Malavakis’farm στο οροπέδιο
Oι φίλοι και οι φιλίες – ότι πρέπει να ξέρεις
Φίλος, φιλία∙ από το φιλώ που θα πει ‘αγαπώ’.Όμως, οι φιλίες δεν είναι όλες ίδιες, δηλαδή η ποιότητα και το βάθος της σχέσης ποικίλλει σημαντικά σε κάθε περίπτωση. Παρ’ όλα αυτά, συχνά θεωρούμε ότι έχουμε πολλούς, και μάλιστα καλούς φίλους. Αλλά η ποιότητα και το βάθος μιας σχέσης δοκιμάζεται στις δυσκολίες, όπως «ο καλός ο καπετάνιος στη φουρτούνα φαίνεται», γιατί στη μπουνάτσα κι ένα παιδί μπορεί να κρατήσει το πηδάλιο ίσια. Στις χαρές, τις γιορτές και τα γλέντια μπορούμε να περνάμε καλά με πάρα πολλούς. Στις λύπες και τα ζόρια όμως, λίγοι θα αντέξουν να είναι μαζί μας∙ να είναι πραγματικά μαζί μας, με την ψυχή τους. Ή ακόμη και σε πιο προσωπικές εκ βαθέων εξομολογήσεις, δεν ανταποκρίνονται όλοι οι «φίλοι» το ίδιο.
Έτσι, μια σχέση που ξεκινά σε μικρή ηλικία έχει αρκετές πιθανότητες να ‘δέσει’. Μπορεί όμως να διατηρώ επαφή με έναν φίλο από τα μικράτα μου, συχνά όχι τόσο επειδή μπορώ να μοιράζομαι τα εσώψυχά μου, τις ιδέες και αντιλήψεις μου σε παρόντα χρόνο, αλλά επειδή έχω ήδη μοιραστεί τα παλιά και κοινά μας βιώματα σε παρελθόντα χρόνο, σε μια ηλικία τρυφερή και καθοριστική στο ‘χτίσιμο’ της προσωπικότητάς μου. Αυτό το στοιχείο μπορεί να μας δένει μέχρι και σήμερα, και παρότι ίσως αντιλαμβάνομαι ότι η σχέση δεν έχει ιδιαίτερο βάθος και πλάτος, ο δεσμός κρατιέται χάρη στο συνήθως έντονο συναισθηματικό στοιχείο της μικρής ηλικίας. Μια τέτοια σχέση θα μπορούσε κανείς να την χαρακτηρίσει ιστορική φιλία.Άλλοτε πάλι, μέσα από κάποια κοινή εμπειρία, συγκυρία, κ.τ.λ., μπορεί να γνωρίσω έναν άνθρωπο με τον οποίο αναπτύσσω ιδιαίτερη επαφή κάποια συγκεκριμένη περίοδο, π.χ. στο στρατό, στη δουλειά, σε μια ομάδα/παρέα/σύλλογο/κόμμα/δραστηριότητα, κ.τ.λ. Αναλόγως τις συνθήκες, μπορεί με κάποιον να δεθώ όσο κρατάει αυτή η κοινή και πρόσκαιρη εμπειρία, και μάλιστα να δεθώ ουσιαστικά στο κοινό κομμάτι που μοιραζόμαστε στην ίδια συγκυρία, αλλά μόλις οι συνθήκες αλλάξουν, ή η συγκυρία εκλείψει, σταδιακά ατονεί ή και παύει απότομα η επαφή μας∙ «Χαθήκαμε. Τί να κάνει αυτή η ψυχή!» Αυτή την περίπτωση θα την έλεγα συγκυριακή φιλία.
