7 Θεμελιώδη Μαθήματα Καινοτομίας που διδάσκονται στο Χάρβαρντ


ΝΑ ΕΙΣΤΕ ΣΦΟΥΓΓΑΡΙΑ Οι καινοτόμοι άνθρωποι είναι πνευματικά περίεργοι και απολαμβάνουν να απορροφούν νέες πληροφορίες που μπορεί να τους βοηθήσουν στις ιδέες τους. Το I-lab διαθέτει ένα πρόγραμμα μεντόρων προκειμένου να βοηθήσει τους καινοτόμους να μάθουν όσα περισσότερα πράγματα τους ενδιαφέρουν. Ακόμα κι αν δεν έχετε πρόσβαση στο I-lab, η διαρκής επιδίωξη της απόκτησης της πληροφορίας που χρειάζεστε και η επαφή με ανθρώπους που μπορούν να σας διδάξουν βασικές δεξιότητες, αποτελεί σημαντικό μέρος του να είναι κάποιος καινοτόμος.
ΤΟ ΣΤΕΝΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΣΑΣ ΤΑΙΡΙΑΖΕΙ 
Οι μεγάλες ιδέες είναι μια χαρά, αλλά οι περισσότεροοι από εμάς διαθέτουν περιορισμένους πόρους. Το να προσπαθήσετε ευθύς εξαρχής να γίνετε η επόμενη Amazon ή Google θα οδηγήσει σε burnout και απογοήτευση. Αντιθέτως, επιλέξτε μία πιο εστιασμένη προσέγγιση και ξεκινήστε από εκεί. Αν θέλετε να θέσετε τα θεμέλια για μια μεγάλη ιδέα, εστιάστε στην ανάπτυξη ενός τμήματος της μέχρι να αναπτύξει γερές βάσεις. “Διαλέξτε μία περιοχή, εστιάστε εκεί. Κρατήστε τα πράγματα απλά” συμβουλεύει..
Ο ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΟΣ 
Είτε πρόκειται για την αγορά, είτε για συναδέλφους, ο ανταγωνισμός μπορεί να δημιουργήσει μία αίσθηση επείγοντος και κινητοποίησης που προωθεί την καινοτομία. Η Γκόλντσταϊν λέει στους φοιτητές της ότι το να υπάρχει ήδη αντσγωνιστής στην αγορά είναι σημάδι πως κάποιος άλλος έχει ήδη εξετάσει την ιδέα και είδε ότι υπάρχει πελατεία. Για να επιτύχετε πρέπει να τα πάτε καλύτερα. Το I-lab επίσης διοργανώνει διαγωνισμούς όπου δίνεται στους φοιτητές κάποιο πρόβλημα και δημιουργούν ομάδες για να επινοήσουν λύσεις. Αυτού του είδους η δημιουργική άσκηση και η συνεργασία σε ομάδα βοηθά στην ανάπτυξη δεξιοτήτων επίλυσης προβλημάτων που προάγουν την καινοτόμο σκέψη.
ΩΡΑΙΕΣ ΟΙ ΙΔΕΕΣ, ΑΛΛΑ Η ΥΛΟΠΟΙΗΣΗ ΜΕΤΡΑΕΙ 
Πολλοί άνθρωποι μπορούν να έχουν μια καλή ιδέα. Ωστόσο, από την ομάδα που δημιουργείς στο πως θα διαθρωθεί, θα προωθηθεί και θα παραδοθεί η υπηρεσία ή το προϊόν που προσφέρεις, η πραγματική ευκαιρία βρίσκεται στο πώς θα την υλοποιήσεις.
ΠΕΡΑΣΤΕ ΧΡΟΝΟ ΜΕ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΥΣ ΑΠΟ ΕΣΑΣ
 “Η ποικολομορφία προέλευσης και εμπειριών είναι απαραίτητη” λέει. Αν έχετε μία ομάδα όπου όλοι διαθέτουν τις ίδιες εμπειρίες, απόψεις και κοινωνικο υπόβαθρο, περιορίζετε την δυναμική της καινοτομίας. Η διεπιστημονική προσέγγιση του I-lab συγκεντρώνει ανθρώπους που αλλιώς πιθανά δεν θα συναντιόνταν ποτέ. Ο φοιτητής με σπουδές στο πεδίο των δημόσιων πολιτικών συνεργάζεται με διδακτορικό φοιτητή στην Χημεία και φοιτητή της Νομικής. Οι ιδρυτές του I-lab συχνά λένε πως δεν θα είχαν ποτέ επινοήσει τις ιδέες ή τις επιχειρήσεις τους αν δεν είχαν συναντήσει ανρθώπους που σκέφτονται διαφορετικά από τους ίδιους, λέει η Γκόλντσταϊν.
ΤΟ ΝΑ ΒΕΛΤΙΩΝΕΣΑΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΤΕΙ ΑΠΟΤΥΧΙΑ 
Οι άνθρωποι που πηγαίνουν στο Χάρβαρντ δεν είναι συνηθισμένοι στην αποτυχία, λέει η Γκόλντσταϊν. Τους ενθαρρύνει να το ξεπεράσουν. Το να είσαι δημιουργικός και καινοτόμος σημαίνει πως θα προσπαθήσεις και πολλά πράγματα που δεν θα πετύχουν. Θα αναπτύξεις πρωτότυπα που δεν θα είναι σωστά και θα δοκιμάσεις προσεγγίσεις που είναι μια τρύπα στο νερό μέχρι να βρεις τον ιδανικό συνδυασμό. Αν πληγώνεσαι και τα παρατάς επειδή η πρώτη σου προσπάθεια δεν απέδωσε, τότε δεν θα κατορθώσεις ποτέ να απελευθερωθείς και να είσαι πραγματικά καινοτόμος. “Εδώ κάνουμε πολλά που σχετίζονται με την σχεδίαση ιδεών, την ανθρωποκεντρική σχεδίαση και την δοκιμή πρώιμων ιδεάων σε πελάτες, δίνοντας πραγματικά την δυνατότητα στις ιδέες να αποτύχουν άμεσα, πριν δαπανηθούν έξι μήνες ή ένας χρόνος δημιουργίας ενός προϊόντος το οποίο κανείς δεν θέλει να αγοράσει. Δουλεύουμε πάρα πολύ πάνω σε αυτό.” λέει.
Η ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΣΤΙΓΜΙΑΙΑ, ΘΕΛΕΙ ΧΡΟΝΟ 
Όταν η Γκόλντσταϊν προσκαλεί ιδρυτές εταιρειών να μιλήσουν με τους φοιτητές δεν θέλει να μιλήσουν για το “τέλος καλό, όλα καλά” της ιστορίας τους. Θέλει να μάθει τι πήγε στραβά και πως το διαχειρίστηκαν. Μαθαίνεις περισσότερα από τα λάθη, και από τις αφηγήσεις λαθών, παρά από τις επιτυχίες. Θέλει οι φοιτητές της να γνωρίζουν πως οι ιστορίες των “εν μία νυκτί” επιτυχιών συχνά έπονται μακρών περιόδων αγωνίας και πολλές απόπειρες καινοτομίας. “Όλοι γνωρίζουμε πολύ καλά πως αυτό [η άμεση επιτυχία] είναι η εξαίρεση και όχι ο κανόνας. Βέβαια αυτό μοιράζονται όλοι, αλλά δεν είναι η πραγματικότητα. Πρόκειται για μακρά διαδικασία, και παίρνει πολύ περισσότερο απ’ ότι προσδοκά κανείς.”
________________
  Πηγή: www.lifo
Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς,μηδέ λεβέντες η Όσσα 
ραγιάδες έχεις, μάνα γη, σκυφτούς για το χαράτσι 
κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα
 των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι.

 Κωστής Παλαμάς
Δ Ν ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ β μέρος…

ΑΠΟ ΤΟΝ ΧΡΗΣΤΟ ΑΓΓΕΛΑΚΟ/lifo

— Η πρώτη φορά που βλέπω το όνομά σου είναι το 1977. Σε συναντώ στο οπισθόφυλλο του «Κιβώτιου». Στο σημείωμα που καταλήγει με τη φράση: «Μετά το “Κιβώτιο” του Αλεξάνδρου, ο πολυδαίδαλος λόγος του Προυστ δεν μοιάζει πια αμετάφραστος». Εκείνη την εποχή ήταν αδύνατον να περάσεις από την Αριστερά χωρίς να ακούσεις για τον Μαρωνίτη. Σήμερα η Αριστερά, το μεγαλύτερο κομμάτι της τουλάχιστον, είναι στην εξουσία. Πες μου αν κερδήθηκε κάτι και κυρίως τι χάθηκε σ’ αυτό το πέρασμα.
Χάθηκαν τα πάντα. Αλλά έμεινε το όνομά της. Κι εγώ θέλω να μην το χάσω το όνομα αυτό. Να το σεβαστώ. Αν θες, στο κάτω-κάτω της γραφής, τώρα πια ξέρουμε ότι η Ιστορία –ή αυτό που λέμε Ιστορία– δεν δέχεται τυμπανοκρουσίες αυτού του είδους σε ό,τι αφορά την Αριστερά ως Αριστερά. Ωστόσο, δεν μπορώ να αρνηθώ καταγωγικού τύπου αισθήσεις, όπως είναι, λόγου χάρη, η αίσθηση όταν με πήρε για πρώτη φορά ο πατέρας μου, αυτός ο περίεργος άνθρωπος, σ’ ένα συλλαλητήριο καπνεργατών στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης και μ’ άφησε ν’ ακούσω και να δω όλο αυτό τον κόσμο τον καπνεργατικό. Αυτό με σφράγισε γενικότερα. Επομένως, δεν έχω πρόβλημα ότι έχασα την πολύτιμη Αριστερά. Η Αριστερά ήτανε κι αυτή ένα κομμάτι της Ιστορίας που φαίνεται ότι άρχισε όπως άρχισε, στράβωσε όπως στράβωσε και τινάχτηκε στον αέρα, όπως την έχουνε τινάξει αυτοί που τους χρειάζεται να στιγματιστούν ως εγκληματίες.

Η Αριστερά ήτανε κι αυτή ένα κομμάτι της Ιστορίας που φαίνεται ότι άρχισε όπως άρχισε, στράβωσε όπως στράβωσε και τινάχτηκε στον αέρα, όπως την έχουνε τινάξει αυτοί που τους χρειάζεται να στιγματιστούν ως εγκληματίες.

—Και τελειώσαμε με την Αριστερά;
Νομίζω, όχι. Γιατί κι εδώ ξέρεις τι γίνεται; Κι εδώ ακόμη, όχι εκβιαστικά διλήμματα. Όχι ακριβώς υπέρβαση εκεί όπου υπάρχει η διαφορά, αλλά πάντως όχι και τόσο χωριστά τα σπίτια μας, όχι τόσο χωρισμένοι με τα ίδια μας τα παιδιά. Θα μείνω και δεν θα έχω κανένα παράπονο αν δημοσιεύσουν την ομολογία μου ότι είμαι γιος καπνεργάτη.

—Χαρακτήρισες τους κυβερνώντες εγκληματίες. Ποιο είναι το έγκλημά τους; Το γκρέμισμα της ψευδαίσθησης;
Όχι. Δεν πιστεύω ότι μου γκρεμίζουν την ψευδαίσθησή μου.

— Την ελπίδα;
Ούτε. Θα το ήθελαν αυτό κάποιοι άθλιοι, μπορεί και να το επιδιώκουν κιόλας, αλλά εγώ δεν αισθάνομαι ότι μου γκρέμισε κανένας αυτόν το σεβασμό που ένιωθα από έφηβος σχεδόν, εξαιτίας του πατέρα μου και του περιβάλλοντός του, για κάποιους ανθρώπους που μπαινόβγαιναν στη φυλακή, μιλούσαν όπως μιλούσαν, από τον μπακάλη ως κάποιους πιο γραμματισμένους. Όχι. Ξέρεις, τι; Υπάρχουν μερικές λέξεις που και να θες να τις διαγράψεις, δεν διαγράφονται.

— Όπως;
Όπως η λέξη «αγάπη». Κι όπως η λέξη «Αριστερά».

— Ας μείνουμε λίγο ακόμη στην εξουσία. Υπήρξες καθηγητής για τρεις δεκαετίες. Οι επιφυλλίδες σου μπορούσαν να εκτινάξουν έναν ποιητή ή πεζογράφο στην πρώτη γραμμή, προκαλώντας άλλοτε τον φθόνο κι άλλοτε την αποδοχή, σίγουρα πάντως την αναγνωρισιμότητα. Ένιωσες ποτέ ότι ασκείς εξουσία;
Όχι, γιατί ακριβώς δεν νομίζω ότι θέλησα να εξουσιάσω. Αφού δεν μπορώ και δεν θέλω να εξουσιάσω τον εαυτό μου ή αυτό που έχει μείνει από τον εαυτό μου, γιατί θα έπρεπε σώνει και καλά να το περάσω στη σχέση με αυτό που λέμε εξουσία;

— Στα χρόνια σου τα πανεπιστημιακά, διαμορφώνεις έναν δικό σου τρόπο διδασκαλίας. Θα έλεγα πως φέρνεις μια τομή στα ακαδημαϊκά πράγματα. Ποιες μορφές δασκάλων σε εμπνέουν;
Θα σου αναφέρω τρία ονόματα: στο γυμνάσιο ο Μπότσογλου, στο πανεπιστήμιο ο Λίνος Πολίτης και στη Γερμανία ο Βάλτερ Μαργκ.

— Από πού αλλού παίρνεις στοιχεία για να φτιάξεις τον τρόπο σου;
Πάντως όχι από τον Κακριδή. Σε ό,τι αφορά τον Κακριδή, από την αρχή υπήρξε μια απώθηση του δικού του τρόπου, και άφηνα τον εαυτό μου, ψάχνοντας να βρω «αντ’ αυτού τι;». Αυτό, λοιπόν, το «αντ’ αυτού τι» ωρίμασε με τον καιρό και κατέληξε στα εξής: πρώτα-πρώτα, πρέπει να είσαι περήφανος δάσκαλος. Το άλλο, να αισθάνεσαι διδάσκοντας –αυτό άρχισε πολύ νωρίς– ότι μαθητεύεις και ότι μαθητεύοντας αφήνεις να βγει μόνο του το δασκαλίκι. Αυτό οι φοιτητές μου θαρρείς ότι το άρπαζαν στον αέρα και το τι μου παραστάθηκαν και μου παραστέκονται ως τώρα δεν λέγεται.

— Έφτιαξες τη δική σου μέθοδο διδασκαλίας;
Θα σου πω κάτι που δεν θα το πιστέψεις, αλλά μπορώ να σου δείξω τα τετράδια για να τα δεις. Εγώ έκανα μαθήματα, τα οποία τα έγραφα. Ποτέ δεν διάβαζα αυτά που έγραφα, ποτέ δεν δίδαξα χωρίς να είναι ολόκληρο το μάθημα γραμμένο. Ατέλειωτα τετράδια και τα ‘χω ακόμα. Έκανα και πολύ ωραία γράμματα, τα οποία τα έχασα τώρα με το κομπιούτερ κι έχω γίνει θηρίο, τώρα δεν μπορώ να γράψω ούτε το όνομά μου κανονικά, αλλά ό,τι έχω γράψει, και η «Μαύρη Γαλήνη» ακόμη είναι γραμμένη σωστά με το χεράκι μου.

— Αφού με ξαναπάς στη «Μαύρη Γαλήνη», μια τελευταία ερώτηση σχετικά μ’ αυτήν: αποτελεί με τον τρόπο της, και από τη στιγμή που είσαι ήδη έγκλειστος, μια ρωγμή στον τοίχο της σιωπής. Έχω την εντύπωση πως δεν την αντέχεις τη σιωπή. Είναι, άραγε, ο σταθερός σου εχθρός; Το θηρίο σου;
Πάλι πας να με μπλέξεις με δυαδικά σχήματα. Κι εδώ.

Με δυο λόγια, τίποτε δεν αγάπησα τόσο πολύ όσο το θέατρο, τα τελευταία χρόνια πάρα πολύ και το σινεμά, αλλά το θέατρο είναι ο μεγάλος μου καημός και η μεγάλη μου αγάπη.... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

Με δυο λόγια, τίποτε δεν αγάπησα τόσο πολύ όσο το θέατρο, τα τελευταία χρόνια πάρα πολύ
 και το σινεμά, αλλά το θέατρο είναι ο μεγάλος μου καημός και η μεγάλη μου αγάπη….
Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

— Ναι, το κάνω. Εδώ συνειδητά.
Κι εγώ θέλω ν’ αντισταθώ. Η «Μαύρη Γαλήνη» είναι ένα αυτοφυές κείμενο. Γράφτηκε μόνο του, ερήμην μου σχεδόν, και κατά περίεργο τρόπο νομίζω πως έμεινε ακέραιο. Με δυο λόγια, είναι αυτό που είναι. Τότε που έγινε, τότε που το έδωσα αμέσως να δημοσιευτεί στη «Συνέχεια» –δεν είχα κανέναν ενδοιασμό–, τότε που κάθισα καταρχήν και το καθαρόγραψα. Δεν το άλλαξα. Εν πάση περιπτώσει, ίσως να είναι το αποτέλεσμα ενός τρόπου να μη χωρίζουμε τα πράγματα σ’ αυτό που λέμε πεζό λόγο και ποιητικό. Νομίζω πως όσο περνάει ο καιρός το έχω κατορθώσει, γι’ αυτό και δεν έχω κανέναν καημό γιατί δεν έκανα λογοτεχνία. Πιστεύω ότι έκανα. Πιστεύω ότι δεν έκανα. Έχω ήσυχη τη συνείδησή μου σε σχέση μ’ αυτό που λέγεται συμπαντικά «λογοτεχνία». Όλο μου έκλεινε το μάτι η λογοτεχνία, λίγο με κορόιδεψε, λίγο την κορόιδεψα και σε κάποια δόση τα βρήκαμε. Και τα βρήκαμε χωρίς φιοριτούρες και χωρίς θριαμβολογία καμιά. Τώρα, δε, απολύτως καμιά.

