Κόκκινη κλωστή δεμένη… στο χέρι βάζουμε την πρώτη ημέρα του Μαρτίου – Τι δείχνει το έθιμο

Ο Μάρτης ή Μαρτιά είναι ένα παμπάλαιο έθιμο, με βαλκανική διασπορά. Πιστεύεται ότι έχει τις ρίζες του στην Αρχαία Ελλάδα και συγκεκριμένα στα Ελευσίνια Μυστήρια, όπου οι μύστες έδεναν μια κλωστή, την Κρόκη, στο δεξί τους χέρι και το αριστερό τους πόδι, όπως παρατηρεί ο λαογράφος Νικόλαος Πολίτης.

Σύμφωνα με το έθιμο, την 1η του Μάρτη, οι μητέρες φορούν στον καρπό του χεριού των παιδιών τους ένα βραχιολάκι, φτιαγμένο από στριμμένη άσπρη και κόκκινη κλωστή, τον Μάρτη ή Μαρτιά, για να τα προστατεύει από τον πρώτο ήλιο της άνοιξης, που είναι ιδιαίτερα βλαβερός, σύμφωνα με τις λαϊκές δοξασίες. 


Ο Μάρτης προφυλάσσει επίσης, όπως πιστεύεται, από τα κουνούπια και τους ψύλλους, ενώ απομακρύνει τις αρρώστιες και άλλα κακά.

Τον φτιάχνουν την τελευταία μέρα του Φλεβάρη και τον φορούν την πρώτη μέρα του Μάρτη, πριν βγουν από το σπίτι. Σε μερικές περιοχές ο Μάρτης φοριέται στο μεγάλο δάχτυλο του ποδιού σαν δαχτυλίδι για να μη σκοντάφτει ο κάτοχός του.

Το βραχιολάκι αυτό το βγάζουν στο τέλος του μήνα ή το αφήνουν πάνω στις τριανταφυλλιές όταν δουν το πρώτο χελιδόνι, για να το πάρουν τα πουλιά και να χτίσουν τη φωλιά τους, ή το καίνε με το αναστάσιμο φως του Πάσχα.

Η χριστιανική εκκλησία διά του Ιωάννου του Χρυσοστόμου θεωρεί το έθιμο ειδωλολατρικό ήδη από τον 5ο αιώνα.

Ο «Μάρτης» στα Βαλκάνια

Το έθιμο του Μάρτη γιορτάζεται ίδιο και απαράλλαχτο στα Σκόπια με την ονομασία Μάρτινκα και στην Αλβανία ως Βερόρε. Οι κάτοικοι των δύο γειτονικών μας χωρών φορούν βραχιόλια από κόκκινη και άσπρη κλωστή για να μην τους «πιάσει» ο ήλιος, τα οποία και βγάζουν στα τέλη του μήνα ή όταν δουν το πρώτο χελιδόνι. Άλλοι πάλι, δένουν τον Μάρτη σε κάποιο καρποφόρο δέντρο, ώστε να του χαρίσουν ανθοφορία, ενώ μερικοί τον τοποθετούν κάτω από μια πέτρα κι αν την επόμενη ημέρα βρουν δίπλα της ένα σκουλήκι, σημαίνει ότι η υπόλοιπη χρονιά θα είναι πολύ καλή.

Τηρώντας παραδόσεις και έθιμα αιώνων, οι Βούλγαροι, την πρώτη ημέρα του Μάρτη, φορούν στο πέτο τους στολίδια φτιαγμένα από άσπρες και κόκκινες κλωστές που αποκαλούνται Μαρτενίτσα. Σε ορισμένες περιοχές της Βουλγαρίας, οι κάτοικοι τοποθετούν έξω από τα σπίτια τους ένα κομμάτι κόκκινου υφάσματος για να μην τους «κάψει η γιαγιά Μάρτα» (Μπάμπα Μάρτα, στα βουλγαρικά), που είναι η θηλυκή προσωποποίηση του μήνα Μάρτη. Η Μαρτενίτσα λειτουργεί στη συνείδηση του βουλγαρικού λαού ως φυλαχτό, το οποίο μάλιστα είθισται να προσφέρεται ως δώρο μεταξύ των μελών της οικογένειας, συνοδευόμενο από ευχές για υγεία και ευημερία.

Το ασπροκόκκινο στολίδι της 1ης του Μάρτη φέρει στα ρουμανικά την ονομασία Μαρτιζόρ. Η κόκκινη κλωστή συμβολίζει την αγάπη για το ωραίο και η άσπρη την αγνότητα του φυτού χιονόφιλος, που ανθίζει τον Μάρτιο και είναι στενά συνδεδεμένο με αρκετά έθιμα και παραδόσεις της Ρουμανίας. Σύμφωνα με τη μυθολογία, ο θεός Ήλιος μεταμορφώθηκε σε νεαρό άνδρα και κατέβηκε στη Γη για να πάρει μέρος σε μια γιορτή. Τον απήγαγε, όμως, ένας δράκος, με αποτέλεσμα να χαθεί και να βυθιστεί ο κόσμος στο σκοτάδι.

Μια ημέρα ένας νεαρός, μαζί με τους συντρόφους του, σκότωσε τον δράκο και απελευθέρωσε τον Ήλιο, φέροντας την άνοιξη. Ο νεαρός έχασε τη ζωή του και το αίμα του -λέει ο μύθος- έβαψε κόκκινο το χιόνι. Από τότε, συνηθίζεται την 1η του Μάρτη όλοι οι νεαροί να πλέκουν το «Μαρτισόρ», με κόκκινη κλωστή που συμβολίζει το αίμα του νεαρού άνδρα και την αγάπη προς τη θυσία και άσπρη που συμβολίζει την αγνότητα.

