«Η ουτοπία είναι στον ορίζοντα. Προχωρώ δύο βήματα, εκείνη απομακρύνεται δύο βήματα. Κάνω δέκα βήματα και ο ορίζοντας μετακινείται δέκα βήματα πιο πέρα. Όσο κι αν περπατήσω, δεν θα τη φτάσω ποτέ. Σε τι χρησιμεύει λοιπόν η ουτοπία; Χρησιμεύει σε αυτό: στο να μας κάνει να προχωράμε.»*

*Εδουάρδο Γκαλεάνο

Τρίτη 9 Ιανουαρίου 1990…

Τα λες και επαγγελματικά γενέθλια…

Τρίτη 9 Ιανουαρίου 1990… ήταν η ημέρα που πέρασα το κατώφλι στην οδο Νικης 10 στο σύνταγμα στις Ασφαλειες Μινεττα!!!
Σήμερα ξημερώνει 9 Ιανουαρίου 2026!!!!!
Ένιωσα και νιωθω την εταιρεία δεύτερη οικογενεια μου,γιατί Εσείς με κάνατε να το νιώσω αυτό το συναίσθημα!!!
Στις χαρές αλλά προπαντός στις δυσκολίες είσαστε πάντα δίπλα μου!!!
Φοβάμαι ότι αν αναφερθώ σε ονόματα θα ξεχάσω κάποιους και δεν θέλω.
Μαζί σας έμαθα να Ασφαλίζω ότι ΑΞΙΖΕΙ!!!!
Ένα μεγάλο ευχαριστώ στους ανθρώπους της Μινεττα!!!!!
Από τον 7 όροφο (Διοίκηση),μέχρι κάτω!!!

Να είμαστε καλά να ανταμωσουμε το 2027!!

Γιάννης Κοκκορης

«Ο κόσμος είναι οργανωμένος από την οικονομία του πολέμου και την κουλτούρα του πολέμου»

Η ρήση του Εδουάρδο Γκαλεάνο* —«Ο κόσμος είναι οργανωμένος από την οικονομία του πολέμου και την κουλτούρα του πολέμου»— δεν αποτελεί απλώς μια διαπίστωση· είναι μια σκληρή ακτινογραφία της σύγχρονης ιστορίας και της καθημερινότητάς μας.

Ο πόλεμος, για τον Γκαλεάνο, δεν περιορίζεται στα χαρακώματα και στις ένοπλες συγκρούσεις. Είναι μια διαρκής οικονομική συνθήκη, ένας μηχανισμός που παράγει πλούτο για τους λίγους και ανασφάλεια για τους πολλούς. Βιομηχανίες όπλων, γεωπολιτικές ισορροπίες, αγορές ενέργειας και πρώτων υλών κινούνται συχνά όχι με γνώμονα την ειρήνη, αλλά με τη διαρκή προετοιμασία της σύγκρουσης. Η «οικονομία του πολέμου» δεν χρειάζεται πάντα βόμβες· της αρκεί ο φόβος, η απειλή και η αβεβαιότητα που συντηρούνται μεθοδικά.

Παράλληλα, η «κουλτούρα του πολέμου» διαπερνά τη γλώσσα, την πολιτική, ακόμη και την καθημερινή σκέψη. Μιλάμε για «μάχες» στην αγορά, για «στρατηγικές» στην εργασία, για «εχθρούς» στην πολιτική αντιπαράθεση. Ο πόλεμος κανονικοποιείται ως τρόπος σκέψης, ως το αποδεκτό πλαίσιο επίλυσης διαφορών. Έτσι, η βία παύει να σοκάρει και μετατρέπεται σε συνήθεια.

Ο Γκαλεάνο, ωστόσο, δεν γράφει για να μας βυθίσει στην απελπισία, αλλά για να αφυπνίσει. Αν ο κόσμος είναι οργανωμένος γύρω από τον πόλεμο, τότε η ειρήνη δεν είναι μια παθητική κατάσταση, αλλά μια ενεργή επιλογή. Απαιτεί αντίσταση στη λήθη, κριτική σκέψη απέναντι στα αφηγήματα ισχύος και, κυρίως, επαναδιεκδίκηση της ανθρώπινης αξίας απέναντι στην ψυχρή λογική των αριθμών και των εξοπλισμών.

Ίσως, τελικά, το πιο ριζοσπαστικό μήνυμα του Γκαλεάνο να είναι αυτό: όσο «φυσικός» κι αν μας φαίνεται ο κόσμος του πολέμου, δεν είναι αναπόφευκτος. Είναι μια ανθρώπινη κατασκευή — και ως τέτοια, μπορεί να αποδομηθεί.

*Ο Εδουάρδο Γκαλεάνο (Eduardo Galeano, 1940–2015) δεν ήταν απλώς ένας συγγραφέας ή δημοσιογράφος· ήταν η «φωνή των χωρίς φωνή» για τη Λατινική Αμερική και ένας από τους πιο επιδραστικούς διανοούμενους της αριστερής σκέψης παγκοσμίως.

Η Αέναη Διατάραξη της Ισορροπίας

Στην απαρχή των πάντων δεν υπάρχει χρόνος· υπάρχει μόνο μια κατάσταση απόλυτης κβαντικής ισορροπίας. Μία Πηγή. Όχι ένα κενό έλλειψης, αλλά ένα κενό δυναμικής πληρότητας, όπου τα πάντα συνυπάρχουν σε λανθάνουσα δυνατότητα.

Η γέννηση του Σύμπαντος δεν συμβαίνει τυχαία. Προκύπτει από μια νομοτελειακή ανάγκη της Πηγής να εκφραστεί. Η πρώτη αυτή διατάραξη θέτει σε κίνηση το εκκρεμές του χρόνου και μετατρέπει τη στατική ισορροπία σε δημιουργικό γίγνεσθαι.