— Για τη μετάφραση των ομηρικών επών έχουν γραφτεί πολλά και σημαντικά. Ένιωσες ποτέ ότι είσαι ο συνεχιστής μιας παράδοσης που πρέπει να την πας παραπέρα, να δημιουργήσεις ένα νέο έδαφος από το οποίο να επανεκκινήσουν οι αρχαιοελληνικές σπουδές;
Απερίφραστα ναι, και μάλιστα, όπως μπορείς να υποπτευθείς, σε αντίθεση με τον τρόπο μετάφρασης του Κακριδή. Από κει και πέρα, αυτός που μ’ έσπρωξε ήταν ο Λίνος Πολίτης, ο οποίος μου έλεγε «δοκίμασε, ρε Μίμη, μια άλλου είδους μετάφραση από τις μεταφράσεις Καζαντζάκη-Κακριδή». Κι έτσι, μια ωραία πρωία ή ένα ωραίο βράδυ, βγήκανε 120 στίχοι από την «Οδύσσεια».

— Πηγαίνοντας ανάποδα.
«Οδύσσεια», «Ιλιάδα» και τώρα σαν τρελός ξανά για την «Οδύσσεια».

— Πότε τοποθετείς το ξεκίνημα της μετάφρασης της «Οδύσσειας»;
Αρχές της δεκαετίας του ’80. Και αρχίζω να μεταφράζω κανονικά πια από το ’89. Εκεί, επίσης, έχω ένα σπρώξιμο από έναν φίλο: ο Μικρούτσικος ήταν διευθυντής του Φεστιβάλ Πατρών. Κάτι είχε μυριστεί και μου λέει: «Δεν μεταφράζεις μια ραψωδία ν’ ακουστεί απάνω στο Κάστρο;». Κι έτσι, μετέφρασα την πέμπτη ραψωδία της «Οδύσσειας». Την αγαπώ, μη σου πω πόσο και πώς. Το περίεργο είναι ότι δημιούργησε μια συγκίνηση φοβερή. Κολακεύτηκα πολύ γιατί ήταν παρών και ο Ελύτης, ο οποίος ήρθε στο τέλος και με αγκάλιαζε και με φιλούσε.

Χωρίς να σημαίνει τίποτε ψεύτικο, χωρίς να λέω ψέματα αυτήν τη στιγμή, η στόφα μου, όχι η επαγγελματική, αισθάνομαι ότι είναι, για τον τρόπο που ζω, που σου μιλώ αυτή την ώρα, θεατρική.

— Εσύ διάβασες;
Εγώ με τη Μάγια Λυμπεροπούλου. Ήτανε ένα καταπληκτικό ντουέτο στο ύπαιθρο, στη μέση μια φωτιά αναμμένη, και το παίζαμε κομμάτι-κομμάτι.

— Το βάπτισμα του πυρός, σαν να λέμε.
Το βάπτισμα του πυρός. Τελείωσε, λοιπόν, η ραψωδία η Ε’, που είναι ίσως από τις σημαντικότερες. Πρωθύστερη ραψωδία.

— Τις αναγνώσεις στο Εθνικό τις παρακολουθείς όλες;
Έπρεπε να ήσουν χτες κι όλες αυτές τις Παρασκευές. Υπάρχουν κάποιες μαγικές βραδιές, σε κατάμεστη αίθουσα. Δεν μπορείς να φανταστείς τι διαφορές υπάρχουν στον τρόπο με τον οποίο διαβάζουν τα ζευγάρια των ηθοποιών τις ραψωδίες της «Οδύσσειας».

— Χθες ποιοι διάβασαν;
Η Ναυπλιώτου, αυτό το τέρας ομορφιάς –Θε μου, δεν έχω δει τόσο ωραία κοπέλα– και η Σαββίδη που ήτανε και στην «Ιλιάδα», την οποία επίσης αγαπώ πάρα πολύ. Έγινε πανζουρλισμός στο τέλος.

— Τι σκέφτεσαι όταν ακούς τις ραψωδίες από άλλους ή όταν τις απαγγέλλεις εσύ στη δική σου μετάφραση;
Είναι τα δύο έπη στα οποία απερίφραστα λέω «δεν είναι δικά μου, δεν είναι δικά μου πια, δεν ήταν δικά μου ποτέ», κι όμως, όταν τα ακούω κι όταν τα λέω –κι αν δούλευε και η φωνή καλύτερα, αλλά δεν πειράζει, κι έτσι σπασμένη έχει κι αυτή την αξία της–, αισθάνομαι κάτι απίστευτο.

— Και το πέρασμα, εννοώ το αντίστροφο πέρασμα από την «Οδύσσεια» στην «Ιλιάδα», κρατάει τις ίδιες εντάσεις, τις ίδιες ποιότητες;
Αυτή η μετακίνηση, από την τρυφερότητα σχεδόν, όπως εξελισσόταν, που ένιωθα για την «Οδύσσεια», στον τρόμο με τον οποίο ξεκίνησε η μετάφραση της «Ιλιάδας»…

— Πες μου γι’ αυτό τον τρόμο.
Εκεί τα έδωσα όλα. Εκεί ξεχάστηκα ποιος είμαι, γιατί επιμένω, γιατί επιμένει το πράγμα αυτό με αυτό τον τρόπο στη ζωή μου. Όταν μου λέγανε «τώρα θα μεταφράσεις Ιλιάδα;», έλεγα: «Είστε τρελοί; Μετά την “Οδύσσεια;”». Όπως γινότανε η δουλειά πια καθ’ οδόν, ήταν εξ επαφής, δεν ξέρω πώς να την πω. H αντίσταση ήταν απερίγραπτη και η ειρωνεία του κειμένου, όπως το ‘πιανα για να μεταφραστεί, για να μη γίνει πατιτούρα της «Οδύσσειας», και δεν είναι, περηφανεύομαι γι’ αυτό, ίσως φανεί με τα χρόνια ότι είναι το ωριμότερο πράγμα που βγήκε απ’ το χεράκι μου.

— Ο τρόμος μετεξελίχθηκε σε λατρεία;
Λατρεία κανονική. Από πού κι ως πού, τώρα, να έχω τέτοια λατρεία… Δεν είναι λατρεία, ίσως όχι. Αισθάνομαι ότι από ένα σημείο και πέρα το κείμενο μου δίνεται, το γυρεύω, με γυρεύει, περιμένει να το γυρέψω. Αρχίζει να με γυρεύει κι ύστερα γίνεται: δίνεται και γίνεται.

Δεν υπήρξανε μπαγαποντιές ανάμεσα σ' εμένα και το σώμα μου, κι αν με ρωτούσες ποιο ήταν το ειλικρινέστερο στοιχείο, θα έλεγα το σώμα. Ίσως μ' αυτό γράφω. Πάντως, ποτέ δεν είναι απόν το σώμα μου όταν γράφω. Ποτέ. Το σώμα μου ολόκληρο, σε βεβαιώνω... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Δεν υπήρξανε μπαγαποντιές ανάμεσα σ’ εμένα και το σώμα μου, κι αν με ρωτούσες ποιο ήταν
το ειλικρινέστερο στοιχείο, θα έλεγα το σώμα. Ίσως μ’ αυτό γράφω. Πάντως, ποτέ δεν είναι
 απόν το σώμα μου όταν γράφω. Ποτέ. Το σώμα μου ολόκληρο, σε βεβαιώνω…
 Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

— Λες στις επιφυλλίδες σου πως, όσο μεγαλώνεις, συναρμόζεις το γήρας με το γέρας, με την επιβράβευση της ίδιας της ύπαρξης. Το λες ειρωνικά αλλά και σοβαρά συγχρόνως. Τι βρίσκεις στο γήρας; Τις ερωτήσεις ή τις απαντήσεις;
Κι εδώ δάσκαλος είναι ο Καβάφης. Το λέει και ο ίδιος: «Εγώ είμαι ποιητής του γήρατος». Και υπάρχουν ποιήματα του Καβάφη που ενώνουν το γήρας ως οδυνηρό βίωμα αλλά μαζί και ως αποζημίωση των γηρατειών, έτσι ώστε το γήρας να γίνεται γέρας. Η μελαγχολία του «Εκ Κομμαγηνής» είναι ακριβώς ένας τέτοιος συνδυασμός. Είναι περίεργο, σου μιλούσα για τον καθηγητή μου τον Μπότσογλου, ο οποίος μου χάρισε, από πού κι ως πού, πώς δεν με φοβήθηκε κιόλας, έναν πολύ ωραίο τόμο με τα ποιήματα του Καβάφη. Το πρώτο βιβλίο που μου χάρισε. Όσο το σκέφτομαι, ποτέ δεν σκανδαλίστηκα με τον ερωτικό Καβάφη, αισθάνομαι και γι’ αυτόν την ίδια ευγνωμοσύνη που αισθάνομαι και για όλο του το έργο. Αλλά, κυρίως, ευγνωμοσύνη για βιώματα που γίνανε σιγά-σιγά και δικά μου, όπως είναι ο συνδυασμός γήρατος και γέρως στην ηλικία που βρίσκομαι, αλλά και κάτι άλλο το οποίο βγήκε κι αυτό στη φόρα τελευταία. Ένα κείμενο, και κυρίως ένα ποίημα καλό, αν προσέξει κανείς τι γίνεται, διαπιστώνει, και στον Καβάφη πολύ συχνά, αλλά και στον Σεφέρη, αν και λιγότερο, ότι είναι κείμενο το οποίο εφευρίσκει τον καιρό του και ορίζει τον τόπο του. Τα 3/4 των ποιημάτων του Καβάφη ορίζουν το ζεύγος «καιρός και τόπος». Κι όταν στηθεί αυτό το πλέγμα, τότε μπαίνουν όσα θέλει δρώμενα και όποιοι θέλει ως δρώντες του ποιήματος. Τεράστιο δίδαγμα.
— Άρα, μιλάμε για μια ποιητική σκηνοθεσία;
Ναι, αλλά όχι στημένη, στοχασμένη. Στοχασμένη. Παρ’ ολίγον ξεχασμένη. (Μου κλείνει το μάτι.) Έλα να κάνουμε λίγο τα καλαμπούρια τα δικά μου με τις λέξεις, που μ’ αρέσουν.

Πάμε σε μια μεγάλη σου αγάπη ή, μάλλον, σε δύο. Θα έλεγα πως είσαι ή γίνεσαι με τα χρόνια επαγγελματίας θεατής. Αξεδιάλυτα κινηματογραφόφιλος και θεατρόφιλος. Πότε ξεκίνησε αυτό το δίπολο;
Άρχισαν μαζί θέατρο και σινεμά. Για το θέατρο ευθύνεται και πάλι ο Λίνος Πολίτης, όταν μ’ έβαλε κι έπαιξα τον μαντατοφόρο της «Ερωφίλης» και μετά στη «Θυσία του Αβραάμ», και ήρθε ο Γάλλος πρέσβης και μου έδινε υποτροφία να σηκωθώ και να φύγω κατευθείαν για τη Γαλλία. Αλλά ο πατέρας μου μού είπε «σπούδασε και μετά». Καλά που έγινε έτσι. Το τι μου αρέσει το θέατρο δεν μπορώ να σ’ το πω. Στη γειτονιά όπου καθόμαστε ήταν ένα σινεμά που είχε έναν περίβολο από τσίγκο και είχε τρύπες, απέναντι από το πανεπιστήμιο, «Χαρίλαος» λεγότανε. Κι εκεί το καλοκαίρι είχε κυρίως βαριετέ ή νούμερα, όπου ελάτρεψα την Ηρώ Χαντά. Από κει και πέρα, το σινεμά έγινε ψωμοτύρι για μας, για μένα και για την αδερφή μου. Ο πατέρας μου μας έστελνε το πρωί της Κυριακής, επειδή ήτανε και η τιμή πιο φτηνή, στο Αχίλλειο της Αγίου Δημητρίου, για να πάνε το βράδυ με τη μάνα μου μαζί. Νινή Ζαχά και δεν συμμαζεύεται, είχανε τότε νούμερα στο σινεμά. Αργότερα, όταν άρχισα να βλέπω θέατρο βαρβάτο και είχα την τύχη να δω παραστάσεις με τον Ζεράρ Φιλίπ και τη Μαρία Καζαρές… Να σ’ το διηγηθώ αυτό;

Λατρεύω, καθώς περνάει ο καιρός, τρία πράγματα.
Το ένα, είναι τα μωρά. Το άλλο, όσο και να φαίνεται περίεργο για μένα, λατρεύω τα σκυλιά. Και το τρίτο ίσως είναι και το πιο παράδοξο, και δεν ξέρω κι εγώ γιατί. Μ’ αρέσουν πάρα πολύ τα γυμνά βουνά. Τα γυμνά βουνά.

— Οπωσδήποτε.
Μ’ είχε πάει ο Λίνος, πάλι τη δεκαετία του ’60. Πήγα και δεύτερη φορά. Στήθηκα απ’ έξω και τους περίμενα να βγουν. Σε κάποια δόση εμφανίστηκε ο Ζεράρ Φιλίπ μ’ αυτή την υπέροχη γυναίκα, την Καζαρές, κι άρχισαν να περπατάνε, να κατεβαίνουν στην παραλία. Τα γαλλικά τα δικά μου – θα σου μιλήσω γι’ αυτό που ονομάζω «μονογλωσσία», αυτό θα είναι το τελευταίο πράγμα για το οποίο θα μιλήσουμε… Τους πήρα, λοιπόν, από πίσω και προσπαθούσα ν’ αρπάξω κουβέντες. Ακούω ότι γυρεύουν να πάνε κάπου να φάνε και παρεμβαίνω και με τα σπασμένα γαλλικά μου τους λέω «θα σας πάω εγώ». Και τους πήγα στον Στρατή, κάθισα μαζί τους, μιλήσαμε, και την άλλη μέρα στο σινεμά, στα Διονύσια, στη Θεσσαλονίκη, παιζόταν το «Φανφάν Λα Τουλίπ» με τον Ζεράρ Φιλίπ, και ήρθε εκεί. Εγώ κάτω, και μάλιστα στην άκρη του διαδρόμου, και περνάει ο Ζεράρ Φιλίπ και με αναγνωρίζει και μου δίνει το χέρι και λέω «τελειώσαμε». Με δυο λόγια, τίποτε δεν αγάπησα τόσο πολύ όσο το θέατρο, τα τελευταία χρόνια πάρα πολύ και το σινεμά, αλλά το θέατρο είναι ο μεγάλος μου καημός και η μεγάλη μου αγάπη.

— Μίμη, μου ‘χες πει και την πρώτη σου ατάκα σε παράσταση.
Θα σ’ την ξαναπώ. Τρίτη τάξη του δημοτικού. Έβγαινα στη σκηνή κι έλεγα «είμαι ο Λάκης Λακούβας, αδερφός της κυρίας Λακούβα που δίνει μαθήματα πιάνου στην κυρία Μαρτέλη». Και για να το κλείσω το θέμα: χωρίς να σημαίνει τίποτε ψεύτικο, χωρίς να λέω ψέματα αυτήν τη στιγμή, η στόφα μου, όχι η επαγγελματική, αισθάνομαι ότι είναι, για τον τρόπο που ζω, που σου μιλώ αυτή την ώρα, θεατρική.

— Ας μείνουμε σ’ αυτήν τη στόφα. Θα σου πω κάποια νήματα που έχω ξεχωρίσει: Υπόγειο του Κουν, Πολυμπέκετ της Πατεράκη, η αγάπη σου για τον Βογιατζή, το πέρασμα της «Μαύρης Γαλήνης» στη σκηνή.
Όλα. Όλα ισχύουν.

— Το ανέβασμα του «Αίαντα»…
Το οποίο δεν μ’ άρεσε πολύ εμένα, αλλά ήταν ένα καθαρό ανέβασμα, ακούστηκε ωραία το κείμενο, και είχε και κάποιες φωνές, αντρών κυρίως, του Περλέγκα λόγου χάρη, που μ’ ενθουσίασαν. Να δούμε τι θα γίνει τώρα με την «Αντιγόνη».

— Ποιος σκηνοθετεί;
Στο Εθνικό Θέατρο, ο Λιβαθηνός. Στην Επίδαυρο θα παιχτεί.

— Έχεις εμφανιστεί και ο ίδιος στην Επίδαυρο, σκηνοθετημένος από τον Δημήτρη Μαυρίκιο.
Ακριβώς, στην «Ηλέκτρα».

— Πες μου γι’ αυτό το πέρασμα, πώς σου ήρθε;
Είχε τρελαθεί ο Λευτέρης Βογιατζής, γιατί ήταν δική μου ιδέα να βγαίνω από την ορχήστρα και να κάθομαι απ’ έξω και να ξαναμπαίνω. «Πώς σου ήρθε αυτό το μπες-βγες» με είχε ρωτήσει, το είχε βρει υπέροχο. Φορούσα μια μαύρη καπαρντίνα που την έχω ακόμα και την αγαπώ πάρα πολύ, ήταν μια υπέροχη βραδιά.