Πηγή: sansimera

Περί πυρρίχιου λόγος εγκωμιαστικός

1 Μαρτίου 2016, 09:00
Δεν ξέρω και πολλά για τους χορούς, αλλά όταν παρακολουθώ τον υπέροχο πυρρίχιο το κάνω με κατάνυξη. Συγκινούμαι, γιατί σκέφτομαι πως έτσι διαιωνίζεται και διδάσκεται με τον πιο εμφατικό τρόπο το δημοκρατικό ήθος του υπεύθυνου και περήφανου πολίτη-οπλίτη της Αρχαιότητας. Χωρίς λόγια, μονάχα με το χορό. Όλοι το παραδέχονται πως ο πυρρίχιος είναι χορός πολεμικός. Όλες οι κινήσεις του μοιάζουν να είναι μια καλή προθέρμανση πριν τη μάχη. Ζέσταμα για τη μέση και όλες τις μυϊκές ομάδες των άνω και των κάτω άκρων. Προετοιμασία για μια σκληρή σωματική δοκιμασία.

 

Αλλά εκτός από προθέρμανση, ο πυρρίχιος φαίνεται πως είναι και μια στοχευμένη προπόνηση για τις κινήσεις της φάλαγγας των οπλιτών.

Ο χορός με τα μαχαίρια μού μοιάζει πιο πολύ ομηρικός. Θυμίζει τον ατομικό τρόπο μάχης, ο ένας ήρωας απέναντι στον άλλο. Ο πυρρίχιος όμως είναι απόλυτα ομαδικός. Δεν υπάρχει κανένας που σέρνει το χορό κάνοντας τα δικά του τσαλίμια και τις δικές του φιγούρες. Είναι κι αυτό όμορφο κι εντυπωσιακό πολλές φορές. Αλλά στον πυρρίχιο, όπως όλοι ξέρουμε, δεν υπάρχει. Οι κινήσεις των χορευτών είναι απόλυτα συντονισμένες και όλοι τους κινούνται μπρος και πίσω, δεξιά κι αριστερά, χωρίς να χαλάνε την παράταξη. Δεμένοι, με ομοιογένεια, ομόθυμα, ένα σώμα – μια ψυχή που λένε. Αυτό δεν ήταν και το κλειδί της επιτυχίας της φάλαγγας των οπλιτών στη μάχη; Αν χαλάσει η συγκρότηση, αν δεν υπάρχει συντονισμός, αν υπάρξει έστω και ένας αδύναμος κρίκος, η φάλαγγα αποτυγχάνει ως παράταξη μάχης. Έτσι είναι και στον πυρρίχιο. Οι χορευτές πρέπει να είναι λίγο ως πολύ ισάξιοι, να είναι όλοι τους ικανοί. Έστω κι ένας αν υπολείπεται, το χορευτικό θα είναι για γέλια.Αν λοιπόν ο χορός των μαχαιριών παραπέμπει στις εποχές των μυθικών ηρώων, ο πυρρίχιος αντανακλά την υστερότερη πολιτειακή οργάνωση της ελληνικής Αρχαιότητας. Εκπέμπει το πνεύμα των προπατόρων μας που οργανωμένα, ως απεσταλμένοι της Πόλεως, σηκώθηκαν και πήγαν με τις τριήρεις τους να δημιουργήσουν τις αποικίες στην Ιωνία και στον Πόντο.

Στο ομαδικό αυτό πνεύμα δεν ταιριάζουν οι αδύναμοι κρίκοι, οι απροπόνητοι, οι απαίδευτοι, οι ατομιστές κι οι φιλοτομαριστές.

Πού είναι λοιπόν το πνεύμα του πυρρίχιου σήμερα; Διαπνέεται απ’ αυτό η πολιτεία των Ελλήνων; Σας θυμίζει καθόλου τη σέρρα ο τρόπος που… χορεύει το ελληνικό Δημόσιο; Τα ερωτήματα είναι ρητορικά. Φαντάζομαι ήδη τους αγαπημένους μας αναγνώστες να φέρνουν στο μυαλό τους την υπερρεαλιστική αυτή σκηνή και να γελούν σαρδόνια. Δεν υπάρχει ομοιογένεια, ομοθυμία, συγχρονισμός και πειθαρχία μάλλον εκεί… Σωστά; Κακώς βγάλαμε, επομένως, τους Πόντιους να χορέψουν στην τελετή της Ολυμπιάδας που οργανώσαμε. Μου φαίνεται πως έπρεπε να βγάλουμε κάποιους άλλους χορευτές που θα κινούνταν αλλοπρόσαλλα πάνω στη σκηνή. Κάποιους να χοροπηδάνε ασυντόνιστα, πρωτόγονα, και να χτυπιούνται αλλόκοτα ο καθένας μοναχός του. Αυτό θα αντιπροσώπευε καλύτερα τη νοοτροπία και τον ψυχισμό της κρατικής μας οντότητας.Κι έτσι μοιραία η συζήτηση φτάνει στα κλισέ για τους σύγχρονους Έλληνες που είναι πάντα διχασμένοι, αρέσκονται στις διαφωνίες και δεν μπορούν ποτέ να συνεννοηθούν σε πέντε βασικά θέματα. Για τα γονίδιά μας που μας κάνουν ατομιστές και μας εμποδίζουν να πειθαρχούμε και να αποδίδουμε σωστά σε ομαδικές προσπάθειες. Για τις κακές επιρροές της μακραίωνης σκλαβιάς στους Οθωμανούς και τα ρέστα. Κι όλα αυτά τα κοινότυπα διανθίζονται πάντα και με τις λαμπρές εξαιρέσεις. Παραδείγματα ομοψυχίας μπροστά στον κίνδυνο, όταν όλοι ενωμένοι και τα λοιπά… και τα λοιπά… Και πασπαλίζονται ακόμα και με μερικά λόγια για το φιλότιμο (τη λέξη που μόνο στα ελληνικά υπάρχει) και για τους Έλληνες που, όταν πάνε στο εξωτερικό, διαπρέπουν. Και για επιμύθιο ακολουθούν πάντα τα ευχολόγια. Τι καλά που θα ’τανε να είχαμε ομοψυχία… και τι θαύματα που κάνουμε, όταν ομονοούμε!

