Ο Νίτσε έγραψε μια φράση που συμπυκνώνει ίσως μία από τις βαθύτερες αλήθειες της ανθρώπινης ύπαρξης: «Όποιος έχει ένα “γιατί” για να ζει, μπορεί να αντέξει σχεδόν οποιοδήποτε “πώς”.»
Το «γιατί» είναι ο λόγος που σηκωνόμαστε το πρωί. Μπορεί να είναι ένας άνθρωπος που αγαπάμε, ένα έργο που θέλουμε να ολοκληρώσουμε, μια οικογένεια, μια δημιουργία, ακόμη κι ένα μικρό όνειρο που αρνούμαστε να εγκαταλείψουμε. Δεν χρειάζεται να είναι κάτι σπουδαίο στα μάτια των άλλων· αρκεί να είναι σημαντικό για εμάς.
Το «πώς», αντίθετα, είναι οι συνθήκες που μας επιβάλλει η ζωή. Οι δυσκολίες, οι απογοητεύσεις, οι απώλειες, οι αποτυχίες, τα γηρατειά, κάποτε και η μοναξιά. Πολλά από αυτά δεν μπορούμε να τα επιλέξουμε. Μπορούμε όμως να επιλέξουμε τον λόγο για τον οποίο συνεχίζουμε.
Ο άνθρωπος αντέχει πολύ περισσότερα απ’ όσα πιστεύει, όταν αισθάνεται ότι η προσπάθειά του οδηγεί κάπου. Εκείνο που τον λυγίζει περισσότερο δεν είναι πάντοτε η δυσκολία, αλλά η αίσθηση ότι η δυσκολία δεν έχει κανένα νόημα. Όταν χαθεί το «γιατί», ακόμη και το εύκολο γίνεται βαρύ. Όταν υπάρχει, ακόμη και το δύσκολο μπορεί να γίνει υποφερτό.
Ίσως λοιπόν το σημαντικότερο ερώτημα όσο περνούν τα χρόνια να μην είναι «πώς θα αποφύγω τις δυσκολίες;». Δυσκολίες θα υπάρξουν ούτως ή άλλως. Το ουσιαστικότερο είναι να μπορούμε να απαντούμε στην ερώτηση: «Γιατί θέλω να συνεχίσω;»
Και όσο υπάρχει μια απάντηση —ένας άνθρωπος, ένας τόπος, ένα αμπέλι, ένα βιβλίο που μένει να γραφτεί, μια αυριανή μέρα που θέλουμε ακόμη να δούμε— υπάρχει και δρόμος.
Γιατί τελικά ο άνθρωπος δεν ζει μόνο επειδή αναπνέει. Ζει όσο έχει κάτι για το οποίο αξίζει να αναπνέει.