— Κι έτσι, από τον Λάκη τον Λακούβα έφτασες στην Επίδαυρο, χωρίς να γίνεις ποτέ ηθοποιός.
Δεν είμαι θεατρόφιλος, αισθάνομαι ότι είμαι θεατρικός, ούτε θεατρίνος (συλλαβίζει αργά) θε-α-τρι-κός. Να σκέφτεσαι λίγο και τη λέξη, από το «θεώμαι».

— Μου μίλησες όμως για τη μονογλωσσία, ήθελες να τελειώσουμε μ’ αυτήν, αλλά λέω να την πιάσουμε τώρα, μην την ξεχάσουμε και οι δυο.
Συν τω χρόνω, και από ανάγκη και από συνθήκες ζωής, αλλά εν τέλει και από επιλογή μου, έχω γίνει κυριολεκτικά μονόγλωσσος. Ελληνόγλωσσος. Σαν να μην υπάρχουν άλλες γλώσσες. Αυτά τα λίγα που ξέρω από ξένες γλώσσες σιγά-σιγά εξαφανίζονται και τα ελληνικά, η γλώσσα –καθόλου εθνοπρεπώς αυτά που λέω–, κυριαρχούν. Το ‘χω καμάρι που έγινα μονόγλωσσος.

— Θα σε πάω σε μια ερώτηση κάπως δύσκολη. Ξεκίνησε νωρίς, και, αλίμονο πάντα είναι νωρίς, ο κύκλος των χαμένων φίλων και συνομιλητών: Λίνος Πολίτης, Γιώργος Σαββίδης, Παύλος Ζάννας, Τάσος Χρηστίδης, Κωστής Σκαλιόρας – τελευταία μάλλον αναχώρηση. Συνεχίζεται η διακοπείσα συνομιλία; Τους κουβαλάς;
Εγώ μιλάω πολύ με τους πεθαμένους φίλους μου. Είναι και πολλοί και εκλεκτοί, και όλοι μαζί και ο καθένας χωριστά. Θα μου επιτρέψεις να ξεχωρίσω δυο ονόματα από αυτά που μου ανέφερες: το ένα είναι του Τάσου Χρηστίδη και το άλλο του Παύλου Ζάννα. Όταν μου έδωσε η Μίνα και διάβασα τα απομνημονεύματά του από τη φυλακή, είδα τις αναφορές του στην αφεντιά μου, με τη μία ή με την άλλη ευκαιρία, τόσο τρυφερές, που με άφησαν κατάπληκτο. Δεν του το έδειξα ποτέ, αν και το είχα πάρει είδηση, γιατί ξέρεις τι μου συνέβαινε; Στη Θεσσαλονίκη, εγώ κούφος μες στη φτώχεια μου την εποχή εκείνη, πέφτω από μια μεριά στο ζεύγος Φατούρου, Μίκας και Δημήτρη, και από την άλλη στον Παύλο και στη Μίνα Ζάννα. Πάντως, αν ήταν να διαλέξω δύο, θα διάλεγα αυτούς που σου είπα. Για να πω αν θα διάλεγα ένα… όχι. Ποτέ ένα.

— Το μυαλό σου τι το απασχολεί αυτή την εποχή; Τι είναι αυτό που σκέφτεσαι;
Δεν είναι πολλά πράγματα και θα τα πω συνθηματικά, κι ελπίζω να μη χρειάζεται να τα εξηγήσω, και αν μερικά ακούγονται ανεξήγητα, ας μείνουν όπως τα πω. Υπάρχει ένα τριαδικό σχήμα πάλι, μια μοίρα θα έλεγα, με τα εξής στοιχεία: αυτό που λέμε «ταυτότητα», αυτό που προέκυψε τον τελευταίο καιρό και το λέω «αυτότητα» κι ένα τρίτο, που είναι το πολυτιμότερο για μένα και το λέω «φιλότητα». Η ταυτότητα είναι το πιο εγωτικό στοιχείο, η αυτότητα φαίνεται ότι χρειάζεται να περάσουνε χρόνια, να βασανιστεί κανείς αρκετά, να λύσει τους κόμπους που τους κρατούσε δεμένους για συγκεκριμένους λόγους και να βγει το «αυτό», όχι ως τρίτο πρόσωπο, όχι, αλλά ως αυτόνομο στοιχείο: αυτότητα. Από κει και πέρα, η φιλότητα είναι η λέξη που ανακάλυψα τα τελευταία τέσσερα-πέντε χρόνια. Όταν, δε, διεπίστωσα ότι η λέξη είναι και ομηρική, τρελάθηκα. Υπάρχει και στην «Ιλιάδα» και στην «Οδύσσεια». Νομίζω ότι ωραιότερη λέξη στα ελληνικά, ίσως και στις άλλες γλώσσες, δεν θα βρεις.

— Τι συνθέτουν αυτά τα τρία στοιχεία;
Δεν είναι συνεχώς μαζί. Κάποτε κοντράρει το ένα το άλλο, υπάρχουν όμως και κάποιες ώρες, υπάρχουν κάποιες νύχτες, υπάρχουν κάποια όνειρα, όπου συμβάλλονται και τα τρία. Κι αυτή είναι η πιο μεγάλη ικανοποίηση και ησυχία που βρίσκει το σώμα μου και το μυαλό μου.

— Δίνεις σημασία στα όνειρα, τα ανέφερες και πρωτύτερα. Σε απασχολούν;
Ναι. Όχι όμως με τον τρόπο που θέλει συνήθως κανείς να τα εξηγήσει.

— Φροϊδικά, σε απασχολούν;
Φροϊδικά, ναι. Τώρα, δε, που τα πράγματα περνάνε από τη νηφαλιότητα στον ύπνο και στο όνειρο, και από το όνειρο στη νηφαλιότητα, νομίζω ότι η αυτότητα μπήκε με τα όνειρα στη γλώσσα μου και στην αίσθηση του ζωντανού λόγου μου. Είναι το κρυφό μου πράγμα, όχι γιατί θέλω να το κρύψω, αλλά γιατί είναι το πιο κρυφό σε οποιονδήποτε άνθρωπο, και καλό είναι να μείνει κρυφό, δεν χρειάζεται να το σκάψει κανείς κι άλλο, γι’ αυτό είναι και «αυτότητα», δεν είναι δικό μου εντελώς. Είναι αυτό που είναι.

— Πες μου λίγο για σένα, έξω από το γραφείο, μακριά από το κομπιούτερ και τα βιβλία, μακριά κι απ’ το μυαλό σου, αν γίνεται.
Τον τελευταίο καιρό έχω κάποια έμμονα στοιχεία. Λατρεύω, καθώς περνάει ο καιρός, τρία πράγματα. Τα μωρά, δεν μπορώ να σου πω πώς αισθάνομαι όταν τα βλέπω στον δρόμο ή στο καροτσάκι, κυρίως στο καροτσάκι.

— Είσαι από τους παππούδες που πάθανε πλάκα μόλις είδανε τον εγγονό τους;
Όχι. Όχι. Ο εγγονός είχε έρθει πιο πριν. Μιλάω για τα άγνωστα, γι’ αυτά τα μουτράκια που αν τα δεις με γλύκα, το αρπάζουν στον αέρα και σου τραβούν χαμόγελο. Το ένα, λοιπόν, είναι τα μωρά. Το άλλο, όσο και να φαίνεται περίεργο για μένα, ότι λατρεύω τα σκυλιά. Έχω την εντύπωση ότι και αυτά δεν είναι αγριεμένα μαζί σου, δεν αγριεύονται, βγάζουνε κάτι γλυκό όταν τα κοιτάξεις με έναν ορισμένο τρόπο και σε κοιτάξουν κι αυτά έτσι. Και το τρίτο ίσως είναι και το πιο παράδοξο, και δεν ξέρω κι εγώ γιατί. Μ’ αρέσουν πάρα πολύ τα γυμνά βουνά. Τα γυμνά βουνά.

— Η Τήνος, ας πούμε, το Ξώμπουργο.
Η Τήνος, ναι, η Τήνος έχει ολόκληρα τέτοια βουνά, αλλά και ο περίγυρος της Θεσσαλονίκης έχει τέτοιου είδους βουνά… Κι αυτά είναι πράγματα που βγήκανε καθ’ οδόν τα τελευταία χρόνια, αλλά θαρρείς ότι κυοφορούνταν μέσα μου και περίμεναν. Τι περίμεναν; Να γίνω σχεδόν 90 χρονών για να τα καταλάβω; Πάντως, λέω εντάξει, αφού βγήκαν τώρα…

— Καλώς τα.
Ναι, καλώς τα.

— Ησυχάζει ποτέ ο δαίμονας του σώματος;
Όχι. Όχι, γιατί κι εδώ δεν πρόκειται για συμπληρωματικότητα, πρόκειται για συνοχή. Τώρα, μάλιστα, που πέρασαν και τα χρόνια, αισθάνομαι όχι απλώς να συνέχεται το σώμα μου αλλά και να με συνέχει ολόκληρο. Επομένως, σέβομαι το σώμα μου γιατί αισθάνομαι πως με σεβάστηκε κι αυτό. Δεν υπήρξανε μπαγαποντιές ανάμεσα σ’ εμένα και το σώμα μου, κι αν με ρωτούσες ποιο ήταν το ειλικρινέστερο στοιχείο, θα έλεγα το σώμα. Ίσως μ’ αυτό γράφω. Πάντως, ποτέ δεν είναι απόν το σώμα μου όταν γράφω. Ποτέ. Το σώμα μου ολόκληρο, σε βεβαιώνω. Γι’ αυτό γράφω και ενύπνιος εγώ, στον ύπνο μου, όπου ξεσηκώνεται το σώμα μου στα όνειρά μου. Και μιλάει. Γράφει. Κι άλλες φορές περνάνε πράγματα στα γραπτά μου κι άλλες φορές διαλύονται.

— Μίμη, πες μου ένα τραγούδι που σ’ αρέσει, που το τραγουδούσες από πάντα.
Η Ανθή βάζει τα γέλια.
«Δεν είμαι ο Γιώργος που αγαπούσες μια φορά».

— Παρότι Μίμης;
Ανθή: Μας είχε πρήξει.
Στη Γερμανία, στο σπίτι του Μαργκ, με βάζανε και το τραγουδούσα συνέχεια, κι ένας Ελβετός…
Ανθή: Ένας καθηγητής πανεπιστημίου τώρα, σούπερ καθηγητής, τον άκουσε μια φορά κι ενθουσιάστηκε.
Το γουστάρω πολύ.

Θα κλείσω με τον τρόπο του: τον γουστάρω πολύ. Σήμερα περισσότερο από ποτέ. Με τη σπασμένη του φωνή και το μυαλό του χωρίς τσακισματιές. Με τα δάκρυά του και το θάρρος του, τη μανία του σχεδόν να εκτίθεται. Με τη διαρκή μετατόπιση της κλωστής από το δημόσιο στο ιδιωτικό και με την εξομολογητικότητά του που δεν τον εκθέτει ποτέ παραπάνω απ’ όσο θέλει ο ίδιος. Με το γνήσιο των συναισθημάτων του που αποστρέφονται την αισθηματολογία. Με την αναπόφευκτη μελαγχολία του. Με τον λόγο του που είναι ρυθμός, με τον ρυθμό του που είναι πράξη. Με το αδύνατο σώμα του να μιλάει κοφτερά όπως και τότε που ράγιζε καρδιές στα αμφιθέατρα. Τον γουστάρω γιατί είναι ο νεότερος 87χρονος που έχουμε ανάμεσά μας

Τι έλεγε ο ΠατροκοσμάςΔιαβάζοντας κανείς το βιβλίο  «Ο Άγνωστος Πατροκοσμάς», θα δει πώς ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, ο μεγάλος Προφήτης του Γένους μας, είχε προβλέψει την ανάγκη εξεύρεσης σπόρων για την διαιώνιση όχι μόνο της γενιάς των φυτών, αλλά και των ιδίων των Ελλήνων!.. Διαβάζουμε:65. “Ζώα δεν θα μείνουν• θα τα φάνε. Φάτε και σεις μαζί μ΄ αυτούς. Στα Τζουμέρκα θα πάρετε σπόρο”. Η «Κιβωτός των Σπόρων», που δημιουργήθηκε στη Νορβηγία για την διαφύλαξη του φυτικού βασιλείου!.. Όπως λέει ο Αμερικάνος οικολόγος Κάρι Φούλερ, στον οποίο ανήκει η ιδέα της δημιουργίας του Θησαυροφυλακίου: «Στη θερμοκρασία των -18 βαθμών Κελσίου οι σπόροι σημαντικών καλλιεργειών όπως το σιτάρι, το κριθάρι, το μπιζέλι μπορούν να αντέξουν για 1.000 χρόνια. Είναι μια μοναδική ασφάλεια ζωής για τον πλανήτη»…»!

Αριστερά: Το παγκόσμιο θησαυροφυλάκιο σπόρων το οποίο στεγάζει αντίγραφα μοναδικών ποικιλιών των πλέον σημαντικών φυτών του πλανήτη κοντά στο χωριό Longyearbyen, στην περιοχή Svalbard στη Νορβηγία!.. Δεξιά: Μια ελληνική οικογένεια μαζεύει σπόρους.
ΧΑΘ’ΚΙ ..ΣΑΡΗΠΑΠΑΣ…

Αναδημοσιεύουμε , από το   www.lidoriki.com .


Ο Σαρήπαπας , αγαπημένοι μας φίλοι ήταν Νομάρχης Φωκίδας , επί επταετίας , πολλοί λένε πως ήταν απόστρατος αξιωματικός και άλλοι , πως ήταν καθηγητής , λίγη σημασία όμως έχει αυτό , αφού αλλού είναι το..πρόβλημα.. 
   Εγκαταστάθηκε λοιπόν στην Άμφισσα , και άρχισε να ασκεί τα καθήκοντά του , άγνωστος εν μέσω αγνώστων . Σιγά – σιγά άρχισε να μαθαίνει τον κόσμο , και να κυκλοφορεί , και ως φαίνεται ρωτούσε διάφορους απλούς ανθρώπους , πως βλέπουν τα πράγματα και αν είναι ευχαριστημένοι απ’ την εξυπηρέτηση των διαφόρων δημοσίων υπηρεσιών  κλπ..κλπ …. 
   Απ’ την άλλη μεριά , ρωτούσε καθημερινά και τους αρμόδιους συνεργάτες του , τα ίδια πράγματ , πως δηλαδή πάει η κρατική μηχανή , πως εργάζονται οι δημόσιοι υπάλληλοι και αν εξυπηρετείται ο κόσμος , παίρνοντας πάντα τη στερεότυπη απάντηση πως όλα..βαίνουν ..άριστα . 
   Βέβαια , απ’την άλλη μεριά είχε και τις μαρτυρίες και γνώμες των πολιτών , που ήταν τελείως..αντίθετες απ’ τα όσα του έλεγαν οι υπηρεσιακοί παράγοντες , και συνέχεια το..” χάσμα ” όλο και..μεγάλωνε , αφού οι απόψεις των πολιτών όλο και χειροτέρευαν ενώ των υπηρεσιακών παραγόντων  ήταν  πάντα  σταθερά..άριστες .. 
  Είδε κι’ αποείδε ο έρμος ο Σαρήπαπας , αφού δεν έβγαζε άκρη , και αποφάσισε να ..δράσει , πως ; Απλά , απλούστατα , ξεκίνησε ένα πρωί με τη συγκοινωνία και ανέβηκε  στο Λιδορίκι , φορούσε ένα μπουφάν και μιά τραγιάσκα , και έτσι περνούσε απαρατήρητος , αφού και ο κόσμος δεν τον γνώριζε . 
   Έφτασε λοιπόν στο χωριό μας , πολύ πρωί , είχε πάει με το πρωινό λεωφορείο , έκανε μια βόλτα , έκατσε κάπου στο Αλωνάκι , ήπιε το καφεδάκι του και παρατηρούσε αν κυκλοφορούσαν άνθρωποι , γιατί ήταν η ώρα που άρχιζε η συναλλαγή με τους πολίτες ..τιποτα όμως , κίνηση δεν υπήρχε , οπότε ξεκινάει και επισκέπτεται κάποια υπηρεσία , ή ώρα είχε πάει οχτώ και…μπαίνει μέσα ..ερημιά , κανένας δεν υπήρχε , μόνο κάποια καθαρίστρια , τι ρώτησε λοιπόν αν μπορεί να εξυπηρετηθεί , και πήρε βέβαια την απάντηση πως δεν έχουν έρθει ακόμα οι υπάλληλοι .. 
    Έφυγε , έκανε άλλη μια βόλτα , μέχρι πέρα στη Βαθειά , ούτε εκεί είδε κίνηση , προχώρησε λίγο , πέρασε ένα μισάωρο και ξεκινάει να πάει πάλι στην ίδια υπηρεσία , μπαίνει , αλλά το σκηνικό είναι το..ίδιο , πάλι δεν είχαν έρθει οι υπάλληλοι , ξανάφυγε , και συνέχισε τη βόλτα του απ’ την άλλη πλευρά του χωριού ,η ώρα είχε πάει 9 και..πάει λοιπόν για τρίτη φορά στην γνωστή πια υπηρεσία , και αυτή τη φορά στάθηκε τυχερός , κάποιος είχε έρθει αλλά έφκιαχνε τον καφέ του , τον είδε όμως και του είπε να περιμένει λίγο και θα εξυπηρετηθεί .. 
   Ο Σαρήπαπας βέβαια είχε αρχίσει να..αφρίζει , περίμενε όμως υπομονετικά να γίνει το καφεδάκι , και ω του..θαύματος ! έφθασε και ο γυναικείος υπαλληλικός πληθυσμός , και φυσικά πήγαν να φκιάξουν τα κεφεδάκια τους , οπότε ρώτησε : Τι θα γίνει , θα με εξυπηρετήσετε ; παιρνοντας την απάντηση .. σε λίγο..οπότε δεν άντεξε , φαίνεται άλλο αυτό το καραγκιοζηλίκι , και έβαλε τις φωνές , χωρίς ακόμα να έχει δηλώσει την ταυτότητά του .. 
   Δεν είδε όμως και μεγάλη…συγκίνηση , απ’ τους υπαλλήλους , οπότε βγάζει την τραγιάσκα και ..συστήνεται : Σαρήπαπας ..τάδε , Νομάρχης Φωκίδας ..και βέβαια έπεσε ..κεραυνός , παγωμάρα , τους έβαλε τις φωνές , τους είπε όσα είχε και έπρεπε να τους πει και κατευθύνθηκε σε άλλη υπηρεσία , όπου είχε την ίδια αντιμετώπιση ..και φυσικά τους έβαλε..πόστα .. 
   Μαθεύτηκε λοιπόν στο Λιδορίκι η ..επεισοδιακή  εμφάνιση  του Νομάρχη και όπως είνα φυσικό έγινε το έλα να δεις.. 
    Αυτό είχε όμως σαν αποτέλεσμα για κάμποσο καιρό όλοι οι υπάλληλοι να πηγαίνουν όχι μόνο στην ώρα τους , αλλά και..νωρίτερα και να εξυπηρετούν τους ταλαίπωρους απ’ τα χωριά που έρχονταν ώρες ποδαρόδρομο κι’ είχαν κι΄από πάνω την ταλαιπωρία τους απ’ τους υπαλλήλους .. 