«Να μπορούσαν να βρουν οι πολιτικοί μας ένα μίνιμουμ εθνικής συνεννόησης» είναι η αντίστοιχη ευχή στην περίεργη και άχαρη αυτή διάλεκτο που ακούμε να μιλούν στις τηλεοράσεις και τα ραδιόφωνα.

Αυτές οι συζητήσεις και τα ευχολόγια, όμως, δεν βγάζουν πουθενά. Και ούτε πρόκειται ποτέ να δώσουν λύση. Ο στιβαρός ορθολογισμός και η οξύνοια του Θουκυδίδη μάς εξηγούν το γιατί: «Δεν μπορεί να υπάρξει σταθερή φιλία μεταξύ πολιτών ούτε συμμαχία μεταξύ πόλεων, αν δεν υπάρχει κοινή αντίληψη για την αρετή-εντιμότητα και για τις παρόμοιες ηθικές αξίες της ζωής». Μέσα σε τρεις γραμμές ο αρχιμάστορας της Ιστορίας την τελειώνει τη συζήτηση. Καμιά ελπίδα, λοιπόν, δεν υπάρχει για εθνική ομοψυχία σήμερα. Κι αυτό επειδή δεν μας ενώνει πια μια κοινή αντίληψη για την αρετή. Δεν υπάρχει ικανού βαθμού ταυτότητα απόψεων σχετικά με τις αξίες και το ήθος. Δεν υπάρχει αναγνωρίσιμη και ξεκάθαρη ταυτότητα-εθνική ταυτότητα.Η συγκολλητική μας ουσία, το ελληνικό και ορθόδοξο ήθος, εν πολλοίς εξέλιπε. Στη θέση του υπάρχει πια ένα συνονθύλευμα ξενόφερτων αντιλήψεων και κοσμοθεωριών από Δύση και Ανατολή. Θολοκουλτούρες, γκουρουισμοί και θεοσοφίες, γι’ αυτούς με μεταφυσικές αγωνίες. Χρήμα και συμφεροντολογισμός για τους πιο πραγματιστές.

Κάτι ανεδαφικοί ψευτοπροοδευτισμοί από εδώ, κάτι μπουρδολογίες του συρμού από εκεί. Γλυκανάλατες ψυχαναλύσεις, τέχνες ακατανόητες, ιδεολογήματα και τρικυμίες εν κρανίω.

Στον ολοκληρωτισμό η ομοθυμία του λαού είναι ψεύτικη και επιβάλλεται με την προπαγάνδα, τη ρουφιανιά και τη βία. Στη δημοκρατία η ελάχιστη ομοθυμία που απαιτείται για την προκοπή και την επιβίωση μιας κρατικής οντότητας επιτυγχάνεται με την παιδεία. Μια παιδεία που σέβεται, καλλιεργεί και διαιωνίζει τα πιο ευγενικά χαρακτηριστικά της εθνικής ταυτότητας, όπως αυτή χαράχτηκε από τον κάθε λαό με τους αγώνες, τις θυσίες και τα επιτεύγματά του. Όχι όπως την έχει στο μυαλό του ο κάθε ψωροφαντασμένος ιδεοληπτικός που του δόθηκε κάποια μορφή εξουσίας.Κι αν θέλετε να καταλάβετε καλύτερα τι εννοώ, δεν χρειάζονται άλλα λόγια. Χαζέψτε για κάμποση ώρα το άγαλμα της Νίκης της Σαμοθράκης. Ακούστε τους Χαιρετισμούς της Παναγίας. Ή δείτε τους Τραντέλλενες να χορεύουν τη σέρρα. 

Οι αυτοφυείς  νάρκισσοι ( μανουσάκια) οπως κάθε χρόνο τέτοια εποχή άνθισαν στην τοποθεσία Αγία Παρασκευή στο οροπέδιο Τσιγκουρατίου Σκούρτων .
Θεωρείται το πιο παλιό είδος νάρκισσου, γνωστό στην Αρχαία Αίγυπτο και Ελλάδα Ο Πλίνιος θεωρεί ότι το όνομα προέρχεται από το ναρκώνω ( το φυτό έχει ναρκωτικές ιδιότητες). Πράγματι η δυνατή μυρωδιά τους μπορεί να προκαλέσει νάρκωση (χαύνωση).
 στην Ελληνική Μυθολογία ήταν και ο Νάρκισσος. Ένας ωραίος νέος της Βοιωτίας, γιος της Νύμφης Λειριώπης και του ποταμού Κηφισού χάριν του οποίου και αναπτύχθηκαν πολλές παραδόσεις (μύθοι).Σημαντικότερες εξ αυτών των παραδόσεων ήταν:

