


Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.



Νεκτάριος, Δελένδας, Μπερτσιάς
— Επίκουρος
Η ευημερία και η συμφορά είναι δύο διαφορετικές δοκιμασίες του ανθρώπινου χαρακτήρα. Η πρώτη μάς δοκιμάζει με την αφθονία, η δεύτερη με τη στέρηση. Και ίσως η ευημερία να είναι, κάποιες φορές, η πιο ύπουλη από τις δύο.
Όταν όλα πηγαίνουν καλά, εύκολα πιστεύουμε ότι έτσι θα συνεχίσουν για πάντα. Η άνεση γίνεται συνήθεια, η επιτυχία θεωρείται αυτονόητη και η ευγνωμοσύνη υποχωρεί. Ο άνθρωπος παύει να χαίρεται γι’ αυτά που έχει και αρχίζει να θεωρεί ότι του ανήκουν δικαιωματικά. Αυτή είναι η αποχαύνωση της ευημερίας.
Κι όταν έρθει η συμφορά —όπως αναπόφευκτα κάποια στιγμή έρχεται στη ζωή— ο ίδιος άνθρωπος βρίσκεται απροετοίμαστος. Εκείνος που έμαθε να στηρίζει την ευτυχία του αποκλειστικά στα εξωτερικά αγαθά, όταν τα χάσει αισθάνεται ότι χάνει μαζί και τον εαυτό του. Καταρρέει, γιατί δεν είχε φροντίσει να οικοδομήσει κάτι μέσα του.
Η πραγματική δύναμη βρίσκεται στην ισορροπία: να απολαμβάνεις την ευημερία χωρίς να γίνεσαι δούλος της και να αντιμετωπίζεις τη συμφορά χωρίς να χάνεις την αξιοπρέπειά σου.
Γιατί ούτε οι καλές ημέρες διαρκούν για πάντα ούτε οι κακές. Εκείνο που έχει σημασία είναι να παραμένουμε οι ίδιοι όταν αλλάζουν οι καιροί: ούτε αλαζόνες στην κορυφή ούτε συντετριμμένοι στην κατηφόρα.



Ο Νίτσε έγραψε μια φράση που συμπυκνώνει ίσως μία από τις βαθύτερες αλήθειες της ανθρώπινης ύπαρξης: «Όποιος έχει ένα “γιατί” για να ζει, μπορεί να αντέξει σχεδόν οποιοδήποτε “πώς”.»
Το «γιατί» είναι ο λόγος που σηκωνόμαστε το πρωί. Μπορεί να είναι ένας άνθρωπος που αγαπάμε, ένα έργο που θέλουμε να ολοκληρώσουμε, μια οικογένεια, μια δημιουργία, ακόμη κι ένα μικρό όνειρο που αρνούμαστε να εγκαταλείψουμε. Δεν χρειάζεται να είναι κάτι σπουδαίο στα μάτια των άλλων· αρκεί να είναι σημαντικό για εμάς.
Το «πώς», αντίθετα, είναι οι συνθήκες που μας επιβάλλει η ζωή. Οι δυσκολίες, οι απογοητεύσεις, οι απώλειες, οι αποτυχίες, τα γηρατειά, κάποτε και η μοναξιά. Πολλά από αυτά δεν μπορούμε να τα επιλέξουμε. Μπορούμε όμως να επιλέξουμε τον λόγο για τον οποίο συνεχίζουμε.
Ο άνθρωπος αντέχει πολύ περισσότερα απ’ όσα πιστεύει, όταν αισθάνεται ότι η προσπάθειά του οδηγεί κάπου. Εκείνο που τον λυγίζει περισσότερο δεν είναι πάντοτε η δυσκολία, αλλά η αίσθηση ότι η δυσκολία δεν έχει κανένα νόημα. Όταν χαθεί το «γιατί», ακόμη και το εύκολο γίνεται βαρύ. Όταν υπάρχει, ακόμη και το δύσκολο μπορεί να γίνει υποφερτό.
Ίσως λοιπόν το σημαντικότερο ερώτημα όσο περνούν τα χρόνια να μην είναι «πώς θα αποφύγω τις δυσκολίες;». Δυσκολίες θα υπάρξουν ούτως ή άλλως. Το ουσιαστικότερο είναι να μπορούμε να απαντούμε στην ερώτηση: «Γιατί θέλω να συνεχίσω;»
Και όσο υπάρχει μια απάντηση —ένας άνθρωπος, ένας τόπος, ένα αμπέλι, ένα βιβλίο που μένει να γραφτεί, μια αυριανή μέρα που θέλουμε ακόμη να δούμε— υπάρχει και δρόμος.
Γιατί τελικά ο άνθρωπος δεν ζει μόνο επειδή αναπνέει. Ζει όσο έχει κάτι για το οποίο αξίζει να αναπνέει.