   Έτσι λοιπόν έμεινε στην ιστορία ο Νομάρχης Σαρήπαπας , και όσο καιρό ήταν στην Άμφισσα , δούλευαν οι υπηρεσίες , ότα όμως έφυγε , γιατί δεν έμεινε πολύ , επανήλθε η ίδια κατάσταση …η οποία και…διαιωνίζεται..δυστυχώς.
  Λυπούμαστε  που  χαλάμε  την όμορφη  γιορτή σας,  αλλά  η  αλήθεια είναι  ΑΥΤΗ ….!!!

   Καλή  σας  μέρα  και  καλή  εβδομαδα 
       Κνωσταντίνος  Ευθ. Καψάλης 
       

Εμείς οι Έλληνες ζούμε με ένα μύθο : αυτοπροσδιοριζόμεθα ως ο πιο έξυπνος λαός του κόσμου !!
Βέβαια προοδεύουν οι λαοί που συνάμα είναι πρακτικοί και αυτός είναι ο Αμερικάνικος λαός , πολύ ωραία το περιγράφει ο Θεόφιλος ….
Αιχμηρός 
Στην πανεπιστημιούπολη του φημισμένου πανεπιστημίου MIT στο Κέμπριτζ της Μασαχουσέτης, άμα θες να κόψεις δρόμο, για να βγεις καρφί στη στάση του μετρό, περνάς μια πλατεία και μετά μέσα από το Ιατρικό Κέντρο. Σε εκείνη την πλατεία περπατούσα ένα σούρουπο.

Εγώ κι ένας έφηβος ίσαμε με δεκαπέντε χρονών που κουβαλούσε ένα μπαλόνι.

Κι όπως τον προσπερνούσα, έβγαλα την ηλεκτρονική μου κάρτα –μόνο έτσι ανοίγουν οι πόρτες εκεί όταν περνάει η ώρα– για να περάσω μέσα από το Ιατρικό Κέντρο. Το πώς ο μικρός είδε το όνομά μου το ποντιακό σε μια κάρτα τόση δα και εν κινήσει, ακόμα δεν μπορώ να το εξηγήσω. Στο δευτερόλεπτο λοιπόν ρώτησε χαρούμενα «Έλληνας είστε κύριε; Εμάς μας φέρανε εδώ στο τάδε εργαστήριο, μας κάνανε τα αεροπορικά και το ξενοδοχείο κι όλα τα έξοδα, περάσαμε υπέροχα κι είδαμε τόσα πράγματα, μας κάνανε και πάρτι, για να μας χαιρετήσουν [έτσι εξηγείται το μπαλόνι], τρεις μέρες είμαστε εδώ κι αύριο γυρίζουμε στην Ελλάδα».Πενήντα μέτρα παρακάτω χωρίσαμε. Άλλη μια μικρή ιδιοφυΐα που προσέλκυσε ο μάγκας ο Αμερικανός, σκέφτηκα. Σε λίγα χρόνια από τώρα κι αυτός ο μικρός θα γίνει άλλη μια χήνα που θα γεννήσει τα χρυσά της αυγά σε τούτη εδώ τη χώρα. Αλλά έτσι είναι τα πράγματα, άμα το Πανεπιστήμιο είναι φημισμένο σε όλο τον κόσμο… Το MIT λοιπόν, όπως κι άλλα περίφημα πανεπιστήμια της Αμερικής, είναι από αυτά που στην Ελλάδα πολλοί τα αναφέρουν ως ιδιωτικά. Και πολύς ντόρος γίνεται και φασαρία γι’ αυτά. Για το αν θα πρέπει να δημιουργηθούν τέτοια πανεπιστήμια κι εδώ. Όχι στα ιδιωτικά κραυγάζουν οι μεν, ναι στα ιδιωτικά λένε άλλοι. Παντιέρες, πανό, καταλήψεις, διαδηλώσεις, κινήματα, πορείες, δακρυγόνα.Κι ανάθεμα αν οι περισσότεροι από αυτούς ξέρουν πού πάν’ τα τέσσερα στο ζήτημα αυτό. Λυπάμαι που θα καταστρέψω ένα ιδεολόγημα, για το οποίο πολλά κεφάλια έχουν ανοίξει σε πορείες, πολλές γροθιές έχουν σηκωθεί στον αέρα και πολλές αλυσίδες και λουκέτα έχουν μπει στις καταλήψεις των πανεπιστημιακών μας σχολών.

Το λοιπόν, τα ιδιωτικά πανεπιστήμια δεν υπάρχουν. Καλά το ακούσατε. Δεν υπάρχουν.

Ιδιωτική είναι μια επιχείρηση που έχει ιδιοκτήτη ή ιδιοκτήτες που έχουν σκοπό το κέρδος. Δηλαδή, έχουν ένα αφεντικό ή μετόχους που βάζουν λεφτά στην τσέπη από τα κέρδη της επιχείρησης. Το MIT και το Χάρβαρντ, όμως, δεν έχουν ούτε αφεντικό ούτε ιδιοκτήτες ούτε μετόχους. Γιατί λοιπόν θεωρούνται ιδιωτικά; Πολλοί κερδίζουν το ψωμί τους από αυτά. Αλλά κανένας δεν είναι ιδιοκτήτης, ούτε αφεντικό. Αφήστε με λοιπόν να σας εξηγήσω με απλά λόγια τι είναι αυτά τα πανεπιστήμια και πώς λειτουργούν.Πείτε πως σε μια μεγάλη γεωγραφική περιοχή δεν υπάρχει πανεπιστήμιο. Μαζεύονται λοιπόν οι κάτοικοι και οι τοπικοί φορείς και παράγοντες και λένε πως καλά θα ήταν να φτιάχναμε ένα πανεπιστήμιο στα μέρη μας. Δεν ζητάνε όμως από το κράτος να τους φτιάξει πανεπιστήμιο. Όσοι από αυτούς είναι πλούσιοι κάνουν μεγάλες δωρεές, και όσοι μπορούν βάζουν τα λεφτά κι αρχίζουν να φτιάχνουν το πανεπιστήμιο μόνοι τους, σύμφωνα με τους κανόνες, τους νόμους και τις προδιαγραφές της χώρας.Από την αρχή κοιτάνε να προσλάβουν ικανούς και άξιους καθηγητές, επιστήμονες κι ερευνητές, και καταρτισμένους εργαζόμενους. Έτσι, με την έρευνα που γίνεται και τις ανακαλύψεις και τις ευρεσιτεχνίες παράγεται πλούτος και φημίζεται το πανεπιστήμιο. Και επειδή η αρχή είναι το ήμισυ του παντός, τα πράγματα μπαίνουν σε μια σειρά και πάνε με το χρόνο από το καλό στο καλύτερο.

Οι καλοί ανταμείβονται, οι χαρισματικοί έχουν κίνητρο να ξεδιπλώσουν τις αρετές τους, και οι εργατικοί προχωρούν ανεμπόδιστα.

Και το πανεπιστήμιο με τα έσοδά του από τα ερευνητικά προγράμματα, τις δωρεές, τις υπηρεσίες που προσφέρει και τις ευρεσιτεχνίες του έχει αυτάρκεια και δεν έχει ανάγκη κανέναν.Και νά τι κάνουν με το θέμα των φοιτητών. Επειδή το πανεπιστήμιο είναι φημισμένο, είναι σε θέση να διαλέξει τους φοιτητές που θα πάρει κάθε χρόνο. Κι έτσι διαλέγει τους καλύτερους. Οι καλοί μαθητές που με κάποιον τρόπο έχουνε τα λεφτά, πληρώνουν δίδακτρα. Οι ιδιοφυΐες, όμως, αν είναι φτωχόπαιδα, όχι μόνο δεν πληρώνουν, αλλά πληρώνονται κι από πάνω. Γι’ αυτά τα αστέρια, τα φτωχόπαιδα, λοιπόν, γίνεται μάχη ποιος θα τα πάρει. Υποτροφία και κάρτα σίτισης δωρεάν προσφέρει το Χάρβαρντ; Τα ίδια και δωρεάν κάρτα για το γυμναστήριο λέει το ΜΙΤ. Επενδύουν λεφτά πάνω στην αριστεία. Και τα πέντε φράγκα που δίνουν για τις υποτροφίες, τα καλά μυαλά με τις ανακαλύψεις που θα κάνουν αργότερα τους τα επιστρέφουν στο πολλαπλάσιο.Έτσι διατηρείται ένα υψηλό επίπεδο αποφοίτων, ερευνητικών επιτευγμάτων και φήμης. Οικονομική ευμάρεια, συνεχής πρόοδος και αυτάρκεια.

Αγγελικά πλασμένος κόσμος δεν υπάρχει ούτε εκεί, ούτε πουθενά σε αυτήν τη ζωή. Το σύστημά τους, όμως, δουλεύει έξυπνα και παραγωγικά.

Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Είναι και ο γεωπολιτικός ρόλος των φημισμένων αυτών πανεπιστημίων πολύ σημαντικός. Οι ξένοι απόφοιτοί τους γυρίζουν στις πατρίδες τους με πολύ δυνατές σπουδές και καταλαμβάνουν καίριες θέσεις. Οι περισσότεροι κρατάνε επαφές με τους καλούς φίλους που έκαναν εκεί και τους δασκάλους τους. Χτίζεται λοιπόν ένα παγκόσμιο δίκτυο δημοσίων σχέσεων και συνεργασίας.Δεν ξέρω πώς το λέτε εσείς αυτό το πανεπιστήμιο. Πάντως ιδιωτικό δεν είναι. Δεν ξέρω αν τον τρόπο της λειτουργίας του θα τον πείτε καπιταλιστικό, φιλελεύθερο, σοσιαλιστικό, κομμουνιστικό ή όπως αλλιώς τα λέτε και μας μπερδεύετε όλους. Εγώ τον λέω έξυπνο και προκομμένο. Και αυτό ακριβώς το πράγμα θέλω να το έχει και η πατρίδα μου. Εσείς;
Αναρτήθηκε από τον Γιάννη τον Πενταμοδιανό 

Η ιστορία του Ishi και οι απόψεις μερικών διάσημων Αμερικανών για το ινδιάνικο ζήτημα…

… οι Αμερικανοί τρέφουν μια ρομαντική εικόνα για τη σύγκρουση λευκών και Ινδιάνων: μάχες μεταξύ ώριμων, έφιππων ανδρών, με το αμερικανικό ιππικό και τους καουμπόηδες από τη μια πλευρά και τους άγριους νομάδες κυνηγούς βίσονα από την άλλη, ικανούς να προβάλλουν ισχυρή αντίσταση. Η σύγκρουση ακριβέστερα περιγράφεται ως εξόντωση μιας φυλής χωρικών αγροτών από μια άλλη. Στην πραγματικότητα είχαμε να κάνουμε με μια τεραστίου μεγέθους γενοκτονία…
Αν και οι γνώμες για το μέγεθος του πληθυσμού των Ινδιάνων της Β.Αμερικής προτού την ανακαλύψουν οι Ευρωπαίοι διίστανται σημαντικά, σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσεις ανέρχονταν στα 18 εκατομμύρια περίπου, αριθμό στον οποίο ο πληθυσμός των λευκών αποίκων έφτασε μόλις στα μέσα του 19ου αιώνα. Μολονότι ορισμένοι Ινδιάνοι των ΗΠΑ ζούσαν ως ημινομάδες κυνηγοί και δεν καλλιεργούσαν τη γη, στην πλειονότητά τους ήταν γεωργοί που ζούσαν σε χωριά. Οι περισσότεροι Ινδιάνοι μπορεί όντως να πέθαναν από ασθένειες, ωστόσο μερικές από αυτές μεταδόθηκαν σκόπιμα από του λευκούς, ενώ όσοι Ινδιάνοι επιβίωσαν από τις ασθένειες σκοτώθηκαν με πιο άμεσα μέσα…
Ο τελευταίος «άγριος» Ινδιάνος των ΗΠΑ (ένα μέλος της φυλής Γιάχι ονόματι Ishi) πέθανε μόλις το 1916 και τα απομνημονεύματα των λευκών δολοφόνων της φυλής του, γραμμένα με ευθύτητα και χωρίς απολογητική διάθεση, δημοσιεύονται μέχρι και το 1923.
O Ishi, τελευταίος επιζών της ινδιάνικης φυλής Γιάχι, στη βόρεια Καλιφόρνια. Η φωτογραφία τον δείχνει έντρομο και κάτισχνο από την πείνα, στις 29 Αυγούστου 1911, την ημέρα που εμφανίστηκε έπειτα από 41 χρόνια κρυψίματος σε ένα απόμερο φαράγγι. Τα περισσότερα μέλη της φυλής του σφαγιάστηκαν από λευκούς αποίκους μεταξύ 1853 και 1870.
Το 1870, οι δεκαέξι επιζώντες της τελευταίας σφαγής διέφυγαν στην άγρια φύση τον όρους Λάσεν, όπου συνέχισαν να ζουν ως κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες. Τον Νοέμβριο τον 1908, όταν οι επιζώντες είχαν μειωθεί στους τέσσερις, τοπογράφοι ανακάλυψαν τυχαία τον καταυλισμό τους και τους πήραν όλα τα εργαλεία, τα ρούχα και τις προμήθειες τροφής για το χειμώνα, με αποτέλεσμα οι τρεις από τους Γιάχι (η μητέρα τού Ishi, η αδελφή του και ένας ηλικιωμένος άνδρας) να πεθάνουν.
Ο Ishi παρέμεινε ολομόναχος για τρία ακόμη χρόνια ώσπου δεν μπορούσε να αντέξει άλλο και βγήκε περπατώντας στον πολιτισμό των λευκών, πιστεύοντας ότι θα λιντσαριστεί. Αντ’ αυτού, του παρασχέθηκε εργασία στο Μουσείο του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας στο Σαν Φρανσίσκο, όπου πέθανε από φυματίωση το 1916.
Η φωτογραφία προέρχεται από τα αρχεία του Μουσείου Ανθρωπολογίας Lowie, του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας στο Μπέρκλεϊ.
Ας διαβάσουμε και τις απόψεις μερικών διάσημων Αμερικανών για το ινδιάνικο ζήτημα….
George Washington, Πρόεδρος των ΗΠΑ. «Οι άμεσοι στόχοι μας είναι η απόλυτη καταστροφή και ισοπέδωση των καταυλισμών τους. Θα χρειαστεί να καταστρέψουμε ολοκληρωτικά τα σπαρτά τους και να τους εμποδίσουμε να σπείρουν νέα».
Benjamin Franklin, από τους θεμελιωτές τον αμερικανικού κράτους. «Αν σχέδιο της Θείας Πρόνοιας είναι να εξαλειφθούν αυτοί οι Αγριοι προκειμένου να δημιουργηθεί χώρος για τους Καλλιεργητές της Γης, τότε ίσως κατάλληλο μέσο αποδειχθεί το ρούμι».
Thomas Jefferson, Πρόεδρος των ΗΠΑ. «Τούτη η ατυχής φυλή, για την οποία έχουμε τόσο μοχθήσει προκειμένου να σώσουμε και να εκπολιτίσουμε, έχει με την απρόσμενη αυτομολία και τις άγριες βιαιότητές της δικαιολογήσει την εξόντωση και πλέον αναμένει την απόφασή μας για την τύχη της».
John Quincy Adams, Πρόεδρος των ΗΠΑ. «Τι δικαίωμα έχει ο κυνηγός πάνω στο απέραντο δάσος στο οποίο τυχαία πλανήθηκε αναζητώντας κάποιο θήραμα;».
James Monroe, Πρόεδρος των ΗΠΑ. «Η κατάσταση του κυνηγού ή του αγρίου απαιτεί για τη διατήρησή της μεγαλύτερη έκταση γης από όσο μπορεί να συμβιβαστεί με την πρόοδο και τις δίκαιες απαιτήσεις της πολιτισμένης ζωής […] και οφείλει να υποταχθεί σε αυτήν».
Andrew Jackson, Πρόεδρος των ΗΠΑ. «Στερούνται την ευφυΐα, την εργατικότητα, τις ηθικές συνήθειες και την επιθυμία για βελτίωση που προαπαιτούνται για οποιαδήποτε θετική αλλαγή της κατάστασής τους. Εγκατεστημένοι καταμεσής μιας άλλης, ανώτερης φυλής, χωρίς να αντιλαμβάνονται τα αίτια της κατωτερότητάς τους ή να επιχειρούν να τα ελέγξουν, θα υποκύψουν αναπόφευκτα στις υπαγορεύσεις των περιστάσεων και, προτού περάσει πολύς καιρός, θα εξαφανιστούν».
John Marshall, Πρόεδρος του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ. «Οι φυλές Ινδιάνων που ζούσαν σε αυτή την ήπειρο αποτελούνταν από αγρίους οι οποίοι επιδίδονταν σε πολέμους, και η διαβίωσή τους εξαρτιόταν από το δάσος. […] Ο νόμος εκείνος που ρυθμίζει, και που θα όφειλε εν γένει να ρυθμίζει, τις σχέσεις μεταξύ καταχτητή και κατακτημένου, δεν μπορεί να ισχύσει για έναν τέτοιο λαό. Η ανακάλυψη [της Αμερικής από τους Ευρωπαίους] μας παρέδωσε το αποκλειστικό δικαίωμα εξάλειψης του ινδιάνικου τίτλου ιδιοκτησίας, είτε μέσω αγοράς είτε μέσω κατάχτησης».
William Henry Harrison, Πρόεδρος των ΗΠΑ. «Αξίζει σε ένα από τα ωραιότερα μέρη του πλανήτη να παραμείνει στη φυσική κατάσταση, λημέρι λίγων αξιοθρήνητων αγρίων, όταν φαντάζει προορισμένο από τον Δημιουργό να υποστηρίξει έναν μεγάλο πληθυσμό και να αποτελέσει έδρα πολιτισμού;».
Theodore Roosevelt, Πρόεδρος των ΗΠΑ. «Ο άποικος και ο πιονέρος είχαν κατά βάθος το δίκιο με το μέρος τους· η μεγάλη αυτή ήπειρος δεν μπορούσε να παραμείνει τίποτε περισσότερο από καταφύγιο θηραμάτων για εξαχρειωμένους αγρίους».
Στρατηγός Philip Sheridan. «Οι μοναδικοί καλοί Ινδιάνοι που γνώρισα ποτέ ήταν νεκροί».