  • Κάποια μέρα καθισμένος ο ωραίος Νάρκισσος κοντά σε μια πηγή είδε το πρόσωπό του στα νερά της πηγής. Στη θέα αυτή λέγεται πως τόσο πολύ θέλχθηκε, που θέλησε βυθίζοντας το βραχίονα του στο νερό να τη συλλάβει. Επειδή όμως παρά τις προσπάθειές του δεν το κατώρθωνε παρέμεινε στη θέση αυτή αυτοθαυμαζόμενος μέχρι που υπέστη μαρασμό και πέθανε. Στη θέση εκείνη μετά από λίγο φύτρωσε το ομώνυμο άνθος ως σύμβολο της φθοράς και των χθόνιων θεοτήτων.
  • Ο Νάρκισσος αδιαφορώντας στον προς αυτόν έρωτα, του επίσης ωραίου νέου Αμεινία, κατέστη τελικά ο ηθικός αυτουργός στην αυτοκτονία του δεύτερου. Τότε η Νέμεσις αποφάσισε να τον τιμωρήσει σκληρά με το ίδιο πάθος, υποκινώντας τον, να δει στο νερό της πηγής την εικόνα του (το είδωλό του) και να την ερωτευθεί τόσο ώστε να πεθάνει από τον ανικανοποίητο προς εαυτόν έρωτά του.
  • Ο Νάρκισσος, μετά το θάνατο της επίσης πανέμορφης δίδυμης αδελφής του Ηχούς, με την οποία και ήταν ερωτευμένος, δεν έβρισκε παρηγοριά στη δυστυχία του εκτός από το να βλέπει τον εαυτόν του στο νερό κάποιας πηγής στις Θεσπιές και να θυμάται την αδελφή του. Μέχρι που πέθανε στη θέση εκείνη από εξάντληση.
  • Η γνωστότερη όμως και περισσότερο διαδεδομένη παράδοση για τον Νάρκισσο ήταν η παρακάτω που οφείλεται στον Οβίδιο (στο έργο του “Μεταμορφώσεις” ΙΙΙ 342). Σύμφωνα μ’ αυτή ο ωραίος Βοιωτός νέος, απασχολημένος να θαυμάζει την καθ’ όλα άριστη σωματική του διάπλαση από τις όχθες ποταμού, στα νερά αυτού, δεν έδωσε καμία προσοχή ή δεν ανταποκρίθηκε στον εκδηλούμενο έρωτα της Νύμφης Ηχούς η οποία και συνεχώς τον καλούσε. Αποτέλεσμα ήταν η μεν φωνή της Ηχούς να εξασθενεί συνέχεια σε τρόπο ώστε ν’ ακούγονται μόνο οι τελευταίες συλλαβές και να σβήνει, ο δε Νάρκισσος να πεθαίνει αυτοθαυμαζόμενος στο νερό του ποταμού που το χρησιμοποιούσε ως κάτοπτρο.

Δίσεκτο Έτος

«Δίσεκτο» ονομάζουμε το έτος που αριθμεί 366 ημέρες, αντί των 365 που έχουν τα κοινά. Αυτό συμβαίνει κάθε τέσσερα χρόνια, όταν προσθέτουμε ένα 24ωρο, προκειμένου να διορθωθούν οι ατέλειες του πολιτικού ημερολογίου σε σχέση με το αστρονομικό. Αν δεν συνέβαινε αυτή η διόρθωση, σε βάθος χρόνου θα είχαμε τον Ιανουάριο καλοκαίρι και τον Ιούλιο χειμώνα. Για να βρούμε ποιο έτος είναι δίσεκτο, δεν έχουμε παρά να το διαιρέσουμε με το 4. Αν διαιρείται ακριβώς, σημαίνει ότι είναι δίσεκτο και το έτος αυτό έχει 366 ημέρες. 
Με το Ιουλιανό Ημερολόγιο, που θεσπίστηκε από τον Ιούλιο Καίσαρα σύμφωνα τις προτάσεις του αλεξανδρινού αστρονόμου Σωσιγένη (46 π.Χ.), ο Φεβρουάριος μετατέθηκε από τελευταίος μήνας του έτους σε δεύτερος, αμέσως μετά τον Ιανουάριο και είχε 30 μέρες. Μεταξύ της 24ης και 25ης Φεβρουαρίου πρόσθεταν μία επιπλέον μέρα, δηλαδή η 24η Φεβρουαρίου υπολογιζόταν δύο φορές. Κι επειδή η μέρα αυτή ήταν η έκτη μέρα πριν από τις Καλένδες του Μαρτίου (1η Μαρτίου), η δεύτερη 24η Φεβρουαρίου που προστέθηκε ονομάστηκε δις έκτη μέρα, δηλαδή δεύτερη έκτη μέρα πριν από το Μάρτιο. Με τον καιρό, ο όρος δίσεκτο έμεινε για ολόκληρο το έτος που έχει μία μέρα περισσότερη από τα κοινά. 
Αργότερα, από τον Φεβρουάριο αφαιρέθηκε μία μέρα και άλλη μία επί του Αυγούστου, που προστέθηκε προς τιμή του αυτοκράτορα στον μήνα Αύγουστο. Έτσι, ο Φεβρουάριος παρέμεινε με 28 μόνο ημέρες. Από τους μεταχριστιανικούς χρόνους, η επιπλέον μέρα προστίθεται στο τέλος του Φεβρουαρίου, ο οποίος στο δίσεκτο έτος έχει 29 μέρες αντί για 28. 
Για το δίσεκτο ή βίσεκτο χρόνο επικρατούν πλήθος προλήψεων και δεισιδαιμονιών, απόρροια της ρωμαϊκής επιρροής. Η δις έκτη εμβόλιμη μέρα θεωρείτο αποφράς και κατ’ επέκταση όλο το έτος. Σ’ αυτό πρέπει να συνετέλεσε το γεγονός ότι οι Ρωμαίοι θεωρούσαν τον Φεβρουάριο ως μήνα των νεκρών και πίστευαν ότι άφηναν τον Άδη και κυκλοφορούσαν για λίγες μέρες ανάμεσα στους ζωντανούς. Έτσι, το δίσεκτο έτος δεν γινόταν η έναρξη εργασίας με μακροχρόνια διάρκεια, όπως φύτευση αμπέλων, θεμελίωση οικιών και σύναψη γάμου. Η πίστη για το δίσεκτο έτος μεταδόθηκε και στους Έλληνες, ύστερα από τη ρωμαϊκή κατάκτηση. 
Γι’ αυτό και το έτος κατά το οποίο συμβαίνουν μεγάλα δεινά (πόλεμοι, λιμοί, μεγάλες φυσικές καταστροφές κ.ά.) καλείται «χρόνος δίσεχτος». Η αντίληψη αυτή απηχείται και στα δημοτικά τραγούδια, όπως στην παραλογή «Του νεκρού αδελφού», με τους στίχους: 