Μια άλλλη ξεχωριστή περίπτωση, ανεξαρτήτως συγκυριών, συνθηκών, κοινών βιωμάτων, κ.τ.λ. είναι να νιώσω εξαρχής ότι με κάποιον άνθρωπο κάτι βαθύτερο και πιο στέρεο με δένει μαζί του. Είναι ένα αίσθημα που έχεις, σπάνια βέβαια, σαν να τον ήξερες χρόνια. Μια τέτοια σχέση μπορεί να χαρακτηριστεί καρδιακή φιλία, με την έννοια ότι δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά σε συναισθηματικούς (ή και συγκινησιακούς) δεσμούς –ιστορική φιλία-, ούτε σε κάποια κοινή και προσωρινή εμπειρία/συγκυρία, αλλά σε απευθείας σχέση προσώπων ανεξαρτήτως εξωτερικών παραγόντων. Για παράδειγμα, ένας γείτονας, ένας φίλος φίλου, κ.τ.λ., μπορεί να καταλήξει να γίνει απ’ τους καλύτερούς μου καρδιακούς φίλους, ανάμεσα σε τόσους και τόσους γείτονες και φίλους φίλων με τους οποίους έχουν διασταυρωθεί κατά καιρούς οι δρόμοι μας.Εννοείται ότι μια ιστορική ή μια συγκυριακή σχέση μπορούν να εξελιχθούν σε καρδιακή, αλλά αυτό μάλλον σπανίζει.
Πρακτικά, κάθε σχέση οφείλεται σε κάποιες εξωτερικές συνθήκες, αλλά η καρδιακή σχέση πάει παραπέρα, ενώ μια ιστορική ή συγκυριακή σχέση συνήθως είναι περιορισμένες στις εξωτερικές συνθήκες που τις γέννησαν, και το παραπέρα συχνά εξαντλείται σε πρακτικά καθημερινά ζητήματα χωρίς εσώτερο βάθος και προσωπικό στίγμα. Εννοείται βέβαια ότι, δεν αναζητούν όλοι οι άνθρωποι τα ίδια πράγματα από τους φίλους τους, ούτε ορίζουν τη φιλία με τον ίδιο τρόπο και τα ίδια κριτήρια. Άλλοι ικανοποιούνται με λιγότερα, άλλοι θέλουν περισσότερα∙ κάποιοι αρκούνται στην καθημερινή παρέα κάποιων φίλων, κάποιοι άλλοι ξεχωρίζουν επιλεκτικά τα άτομα με τα οποία επιδιώκουν να βρίσκονται συχνότερα. Είναι νομίζω πάντως καλό, να γνωρίζουμε την ποιότητα και τον βαθμό σχέσης που μπορούμε να αναπτύξουμε με τους ανθρώπους, γιατί έτσι προστατευόμαστε από πιθανές απογοητεύσεις, για τις οποίες μπορεί να μην φταίει ο «φίλος», αλλά εμείς που περιμέναμε παραπάνω «επιδόσεις» από αυτόν, γεγονός που ενδέχεται να μας οδηγήσει στην πικρία και το αίσθημα «προδοσίας», ενώ στην ουσία μάλλον έχουμε φανεί άδικοι απέναντι στους άλλους. Δεν μπορούν όλοι οι άνθρωποι τα ίδια, ούτε μπορεί ο καθένας να μοιραστεί τα πάντα με τον καθένα.Τέλος, ένα 4ο είδος «φιλίας» θα μπορούσε να είναι η εικονική φιλία που τελευταίως αρχίζει να εδραιώνεται με τα (αντι)κοινωνικά δίκτυα, όπου φίλος = φάτσα (face+book) και όχι φίλος = αγαπητός. Δεν είναι βέβαια το ίδιο το κοινωνικό δίκτυο που φταίει ως μέσο, αλλά η ελαφρότητα των χρηστών στην εφαρμογή του, που δεν συνειδητοποιούν ότι κάνοντας «συλλογή φίλων», βάζουν το λιθαράκι τους για την αργή αλλά σταθερή μετάλλαξη και διαστρέβλωση του όρου φίλος στην πραγματική ζωή. Δεν είμαι σίγουρος ότι σε 20 χρόνια από σήμερα ο όρος φίλος θα έχει την ίδια έννοια. Ήδη από την αρχαιότητα έχει αλλάξει πολύ. Οι αλλαγές είναι αναπόφευκτες