Ο καταναλωτής, δηλ. όλοι εμείς, μπορούμε να επηρεάσουμε τα πράγματα, αγοράζοντας 100% ελληνικά προϊόντα!

Βεργίνα: Η μπύρα που “μιλάει” ελληνικά

Του Νίκου Β. Τσίτσα 

Ο ιδρυτής της ζυθοποιίας Μακεδονίας Θράκης, Δημήτρης Πολιτόπουλος μετράει ήδη 11 χρόνια παρουσίας στην ελληνική αγορά μπύρας. Στα 46 χρόνια σήμερα, θεωρεί ότι το όνειρό του να αποκτήσει η Ελλάδα τη δική της παραγωγή μπύρας έχει εν μέρει υλοποιηθεί, παρά τις αντιξοότητες και τον πόλεμο των ισχυρών της αγοράς που πνίγουν τους τοπικούς παραγωγούς, όπως λέει. 


Ο Δημήτρης Πολιτόπουλος γεννήθηκε στου Παπάγου και μόλις τέλειωσε το λύκειο πήγε στις ΗΠΑ. Ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο Stevens Institute of Technology ως χημικός μηχανικός. Στο New Jersey λειτουργεί μαζί με το αδερφό του εργοστάσιο χημικών βαριάς οργανικής σύνθεσης όπου παράγει πρώτες ύλες για 25 προϊόντα. «Ο αδερφός μου, Μιχάλης, βρίσκεται ακόμα στην Αμερική και έχει την ευθύνη του εργοστασίου το οποίο πηγαίνει πολύ καλά», περιγράφει. «Εγώ ήθελα να γυρίσω στην πατρίδα και να δημιουργήσω στην Ελλάδα. Σε μία συζήτηση που είχαμε με τον αδερφό μου διαπιστώσαμε πως η Ελλάδα δεν έχει δική της μπύρα. Αυτή ήταν και η πρόκληση για μένα, δηλαδή να γυρίσω στην πατρίδα και να δημιουργήσω την πρώτη ελληνική μπύρα, που να παράγεται από ελληνικό κριθάρι και να έχει ελληνικό όνομα», τονίζει. Ολοκλήρωσε τον κύκλο εκπαίδευσης ζυθοποιού στο Siebel institute of technology στο Σικάγο και το 1996 ετοιμάζει την επιστροφή του στην Ελλάδα.


«Ήταν παράλογο να μην υπάρχει ελληνική μπύρα και αυτό αποτέλεσε τη πρόκληση να επιστρέψω στην Ελλάδα», τονίζει. Αναθέτει σε μία αμερικανική εταιρεία να πραγματοποιήσει έρευνα αγοράς για την τοποθεσία κατασκευής και το μέγεθος του ζυθοποιείου. Η εταιρεία πρότεινε ως επιλογές εγκατάστασης του εργοστασίου την Κρήτη και την Κομοτηνή, ενώ για το εργοστάσιο προτείνει την δυνατότητα παραγωγής 100.000 εκατόλιτρων με προοπτική επέκτασης στα 200.000 εκατόλιτρα. Το ΒΙΠΕ Κομοτηνής επιλέγεται τελικά ως ο χώρος εγκατάστασης των ονείρων του Δημήτρη Πολιτόπουλου για τη δημιουργία της πρώτης αμιγούς ελληνικής ζυθοποιίας κυρίως για την καλή ποιότητα νερού που διέθετε η περιοχή αλλά και των προνομίων που παρείχε ο αναπτυξιακός νόμος. Ο Δημήτρης Πολιτόπουλος ανέθεσε στην εταιρεία AMS από το Αμβούργο να κατασκευάσει το έργο στο ΒΙΠΕ Κομοτηνής και να του παραδώσει το εργοστάσιο ζυθοποιίας το οποίο αξιοποιούσε μηχανήματα τελευταίας τεχνολογίας, μέσα 9 μήνες. Έτσι τον Φεβρουάριο του 2008 πουλήθηκε η πρώτη μπύρα «Βεργίνα». 


Η «σύγκρουση» με την Αθηναϊκή ζυθοποιία 


«Είχαμε πετύχει το σκοπό μας να δημιουργήσουμε την πρώτη ελληνική μπύρα», δηλώνει με περηφάνια. Τότε αρχίζουν και οι πρώτες δυσκολίες. «Γνωρίζαμε ότι το κοινό θα αντιμετωπίσει με διστακτικότητα την πρώτη μπύρα με ελληνικά γράμματα στην ετικέτα της και είμαστε προετοιμασμένοι γι΄αυτό. Δεν ήμαστε προετοιμασμένοι όμως για τον πόλεμο που δεχτήκαμε στον ανταγωνισμό», δηλώνει ο Δημήτρης Πολιτόπουλος. «Η Αθηναϊκή Ζυθοποιία αξιοποιούσε τη δεσπόζουσα θέση που κατέχει στην αγορά για να μας δημιουργήσει προβλήματα στη διανομή των προϊόντων μας. υπογραμμίζει. «Αναγκαστήκαμε να γίνουμε «εφευρέτες» στο μάρκετινγκ για να μπορέσουμε να επιβιώσουμε», αναφέρει ο Δημήτρης Πολιτόπουλος. Η εταιρεία επιδόθηκε σε μπαράζ προσφορών για να διατηρήσει την μπύρα Βεργίνα στην αγορά. Τα Brands της εταιρείας BERGINA Premium Lager, BERGINA Red, BERGINA Weiss και ΕDELSTEINER κατάφεραν κάτω από αντίξοες συνθήκες να καταλάβουν το 3,5% της αγοράς. «Ο πόλεμος της Αθηναϊκής Ζυθοποιίας μας έκανε πιο ευέλικτους στην αντιμετώπιση των δυσμενών αυτών καταστάσεων. Παράγουμε μία ποιοτική ελληνική μπύρα και δεν μπορούσαμε να την προωθήσουμε στην αγορά την οποία δεν έχουμε καταφέρει να καλύψουμε στο σύνολο της επικράτειας. Η τιμή που προσφέραμε την μπύρα ΒΕΡΓΙΝΑ ήταν η μισή τιμή των προϊόντων των ανταγωνιστών μας. Συναντήσαμε τεράστιες δυσκολίες, σαν απροσπέλαστους τοίχους που υψώνονταν μπροστά μας», λέει ο Δημήτρης Πολιτόπουλος. Το 2001 η ζυθοποίια Μακεδονίας Θράκης αναλαμβάνει την παραγωγή της μπύρας του ΠΑΟΚ και την επόμενη χρονιά την παραγωγής της μπύρας ΘΥΡΑ 13 του Παναθηναϊκού. Την ίδια χρονιά η ΒΕΡΓΙΝΑ πωλείται στα ξενοδοχεία της κατηγορίας all inclusive σε βαρέλι αφού η εταιρεία την προσφέρει σε ανταγωνιστική τιμή. «Δεν καταφέραμε να αντέξουμε στον ανταγωνισμό αφού οι άλλες εταιρείες κατάφεραν αν δ΄σωουν τα ρποίόντα τους σε χαμηλότερες τιμές από τη ΒΕΡΓΙΝΑ. Εξάλλου από τον υγιή ανταγωνισμό πάντα κερδισμένος δεν πρέπει να είναι ο καταναλωτής;», λέει με νόημα. 


Δικαίωση 


Ο Δημήτρης Πολιτόπουλος νιώθει δικαιωμένος όπως λέει, αφού μετά την μπύρα ΒΕΡΓΙΝΑ μπήκαν στην αγορά και άλλοι Έλληνες Ζυθοποιοί οι οποίοι βρήκαν ένα καλό φίλο όπου ευχαρίστως θα τους έδινε τη γνώμη του στο πρόσωπο του ιδρυτή της Ζυθοποίας Μακεδονίας Θράκης. «Ξέρουμε ότι τα πράγματα κινούνται με αργούς ρυθμούς στην Ελλάδα αλλά πιστεύω ότι σε κάποια χρόνια θα έχουμε τη δυνατότητα να απολαμβάνουμε πολλές διαφορετικές ελληνικές μπύρες. Η Βουλγαρία έχει δεκαοκτώ δικές της, η Αλβανία έχει τέσσερις, το Μεξικό 500, η ΗΠΑ 3000, η Αγγλία 800, η Γερμανία 1400, η Ζιμπάμπουε έχει δικιά της, η Παλαιστίνη, η Τουρκία. Ειδικά μια χώρα όπως η Ελλάδα που έχει φήμη σε προϊόντα αλκοολικής ζυμώσεως, που είναι το κρασί και η μπύρα, και αποστάξεως όπως τα τσίπουρα. Έχουμε φήμη, έχουμε 3500 ετικέτες κρασιού, 500 σήματα ούζου, δεν είχαμε όμως μπύρα ίσως γιατί κανείς δεν το σκέφθηκε ή ήταν τόσο στρεβλό το περιβάλλον γύρω από αυτήν που απέτρεπε οποιονδήποτε σκεφτόταν να το δημιουργήσει. Άρα προφανώς γνωρίζαμε ότι θα ήταν δύσκολο εγχείρημα αλλά κάποιος έπρεπε να αναλάβει να τα κάνει. Δεν νοείται έθνος χωρίς να έχει δική του μπύρα. Ειδικά αυτό που την εφηύρε», υπογραμμίζει αναφερόμενος στην ιστορική παραδοχή ότι η πρώτη μπύρα της αρχαιότητας παρήχθη στις Σάπες, στην Κομοτηνή επί βασιλέως Ουάρωνος όταν η περιοχή αποτελούσε τον σιτοβολώνα των Αθηναίων. 


Σχετικά με την ελληνικότητα των προϊόντων που κυκλοφορούν στην εγχώρια αγορά ο Δημήτρης Πολιτόπουλος είναι σαφής: «Τα σήματα «Άμστελ» είναι το τοπικό σήμα του Άμστερνταμ το οποίο διασχίζει ο ομώνυμος ποταμός. Ποτέ δεν λένε ελληνική μπύρα. Το υποκατάστημα της Ολλανδικής εταιρείας Χάινεκεν, που είναι το επώνυμο των ιδιοκτητών στην Ελλάδα λέγεται «Αθηναϊκή ζυθοποιία». Ουδέποτε στην ιστορία του ελληνικού έθνους έλληνες δεν παρήγαγαν μπύρα με ελληνικό όνομα. Πάντα αφορούσαν σε προσπάθειες ξένων ακόμη, και η πασίγνωστη ελληνική ΦΙΞ ήρθε με τον βασιλέα Όθωνα και τους Βαυαρούς που ήρθαν μαζί του. Ο ζυθοποιός τους λέγονταν Φιξ, και ήταν αυτός ο Βαυαρός ζυθοποιός που έφτιαξε την μπύρα. Κανένας Έλληνας δεν έκανε ποτέ αυτό που κάνουμε εμείς δηλαδή να πάρουμε ένα κομμάτι γης, να χτίσουμε ένα υπερσύγχρονο ζυθοποιείο και να παράγουμε μπύρα με ελληνικό όνομα και ελληνικά γράμματα στην ετικέτα». 


Το πόρισμα της Επιτροπής Ανταγωνισμού 


O Διευθύνων σύμβουλος της Ζυθοποιίας Μακεδονίας Θράκης εξηγεί την άποψή του σχετικά με το αναμενόμενο πόρισμα της Επιτροπής ανταγωνισμού για την εγχώρια αγορά μπύρας: «Σεβόμαστε τις αρχές τις χώρας μας και περιμένουμε το πόρισμά τους. Εγώ ποτέ δεν έχω καταθέσει καταγγελία στην ελληνική Επιτροπή Ανταγωνισμού. Το 2003 ενημέρωσα την αρμόδια επίτροπο στις Βρυξέλλες για την κατάσταση στην ελληνική αγορά μπύρας. Έκτοτε το 2005 αυτεπαγγέλτως η Επιτροπή Ανταγωνισμού ξεκίνησε έρευνες. Έχουμε απόλυτη εμπιστοσύνη στις αρχές της χώρας μας και της Ε.Ε. Πριν από 2 χρόνια η ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανταγωνισμού ανακοίνωσε πρόστιμο στη Heineken Ολλανδίας ύψους 217 εκ ευρώ για πρακτικές αντίστοιχες με αυτές που ακολουθούνται και στην ελληνική αγορά από την Αθηναϊκή Ζυθοποιία . περιμένουμε από τις αρχές με την έρευνά τους, η οποία είναι μία χρονοβόρα διαδικασία, να απελευθερώσουν την αγορά στην Ελλάδα και να αποκαταστήσουν ένα χρόνιο πρόβλημα», ολοκληρώνει.
Έντονα παράπονα μελισσοκόμων που έχουν τα μελίσσια  τους στα Δερβενοχώρια και ειδικά στο Τσιγκουράτι για σοβαρές απώλειες μελισσών από ραντισμούς φυτοφαρμάκων από κάποιους εγκληματίες …..

ΔΙΟΓΕΝΗΣ Ο ΚΥΝΙΚΟΣ   

  «Λύχνου σβεσθέντος, πάσα γυνή ομοία”!!!!!!

Ποιος ήταν ο Διογένης, που περιφρόνησε τον Μέγα Αλέξανδρο, χλεύασε τον Πλάτωνα και κατέκτησε τη διασημότερη πόρνη; Διακήρυσσε ότι η στάση απέναντι στην εξουσία πρέπει να είναι ίδια με τη στάση απέναντι στη φωτιά… 

Ο Διογένης ο Κυνικός είναι ένας απ’ τους μεγαλύτερους φιλοσόφους της αρχαίας Ελλάδας…
Ο Διογένης γεννήθηκε το 412 π.Χ. στην ιωνική πόλη Σινώπη. Ο πατέρας του, Ικεσίας, ήταν κατασκευαστής νομισμάτων και ο Διογένης έμαθε την τέχνη δίπλα του. Κάποια στιγμή, τον συνέλαβαν για την παραχάραξη νομισμάτων και τον εξόρισαν…

Λέγεται πως ο Διογένης είχε απαρνηθεί κάθε πολυτέλεια και ζούσε μέσα σε ένα πιθάρι, με κουρελιασμένα ρούχα. Με αυτό τον τρόπο ήθελε να δείξει, ότι οι χαρές της ζωής είναι αυτές που προσφέρει η φύση κι ότι όλες οι άλλες ανάγκες του ανθρώπου είναι τεχνητές….
Ο Διογένης δε σταμάτησε ούτε στιγμή να υποστηρίζει, ότι ο Αντισθένης ήταν ο πραγματικός διάδοχος του Σωκράτη κι όχι ο Πλάτωνας, τον οποίο κορόιδευε συχνά. Όταν ο Πλάτωνας όρισε τον άνθρωπο ως ένα «ζώον με δύο πόδια και χωρίς φτερά», ο Διογένης μάδησε ένα κόκορα και του τον παρουσίασε, λέγοντας: «Ορίστε! Σου έφερα έναν άνθρωπο»….