Κι εμπήκε χρόνος δίσεκτος και μήνες οργισμένοι
κι’ έπεσε το θανατικό, κι οι εννιά αδερφοί πεθάναν.

ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/

Πώς ήταν να μεγαλώνεις μόνο με σταθερό τηλέφωνο

telephone

Δεν θα το παίξω χίπστερ, ούτε άστεγος amish που κυκλοφορεί με άμαξες και σιχαίνεται την τεχνολογία. Το αντίθετο, δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς ίντερνετ, smartphone, λάπτοπ,VGA, MMS, GPS, HSBC κι όλα αυτά τα σύγχρονα θαύματα της επιστήμης.
Κάποτε όμως τα πράγματα ήταν πολύ πιο απλά, πολύ πιο λιτά. Κάθε σπίτι είχε μόνο μια τηλεόραση (κι αυτή συνήθως είχε ένα σεμεδάκι πάνω), μπορεί να μην είχε καν υπολογιστή και κυρίως, είχε ένα σταθερό τηλέφωνο, το οποίο όντως το χρησιμοποιούσαμε και δεν αποτελούσε το ντεκόρ του βίντατζ τραπεζιού που κοσμεί το σαλόνι σου.
Μπορεί αυτή η εποχή να μοιάζει να απέχει αιώνες ολόκληρους, όμως αν είσαι πάνω από 25, σίγουρα θα τη θυμάσαι. Και θα θυμάσαι ότι κάποτε το σταθερό τηλέφωνο, έπαιζε τεράστιο ρόλο στην καθημερινότητά σου. Πριν αποκτήσει ο καθένας το δικό του κινητό, πριν δημιουργηθούν ένα εκατομμύριο διαφορετικοί τρόποι επικοινωνίας, το σταθερό τηλέφωνο ήταν ο τρόπος να έρθεις σε επαφή με τους φίλους σου, το κορίτσι σου και γενικά τον έξω κόσμο.
Ναι εντάξει, δεν έστελνε μηνύματα, δεν τραβούσε φωτογραφίες, δεν έμπαινε στο ίντερνετ, αλλά τη δουλειά του την έκανε κι όλοι το αγαπούσαμε. Αυτές είναι μερικές καταστάσεις που σίγουρα έχεις ζήσει όσο χρησιμοποιούσες σε καθημερινή βάση το σταθερό τηλέφωνο. Καταστάσεις τις οποίες μόλις διαβάσεις είμαι βέβαιος ότι θα τις αναπολήσεις και θα σπεύσεις να πάρεις μια αγκαλιά τη σκονισμένη συσκευή για να θυμηθείτε τα πάλια, έτσι για χάρη του παλιού καλού καιρού.

Ο τρόμος του να ζητάς το κορίτσι που σου αρέσει απ’ τον πατέρα της

sta8ero_phone
Το να ζητάς από ένα κορίτσι να βγείτε ποτέ δεν ήταν και ποτέ δεν θα είναι εύκολο. Απαιτεί προετοιμασία, θάρρος, προσεκτική μελέτη όλων των σεναρίων, πίστη στο στόχο και γερό στομάχι. Τουλάχιστον όμως, πλέον ξέρεις ότι μπορείς να επικοινωνήσεις άμεσα με αυτή που σε ενδιαφέρει. Παίρνεις τηλέφωνο, στέλνεις μήνυμα και γνωρίζεις ότι θα το δει κατευθείαν εκείνη.
Την εποχή του σταθερού τηλεφώνου, τα πράγματα δεν ήταν τόσο απλά. Κάθε κλήση, ήταν και μια ζαριά, ένα μεγάλο ρίσκο, ένα αξιοσέβαστο YOLO. Ποιος θα βρίσκεται στην άλλη άκρη του ακουστικού; Θα είναι η ίδια; Θα είναι μήπως ο αυστηρός πατέρας; Ο τραμπούκος αδερφός; Μια σκέτη περιπέτεια, που σε αποπροσανατόλιζε απ’ τον αρχικό σου στόχο και δεν σε άφηνε να συγκεντρωθείς όπως θα έπρεπε. Άσε που αν την έπαιρνες και δεν ήταν εκεί, σου κοβόντουσαν τα πόδια και έβαζες με το μυαλό σου όλα τα αρνητικά σενάρια.
Τι σου λείπει: Η ηδονή του “ναι, μισό λεπτάκι και στη δίνω”. Αυτή η πρώτη, μικρή αλλά σημαντική νίκη.
Τι δεν σου λείπει καθόλου: Το ενοχλημένο και αυστηρό “λέγεται” του πατέρα της που 9 στις 10 φορές σε έκανε να σκεφτείς να το κλείσεις.

