Περί παιγνίων και κανόνων αυτών

Από το φίλο ΓΛ η πιο κάτω ανάρτηση:

Σε όλα τα παιχνίδια υπάρχουν κάποιοι κανόνες ! 

Πχ. το σκάκι δεν μπορείς να το παίξεις με ζάρια…

Ωστόσο, το θέμα αναγόμενο στο επίπεδο του ανθρώπινου βίου (επαγγελματικού και διαπροσωπικών σχέσεων), είναι αρκετά περίπλοκο και ίσως μπορεί να σκιαγραφηθεί μέσα από ορισμένα ερωτήματα :

Ποιός θέτει τους “κανόνες” του εκάστοτε “παιχνιδιού” ??

Υπάρχουν “παιχνίδια” (στην αρένα της πραγματικής ζωής) που όλοι οι “κανόνες” είναι ξεκάθαροι και γνωστοί εξαρχής σε όλους, ή μήπως αυτό δεν συμβαίνει ποτέ??

  • “Κανόνες” που τέθηκαν κάποτε εξυπηρετώντας τις τότε επικρατούσες συνθήκες και σκοπιμότητες,  μπορούν ή όχι ν’ αλλάξουν σε μελλοντικό χρόνο και ποιός το αποφασίζει αυτό ??

Αν η αλλαγή είναι αναγκαία ή/και σκόπιμη, σε ποιό χρονικό σημείο είναι δυνατό και επιτρεπτό συνάμα να αλλάζουν οι θεσμοθετημένοι “κανόνες” και με ποιά διαδικασία?? (ΣΗΜ : ιδίως αν το “παιχνίδι” έχει ήδη ξεκινήσει με τους “παλιούς κανόνες”).

Αν το “παιχνίδι” και οι “κανόνες” του είναι “στημένοι”, για να ευνοούνται συστηματικά κάποιοι, όσοι μένουν μόνιμα απέξω, τί πρέπει να κάνουν??

Γιατί κάποιος να μην εξαιρέσει τον εαυτό του (από το “παιχνίδι” των άλλων) και να πετύχει το ίδιο επιδιωκόμενο αποτέλεσμα παίζοντας ένα άλλο “παιχνίδι”, όπου οι “κανόνες” είναι πιο βολικοί γι’ αυτόν ??

Ο επιδιωκόμενος σκοπός μέχρι ποίου σημείου “αγιάζει τα μέσα”, ώστε η τήρηση των “κανόνων” να τίθεται σε δεύτερη μοίρα??

Αν κάποιοι δεν σέβονται τους “κανόνες” και παρόλα αυτά επιτυγχάνουν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, τί γίνεται??

Αν κάποιοι “κανόνες” τίθενται μόνο και μόνο για να δημιουργούν προσκόμματα στους πιο αδύναμους παίκτες, ενώ τελικά οι ισχυροί με τη στάση τους (και την επίτευξη των στόχων τους), αποδεικνύουν ότι δεν δεσμεύονται από αυτούς, τί γίνεται??

  • Αν κάποια στιγμή συμφωνήσαμε και για το “παιχνίδι” και για τους “κανόνες” του, αλλά στην πορεία οι εκτιμήσεις ή/και οι προσδοκίες μας διαφοροποιήθηκαν, τί γίνεται??

Η εμπειρία ζωής, μου υποδεικνύει ότι οι “κανόνες” του εκάστοτε “παιχνιδιού” είναι εν πολλοίς μια επίφαση…

Τίθενται από ανθρώπους (κατά το δοκούν και κυρίως κατά τα συμφέροντα) και παραβιάζονται από ανθρώπους (ομοίως για τις ίδιες αιτίες).

Άλλες φορές επέρχεται τιμωρία για τους “παραβάτες”, άλλες όχι (ή τουλάχιστον όχι εμφανής και άμεση). 