Όσο ο Διογένης ήταν στην Κόρινθο, θέλησε να τον γνωρίσει ο Μέγας Αλέξανδρος. Όταν συναντήθηκαν, ο βασιλιάς της Μακεδονίας τον ρώτησε ποια χάρη ήθελε να του κάνει. Ο φιλόσοφος απάντησε: «Αποσκότισόν με». Ως συνήθως, η απάντηση του Διογένη είχε διττή ερμηνεία. Μπορεί να ζητούσε απ’ τον Αλέξανδρο να τον βγάλει απ’ το σκοτάδι της άγνοιας, αλλά μπορεί να του ζητούσε να κάνει στην άκρη, γιατί του έκρυβε τον ήλιο….
 
Η Λαϊς (Η πιο διάσημη εταίρα της αρχαιότητας, ήταν η Λαΐδα η Κορίνθια…. )
είχε ενοχληθεί από την αδιαφορία του κυνικού φιλόσοφου Διογένη. Αν και ανάμεσα στους θαυμαστές της συγκαταλέγονταν… μερικά απ’ τα μεγαλύτερα ονόματα της φιλοσοφίας και των τεχνών, ο Διογένης έμενε τελείως ανεπηρέαστος. Τότε, η εταίρα αποφάσισε να τον τιμωρήσει. Τον πλησίασε και του πρόσφερε να περάσει μία νύχτα μαζί της, χωρίς χρέωση. Ο Διογένης συμφώνησε και πήγε να τη βρει σε ένα σκοτεινό δωμάτιο. Η Λαΐς, όμως, δεν βρισκόταν στο δωμάτιο. Τη θέση της είχε πάρει μία κακάσχημη και ηλικιωμένη υπηρέτριά της. Ο Διογένης δεν κατάλαβε τίποτα και πέρασε τη νύχτα με την άγνωστη γυναίκα. Την επόμενη μέρα, η Λαΐς τον ενημέρωσε για το περιστατικό και τον έκανε «βούκινο» σε όλη την Κόρινθο. Η αντίδραση του Διογένη, έβαλε στη θέση της την «άταχτη» εταίρα: «Λύχνου σβεσθέντος, πάσα γυνή Λαϊς», δηλαδή «Στο σκοτάδι, όλες οι γυναίκες σαν τη Λαΐδα είναι». Η εταίρα εντυπωσιάστηκε απ’ το πνεύμα του φιλοσόφου και του προσέφερε μία πραγματική νύχτα μαζί της, χωρίς να ζητήσει χρήματα. Άλλωστε, ο Διογένης δεν είχε να της δώσει αυτό που ο ίδιος περιφρονούσε, δηλαδή τάλαντα….
 
Κυκλοφορούσε στην πόλη κουβαλώντας ένα φανάρι, ακόμα και τη μέρα. Έλεγε ότι έψαχνε να βρει ένα τίμιο άνθρωπο, άλλα έβρισκε μόνο κατεργάρηδες και αχρείους. Συμμετείχε σε σεξουαλικές πράξεις σε δημόσιους χώρους, «έκανε την ανάγκη» του μπροστά στον κόσμο και φρόντιζε να ισοπεδώνει τους «καθωσπρεπισμούς» του κόσμου, όποτε του δινόταν η ευκαιρία….
Διακήρυσσε ότι «η στάση απέναντι στην εξουσία πρέπει να είναι ίδια με τη στάση απέναντι στη φωτιά: να μη στέκεσαι ούτε πολύ κοντά, για να μην καείς, ούτε πολύ μακριά για να μην ξεπαγιάσεις…
 
mixanitouxronou.gr 
Εδώ Αθήναι. Ταξίδι στο χρόνο.'s photo.

Γιατί ο Ν.Χρουτσόφ είχε πει: “Τα ελληνικά τελωνεία του διαστήματος περιπολούν γύρω από την Γη μέχρι να έρθει η κατάλληλη ώρα;

Η ιστορική φράση του ηγέτη της Σοβιετικής Ενωσης Νικήτα Χρουτσώφ, ενώπιων της γενικής συνελεύσεως των ηνωμένων εθνών, τον Σεπτέμβριο του 1960 (εποχή ψυχρού πολέμου), όταν εντος της συνελεύσεως λογομάχησε σε υψηλούς τόνους με τον πρόεδρο τον ΗΠΑ Ντουάϊτ Αινζεχάουερ, λόγω της καταρρίψεως του κατασκοπευτικού αεροσκάφους u-2 των ΗΠΑ που ιπτατο άνωθεν της Ρωσίας.
Tα ελληνικά τελωνεία του διαστήματος περιπολούν γύρω από την γη, μέχρι να έρθει η ώρα της αποκάλυψης
Γιατί το είχε πει αυτό; Τι ήξερε;
Μία, τουλάχιστον, απάντηση είναι η εξής:
«Αλήθεια, τριάντα χιλιάδες υπάρχουν από τον Δία φύλακες αθάνατοι των θνητών ανθρώπων απάνω στην πολύκαρπη γη. Και τούτοι παρακολουθούν τις δίκες και τα εγκλήματα γυρίζοντας αχνοντυμένοι παντού στην Γη».
Ησίοδος, Έργα και Ημέραι στίχοι 252-255
Οι αθάνατοι αυτοί φύλακες είναι αποσταλμένοι από τον Δία και προερχόμενοι από το πρώτο γένος, το λεγόμενο Χρυσό Γένος, σύμφωνα με τους στίχους 123-125.
Τα λόγια του Χρουτσώφ δεν ήταν τυχαία. Παράφρασε τους παραπάνω στίχους του Ησίοδου, αλλά δεν τους άλλαξε το νόημα. Τους μετέφερε στην ορολογία του σήμερα. Και σίγουρα δεν το έκανε τυχαία.

O Διονύσης Χαριτόπουλος ξεσκίζει τον Τσίπρα: «Είναι άσχετος, οδήγησε την κοινωνία στην θλίψη»

1

Με συνέντευξή του στην «Εφημερίδα των Συντακτών» ο συγγραφέας Διονύσης Χαριτόπουλος με αφορμή το βιβλίο του «Πειραιώτες» αναφέρεται και στην πολιτική κατάσταση της χώρας, και, κυριολεκτικά «ξεσκίζει» τον Τσίπρα.Ο Διονύσης Χαριτόπουλος, φανατικός Ολυμπιακός και Πειραιώτης, γράφει ξανά για τον τόπο όπου μεγάλωσε: τον Πειραιά. Γράφει με εκείνο τον δικό του γοητευτικό τρόπο για πρόσωπα και περιστατικά που τον σφράγισαν, που μέτρησαν στον τρόπο που βλέπει τον εαυτό του και τους άλλους.Oρισμένα αποσπάσματα της συνέντευξής του:Περιγράφετε έναν κόσμο που σήμερα δεν υπάρχει.«Δεν υπάρχει πια αυτή η εποχή. Η γειτονιά, οι συνθήκες που γεννούσαν αυτούς τους Πειραιώτες εξέλιπαν. Ακούω για τα θύματα της κρίσης της σημερινής εποχής. Είναι ντροπή να λέμε ότι ζούμε Κατοχή. Η φτώχεια δεν συγκρίνεται με εκείνη της Κατοχής, ούτε καν των δεκαετιών του ’50 και του ’60. Περνάμε δύσκολα, αλλά ας μην κάνουμε τέτοιες συγκρίσεις.Μεγαλώσατε σε μια γειτονιά όπου δεν πατούσε πόδι αστυνομικού.«Στον Πειραιά που περιγράφω κανείς δεν έβαζε διαμεσολαβητές, ούτε κατέφευγε στην αστυνομία για να βρει το δίκιο του. Το διεκδικούσε ο ίδιος, βασίλευε η αυτοδικία. Εγώ μέχρι που μεγάλωσα δεν ήξερα πώς είναι ο αστυνομικός αφού δεν πατούσε στο γκέτο. Την πρώτη φορά που είδα ένστολο, δεν ήμουν σε θέση να πω αν ήταν πυροσβέστης, ναύτης, τελωνειακός ή αστυνομικός…».Για τους νέους αυτός ο Πειραιάς δεν μοιάζει σαν κάτι εξωτικό;«Οι νέοι μαθαίνουν ποιοι ήταν οι πατεράδες, οι παππούδες τους. Με ρωτούν αν υπάρχουν σήμερα μάγκες. Είναι οι σοβαροί, ολιγόλογοι, δωρικοί, εργατικοί άντρες που προστατεύουν τους δικούς τους ανθρώπους».Σήμερα όμως ο άντρας έχει χάσει κάτι σημαντικό αυτής της υπόστασης: την εργασία.«Αυτό είναι κατάρα. Ο άντρας νιώθει άχρηστος όχι μόνο στην κοινωνία που τον καταδίκασε στην ανεργία αλλά ακυρώνεται μέσα στο ίδιο του το σπίτι. Η γυναίκα και τα παιδιά όταν δεν υπάρχει φαγητό στο τραπέζι αυτόν θα κοιτάξουν. Και τότε υπήρχε ανεργία αλλά επικρατούσε άλλη αντίληψη για τη δουλειά.Οι άντρες έκαναν τα πάντα για το μεροκάματο. Στο λιμάνι, στις βιοτεχνίες, στους δρόμους. Μάζευαν χαρτόνια ή ρινίσματα σιδήρου από τα μηχανουργεία, που πουλούσαν μετά ως μέταλλα. Η φτώχεια ήταν μεγάλη. Σ’ ένα δωμάτιο ζούσαν πέντε άτομα. Δεν υπήρχαν απλώς εργοστάσια ή γραφεία. Οι άνθρωποι ήταν αναγκασμένοι να επινοούν δουλειές προκειμένου να επιβιώσουν, αυτές που αναθέσαμε στους μετανάστες. Η ευμάρεια που μεσολάβησε μας αλλοτρίωσε, μας αποχαύνωσε».Κάποια στιγμή δημιουργήθηκε ένα κύμα αντίστασης, αλλά χάθηκε στη μετάφραση του «όχι» σε «ναι».«Είδαμε την κωλοτούμπα του αιώνα με το «όχι» που έγινε «ναι». Το χειρότερο είναι πως ο λαϊκός ριζοσπαστισμός που δημιουργήθηκε λόγω μνημονίων ευτελίστηκε και διαλύθηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ.Ο Τσίπρας, για να πάρει την εξουσία, πλασαρίστηκε σαν το νερό του Καματερού που όλα τα γιατρεύει. Και γίναμε μπάχαλο. Βλέπεις υπουργούς και αναρωτιέσαι από πού ήρθαν και γιατί…».Μα αυτό δεν διεκδικούσαν; Να κυβερνήσουν;«Ηταν για χρόνια εκτός ζωής. Μιλούσαν με τεράστια σιγουριά για πράγματα που αγνοούσαν εντελώςΑπό το 4% η απελπισία του ελληνικού λαού τούς έφερε στην εξουσία. Η υποσχεσιολογία δημιούργησε προσδοκίες. Αλλά αυτοί οι τύποι, στα λόγια και στις πράξεις, προσπαθούν να συμβιβάσουν τα ασυμβίβαστα.Ανακατεύουν λίγο Μαρξ, λίγο Κέινς, λίγο Σμιθ και λίγο πολίτικαλ κορέκτ. Τι λύσεις να βρουν αφού αγνοούν το πρόβλημα; Οι άνθρωποι για χρόνια δεν βρίσκονταν μέσα στη ζωή αλλά σ’ ένα κομματικό γραφείο κουβεντιάζοντας όλη μέρα ή σε καμιά δημόσια υπηρεσία όπου τηλεφωνιούνταν για τα ζητήματα της οργάνωσης. Πόσοι απ’ αυτούς ξέρουν το ευλογημένο 8ωρο;Το ΠΑΣΟΚ του ’81 ήταν της πιάτσας, ήξεραν τι να κάνουν, γι’ αυτό και μας κατάκλεψαν. Αυτοί εδώ είναι άσχετοι. Αλλά το χειρότερο είναι ότι εγκλώβισαν τον κόσμο μέσα στη θλίψη».Αδιέξοδο λοιπόν;«Κοίτα, η ζωή δεν είναι μόνο πολιτική και μάλιστα τύπου κουτσομπολιού, πρωινάδικου. Μας έχουν βάλει μέσα σ’ ένα ξεκατίνιασμα που ενδιαφέρει μόνο τα κόμματα, τους δημοσιογράφους και τα λαμόγια που κινούνται γύρω γύρω. Τον κόσμο δεν τον αφορούν οι φαντασιώσεις τους αλλά η ζωή του.Ο καθένας έχει να σκεφτεί δουλειά, χαρές, λύπες, πένθη, επιθυμίες, Δεν γίνεται να μας βάζουν στο παιχνίδι τους. Το «όλα είναι πολιτική» είναι μια μπαρούφα. Εχουμε μια ζωή να ζήσουμε, δεν θα μας την πάρουν. Εγώ δεν θέλω να βλέπω ειδήσεις, αρνούμαι να ασχολούμαι με όλους αυτούς τους παπάρες.Πότε η σύνταξη μειώνεται, πότε καταργείται, πότε βγαίνουμε από το ευρώ, πότε μένουμε. Λόγια, λόγια, λόγια και τρομοκρατία. Εχουν άγνοια της ζωής κι εγώ φοβάμαι πια μήπως προκαλέσουν καμιά εθνική καταστροφή. Δεν καταλαβαίνω τι κάνουν με τους πρόσφυγες. Θα μπαίνουν και θα βγαίνουν στα Σκόπια οι πρόσφυγες και οι Σκοπιανοί θα τους κυνηγούν στο ελληνικό έδαφος; Θα είμαστε η μοναδική χώρα με ανοιχτά σύνορα; Η Μητέρα Τερέζα του κόσμου;».Μπορούμε να αρνηθούμε τη διάσωση στο Αιγαίο;«Φυσικά δεν εννοώ να τους πνίξουμε. Οι κυβερνώντες ας βρουν τον τρόπο, δεν είναι δική μου δουλειά να δώσω λύση. Ξέρω ότι όσο καλός πρέπει να είμαι ως πολίτης με τους πρόσφυγες άλλο τόσο -μήπως περισσότερο;- πρέπει να είμαι με τον ταλαιπωρημένο συμπατριώτη μου.Μας έχουν φέρει σ’ αυτή την κατάσταση, να βλέπουμε τους κατατρεγμένους πρόσφυγες στο λιμάνι και στην Ειδομένη και να μας κολάζουν, να δοκιμάζουν την αξιοπρέπεια και το φιλότιμό μας. Δυστυχώς, ακόμα κι αν φύγει ο ΣΥΡΙΖΑ, εναλλακτική δεν έχουμε. Και τι ζητάμε; Μια διαχείριση, βρε αδελφέ, όχι τον δεύτερο Ελευθέριο Βενιζέλο…».Θα μπορούσαν να γίνουν πράγματα που επιτρέπουν οι μνημονιακές υποχρεώσεις;«Πολλά θα μπορούσαν να γίνουν ώστε να ανακουφιστεί ο κόσμος, αλλά κανείς δεν ταράζεται. Τι άλλο έκαναν πέρα από τις 100 δόσεις και το σύμφωνο συμβίωσης; Ακούς υπουργό που μορφώθηκε, απέκτησε εμπειρίες, δίδαξε, να υποστηρίζει την κατάργηση της αριστείας. Το πολιτικό προσωπικό είναι από μέτριο και κάτω.Από τη μεταπολίτευση και μετά οι σοβαροί, άξιοι και χαρισματικοί δεν εμπλέκονται με την πολιτική. Ασχολούνται με τις δουλειές, τις επιχειρήσεις τους ή φεύγουν. Δεν πάει ο άλλος να γίνει βουλευτής με δέκα κομματόσκυλα γύρω του να τον φάνε.Ως πολίτες το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να καταφέρουμε να ζήσουμε ερήμην τους. Να μην τους υπολογίζουμε, να μην περιμένουμε τίποτα απ’ αυτούς. Να κλείσουμε τηλεοράσεις και ραδιόφωνα».Η επιμονή σας στην υπεράσπιση θεμάτων που άπτονται του έθνους, της πατρίδας, έχει δημιουργήσει μια παρεξήγηση σχετικά με τις θέσεις σας.«Οτι με θεωρούν εθνικιστή; Κοίτα, ο μικρόμυαλος μπορεί να με πει και καράφλα… Εγώ δηλώνω εθνιστής, μιλάω για την πατρίδα, λέξη που την ακούνε κάποιοι και βγάζουν σπυριά. Γιατί; Δεν μισώ καμιά χώρα, να είναι καλά και οι γείτονές μας και όλοι οι λαοί του κόσμου. Ομως πάνω απ’ όλα νοιάζομαι για την πατρίδα μου κι αυτό γιατί θέλω να είναι ελεύθερη.Αν δεν είναι ελεύθερη, όλα αυτά για τα οποία κόπτονται σήμερα οι φερόμενοι ως «διεθνιστές», δικαιοσύνη, δουλειά, αξιοπρέπεια, διεκδίκηση δικαιωμάτων, δεν θα υπάρχουν. Πήγαινε σ’ έναν Γάλλο, Αγγλο, Γερμανό να κακολογήσεις την πατρίδα του…».Γιατί σε εμάς η έννοια πατρίδα φορτίστηκε με την ιδέα του συντηρητισμού, του εθνικισμού;«Η Αριστερά μάς έμαθε γράμματα σε λάθος βιβλία. Η λέξη πατρίδα έγινε λέξη πορνό στον δημόσιο λόγο της Αριστεράς. Μέχρι και την περίοδο της μεταπολίτευσης οι ενταγμένοι αριστεροί απέρριπταν τους Καβάφη, Σεφέρη, Ελύτη ως εκπροσώπους της σάπιας αστικής κοινωνίας. Κάποτε διάβαζα τον κανόνα της Αριστεράς, όμως τα μάτια μου άνοιξαν όταν ανοίχτηκα και σε συντηρητικούς διανοούμενους και συγγραφείς».Αυτό ήταν κάποτε επιταγή της στρατευμένης τέχνης. Το παρατηρείτε και σήμερα;«Γιατί, λίγους μέτριους και άχρηστους έχει δοξάσει η Αριστερά; Δεν καθιέρωσε την υπογραφή τους σε συλλαλητήρια; Θεωρώ σολιψισμό, μέγιστη κατάρα, το να βλέπει κανείς τη ζωή μέσα από την οπτική οποιουδήποτε κόμματος.Δεν μου αρέσουν οι ανόητοι διαχωρισμοί πάνω στην τέχνη. Αντί δηλαδή να πρυτανεύει στην εκτίμησή μας η αισθητική απόλαυση που εισπράττουμε, να κατηγοριοποιούμε τους καλλιτέχνες σε δεξιούς ή αριστερούς».Εσείς, γράφοντας τον «Αρη», δεν ταυτιστήκατε με τον ήρωά σας, τις επιλογές, το όραμά του;«Δεν κάνεις βιογραφία χωρίς αγάπη για το πρόσωπο. Ο Αρης Βελουχιώτης ήταν η μεγαλύτερη μορφή του 20ού αιώνα. Αν έχουμε έναν ήρωα, αυτός είναι. Ηταν ο ήρωάς μου, ήμουν κοντά του και είμαι ακόμα. Ακούω από διανοούμενους της Αριστεράς το «επιχείρημα» ότι η έννοια πατρίδα ανήκει στο φαντασιακό μας. Μήπως η αγάπη, ο έρωτας δεν είναι στο φαντασιακό μας; Αλλά καθορίζουν τη ζωή μας.Η πατρίδα δεν είναι η γειτονιά μας στον κόσμο, αυτό που καθόρισε την κουλτούρα, το ήθος, τη συμπεριφορά στα πράγματα, το είναι μας; Θα μπορούσαμε να εκληφθούμε δηλαδή ως Βέλγοι;… Δεν νοείται κοινωνική επανάσταση που δεν ταυτίζεται με την πατρίδα. Ο Αρης, ο Πάμπλο, ως εθνιστές συστήνονταν. Οποιος δεν καταλαβαίνει τη διαφορά ας ανοίξει λεξικό… Δεν θα μπω σε συζήτηση». Πηγή: efsyn.gr