Τα ατέλειωτα τηλεφωνήματα με τον κολλητό σου χωρίς αντικείμενο συζήτησης

Τα κινητά έχουν κάνει την επικοινωνία πολύ πιο εύκολη, όμως την έχουν κάνει και πολύ πιο διαδικαστική. Μπορεί να μιλάς με τους κολλητούς σου με τις ώρες στο chat, όμως τα τηλεφωνήματα γίνονται μόνο για τα τυπικά. Πού είστε, πού θα βρεθείτε και σε πόση ώρα. Κάποτε τα πράγματα δεν ήταν έτσι.
Κάθε κλήση στο σταθερό γινόταν με σοβαρούς σκοπούς, τουλάχιστον δίωρης συνομιλίας, χωρίς κανένα συγκεκριμένο αντικείμενο. Απόψε αυτοσχεδιάζουμε. Λίγη μπάλα, λίγα γκομενικά, κάποια λεπτά όπου απλά βλέπατε κι οι δυο σιωπηλοί τηλεόραση και σχολιάζατε. Όρεξη να ‘χες και όλο σου το βράδυ φτιαχνόταν με το σταθερό στο αυτί σου. Το τηλέφωνο έκλεινε μόνο για να πας για ύπνο ή για να πάρεις τηλέφωνο έναν άλλο κολλητό, για μια διαφορετική γνώμη στην ενδεκάδα της ομάδας σου και το διφορούμενο βλέμμα της Μαρίας.
Τι σου λείπει: Το βάθος της ανάλυσης για ένα σύστημα στο Manager. Μία ώρα debate ανάμεσα στο 4-3-3 και το πιο συντηρητικό 4-5-1.
Τι δεν σου λείπει καθόλου: Το κάψιμο στο αυτί όταν επιτέλους αποφασίζατε να το κλείσετε.

Το αχρείαστο τηλεφώνημα της μητέρας σου που σε έβγαζε από το ίντερνετ

Τα πρώτα χρόνια του ίντερνετ, πριν τα VDSL και τα λοιπά μεγαλεία, έπρεπε να πάρεις μια μεγάλη απόφαση: Ίντερνετ ή τηλέφωνο; Και τα δυο μαζί, δεν έπαιζαν. Μόλις αποφάσιζες να πατήσεις το connect και ακουγόντουσαν αυτά τα μαγικά “χρκρδχηξφφξφξσλφδξησλκρξσδλ” που αποτελούσαν το εισιτήριο για το μαγικό κόσμο του ίντερνετ, ήξερες ότι δεσμεύσεις την τηλεφωνική γραμμή.
Ήξερες όμως ότι είσαι και έρμαιο όποιου ήθελε να πάρει τηλέφωνο. Και ζούσες μονίμως με το άγχος ότι την ώρα του μεγάλου τελικού στο Manager, η μητέρα σου θα αποφάσιζε να σηκώσει το σταθερό για να καλέσει τη θεία σου, για να την ενημερώσει ότι οι λαχανοντολμάδες που ετοίμασε για το μεσημέρι βγήκαν ανάλατοι. Πόσο άδικο, οι προσπάθειες μιας ολόκληρης σεζόν να πεταχτούν στα σκουπίδια για λίγο παραπάνω αλάτι;
Τι σου λείπει: Το “χρκφρξφξφξφξφξφκφδησκδσηξφκφκ”. Ναι αλήθεια, εμένα μου λείπει. Όλη η χαρά της σύνδεσης στο ίντερνετ σε έναν ήχο.
Τι δεν σου λείπει καθόλου: Ρε μάνα κλείσε το τηλέφωνο, με πέταξες απ’ το ίντερνετ”.

Ο τρίτος που έμπαινε απρόσκλητος στη γραμμή

Ένα σημαντικό βήμα στην ιστορία της τεχνολογικής προόδου των νοικοκυριών, ήταν η προσθήκη δεύτερης και τρίτης συσκευής μέσα στο ίδιο σπίτι. Ένα στο σαλόνι, ένα στο υπνοδωμάτιο κι ένα στην κουζίνα.
Όλες οι συσκευές βέβαια αφορούσαν την ίδια γραμμή κι όποιος σήκωνε το τηλέφωνο μπορούσε να εισβάλλει απρόσκλητος στην συνομιλία σου. Ο μεγαλύτερος αδερφός σου μπορούσε να παρέμβει στην κουβέντα σου με το κορίτσι σου και αρχίσει να λέει καφρίλες, ο πατέρας το σήκωνε την ώρα που αποκάλυπτες στον κολλητό σου ότι δοκίμασες το πρώτο σου τσιγάρο και γενικά η έννοια της ιδιωτικής κουβέντας ήταν κάπως διευρυμένη.
Τι σου λείπει: Όταν οι φίλοι σου ήταν μαζεμένοι σε ένα σπίτι και σου μιλούσαν όλοι μαζί, ο καθένας κι από μια διαφορετική συσκευή. Μια πρώτη μορφή conference call, πριν απ’ την εποχή της.
Τι δεν σου λείπει καθόλου: Η γιαγιά σου που σήκωνε το τηλέφωνο και πατούσε τα πλήκτρα για να πάρει τηλέφωνο όσο εσύ μιλούσες.