Συνεπώς, στη διάρκεια της ημέρας (και του “παιχνιδιού”) καλό είναι ο καθένας να τελεί σε εγρήγορση και να μη θεωρεί ότι όλα θα εξελιχθούν “by the book” και σύμφωνα με το “εγχειρίδιο” των όποιων “κανόνων”.

Η παρατήρηση και η ορθή αξιολόγηση των ανθρώπων (συμπαικτών ή /και ανταγωνιστών), καθώς και των καταστάσεων και συγκυριών, που διαμορφώνονται στη διάρκεια του “παιχνιδιού”, σώζει καριέρες και ζωές !!

Στο τέλος της ημέρας, ο καθένας μας ξέρει τί έκανε (ή παρέλειψε) και ζει με το αποτέλεσμα που κατάφερε να επιτύχει, την εμπειρία που αποκόμισε και τη συνείδησή του (ήσυχη ή/και όχι).

Καλό Σαβ/κο !

Γ.Λ.

Το “χαίρε” του Ελύτη !

Χαίρε η Καιομένη και χαίρε η Χλωρή

Χαίρε η Αμεταμέλητη με το πρωραίο σπαθί.

Χαίρε η που πατείς και τα σημάδια σβήνονται.

Χαίρε η που ξυπνάς και τα θαύματα γίνονται.

Χαίρε του παραδείσου των βυθών η Αγρία

Χαίρε της ερημίας των νήσων η Αγία

Χαίρε η Ονειροτόκος χαίρε η Πελαγινή

Χαίρε η Αγκυροφόρος και η Πενταστέρινη.

Χαίρε !

Κάθε Παρασκευή της Σαρακοστής, μέσα σε μισοσκότεινους ναούς, ακούγεται το μελιστάλαχτο «Χαῖρε…» .

Επαναλαμβάνεται όχι σαν τυπική φράση, αλλά σαν να δοκιμάζει ο άνθρωπος να πει, διστακτικά στην αρχή, και με βεβαιότητα στο τέλος, ότι υπάρχει ακόμα ελπίδα…

Ο Ακάθιστος Ύμνος δεν γεννήθηκε σε εποχές εύκολες. Γεννήθηκε σε πολιορκία. Σε φόβο. Σε αβεβαιότητα. Και ίσως γι’ αυτό επιβίωσε. Γιατί δεν είναι ύμνος των νικητών, αλλά των ανθρώπων που στέκονται όρθιοι μέσα στον κίνδυνο και την αμφιβολία.

Στον κόσμο της ταχύτητας και της πληροφορίας, οι Χαιρετισμοί μοιάζουν σχεδόν παράταιροι. Και όμως, είναι πιο επίκαιροι από ποτέ. Γιατί υπενθυμίζουν κάτι που ξεχνάμε:

η ελπίδα είναι δύναμη..

Σκούρτα Βοιωτίας

Οι Χαιρετισμοί δεν είναι απλώς ένας ύμνος. Είναι:

ποίηση υψηλής αισθητικής

θεολογία σε λυρική μορφή

σύνδεση ιστορίας και πίστης

Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια,

ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν, εὐχαριστήρια,

ἀναγράφω σοι ἡ Πόλις σου, Θεοτόκε.

Ἀλλ’ ὡς ἔχουσα τὸ κράτος ἀπροσμάχητον,

ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον

ἵνα κράζω σοι· Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Από το 1981!

Το 1982 έπεσε στα χέρια μου το βιβλίο του Αθανασίου Μ. Κακούρη, “Software Ηλεκτρονικών Υπολογιστών”. Ήταν η πρώτη μου απόπειρα να γνωρίσω πώς λειτουργούσε ο τότε “μυθικός” κόσμος της πληροφορικής.

Σήμερα, εν έτει 2026, εντυπωσιαζόμαστε καθημερινά από τις δυνατότητες της Τεχνητής Νοημοσύνης. Κι όμως, διαβάζοντας τον πρόλογο του βιβλίου από το 1981, συνειδητοποιεί κανείς πως το όραμα υπήρχε ήδη: προγράμματα που έγραφαν ποιήματα, έπαιζαν σκάκι και ανέλυαν τη φυσική γλώσσα!