Δ ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ

ΑΠΟ ΤΟΝ ΧΡΗΣΤΟ ΑΓΓΕΛΑΚΟ/ LIFO

Tον γνώρισα το καλοκαίρι του 1984, στον κήπο του Μπαλτάζαρ. Δίπλα του η Ανθή. Και γύρω του μία από τις πιο χαρισματικές παρέες της πόλης. Καθόταν στην κεφαλή του τραπεζιού. Λαμπερός, με τη στόφα του σταρ. Πείραζε τους πάντες και δεχόταν τα πειράγματά τους. Γελούσε πονηρά και ανοιχτόκαρδα. Προκαλούσε και αφηνόταν στις προκλήσεις των φίλων του. Μιλούσε όπως έγραφε, αφού σύμφωνα με τη μαθήτριά του, τη Γεωργία Τριανταφυλλίδου, είναι ο μοναδικός που έχει καταργήσει τόσο αποφασιστικά τα όρια ανάμεσα στον προφορικό και στον γραπτό λόγο. Η πρώτη συνάντηση κράτησε μέχρι τις τέσσερις ή τις πέντε τα ξημερώματα. Το διαλύσαμε μόλις εκείνος είχε μαζέψει όση αγάπη μπορεί να μαζέψει κανείς σε μια νύχτα. Από τότε έπαψε να είναι για μένα ο Δημήτρης Μαρωνίτης ή ο καθηγητής Δ.Ν. Μαρωνίτης. Έγινε ο Μίμης, κι έτσι παραμένει ακόμη.

Μετρημένες στα δάχτυλα των δύο χεριών οι συναντήσεις μας. Το 1990 έψαχνα να βρω μια μετάφραση του «Αίαντα» που να εντάσσεται αβίαστα στον δοκιμιακό λόγο του Σταρομπίνσκι. Τον προτείνω στον Διονύση Καψάλη, ο οποίος διηύθυνε τη σειρά Λόγου Χάριν στις εκδόσεις Εστία. Ο Καψάλης δέχεται με τη μία και από τότε ξεκινάει για τον Μαρωνίτη μια μακρά πορεία που δίνει τον ολοκληρωμένο της καρπό το 2012, με την έκδοση της τραγωδίας του Σοφοκλή από το ΜΙΕΤ.

Tον βλέπω στο πάρτι του γάμου μου να χορεύει σαν έφηβος το «Serial Killer» των Talking Heads και ύστερα χανόμαστε για χρόνια. Ενδιαμέσως κρατάω τη συγκίνησή του στην πρεμιέρα της «Μαύρης Γαλήνης», σκηνοθετημένης και παιγμένης από τον Γιάννη Τσορτέκη στο Θέατρο του Νέου Κόσμου. Κρατάω και όλες τις τυχαίες συναντήσεις μας στο υπόγειο του Πτι Παλαί, νυχτερινή προβολή πάντα, μόνος εκείνος, μόνος κι εγώ, ν’ ανταμώνουμε στο διάλειμμα, στο φουαγέ, και να με κυνηγάει που δεν έχω κόψει το τσιγάρο.

Κάποιοι βλέπουν μπροστά τους τον φίλο τους. Κάποιοι άλλοι τον μελετητή, τον στοχαστή, τον δοκιμιογράφο. Εγώ βλέπω ένα θηρίo

Στην παρουσίαση της συνολικής έκδοσης των ποιημάτων της Λαϊνά εξομολογείται δημόσια πως η μία του φωνητική χορδή έχει χαθεί. Είναι συγκινημένος και συγκινητικός. Δεν κάνει κανένα σκόντο σ’ αυτά που θέλει να πει. Η σπασμένη του φωνή είναι ανίκανη να βάλει εμπόδια στο περιεχόμενο: η προφορικότητα πρέπει να διασωθεί, ο συλλογισμός του να εκτεθεί. Κάποιοι βλέπουν μπροστά τους τον φίλο τους. Κάποιοι άλλοι τον μελετητή, τον στοχαστή, τον δοκιμιογράφο. Εγώ βλέπω ένα θηρίο.

Οι συνεννοήσεις για τη συνέντευξη γίνονται με την Ανθή. Ανάμεσα στις ερωτήσεις που ετοιμάζω, έχω εντάξει και κάποιες που θα ‘θελα πολύ να τον αιφνιδιάσουν. Έχω ξεχάσει πως πάω να «παίξω» με τον Μαρωνίτη. Πως η τέχνη του αιφνιδιασμού –του αρχικού, του τελικού, αλλά και όλων των ενδιάμεσων– είναι αποκλειστικά δική του.

Η πρώτη μας συνάντηση κρατάει δυόμισι ώρες. Με διώχνει, λέγοντάς μου τρυφερά «δεν θα με διαλύσεις εσύ». Ορίζουμε τη συνέχεια για το επόμενο Σάββατο. Επιστρέφω στο σπίτι, περνάω το ηχητικό υλικό από το κινητό στο λάπτοπ και, με τη γνωστή ατυχία ή την ατζαμοσύνη του πρωτάρη, χάνω τα 3/4 της συνέντευξης. Για να γίνουν χειρότερα τα πράγματα, τσιμπάω στο ενδιάμεσο μια ίωση φαρυγγίτιδας. Το θηρίο δεν κάνει πίσω: «Έλα να την τελειώσουμε». Κι έτσι, βρέθηκα μ’ ένα συμπληρωματικό υλικό μιάμισης ώρας, όπου δύο φωνές που ακούγονται μετά βίας συνθέτουν ένα σπάνιο ηχητικό ντοκουμέντο, το οποίο κατέστρεψα χωρίς τύψεις μόλις ολοκλήρωσα την απομαγνητοφώνηση.

Για το ξεκίνημα της συνέντευξης, του έχω ετοιμάσει μια έκπληξη. Του λέω ότι θα του διαβάσω κάτι, κι εκείνος θα το αναγνωρίσει. Του διαβάζω.

Αν δεν ήταν έτσι, αν δεν ήταν
αλλιώς. Αν γινόταν το μακριά
ξαφνικά, το ξαφνικά κοντά, ναι
σχεδόν μπροστά. Ο καταρράχτης
χωρίς σαν, να ακούει το πρωί,
να φωνάζει τη νύχτα τον
ινδομινωίτη.
Αν δεν ήταν έτσι, αν δεν ήταν
αλλιώς. Αν ακόμη ζούσαν η
σφιχτή γυναίκα και ο ψηλός
άντρας. Να ρωτούν συνεχώς. Με
κλειστό παράπονο κι ανοιχτή
καλοσύνη. Για το πότε, το πώς
και ποτέ για το τι.
Αν δεν ήταν έτσι, αν δεν ήταν
αλλιώς. Αν το ποτάμι. Σκούρο
κόκκινο κάτω, κίτρινο πάνω.
Έφτανε στην εντολή σου. Το
δάσος θα σου ‘δενε τότε το
θηρίο που γύρευες.

Το ποίημα είναι δικό του. Το δημοσίευσε σε μια επιφυλλίδα του, στο «Βήμα της Κυριακής», στις 16 Ιουνίου, μάλλον το 1985. Το είχα αντιγράψει στη γραφομηχανή, μια ηλεκτρική Olivetti, και το φυλάω από τότε. Δεν του λέω ότι το «Δάσος των παιδιών» γράφτηκε από τους δύο τελευταίους του στίχους και γράφτηκε γι’ αυτούς. Το μαθαίνει τώρα.

Δεν ήμουνα ούτε δειλός ούτε γενναίος, κι αυτό το κράτησα ως τώρα. Σιχαίνομαι αφάνταστα αυτήν τη διάζευξη. Τι γίνεται όταν δεν ακουμπάς ούτε στο ένα ούτε στο άλλο; Ή τ' αφήνεις μόνο του να βγει ή, αν είναι κάτι να βγει, πρέπει να έχεις υπομονή και πράξη αντί για λόγια... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

Δεν ήμουνα ούτε δειλός ούτε γενναίος, κι αυτό το κράτησα ως τώρα. Σιχαίνομαι αφάνταστα αυτήν
τη διάζευξη. Τι γίνεται όταν δεν ακουμπάς ούτε στο ένα ούτε στο άλλο; Ή τ’ αφήνεις μόνο του
 να βγει ή, αν είναι κάτι να βγει, πρέπει να έχεις υπομονή και πράξη αντί για λόγια…
Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

— Μίμη, πες μου για τη σφιχτή γυναίκα.
Τη μάνα μου;

— Τη μάνα σου. Και για τον ψηλό άντρα θέλω να μου μιλήσεις.
Την αγαπούσα τη μάνα μου, τη θαύμαζα. Μελαχρινή εκείνη, μαύρος εγώ ως παιδί, ξανθός ο πατέρας, κάτασπρος. Έως και τα εφηβικά μου χρόνια, έως και λίγο μετά, αγαπούσα τη μάνα μου μόνο. Αυτό που ένιωθα για τον πατέρα μου ήτανε κάτι άλλο. Ο πατέρας μου όμως περίμενε στην άκρη. Περίμενε πολύ στην άκρη, και ντρέπομαι λιγάκι που το λέω, τα τελευταία χρόνια τον αγαπώ πιο πολύ κι από τη μάνα μου, που είναι ο άνθρωπος που αγάπησα στη ζωή μου περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο. Αγαπώ τη σκιά του, αγαπώ την περίεργη μοναξιά του, μια αξιοπρέπεια που είχε, και την πείνα του, γιατί για πείνα επρόκειτο, για γράμματα. Νομίζω ότι από αυτόν τα κληρονόμησα αυτά. Η μάνα μου μού έδωσε ζωντάνια, ήταν πολύ ζωντανός άνθρωπος, κι εγώ μικρός ήμουν λιγάκι καραγκιόζης, έκανα διάφορα αστεία και τέτοια, από μόνος μου. Ο πατέρας μου ποτέ.

Ξαναγυρίζω στο χαμένο υλικό. Σκέφτομαι πόσο του ταιριάζει εν τέλει του Μαρωνίτη όλη αυτή η περιπέτεια: να προσπαθώ να σμίξω εικόνες και λόγια από μια χαμένη και μια σωσμένη εγγραφή. Τον ακούω να μου λέει για την αυτοκτονία του πατέρα του. Τον ρωτάω γιατί αυτοκτόνησε.

«Για να μην πονάει» μου απαντά. Μου υπόσχεται να μου φέρει το κείμενο που έγραψε τη μέρα του θανάτου του.

«Πέρασα τη μισή μου ζωή ως γιος της μάνας μου» λέει. «Τώρα είμαι πια ο γιος του πατέρα μου».

Μου αφηγείται πώς έπιασε τον πατέρα του ο Σγουράκης, ο παραγωγός που έφτιαξε το πρώτο τηλεοπτικό πορτρέτο του Μαρωνίτη στη σειρά «Μονόγραμμα». Τον έπιασε στα γυρίσματα και τον ρώτησε πώς αισθάνεται που ο γιος του είναι τόσο σημαντικός. Κι εκείνος απάντησε «και τα δυο μου παιδιά είναι εντάξει».

Είχα όμως αυτή την εικόνα η οποία μου μένει αξέχαστη: τον πατέρα μου στο αμφιθέατρο, εγώ να δίνω εξετάσεις ως υφηγητής, και να ‘ρχεται να κάθεται κάπου στη μέση, απόμερα, κι απ’ τη συγκίνησή του νομίζω ότι έφευγε όλο το αίμα, γινόταν κίτρινο το πρόσωπό του. Πρέπει να μ’ αγαπούσε.

— Πότε εντοπίζεις την πείνα του πατέρα σου για τα γράμματα;
Αυτή αρχίζει στην τετάρτη, ούτε την τετάρτη, στην πέμπτη του οχταταξίου, που εγώ περνάω ώρες ολόκληρες στο βιβλιοπωλείο του Συρόπουλου. Ο Συρόπουλος μου δίνει και βιβλία στο τζάμπα, και αυτά πήγαιναν σ’ ένα σπίτι μ’ ένα ντουλαπάκι στον τοίχο τόσο δα. Και το βράδυ, όταν η μάνα μου νύσταζε πια, κι έκλειναν τα μάτια της, αλλά δεν πήγαινε να κοιμηθεί, τον περίμενε. Ανέβαινε και κάθονταν ανακούρκουδα στο μπαούλο που είχαμε ο πατέρας μου και διάβαζε σαν τρελός: Ο’Νιλ, Ίψεν, Σόμερσετ Μομ, ό,τι μπορείς να φανταστείς χώνευε, δεν τα κουβέντιαζε, αλλά νομίζω πως τ’ αγαπούσε πάρα πολύ. Και είχε κι αυτό, να μην το ξεχάσω: δεν μιλούσε ποτέ απευθείας όταν είχε κάτι να μου πει, είτε παράπονο, είτε δεν ξέρω πώς αλλιώς να το πω, γιατί αγάπη αγάπη, να με πιάσει και να μ’ αγκαλιάσει, δεν είχα. Είχα όμως αυτή την εικόνα η οποία μου μένει αξέχαστη: τον πατέρα μου στο αμφιθέατρο, εγώ να δίνω εξετάσεις ως υφηγητής, και να ‘ρχεται να κάθεται κάπου στη μέση, απόμερα, κι απ’ τη συγκίνησή του νομίζω ότι έφευγε όλο το αίμα, γινόταν κίτρινο το πρόσωπό του. Πρέπει να μ’ αγαπούσε. Αισθανόμουνα και λίγο, με συγχωρείς που θα το πω, είχε δίκιο ο άνθρωπος, με φοβόντανε, φοβόνταν πού θα πάω, δεν ξέρω, φοβόνταν τι θα γίνω. Δεν μου μίλησε ποτέ γι’ αυτά.

— Ενώ η αδερφή σου, η Μαρίκα, ήταν πιο απλή γι’ αυτόν.
Πολύ πιο απλή. Η Μαρίκα με λάτρεψε, είναι ένας χρυσός άνθρωπος και τώρα ακούει το όνομά μου και δεν μπορείς να φανταστείς πώς κάνει. Άλλη φορά θα σου μιλήσω για την αδελφή μου, χαϊδολογούμασταν σαν τρελοί, ως παιδιά που μέναμε στο σπίτι μόνοι μας. Μια κατάσταση απίστευτη, με την κυρία Σουλτανάκη και την κυρία Πηνελόπη απάνω, και μια αυλή στην οποία έτρεχα εγώ για να κατουρήσω στην άκρη, δεν ξέρω, φίλε…

— Κι αυτή η εικόνα, η πρώτη εικόνα σου, μ’ εσένα τυλιγμένο σε μια κόκκινη κουβέρτα;
Κι αυτή η εικόνα που μου έχει μείνει με τη μάνα μου. Εγώ μοιάζει να έχω πυρετό –σπανίως όταν είχα πυρετό έπεφτα στο κρεβάτι, ήμουνα τζαναμπέτης– κι είχε καθίσει στη σκάλα −με κόκκινα κεραμίδια η σκάλα− μ’ εμένα στην αγκαλιά της, μ’ ένα παπλωματάκι από πάνω, πρέπει να ήμουν τριών τεσσάρων χρονών. Η πρώτη εικόνα που έχω είναι στην αγκαλιά της μάνας μου, μ’ αυτό το παπλωματάκι, που το θυμάμαι σαν τώρα.

