


Χορευτικός σύλλογος Δερβενοχωρίων



Στεφάνη Βοιωτίας



Χάσαμε το σέβας;
Υπάρχουν λέξεις που παλιώνουν μαζί με τις εποχές που τις γέννησαν. Σιγά σιγά αποσύρονται από την καθημερινή ομιλία, μένουν στα παλιά βιβλία και στις αναμνήσεις των μεγαλύτερων. Μια τέτοια λέξη είναι το «σέβας».
Οι παλιότεροι τη χρησιμοποιούσαν συχνά. «Έχε σέβας», έλεγαν. Σέβας στους γονείς, στους μεγαλύτερους, στον δάσκαλο, στα ιερά, στους νεκρούς. Σήμερα προτιμούμε τη λέξη «σεβασμός». Και ίσως κάποιος αναρωτηθεί: τι σημασία έχει; Οι λέξεις αλλάζουν.
Μόνο που το σέβας δεν ήταν ακριβώς σεβασμός.
Είχε μέσα του κάτι από δέος και ευλάβεια. Σήμαινε πως απέναντι σε ορισμένα πράγματα ο άνθρωπος αναγνώριζε ένα όριο. Δεν αισθανόταν ότι όλα μπορούσε να τα κρίνει, να τα αμφισβητήσει, να τα χλευάσει ή να τα χρησιμοποιήσει.
Βεβαίως, εκείνος ο παλιός κόσμος δεν ήταν ιδανικός. Πίσω από το σέβας κρυβόταν κάποιες φορές ο φόβος. Τα παιδιά δεν μιλούσαν μπροστά στους μεγάλους, οι μαθητές έτρεμαν τον δάσκαλο και οι αυθεντίες σπάνια αμφισβητούνταν. Ευτυχώς πολλά από αυτά άλλαξαν. Η ελευθερία να ρωτάς, να διαφωνείς και να αμφισβητείς είναι μεγάλη κατάκτηση.
Άλλο όμως η απελευθέρωση από τον φόβο και άλλο η απώλεια του δέους.
Γιατί υπάρχει και κάτι ανάμεσα στην υποταγή και στην ασέβεια. Είναι η αναγνώριση ότι δεν αρχίζουν και δεν τελειώνουν όλα στο εγώ μας. Ότι υπάρχουν πράγματα μεγαλύτερα από εμάς: η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, η γνώση, η φύση, η μνήμη, η εμπειρία των ανθρώπων που προηγήθηκαν, το μυστήριο της ίδιας της ζωής.
Υπάρχει κίνδυνος χάνοντας το «σέβας» από το καθημερινό μας λεξιλόγιο, να χάςουμε και κάτι βαθύτερο. Όχι επειδή μια λέξη μπορεί από μόνη της να αλλάξει μια κοινωνία, αλλά επειδή οι λέξεις που εγκαταλείπουμε καμιά φορά φανερώνουν και τις αξίες που αρχίζουμε να παραμελούμε.
Δεν χρειάζεται να επιστρέψουμε στον φόβο για να ξαναβρούμε το σέβας. Ούτε να ξαναστήσουμε στα βάθρα τις παλιές αυθεντίες.
Χρειάζεται ίσως κάτι πολύ απλούστερο και πολύ δυσκολότερο: να θυμηθούμε ότι δεν είναι όλα για γκρέμισμα, δεν είναι όλα για χλεύη και, κυρίως, δεν περιστρέφονται όλα γύρω από εμάς.
Γιατί μια κοινωνία χωρίς φόβο είναι πρόοδος.
Μια κοινωνία όμως χωρίς σέβας κινδυνεύει να γίνει μια κοινωνία χωρίς όρια.