Είναι συγκλονιστικό να βλέπεις πώς οι βάσεις για όσα ζούμε σήμερα είχαν τεθεί τουλάχιστον πριν από 45 ολόκληρα χρόνια!

Αντιγραφή από το βιβλίο :

Αντί Προλόγου

Για αιώνες τώρα φιλόσοφοι και επιστήμονες έχουν κάνει διάφορες υποθέσεις και θεωρίες για το αν ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι βασικά μια μηχανή.

Θα μπορούσε επομένως να σχεδιασθεί μια μηχανή που να “σκέπτεται”.

 

Δεν μπορεί να αμφισβητήσει κανείς ότι περισσότερο απ’ όλα τα τεχνικά δημιουργήματα του ανθρώπου ο υπολογιστής προσεγγίζει το “κατ’ εικόνα και ομοίωση”.

 

Η μηχανή αυτή, αν και σχεδιάστηκε για εκτέλεση αριθμητικών υπολογισμών, έχει εξελιχθεί σ’ ένα ευέλικτο εργαλείο προσαρμοσμένο εις την εκτέλεση εργασιών εις το συμβολικό επίπεδο με στοιχεία που αντιπροσωπεύουν λέξεις, λογικές υποθέσεις και άλλες γνωστικές μεταβλητές.

 

Σήμερα υπάρχουν ηλεκτρονικά προγράμματα που παίζουν σκάκι, γράφουν ποιήματα, συνθέτουν μουσική, διαβάζουν περιγραφές αλγεβρικών προβλημάτων σε μια φυσική γλώσσα και από την γλωσσική ανάλυση αυτής της περιγραφής παράγουν τη μαθηματική έκφραση του προβλήματος, της εξίσωσης, κ.λπ.

ὕβριν χρὴ σβεννύναι μᾶλλον ἢ πυρκαϊήν

Στον αρχαίο κόσμο, σε μια εποχή πριν τους Περσικούς Πολέμους, ο μέγας προσωκρατικός Ηράκλειτος ο Εφέσιος είχε αποφανθεί: «ὕβριν χρὴ σβεννύναι μᾶλλον ἢ πυρκαϊήν» (πιο πολύ κι απ’ την πυρκαγιά είναι ανάγκη να σβήνεται η αλαζονεία).

Το 480 π.Χ. η αλαζονεία του Μεγάλου Βασιλιά Ξέρξη συντρίβεται στα Στενά της Σαλαμίνας. Καθισμένος σε θρόνο στο όρος Αιγάλεω, βλέπει ένα ένα τα πλοία του να τσακίζονται από τις αθηναϊκές τριήρεις και να βυθίζονται αύτανδρα.

Το 472 π.Χ., επτά χρόνια μετά το τέλος των περσικών πολέμων, ο Αισχύλος παρουσιάζει στα Μεγάλα Διονύσια τους «Πέρσες» του. Στο ιστορικό αυτό δράμα του, το μοναδικό που διασώζεται, ο Αθηναίος ποιητής δεν ασχολείται με τους ελληνικούς θριάμβους εναντίον του εχθρού, αλλά με την περσική πανωλεθρία. Η μεγαλοφυΐα του τον οδηγεί να προσεγγίσει τα γεγονότα με εκπληκτική κατανόηση του «Άλλου» χωρίς ίχνος μικροψυχίας.

Μπορεί ο ίδιος να έχει πολεμήσει τους Πέρσες, μπορεί να έχει χάσει τον αδελφό του στον Μαραθώνα, μπορεί να βίωσε τρεις φορές την περσική απειλή στην πατρίδα του, αλλά η μεγαλειώδης σκέψη του τρέχει έξω από τη στενότητα του δικού του κόσμου και τρυπώνει στον κόσμο εκείνου του Άλλου. Και δεν είναι τυχαίο που η ώριμη αθηναϊκή κοινωνία του δίνει το πρώτο βραβείο. Οι περσικοί πόλεμοι την έχουν ενηλικιώσει.

