


Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.



Ξεφυλλίζοντας ένα παλιό βιβλίο της βιβλιοθήκης μου, το «Τα κατά συνθήκην ψεύδη» του Μαξ Νορντάου*, σκέφτηκα πόσο λίγο έχουν αλλάξει οι άνθρωποι και οι κοινωνίες μέσα στον χρόνο.
Ο Νορντάου υποστήριζε ότι πολλές φορές η κοινωνική ζωή στηρίζεται σε ψέματα που όλοι γνωρίζουν, αλλά λίγοι τολμούν να αμφισβητήσουν. Όχι απαραίτητα σε κακόβουλα ψέματα, αλλά σε βολικές παραδοχές, σε συμβάσεις, σε στερεότυπα που επαναλαμβάνονται τόσο συχνά ώστε καταλήγουν να θεωρούνται αλήθειες.
Ίσως αυτό να συμβαίνει γιατί η αλήθεια δεν είναι πάντοτε βολική. Απαιτεί σκέψη, αμφισβήτηση, προσωπική ευθύνη. Αντίθετα, τα κατά συνθήκην ψεύδη προσφέρουν ασφάλεια. Μας απαλλάσσουν από τον κόπο να εξετάσουμε αν όσα πιστεύουμε στέκουν πραγματικά.
Όμως η πρόοδος, είτε αφορά έναν άνθρωπο είτε μια κοινωνία, ξεκινά συνήθως από τη στιγμή που κάποιος τολμά να ρωτήσει: «Είναι πράγματι έτσι ή απλώς το συνηθίσαμε;»
Δεν χρειάζεται να γκρεμίσουμε τα πάντα. Χρειάζεται όμως να διατηρούμε ζωντανή την κριτική σκέψη. Να μην αποδεχόμαστε μια ιδέα μόνο και μόνο επειδή είναι δημοφιλής, παλιά ή βολική.
Η αλήθεια μπορεί να είναι απαιτητική. Είναι όμως ο μόνος σταθερός δρόμος προς την ελευθερία. Και ίσως το μεγαλύτερο ψέμα να είναι η πεποίθηση ότι δεν έχουμε ανάγκη να την αναζητούμε καθημερινά.
«Οι πιο επικίνδυνες πλάνες δεν είναι εκείνες που επιβάλλονται με τη βία, αλλά εκείνες που γίνονται αποδεκτές χωρίς να εξετάζονται.»

*Το βιβλίο «Τα κατά συνθήκην ψεύδη» του Μαξ Νορντάου είναι ένα από τα πιο γνωστά έργα του, γραμμένο το 1883. Στο βιβλίο αυτό ο Νορντάου ασκεί δριμεία κριτική σε ό,τι θεωρούσε «συμβατικά ψεύδη» της κοινωνίας: τη θρησκεία όταν γίνεται τυπολατρία, την πολιτική υποκρισία, τον κοινοβουλευτισμό, την αριστοκρατία, τις οικονομικές ανισότητες, ακόμη και τους κοινωνικούς θεσμούς του γάμου.



Ο άναρχος θεός δεν έχει αρχή, άρα δεν επιδέχεται εξήγηση. Δεν υπακούει σε σχέδιο, δεν ζητά άδεια, δεν χωρά σε συστήματα. Είναι εκείνος που διαρρηγνύει τη γραμμικότητα του χρόνου και εισβάλλει στο «τώρα» χωρίς προειδοποίηση. Η κάθοδός του δεν είναι εορταστική· είναι αποκαλυπτική. Όχι γιατί αποκαλύπτει κάτι νέο, αλλά γιατί αναγκάζει ό,τι υπήρχε κρυμμένο να φανερωθεί.





Αγαπάω εκείνους που αγαπούν τη ζωή. Όχι γιατί η ζωή είναι πάντα εύκολη, δίκαιη ή γενναιόδωρη, αλλά γιατί επιλέγουν να τη ζουν με ευγνωμοσύνη και ενδιαφέρον. Είναι οι άνθρωποι που βρίσκουν χαρά στα μικρά, που δεν περιμένουν τις μεγάλες στιγμές για να νιώσουν ευτυχισμένοι.
Αγαπάω εκείνους που γνωρίζουν ότι δεν τα ξέρουν όλα. Που δεν ντρέπονται να πουν «δεν γνωρίζω» και δεν φοβούνται να μάθουν. Γιατί η αληθινή σοφία δεν βρίσκεται στη βεβαιότητα, αλλά στην ταπεινότητα. Όσο περισσότερο προχωρά κανείς στη ζωή, τόσο περισσότερο καταλαβαίνει πόσα ακόμη μένουν να ανακαλύψει.
Αγαπάω εκείνους που στύβουν το λίγο και βγάζουν το πολύ. Που δεν μετρούν μόνο όσα τους λείπουν, αλλά αξιοποιούν όσα έχουν. Που μετατρέπουν ένα μικρό χωράφι σε παράδεισο, μια απλή συντροφιά σε γιορτή, μια δυσκολία σε μάθημα. Είναι οι άνθρωποι που δεν περιμένουν τις ιδανικές συνθήκες για να δημιουργήσουν· δημιουργούν με τις συνθήκες που έχουν.
Τελικά η ζωή δεν ανταμείβει εκείνους που τα κατέχουν όλα, αλλά
εκείνους που εκτιμούν όσα έχουν.
Εκείνους που μαθαίνουν διαρκώς, που χαμογελούν συχνά και που, ακόμη και στις δύσκολες μέρες, βρίσκουν έναν λόγο να προχωρούν.
Γιατί η ζωή δεν μετριέται από το πόσα μας δόθηκαν, αλλά από το τι καταφέραμε να κάνουμε με αυτά που βρέθηκαν στα χέρια μας!
