη συμφορά καταρρακώνεται.»

— Επίκουρος

Η ευημερία και η συμφορά είναι δύο διαφορετικές δοκιμασίες του ανθρώπινου χαρακτήρα. Η πρώτη μάς δοκιμάζει με την αφθονία, η δεύτερη με τη στέρηση. Και ίσως η ευημερία να είναι, κάποιες φορές, η πιο ύπουλη από τις δύο.

Όταν όλα πηγαίνουν καλά, εύκολα πιστεύουμε ότι έτσι θα συνεχίσουν για πάντα. Η άνεση γίνεται συνήθεια, η επιτυχία θεωρείται αυτονόητη και η ευγνωμοσύνη υποχωρεί. Ο άνθρωπος παύει να χαίρεται γι’ αυτά που έχει και αρχίζει να θεωρεί ότι του ανήκουν δικαιωματικά. Αυτή είναι η αποχαύνωση της ευημερίας.

Κι όταν έρθει η συμφορά —όπως αναπόφευκτα κάποια στιγμή έρχεται στη ζωή— ο ίδιος άνθρωπος βρίσκεται απροετοίμαστος. Εκείνος που έμαθε να στηρίζει την ευτυχία του αποκλειστικά στα εξωτερικά αγαθά, όταν τα χάσει αισθάνεται ότι χάνει μαζί και τον εαυτό του. Καταρρέει, γιατί δεν είχε φροντίσει να οικοδομήσει κάτι μέσα του.

Η πραγματική δύναμη βρίσκεται στην ισορροπία: να απολαμβάνεις την ευημερία χωρίς να γίνεσαι δούλος της και να αντιμετωπίζεις τη συμφορά χωρίς να χάνεις την αξιοπρέπειά σου.

Γιατί ούτε οι καλές ημέρες διαρκούν για πάντα ούτε οι κακές. Εκείνο που έχει σημασία είναι να παραμένουμε οι ίδιοι όταν αλλάζουν οι καιροί: ούτε αλαζόνες στην κορυφή ούτε συντετριμμένοι στην κατηφόρα.

Like1

«Όποιος έχει ένα “γιατί” για να ζει, μπορεί να αντέξει σχεδόν οποιοδήποτε “πώς”.»

Ο Νίτσε έγραψε μια φράση που συμπυκνώνει ίσως μία από τις βαθύτερες αλήθειες της ανθρώπινης ύπαρξης: «Όποιος έχει ένα “γιατί” για να ζει, μπορεί να αντέξει σχεδόν οποιοδήποτε “πώς”.»

Το «γιατί» είναι ο λόγος που σηκωνόμαστε το πρωί. Μπορεί να είναι ένας άνθρωπος που αγαπάμε, ένα έργο που θέλουμε να ολοκληρώσουμε, μια οικογένεια, μια δημιουργία, ακόμη κι ένα μικρό όνειρο που αρνούμαστε να εγκαταλείψουμε. Δεν χρειάζεται να είναι κάτι σπουδαίο στα μάτια των άλλων· αρκεί να είναι σημαντικό για εμάς.

Το «πώς», αντίθετα, είναι οι συνθήκες που μας επιβάλλει η ζωή. Οι δυσκολίες, οι απογοητεύσεις, οι απώλειες, οι αποτυχίες, τα γηρατειά, κάποτε και η μοναξιά. Πολλά από αυτά δεν μπορούμε να τα επιλέξουμε. Μπορούμε όμως να επιλέξουμε τον λόγο για τον οποίο συνεχίζουμε.

Ο άνθρωπος αντέχει πολύ περισσότερα απ’ όσα πιστεύει, όταν αισθάνεται ότι η προσπάθειά του οδηγεί κάπου. Εκείνο που τον λυγίζει περισσότερο δεν είναι πάντοτε η δυσκολία, αλλά η αίσθηση ότι η δυσκολία δεν έχει κανένα νόημα. Όταν χαθεί το «γιατί», ακόμη και το εύκολο γίνεται βαρύ. Όταν υπάρχει, ακόμη και το δύσκολο μπορεί να γίνει υποφερτό.

Ίσως λοιπόν το σημαντικότερο ερώτημα όσο περνούν τα χρόνια να μην είναι «πώς θα αποφύγω τις δυσκολίες;». Δυσκολίες θα υπάρξουν ούτως ή άλλως. Το ουσιαστικότερο είναι να μπορούμε να απαντούμε στην ερώτηση: «Γιατί θέλω να συνεχίσω;»

Και όσο υπάρχει μια απάντηση —ένας άνθρωπος, ένας τόπος, ένα αμπέλι, ένα βιβλίο που μένει να γραφτεί, μια αυριανή μέρα που θέλουμε ακόμη να δούμε— υπάρχει και δρόμος.

Γιατί τελικά ο άνθρωπος δεν ζει μόνο επειδή αναπνέει. Ζει όσο έχει κάτι για το οποίο αξίζει να αναπνέει.

Like2