O χορός της τραγωδίας αποτελείται από Πέρσες γέροντες που μαζί με τη βασίλισσα Άτοσσα, τη μητέρα του Ξέρξη και χήρα του Δαρείου, περιμένουν με αγωνία τα νέα της εκστρατείας. Όταν ο αγγελιαφόρος κομίζει την είδηση της φοβερής καταστροφής στη Σαλαμίνα, ο χορός επικαλείται το πνεύμα του νεκρού βασιλιά. Το φάντασμα του Δαρείου εμφανίζεται από τον Άδη, ερμηνεύοντας τη συμφορά ως συνέπεια της άμετρης υπεροψίας του Ξέρξη και προφητεύοντας την κορύφωση του δράματος των Περσών μέσα σε απώλειες, πένθος και θρήνους:

«…ὕβρις γὰρ ἐξανθοῦσ᾽ ἐκάρπωσεν στάχυν

ἄτης, ὅθεν πάγκλαυτον ἐξαμᾷ θέρος.

τοιαῦθ᾽ ὁρῶντες τῶνδε τἀπιτίμια

μέμνησθ᾽ Ἀθηνῶν Ἑλλάδος τε, μηδέ τις

ὑπερφρονήσας τὸν παρόντα δαίμονα

ἄλλων ἐρασθεὶς ὄλβον ἐκχέῃ μέγαν.

Ζεύς τοι κολαστὴς τῶν ὑπερκόμπων ἄγαν

φρονημάτων ἔπεστιν, εὔθυνος βαρύς.»

(στ.821-828)

Δηλαδή:

‘Οταν ανθίσει η αλαζονεία καρπίζει το στάχυ της τύφλωσης

και απ’ αυτό μόνο δάκρυα μπορεί να κανείς να θερίσει

Αυτά να βλέπετε εσείς και να μην ξεχνάτε την Αθήνα,

ούτε την Ελλάδα, και κανείς να μην περιφρονεί τη μοίρα του

ποθώντας άλλη και σκορπώντας τη μεγάλη ευτυχία του.

Γιατί ο Δίας παραμονεύει τιμωρός των παραφουσκωμένων φιλοδοξιών

ελέγχοντάς τες αυστηρά.

Δυο δεκαετίες μετά τον Αισχύλο, ο Ηρόδοτος γράφει για τα Περσικά με τον δικό του τρόπο. Παρουσιάζει την αλαζονεία του Ξέρξη μέσα από τον λόγο που εκφωνεί προς τους Πέρσες ευγενείς. Θα κάνει λέει την Περσία τόσο μεγάλη, που θα συνορεύει με τη γειτονιά του Διός. Ο ήλιος δεν θα βλέπει καμμιά χώρα της γης που να μη συνορεύει με τη δικιά του. Θα διασχίσει την Ευρώπη προς κάθε κατεύθυνση και όλη την οικουμένη θα την κάνει κράτος δικό του:

«γῆν τὴν Περσίδα ἀποδέξομεν τῷ Διὸς αἰθέρι ὁμουρέουσαν. οὐ γὰρ δὴ χώρην γε οὐδεμίαν κατόψεται ἥλιος ὁμουρέουσαν τῇ ἡμετέρῃ, ἀλλά σφεας πάσας ἐγὼ ἅμα ὑμῖν μίαν χώρην θήσω, διὰ πάσης διεξελθὼν τῆς Εὐρώπης…» (Ηροδότου Πολύμνια, 8γ 2, 3)

Η «ύβρις» ήταν βασική έννοια στην ηθική αντίληψη του αρχαίου ελληνικού κόσμου. Η διαρκής αυθάδης και αλαζονική συμπεριφορά, με κομπασμό και απώλεια του μέτρου, θεωρείτο σοβαρή παραβίαση της ηθικής τάξης. Ο υβριστής προκαλεί με την πλεονεξία του καθώς αρνείται να παραδεχθεί τα όριά του και να ρυθμίσει αναλόγως τη δράση του. Οι πράξεις του επιφέρουν την «νέμεσιν» και την «τίσιν», δηλαδή την οργή των θεών και τη συντριβή του.