Λ Κύρκος

Από τη στιγμή που μπήκα μέσα στο αριστερό κίνημα ήμουνα δοσμένος σε αυτό.
Δεν ήμουνα με την κριτική διάθεση που απέκτησα εκ των υστέρων, γι’ αυτό και τα όσα συζητάμε για νέους κ.τ.λ. τα ακούω βερεσέ.
Ενας νέος αν δεν έχει εμπειρίες, δεν τις έχει ζήσει, δεν τις έχει βιώσει για να μπορεί να κάνει τον κριτικό έλεγχο, εύκολα παραδίδεται στους εντυπωσιασμούς.
Ηρθε μια στιγμή που μπορούσα να δω πολλά πράγματα από τη συμπεριφορά του Ζαχαριάδη, δεν τα είδα. Και νιώθω μια ευθύνη. Δεν ασκούσα, βέβαια, τότε καμιά απολύτως επιρροή. Ημουν ένα στελεχάκι της βάσης, που δεν μετείχε στις πολιτικές διεργασίες, που δεν είχε την πληροφόρηση, αλλά δεν είχε και το κουράγιο να δει κατάματα τους ανθρώπους, οι οποίοι στα μάτια του παρουσιάζονταν γιγάντιοι.
Και είδα ότι όλοι αυτοί, ας μην τους πω όλους, ήταν περιτρίμματα.
Με πιάνει τρόμος άμα σκεφτώ ότι π.χ. αν νικούσε τότε η επανάστασή μας θα είχαμε πρωθυπουργό τον Μάρκο, έναν γελοίο άνθρωπο -τον είδα από κοντά και κατάλαβα τι γελοίος άνθρωπος ήταν- θα είχαμε υπουργό Οικονομικών τον Μπαρτζώτα, θα είχαμε υπουργό της Παιδείας π.χ. τον Στρίγγο, θα είχαμε υπουργό των Εσωτερικών τον άλλον, τον ανεκδιήγητο άνθρωπο που ήρθε από την Κρήτη, τον Βλαντά, ο οποίος ήταν για την εποχή εκείνη ένας ήρωας για τη νεολαία, γραμματέας της νεολαίας κ.τ.λ. Ανθρωποι γελοίοι, χωρίς καμιά παιδεία για να παίξουν έναν ουσιαστικό ρόλο, σαν αυτόν που φιλοδοξούσαν να παίξουν.
Κι όμως εκείνη την εποχή, σας επαναλαμβάνω, τους έβλεπα τους ανθρώπους αυτούς σαν γίγαντες.
Λ Κύρκος (απόσπασμα συνέντευξης στην Καθημερινή)


Από τα παλιά

Ιντεραμέρικαν δεκαετία 90
Η δημιουργία και η αγορά
«Ο ζωγράφος ζωγραφίζει ό,τι πουλάει. Ο καλλιτέχνης πουλάει ό,τι ζωγραφίζει». — αποδίδεται στον Πάμπλο Πικάσο
Και έχει ενδιαφέρον ότι η σκέψη αυτή δεν αφορά μόνο τη ζωγραφική. Αφορά κάθε δημιουργό — ακόμη και τον συγγραφέα: γράφεις αυτό που πιστεύεις ή αυτό που πιστεύεις ότι θα αρέσει; Εκεί βρίσκεται ολόκληρο το δίλημμα ανάμεσα στη δημιουργία και στην αγορά.
Αυτό ακριβώς έκανα κι εγώ!
Στις 25 Φεβρουαρίου 1956, σε κλειστή συνεδρίαση του 20ού Συνεδρίου του ΚΚΣΕ, ο Νικίτα Χρουστσόφ εκφώνησε την περίφημη «Μυστική Ομιλία», καταγγέλλοντας τη σταλινική προσωπολατρία, τις μαζικές διώξεις, τα βασανιστήρια και τις εκτελέσεις στελεχών του κόμματος. Ήταν πράγματι μια ιστορική τομή.
Κάποιος από τους συνέδρους τού έστειλε ανώνυμα την ερώτηση «Και εσύ τι έκανες όταν ο Στάλιν διέπραττε αυτά τα εγκλήματα;».
Ο Χρουστσόφ ζήτησε από τον συντάκτη της ερώτησης να σηκωθεί και να δηλώσει το όνομά του. Κανείς δεν σηκώθηκε.
Και τότε είπε το αμίμητο: «Αυτό ακριβώς έκανα κι εγώ».