Το Σύμπαν μας, καρπός αυτής της αρχέγονης ρωγμής, διαστέλλεται και ταξιδεύει με τρομερή ταχύτητα μέσα στο Κενό. Δεν υπάρχει τίποτα να του προβάλει αντίσταση, καμία τριβή να το ανακόψει. Είναι ένας μοναχικός δρομέας σε ένα πέλαγος όπου ο χώρος και ο χρόνος γεννιούνται βήμα προς βήμα — σαν παλμός που δεν ακούγεται, αλλά επιμένει. Κι όμως, μέσα σε αυτό το άπειρο βάθος του μέλλοντος, η μοναχικότητα παραμένει σχετική.

Αν στο άπειρο υπάρχουν και άλλα τέτοια συμπαντικά κύματα, τότε η σύγκρουση δεν είναι παρά μια στατιστική και υπαρξιακή πιθανότητα. Μια τέτοια συνάντηση θα μετέτρεπε τα πάντα σε σκόνη. Όμως εδώ, η σκόνη δεν σημαίνει τέλος.

Δεν υπάρχει σκοπιμότητα στην απλή επανάληψη του ίδιου. Η σύγκρουση λειτουργεί ως καταλύτης: μια κοσμική ανακύκλωση, όπου η παλιά πληροφορία μετατρέπεται σε πρώτη ύλη για το καινούργιο. Το Σύμπαν που αναδύεται από τα ερείπια του προηγούμενου είναι αναγκαστικά διαφορετικό — με νέους νόμους, νέες ισορροπίες, νέες μορφές ύπαρξης.

Η διαδικασία αυτή δεν γνωρίζει τελικό προορισμό ούτε στιγμή παύσης. Είναι μια αέναη ανανέωση. Η Πηγή, μέσα από διαδοχικές διαταράξεις, δεν αναζητά τη στατική τελειότητα, αλλά την αιώνια εμπειρία του γίγνεσθαι. Ο χρόνος ξεκινά κάθε φορά από την αρχή, και η πληροφορία διασώζεται ως προίκα για το επόμενο βήμα.

Σε αυτό το κολοσσιαίο σχήμα, η καταστροφή δεν είναι παρά το αναγκαίο προοίμιο της δημιουργίας.

…Αὐτῆς ποὔχε σπαθὶ τὸ φρύδι… 

Ποὺ χόρευε σὰν πορπατοῦσε ὁ κόρφος της… 

Γιάννης Σκαρίμπας

«Καθηγητές τρεις κι εχάθη η πατρίς»

Αφιερωμένο σε βαρουφακηδες, φαραντούρηδες και λοιπούς ..

Ένα μικρό δοκίμιο πάνω σε μια σκληρή αλλά διαχρονική ρήση

Η φράση που αποδίδεται στον Όττο φον Μπίσμαρκ —«καθηγητές τρεις κι εχάθη η πατρίς»— ακούγεται εκ πρώτης όψεως άδικη, σχεδόν προσβλητική για τον κόσμο της γνώσης. Κι όμως, δεν στρέφεται κατά της επιστήμης, αλλά κατά της αυταπάτης ότι η θεωρητική επάρκεια αρκεί από μόνη της για τη διακυβέρνηση των ανθρώπων.

Ο Μπίσμαρκ, πολιτικός της πράξης και της ισορροπίας, γνώριζε πως η πολιτική δεν είναι σεμινάριο, ούτε εργαστήριο καθαρών ιδεών. Είναι πεδίο συγκρούσεων, συμβιβασμών, πιέσεων, ανθρώπινων αδυναμιών και απρόβλεπτων γεγονότων. Εκεί όπου η ακαδημαϊκή σκέψη επιδιώκει τη λογική συνέπεια και την καθαρότητα των εννοιών, η πολιτική απαιτεί χρόνο, ένστικτο, εμπειρία και –κυρίως– επίγνωση του εφικτού.

Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι οι «καθηγητές», αλλά η μεταφορά της ακαδημαϊκής νοοτροπίας αυτούσια στην άσκηση εξουσίας. Όταν η πολιτική γίνεται πεδίο θεωρητικών πειραμάτων, όταν οι κοινωνίες αντιμετωπίζονται ως αφηρημένα μοντέλα και όχι ως ζωντανοί οργανισμοί, τότε οι καλές προθέσεις καταλήγουν συχνά σε κακά αποτελέσματα. Η ιστορία βρίθει παραδειγμάτων όπου λαμπρά μυαλά απέτυχαν όχι από έλλειψη γνώσης, αλλά από έλλειψη πρακτικής σοφίας.

Από την άλλη, η ρήση δεν δικαιώνει τον αντιδιανοουμενισμό. Οι κοινωνίες χρειάζονται τη σκέψη, την ανάλυση, τη βαθιά κατανόηση. Χωρίς θεωρία, η πράξη γίνεται τυφλή. Χωρίς αξίες, η πολιτική εκφυλίζεται σε κυνισμό. Το ζητούμενο δεν είναι να αποκλειστούν οι ακαδημαϊκοί από τη δημόσια ζωή, αλλά να μεταμορφώσουν τη γνώση σε πολιτική φρόνηση.

Ίσως, τελικά, το νόημα της φράσης να είναι προειδοποιητικό:

Όχι ότι οι καθηγητές δεν πρέπει να κυβερνούν, αλλά ότι κανείς δεν πρέπει να κυβερνά μόνο ως καθηγητής. Γιατί η πατρίδα δεν χάνεται από τη σκέψη, αλλά από τη σκέψη που δεν έμαθε ποτέ να περπατά μέσα στην πραγματικότητα.