Ποιος είναι σήμερα ο Ξέρξης; Σε ποια πρόσωπα ενσαρκώνεται; Και τι θα μας προφήτευε το φάντασμα του Δαρείου; Ας το ανακαλύψει ο καθένας μας ανάλογα με τον νου και την παιδεία που διαθέτει.

Πάντως, όσοι εγχώριοι εκφράζουν άγρια χαρά για την κλιμάκωση του πολέμου στη Μέση Ανατολή, όσοι ικανοποιούνται με τις καταστροφές και τον θάνατο στις χώρες των άλλων, όσοι βλέπουν την αναμέτρηση αυτή σαν video game όπου οι «κακοί» του παιχνιδιού εξαερώνονται στον Αρμαγεδώνα, δεν είναι υπέρμαχοι της ελευθερίας. Και η στάση τους δεν είναι προϊόν ελληνικής παιδείας. Είναι βαρβαρότητα.

Ο Έρωτας ως δύναμη ανύψωσης

Στο έργο Συμπόσιο του Πλάτωνα ο έρωτας παρουσιάζεται όχι απλώς ως συναίσθημα, αλλά ως μία από τις βαθύτερες δυνάμεις της ανθρώπινης ύπαρξης. Στο συμπόσιο των Αθηναίων συνομιλητών, ο έρωτας δεν περιορίζεται στην έλξη μεταξύ δύο ανθρώπων· γίνεται αφορμή για στοχασμό γύρω από την ομορφιά, τη γνώση και την ανθρώπινη δημιουργία.

Η πιο βαθιά ερμηνεία αποδίδεται στη διδασκαλία της Διοτίμα της Μαντινείας, σύμφωνα με την οποία ο έρωτας είναι η επιθυμία του ανθρώπου να κατακτήσει το καλό και το ωραίο για πάντα. Ο άνθρωπος, ως θνητός, επιζητεί έναν τρόπο να αγγίξει την αθανασία· και αυτό το επιτυγχάνει μέσα από τη δημιουργία — είτε γεννώντας παιδιά είτε γεννώντας έργα πνεύματος.

Ο έρωτας, λοιπόν, ξεκινά από τη γοητεία ενός όμορφου σώματος. Όμως αυτή είναι μόνο η αρχή. Σταδιακά ο άνθρωπος ανακαλύπτει την ομορφιά σε περισσότερα σώματα, ύστερα στην ψυχή, στους νόμους, στις ιδέες και τελικά στη γνώση. Στην κορυφή αυτής της πορείας βρίσκεται η θέα της ίδιας της Ιδέας του Ωραίου — μιας ομορφιάς αιώνιας, αμετάβλητης και καθαρής.

Έτσι ο έρωτας, κατά τον Πλάτωνα, γίνεται η δύναμη που ανυψώνει τον άνθρωπο από το αισθητό στο πνευματικό. Είναι η επιθυμία που κινεί τον φιλόσοφο να αναζητήσει τη σοφία, τον ποιητή να δημιουργήσει, και κάθε άνθρωπο να ξεπεράσει τα όρια της καθημερινής ύπαρξης.

Στο τέλος, ο έρωτας δεν είναι μόνο μια ανθρώπινη εμπειρία· είναι η ίδια η ορμή της ψυχής προς το ωραίο, το αληθινό και το αιώνιο. Μέσα από αυτόν ο άνθρωπος δεν αγαπά απλώς — μαθαίνει να ανυψώνεται.