και φυσικές. Οι διαστρεβλώσεις όμως είναι άλλο πράγμα. Και αν διαστρεβλώνονται οι έννοιες, επηρεάζεται προοδευτικά η σκέψη και η αντίληψη, άρα και η επικοινωνία μεταξύ μας. Πάντως, δεν είναι απίθανο κιόλας να προκύψει και μια καρδιακή σχέση μέσα από τέτοια δίκτυα, αλλά ως εξαίρεση μάλλον παρά ως κανόνας, όπως οι μεγαλύτεροι θα θυμούνται την εποχή χωρίς ίντερνετ, το θεσμό του Pen Pal, όπου αλληλογραφούσες με πολλούς αλλά με ελάχιστους είχες κάτι βαθύτερο και πιο προσωπικό να πεις πέρα από τα καθημερινά, λίγο πολύ κοινά σε όλους. Βασίλης Μούσκουρης (Μουσικός, μεταφραστής) http://antikleidi.com/author/mouskouris/by Αντικλείδι , http://antikleidi.com
Bloomberg: Κι αν η Apple πλήρωνε τα χρέη της Ελλάδας;

Ο Μπερσίντσκι αναφέρει, βέβαια, ότι το 2012 είχε προταθεί μεταξύ σοβαρού κι αστείου στον διευθύνοντα σύμβουλο της Apple Τιμ Κουκ σε κάποια δημόσια ομιλία του να «εξαγοράσει την Ελλάδα». Ο Κουκ είχε απαντήσει αμήχανα ότι «η Apple μελετά πολλές επενδυτικές, αλλά όχι αυτή». Ο συντάκτης του Bloomberg σημειώνει στη συνέχεια ότι «ασφαλώς ολόκληρες χώρες δεν μπορούν να πωληθούν με επιτυχία ούτε στα μυθιστορήματα» και αναφέρει την αποτυχημένη απόπειρα εξαγοράς ενός μικρού ασιατικού βασιλείου, που είχε περιγράψει το 1999 στη νουβέλα του «The Business» ο σκοτσέζος συγγραφέας Ιαν Μπανκς.
«Αραχνιάζουν» 1,73 τρισ. δολ.
«Αυτά δεν γίνονται ούτε στα μυθιστορήματα, όταν πρόκειται για μια σκοτεινή μοναρχία στα Ιμαλάια, όχι όταν πρόκειται για μια παλαιά δημοκρατία όπως η Ελλάδα», ξεκαθαρίζει ο Μπερσίντσκι. Στη συνέχεια, όμως, αναλύει την ιδέα του, η οποία εδράζεται στο ότι, σύμφωνα με τις Moody’s Investors Services, οι αμερικανικές επιχειρήσεις που δεν δραστηριοποιούνται στον χρηματοοικονομικό τομέα, διαθέτουν σήμερα ρευστότητα που φθάνει συνολικά στα 1,73 τρισ. δολάρια (αυξημένη κατά 4% συγκριτικά με πέρυσι).
Εξ αυτών οι 50 μεγαλύτερες επιχειρήσεις διαθέτουν ρευστότητα που υπολογίζεται στα 1,1 τρισ. δολάρια. Και μόνον οι Apple, Microsoft, Google, Pfizer και Cisco έχουν αποθεματικά που φθάνουν τα 439 δισ. δολάρια.
Τα περισσότερα από τα χρήματα αυτά οι εταιρείες τα έχουν εκτός αμερικανικής επικράτειας, διότι αν τα εισήγαγαν στις ΗΠΑ θα έπρεπε να καταβάλουν στην αμερικανική κυβέρνηση φόρο 35%. Να τα ξοδέψουν είναι αδύνατο, ενώ να τα επιστρέψουν στους μετόχους τους – σε αυτούς που υποτίθεται ότι με τόση στοργή φροντίζουν… – «θα ήταν οδυνηρό», όπως εύστοχα παρατηρεί ο Λεονίντ Μπερσίντσκι.
Γιατί συμφέρει και τις εταιρείες
Η ιδέα να διασώσουν την Ελλάδα οι πέντε αμερικανικές εταιρείες με τη μεγαλύτερη ρευστότητα είναι προκλητικά ενδιαφέρουσα, κατά τον συντάκτη του Bloomberg. «Η Ελλάδα χρειάζεται περί τα 190 δισ. ευρώ (212 δισ. δολ. ) για να ρίξει το δημόσιο χρέος της στο απολύτως διαχειρίσιμο 70% του ΑΕΠ της», γράφει χαρακτηριστικά.