Το μακρύ καλώδιο: το πρώτο ασύρματο τηλέφωνο

Πριν την πολυτέλεια του ασύρματου τηλεφώνου, όλοι οι πολυμήχανοι είχαμε βρει τη μεγάλη λύση: Σταθερό τηλέφωνο με καλώδιο τρία μέτρα. Μπορεί η “έδρα” του σταθερού να ήταν στο σαλόνι, όμως αυτό δεν μας πτοούσε απ’ το να μιλήσουμε στο υπνοδωμάτιο αλλά και να κάνουμε τις απαραίτητες άσκοπες βόλτες, όπως αρμόζει σε κάθε τηλεφώνημα. Άλλωστε οι μόνοι που μιλάνε στο τηλέφωνο καθισμένοι στο ίδιο σημείο, δίχως να περπατάνε άσκοπα και νευρικά, είναι οι υπάλληλοι σε δημόσιες υπηρεσίες και γραμμές εξυπηρέτησης. Όλοι οι υπόλοιποι, τον θέλουν τον χώρο τους για να μιλήσουν.
Τι σου λείπει: Η αίσθηση της ανεξαρτησίας όταν τραβούσες το τηλέφωνο στο δωμάτιο για να μιλήσεις με την ησυχία σου. Η πρώτη σου επανάσταση.
Τι δεν σου λείπει καθόλου: Το γεγονός ότι δεν μπορούσες να κλείσεις την πόρτα εξαιτίας του καλωδίου κι αισθανόσουν ότι κάτι σε εμποδίζει απ’ την απόλυτη ανεξαρτησία.

Η εποχή πριν την αναγνώριση κλήσης: όλα είναι πιθανά

Ακόμη μια πολυτέλεια που σήμερα θεωρούμε ως δεδομένη, είναι η αναγνώριση κλήσης. Βλέπεις ποιος βρίσκεται στην άλλη άκρη της γραμμής κι αναλόγως αποφασίζεις την πορεία σου. Δεν έχεις όρεξη να μιλήσεις με τον σπαστικό ξάδερφο απ’ το χωριό; Δεν το σηκώνεις ποτέ. Δεν γνωρίζεις τον αριθμό στην οθόνη; Τον αγνοείς επιδεικτικά.
Κάποτε όλα αυτά ήταν όνειρα θερινής νυκτός. Ένα ντριν μπορούσε να σημαίνει τα πάντα. Απ’ το κορίτσι σου, μέχρι τον θείο που σε έβαζε να λύσεις μαθηματικές σπαζοκεφαλιές πριν του δώσεις τους γονείς σου. Η απόφαση του να σηκώσεις εσύ το ακουστικό εμπεριείχε τεράστιο ρίσκο και συνήθως προτιμούσες να το αναλάβει κάποιος άλλος.
Τι σου λείπει: Αυτή η μαγική συσκευή την οποία συνέδεες με το τηλέφωνο και στην οθόνη έβγαζε τον αριθμό που σε καλούσε. Ο πρώτος τρόπος να αποκτήσεις αναγνώριση κλήσης που τότε έμοιαζε με τη μεγαλύτερη ανακάλυψη όλων των εποχών.
Τι δεν σου λείπει: Όταν στην άλλη άκρη της γραμμής άκουγες μια ανεπιθύμητη φωνή.

Η αναμονή που δεν δούλευε με τίποτα

jonah-hill-talking-on-the-phone
Ακόμη κάτι που σήμερα μοιάζει με ρουτίνα, είναι η αναμονή. Αρχικά, είχαμε εκείνο το εκνευριστικό “τουτ τουτ τουτ” που σήμαινε ότι η γραμμή είναι κατειλημμένη. Μετά, στη ζωή μας μπήκε η αναμονή κλήσης, που ορκίζομαι ότι για ένα μεγάλο διάστημα δεν είχα καταφέρει ποτέ να χρησιμοποιήσω.
Υποτίθεται ότι πατούσες κάτι κουμπιά και πήγαινες στην άλλη γραμμή. Εγώ είτε το έκλεινα εντελώς, είτε δεν άλλαζα ποτέ γραμμή. Πλέον, μπορείς ακόμα και να δεις ποιος βρίσκεται στην άλλη άκρη της γραμμής και αρκεί να κλείσεις τη συσκευή για να του απαντήσεις. Κάποτε, ήθελε τουλάχιστον τρία πτυχία για να τα καταφέρεις κι εγώ σίγουρα δεν είχα ούτε ένα.
Τι σου λείπει: Το ηχογραφημένο μήνυμα “η κλήση σας βρίσκεται σε αναμονή. Παρακαλούμε μην κλείσετε, μέχρι να ακούσετε το σήμα κατειλημμένου”.
Τι δεν σου λείπει καθόλου: Το “τουτ, τουτ, τουτ”.