Τα 190 δισ. ευρώ αντιστοιχούν περίπου στο 48% των συνολικών διαθεσίμων σε ρευστό που διαθέτουν οι 5 εταιρείες. Για να αποπληρώσει η Ελλάδα το δάνειο που θα της χορηγούσαν οι αμερικανικές εταιρείες, θα μπορούσε να καθιερώσει γι’ αυτές ένα ειδικό φορολογικό συντελεστή, «να τις ανταμείψει δηλαδή με ένα φορολογικό καθεστώς σαν κι αυτό που απολαμβάνει η Apple στην Ιρλανδία», σημειώνει ο Μπερσίντσκι.
Βεβαίως, οι εταίροι της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ως πιστωτές της Ελλάδας, πιθανώς να μην εγκρίνουν την ειδική φορολογική συμφωνία με τις αμερικανικές επιχειρήσεις που θα βοηθούσε την Ελλάδα να λύσει το πρόβλημά της. Και οι ΗΠΑ θα είχαν επίσης κάποιες ενστάσεις, αλλά θα μπορούσαν να σκεφθούν ότι η κυβέρνηση της Ουάσιγκτον είναι η μεγαλύτερη μέτοχος στο ΔΝΤ και ότι μια ενδεχόμενη χρεοκοπία της Ελλάδας θα είχε ως συνέπεια να χάσει και η ίδια χρήματα, χώρια ότι ένα ενδεχόμενο Grexit δεν συμφέρει τις ΗΠΑ διότι θα προκαλούσε αναταραχή στις αγορές.
Οι πέντε αμερικανικές επιχειρήσεις με τον τρόπο αυτό θα αξιοποιούσαν τα αποθεματικά τους πληρώνοντας μόνο 13% περισσότερο από αν αποφάσιζαν να τα εισάγουν στις ΗΠΑ και να φορολογηθούν. Επιπλέον, θα εξασφάλιζαν μια εγγυημένη εις το διηνεκές ευνοϊκή φορολόγηση των εκτός αμερικανικής επικράτειας δραστηριοτήτων τους. «Not a bad deal», γράφει χαρακτηριστικά ο Μπερσίντσκι.
Οι Ελληνες, από την πλευρά τους, θα απολάμβαναν την πολυπόθητη ελάφρυνση από τα χρέη τους και επιπλέον θα επωφελούνταν από τη μεταφορά των ευρωπαϊκών στρατηγείων των Apple, Microsoft, Google, Pfizer και Cisco στη χώρα τους.
«Πολλά στελέχη των 5 εταιρειών θα μετακόμιζαν ευχαρίστως σε μια ζεστή και ηλιόλουστη παραθαλάσσια τοποθεσία και η Ελλάδα θα βρισκόταν στην αφετηρία για να γίνει ένα ισχυρός τεχνολογικός θύλακας και θα δημιουργούσε πολλές θέσεις εργασίας στον κλάδο των υπηρεσιών. Με τη βοήθεια αυτή η ελληνική κυβέρνηση θα ελάμβανε λιγότερα μέτρα λιτότητας από όσα την υποχρεώνουν οι πιστωτές της. Αλλά θα έπρεπε να υιοθετήσει μεταρρυθμίσεις που θα βελτίωναν τις δημόσιες υπηρεσίες της και θα την καθιστούσαν πιο φιλική προς το επιχειρείν», σημειώνει ο συντάκτης του Bloomberg.
Κλείνοντας το άρθρο του ο Μπερσίντσκι θεωρεί ότι αν αυτό ήταν το ερώτημα του δημοψηφίσματος, που ίσως αποφασίσει η ελληνική κυβέρνηση να διενεργήσει, ο ελληνικός λαός θα το ενέκρινε.
«Όμως, για να γίνει κάτι τέτοιο χρειάζεται λίγη ευελιξία. Δυστυχώς πρόκειται για μια αρετή που ουδείς εκ των εμπλεκομένων στην ελληνική κρίση δεν φαίνεται ότι διαθέτει. Έτσι, η Ελλάδα θα συνεχίσει να φλερτάρει με την χρεοκοπία και οι αμερικανικές επιχειρήσεις θα συνεχίσουν να συσσωρεύουν χρήμα που δεν ξέρουν πώς να το ξοδέψουν», καταλήγει.
Χάριετ Τάμπμαν: «Αν φοβάσαι, προχώρα»