Ήξερες απ’ έξω αριθμούς τηλεφώνου

Ειλικρινά, πόσα τηλέφωνα γνωρίζεις σήμερα απ’ έξω; Αφού όλα είναι αποθηκευμένα στη μνήμη του κινητού σου και δεν χρειάζεται να τα αποστηθίσεις. Κάποτε, υπήρχαν μόνο τα σταθερά τηλέφωνα και τα πιο σημαντικά τα ήξερες απ’ έξω κι ανακατωτά. Ούτε μνήμες, ούτε κατάλογοι, ούτε τίποτα. Όλα μέσα στο κεφάλι σου.
Αρχικά 7 ψηφία, μετά 010 και 7 ψηφία και πλέον 210 και 7 ψηφία. Δεν θυμάσαι τίποτα, αν δεν θυμάσαι να καλείς σε σταθερό χρησιμοποιώντας κατευθείαν τα 7 ψηφία του αριθμού.
Τι σου λείπει: Το να μην εξαρτάσαι απ΄την μπαταρία του κινητού σου. Κλειστό κινητό ισοδυναμεί με προσωρινή απώλεια όλων των αριθμών. Παλαιότερα αυτό θα γινόταν μόνο αν χτυπούσες με δύναμη το κεφάλι σου.
Τι δεν σου λείπει καθόλου: Το να σκαλώνεις και να μην υπάρχει πουθενά γραπτά ο αριθμός για τον επιβεβαιώσεις.

Ένας μύθος: το τηλέφωνο με τη ροδέλα

telephone-167068_640
Ό,τι πιο καλτ υπήρξε ποτέ. Και ό,τι πιο άβολο. Να θες να πάρεις ένα τηλέφωνο γρήγορα και να πρέπει να περιμένεις τη ροδέλα να κάνει τον κύκλο της. Να έχει ο αριθμός που καλείς το ίδιο ψηφίο 2-3 φορές σερί και να πανηγυρίζεις που θα γίνει η κίνηση πιο εύκολα. Να κουνάς το κεφάλι σου ρυθμικά στον ήχο που κάνει η ροδέλα. Να προσπαθείς ΔΕΚΑ ΛΕΠΤΑ να πάρεις τον σωστό αριθμό και βάζεις το δάχτυλο σε λάθος ψηφίο και φτου κι απ΄την αρχή. Τραγωδία που συγχωρείται λόγω της απόλυτης καλτίλας.
Τι σου λείπει: Ο μόχθος που απαιτούσε το κάθε τηλεφώνημα.
Τι δεν σου λείπει καθόλου: Όταν έπρεπε να πάρεις τηλέφωνο γρήγορα και μπλεκόντουσαν απ’ τον πανικό τα δάχτυλά σου.

Κανείς δεν ήξερε ότι δεν το σηκώνεις επίτηδες

Δεν λέω, και τώρα όταν δεν έχεις όρεξη να σηκώσεις το τηλέφωνο, μπορείς απλά να το αγνοήσεις. Όλοι ξέρουν όμως, ότι κάποια στιγμή θα δεις ποιος σε πήρε και η κοινωνική νόρμα απαιτεί να πάρεις πίσω.
Τότε, μπορούσες απλά να αφήσεις το τηλέφωνο να χτυπάει για πάντα και όλοι υπέθεταν ότι απλά λείπεις. Προ αναγνώρισης κιόλας, δεν ήξερες καν ποιος σε παίρνει και δεν είχες καμία υποχρέωση να καλέσεις πίσω. Μπορούσες απλά να τους αγνοείς όλους για πάντα. Πόσο. Τέλειο.
Τι σου λείπει: Η ησυχία σου.
Τι δεν σου λείπει καθόλου: Όταν έψαχνες εσύ να βρεις κάποιον και δεν είχες ιδέα που μπορεί να βρίσκεται.

Οι φάρσες

Prank-Call-Ideas
Είμαι βέβαιος ότι τα παιδιά συνεχίζουν να κάνουν φάρσες ακόμα. Όταν ήμουν εγώ παιδί πάντως, το σταθερό τηλέφωνο ήταν το απόλυτο όπλο για φάρσες. Βρίσκαμε στην τύχη ένα σταθερό και το καλούσαμε συνέχεια. Ούτε αναγνωρίσεις, ούτε μπλεξίματα, ούτε τίποτα.
Όχι ότι έκανα εγώ τέτοια. Ξέρεις, ένας φίλος μου.
Τι σου λείπει: Το γέλιο που δεν σε άφηνε καν να ολοκληρώσεις τη φράση σου προς το ανυποψίαστο θύμα της φάρσας.
Τι δεν σου λείπει καθόλου: Το πάγωμα όταν το θύμα σου έλεγε ότι μπορεί να βρει τον αριθμό σου. Προφανώς και μπλόφαρε, όμως εσύ κι η παρέα σου σταματούσατε καλού κακού για μερικές ημέρες, πριν επιστρέψετε δριμύτεροι, με θύμα έναν άλλο τυχαίο αριθμό σταθερού τηλεφώνου.
 __________________
  Πηγή: oneman.gr
by Αντικλείδι , http://antikleidi.com

 «Αλλά με τις ξόβεργες μπορεί να πιάνεις πουλιά, δεν πιάνεις ποτέ το κελαηδητό τους.

 Χρειάζεται η άλλη βέργα, της μαγείας, και ποιος μπορεί να την κατασκευάσει αν δεν του ’χει απ’ αρχής δοθεί;»

Οδυσσέας Ελύτης