Μέσα σ' αυτό το κύκλωμα, έχω την εντύπωση ότι και το τέλος είναι κι αυτό δικό μου. Ίσως, δε, είναι περισσότερο δικό μου απ' ό,τι η αρχή της ζωής μου. Κι αυτό το «δικό μου» δεν το λέω εγωιστικά, το λέω βιωματικά... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Μέσα σ’ αυτό το κύκλωμα, έχω την εντύπωση ότι και το τέλος είναι κι αυτό δικό μου.
 Ίσως, δε, είναι περισσότερο δικό μου απ’ ό,τι η αρχή της ζωής μου.
Κι αυτό το «δικό μου» δεν το λέω εγωιστικά, το λέω βιωματικά…
 Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

Οι εικόνες της παιδικής και της εφηβικής του ηλικίας περνάνε σαν σε βιουμάστερ: ο Μίμης στους ώμους του πατέρα του παρακολουθεί τη συγκέντρωση των καπνεργατών στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης· τα χρόνια του στο Κατηχητικό και, αργότερα, στη θρησκευτική οργάνωση νέων «Ζωή»· η φιλία του με τον Τάκη Τρακατέλλη, τον κατοπινό Αρχιεπίσκοπο Δημήτριο της Αμερικής, διδάκτορα του Χάρβαρντ και της Θεολογικής Σχολής της Βοστώνης· οι ώρες που περνάει, μαθητής του οχταταξίου πια, στο βιβλιοπωλείο του Αλέκου Συρόπουλου και του Σόλωνα Μόλχο, διαβάζοντας επί τόπου ό,τι πέφτει στα χέρια του. Οι δύο βιβλιοπώλες τού χαρίζουν βιβλία, βάζοντας τα θεμέλια σε αυτό που η Λίζυ Τσιριμώκου θα αποκαλέσει, 50 χρόνια αργότερα, ο «φιλαναγνώστης Μαρωνίτης». Και τέλος, η καθοριστική του συνάντηση με τον Κωνσταντίνο Μπότσογλου, φιλόλογο στο Πρότυπο Πειραματικό Σχολείο του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ο οποίος διαβάζει, στο πρώτο κιόλας μάθημα, ολόκληρο τον «Πρωταγόρα» του Πλάτωνα στην τάξη: το «μικρόβιο» μεταδίδεται απευθείας στον προέφηβο Μαρωνίτη που δεν παύει να σκαλίζει τα πλατωνικά κείμενα μέχρι σήμερα.

— Τελειώνοντας το Πειραματικό, δίνεις εξετάσεις και πετυχαίνεις στη Θεολογική Σχολή. Στην Αθήνα.
Ναι. Και σε τέσσερις μήνες τα παρατάω και φεύγω κι επιστρέφω στη Θεσσαλονίκη.

— Και ενδιαμέσως πηγαίνεις και στα θεατράκια σου. Το σκας. Έμενες σε εστία;
Σ’ ένα δωμάτιο μας είχανε στην αρχή, μάλιστα είχα περάσει με υποτροφία. Ήτανε οχτώ κρεβάτια, και κοιμόμουνα εκεί.

— Και το σκας και πού πηγαίνεις;
Πηγαίνω στο Εθνικό, στο Θέατρο Τέχνης, στο Άστυ, τα «Σταφύλια της οργής» του Στάινμπεκ εκεί τα πρωτοβλέπω. Στον Ορφέα, τον παλιό Ορφέα, αυτήν τη μεγάλη αίθουσα, την καταπληκτική. Το σκάω σαν τρελός. Να φανταστείς, δε, ότι εγώ δούλευα γραφομηχανή, γιατί αυτήν τη δουλειά μού είχανε δώσει για μεροκάματο, με τις ώρες. Το ‘σκαζα και πήγαινα εκεί. Με πιάσανε και μου είπαν «δεν γίνεται». Αν δεν γίνεται, τότε αντίο σας.

—Στο τετράμηνο παρεμβαίνει ο Μπότσογλου.
Παρεμβαίνει ο Μπότσογλου και προς τιμήν του, ο οποίος πηγαίνει στον Ξυγγόπουλο, καθηγητή της Βυζαντινής Τέχνης, και του δίνει ψευδώς να βεβαιώσει ότι είχα πετύχει στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών.

Ο παλιός καθηγητής εγγυάται στον Ξυγγόπουλο ότι ο νεαρός Μαρωνίτης θα αριστεύσει. Το στοίχημα κερδίζεται και ο μαθητής δικαιώνει τον δάσκαλο στις εξετάσεις του πρώτου κιόλας εξαμήνου.

Η Ανθή μπαίνει στην κουβέντα γελώντας: «Έγινε μια πλαστογραφία».
Κι έγινε αυτή η μεταγραφή.

— Τα μαθητικά σου χρόνια τα περνάς στη «Ζωή». Στο Δημοτικό υπάρχει και το Κατηχητικό. Μ’ αυτήν τη σχέση σου, τη σχέση με τη θρησκεία, ξεμπερδεύεις ποτέ;
Ποτέ δεν ξεμπερδεύεις εντελώς. Νομίζω ότι δεν πρέπει κανείς να ρωτά τον εαυτό του αν ξεμπέρδεψε ή όχι με το θέμα αυτό. Μη με ρωτάς. Ούτε ναι, ούτε όχι. Πάντως, όχι ένα απόλυτο υποκριτικό «όχι». Όπως ούτε ένα καθησυχαστικό «ναι».

Άλλο πράγμα το Καλό και το Κακό, καθαρά μεγέθη, υπαρκτά, μες στον κόσμο γύρω μας, μες στο κορμί μας επίσης, κι άλλο πράγμα ο καλός και ο κακός. Σε καθαρά μεγέθη δεν υπάρχουν πουθενά.

— Και το μοίρασμα του κόσμου σε καλούς και κακούς, σε Καλό και Κακό;
Αν μου έλεγαν τι έχω να πω στον εαυτό μου και σε κάποιους φίλους, θα τους έλεγα να μοιράσουν σωστά τα πράγματα ανάμεσα στο Καλό και στο Κακό. Άλλο πράγμα το Καλό και το Κακό, καθαρά μεγέθη, υπαρκτά, μες στον κόσμο γύρω μας, μες στο κορμί μας επίσης, κι άλλο πράγμα ο καλός και ο κακός. Σε καθαρά μεγέθη δεν υπάρχουν πουθενά. Το Καλό και το Κακό υπάρχουν. Ο καλός και ο κακός είναι φαντασίωση, όχι ανύπαρκτοι, αλλά είναι φαντασίωση. Πότε βγαίνουν το Καλό και το Κακό και πώς μοιράζονται δεν ξέρω. Ξέρω πώς μοιράζονται σιγά-σιγά σ’ εμένα, αλλά δεν ξέρω αν θα το μάθω έως την τελευταία μου πνοή.
— Τις μεταπτυχιακές σου σπουδές τις πραγματοποιείς στη Γερμανία με υποτροφία κι εκεί συναντάς τον Βάλτερ Μαργκ και τη γυναίκα του…
Η οποία ήτανε πιο δημοκρατική από τον Μαργκ. Ο Μαργκ είχε πολεμήσει στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και είχε έναν δικό του σεβασμό, δικαιολογημένο πρέπει να σου πω, αλλιώς πρέπει να είμαστε ηλίθιοι για να μην το δούμε. Καλώς ή κακώς πολεμούσε, και τα βιώματά του τα πολεμικά ήταν αυτά που ήταν φυσικό να έχει ένας άνθρωπος σ’ έναν πόλεμο. Γι’ αυτό του άρεσε πάρα πολύ η «Ιλιάδα». Πολιτικά, θα έλεγα ότι ήταν αυτός ο άνθρωπος που μου έδωσε, ως δάσκαλος, τα περισσότερα, μαζί με τον Μπότσογλου, στη ζωή μου – μπορούμε να πούμε ότι ήταν συντηρητικός. Ήταν συντηρητικός. Πάντως, δεν ήταν αριστερός. Ήξερε ότι εγώ τσιλιμπουρδίζω με την Αριστερά. Αλλά ο τρόπος που διάβαζε, ο τρόπος που μετέφραζε, ο τρόπος που μ’ έπαιρνε μαζί του στο Βισμπάντεν… Τον αγάπησα έως το τέλος, πρέπει να ήμουνα από τους λίγους ανθρώπους που μιλούσε στα τελευταία του, και όλα αυτά στα γερμανικά, τ’ αστεία γερμανικά μου, τώρα που το σκέφτομαι, πώς τα έλεγα, ρε παιδάκι μου, και λύνονταν η γλώσσα μου μ’ αυτό τον άνθρωπο, δεν μπορώ να καταλάβω. Ποτέ δεν έδειξε δυσαρέσκεια γιατί τα γερμανικά που μιλούσα δεν ήταν αυτά που έπρεπε να είναι. Η γυναίκα του ήτανε πιο φιλελεύθερος άνθρωπος. Ήξερε πού είναι το κουμπί του άντρα της, το συντηρητικό, ήξερε ότι είχα εγώ μπερδέματα με τα πολιτικά στην Ελλάδα, και σε υπέροχες βόλτες που ξέρουν να τις κάνουν οι Γερμανοί στα βουνά και στα λαγκάδια πάντα με πλησίαζε και θα ‘λεγα με προστάτευε, για μην παρεξηγήσω τον συντηρητισμό του άντρα της.

Η Ανθή ήταν μια οπτασία, όπως η Ναυπλιώτου που είδα χτες, και είναι ακόμα. Ούτε πίστευα ποτέ ότι θα γίνει η γυναίκα μου. Την αγάπησα αμέσως... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Η Ανθή ήταν μια οπτασία, όπως η Ναυπλιώτου που είδα χτες, και είναι ακόμα. Ούτε πίστευα ποτέ ότι θα γίνει η γυναίκα μου. Την αγάπησα αμέσως… Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

— Πάμε λίγο στην Ανθή. Πότε την ερωτεύεσαι;
Η Ανθή ήταν μια οπτασία, όπως η Ναυπλιώτου που είδα χτες, και είναι ακόμα. Ούτε πίστευα ποτέ ότι θα γίνει η γυναίκα μου. Την αγάπησα αμέσως.

— Ήσουνα υφηγητής τότε;
Δόκιμος υφηγητής. Έκανα μαθήματα και στη Νομική Σχολή, κι ερχόταν και η Ανθή με κάποια Σεφερτζή, φίλη, ξαδέλφη. Λάτρεψα την πλάτη της. Στο σινεμά καθόμουνα από πίσω, έχει υπέροχη πλάτη. Και με τον Σεφέρη έπαθα αυτήν τη δουλειά. Θυμάμαι την πλάτη του Σεφέρη. Νομίζω ότι μ’ αυτούς τους δύο ανθρώπους έχω μείνει: με την πλάτη την πανέμορφη της Ανθής κι αυτή την παράξενη πλάτη του Σεφέρη. Μ’ αγάπησε η Ανθή, μ’ αγάπησε πολύ πιο θαρραλέα απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς, κι έμεινε θαρραλέα απέναντί μου.

— Και σήμερα; Χρόνια μετά και το δεύτερο ιωβηλαίο, πώς είσαστε μαζί;
Εξακολουθεί να είναι τόσο ωραία όσο τη βλέπεις. Εξακολουθεί, ώρες-ώρες, να είναι τόσο τρυφερή μαζί μου κι εξακολουθεί, ώρες-ώρες, να μου δείχνει ότι έχει μπουκώσει. Νομίζω ότι μεγαλύτερη τύχη δεν θα μπορούσα να έχω.

— Θέλω να σε ρωτήσω σχετικά με την εμπειρία της «Μαύρης Γαλήνης». Είναι γνωστή η ιστορία της σύλληψης και της φυλάκισής σου από τους δικτάτορες. Υπήρξε φόβος; Ο φόβος μεταλλάσσεται;
Φαίνεται ότι υπήρξε. Και δεν ήταν εύκολο καθόλου. Την έβγαλα όπως την έβγαλα, καθώς, περνώντας τη δοκιμασία που πέρασα, κατάργησα ακόμα και για τους βασανιστές μου τη διάκριση μεταξύ δειλίας και γενναιότητας. Δεν ήμουνα ούτε δειλός ούτε γενναίος, κι αυτό το κράτησα ως τώρα. Σιχαίνομαι αφάνταστα αυτήν τη διάζευξη. Τι γίνεται όταν δεν ακουμπάς ούτε στο ένα ούτε στο άλλο; Ή τ’ αφήνεις μόνο του να βγει ή, αν είναι κάτι να βγει, πρέπει να έχεις υπομονή και πράξη αντί για λόγια. Αλλά όταν λέω πράξη αντί για λόγια, να μην παρεξηγηθώ: τα λόγια μου αισθάνομαι ότι είναι πράξη κι εδώ που έφτασα, η πράξη μου, και αυτό το κάνω τώρα μαζί σου, είναι λόγος. Δεν θέλω να τα χωρίσω.

— Ισχύει ότι η «Μαύρη Γαλήνη» γράφτηκε σε χαρτοπετσέτες; Κάπου το είχα διαβάσει αυτό.
Σε χαρτοπετσέτες. Μάλλον χάθηκαν. Όταν βγήκα την τρίτη φορά, τις έδωσα σ’ ένα φιλικό ζευγάρι για μη χαθούν. Τελικά, δεν ξέρω τι έγιναν, δεν με πειράζει. Αυτό όμως που θέλω να σου πω, το βράδυ που έπαθα τη διάτρηση μες στο κελί, μεσάνυχτα, οι πόνοι ήταν αβάσταχτοι. Ήρθε ένας ανθυπολοχαγός, γιατρός, ένα καλό παιδί, ο οποίος με έψαυσε και μου είπε, «φωνάξτε, κύριε Μαρωνίτη, πρέπει να εγχειριστείτε αμέσως». Το αμέσως έγινε την άλλη μέρα, αλλά πρώτο αίσθημα: άπαξ και βγήκα από το κελί και κάθισα με πόνους φριχτούς στον ελεύθερο χώρο, στις σκάλες, για μια στιγμή αισθάνθηκα τέτοια ευτυχία, που δεν μπορώ να σου την περιγράψω, ότι ήμουνα έξω. Σε κάποια δόση με μετέφεραν σ’ ένα στρατιωτικό νοσοκομείο και έπειτα από μια δεύτερη κρίση, είχα φτάσει στο αμήν – κάποτε θα σου πω τι σημαίνει να φτάνεις στο αμήν. Δεν θα την ξεχάσω αυτή την αίσθηση, του επερχόμενου τέλους, ήτανε και οι πόνοι φαίνεται, μια περίεργη γλύκα. Αισθανόμουν μια περίεργη γλύκα, η οποία κράτησε όλη τη νύχτα, έως ότου ήρθε η Ανθή. Όταν όμως οι πόνοι είχανε γίνει αβάσταχτοι, κύλησα εγώ από το κρεβάτι και πήγα και κρεμάστηκα στο σώμα του φύλακα, Κώστας λεγόταν, θυμάμαι, ο οποίος δεν μπορούσε μετά, έφυγε στην Αμερική αυτός, έφυγε. Δεν μπορούσε να κρατήσει αυτό το θέαμα. Ένα χρυσό παιδί, απ’ ό,τι αποδείχθηκε, ήρθε και κατέθεσε ο πατέρας του στις δίκες. Απλώς το λέω για να σου πω, αισθάνθηκα λιγάκι ευγνωμοσύνη, έφτασα στο αμήν κι έχω την αίσθηση αυτής της γλύκας όταν έρχεται το τέλος.

— Και τι είναι το αμήν;
Το αμήν είναι… νόμιζα ότι σβήνω, αλλά αισθανόμουνα μια γλύκα, σαν να είμαι και τώρα στο κρεβάτι κι έχω ξεκάθαρες τις εικόνες, ξεκάθαρη και του εαυτού μου, όταν κινήθηκα και πήγα και κρεμάστηκα, πρόσεξε, από το σώμα, ενσυνείδητα, του παιδιού αυτού, σπαρταρώντας από πόνο. Σ’ το λέω, ξέρεις γιατί; Για να μη φοβόμαστε τον θάνατο. Μου έχει μείνει, το λέω ξεκάθαρα, αυτή η γλύκα μου έχει μείνει. Αν είναι έτσι να πεθάνει κανένας, εντάξει, παιδιά. Υπάρχει εκεί κάτι γλυκό, παρόλο που είναι γελοία η λέξη. Δεν θα το ξεχάσω.

Δεν είχα αισθανθεί ποτέ και δεν είχα σκεφτεί με τρόπο που να με ταρακουνήσει αυτό που θα ονομάσουμε «ασάφεια του πότε αρχίζει η ζωή μας».

— Μίμη, είπες ότι στη διάρκεια της φυλάκισής σου καταφέρνεις να μεταστρέψεις τους δεσμοφύλακες.
Ναι. Ο πιο άγριος, από ένα σημείο και πέρα, σχεδόν μου συμπεριφέρονταν τρυφερά. Μου έφερνε πρόσθετο φαγητό. Μια φορά με πήρε κι εκεί που μαζεύονταν και τρώγανε, μου λέει «έλα να φας μαζί μας.» Γι’ αυτό σου λέω, άλλο το Καλό και το Κακό, άλλο ο καλός και ο κακός. Αυτός ήταν ένα θηρίο ανήμερο με όλους, αλλά εμένα δεν μ’ άγγιξε ποτέ.

Γυρίζει στην Ανθή. Της ζητάει να του θυμίσει το όνομα του στρατιωτικού γιατρού που του έσωσε τη ζωή. Είναι ένας ταγματάρχης ονόματι Βασώνης. Η Ανθή λέει πως όταν τον αντίκρισε στο νοσοκομείο, το πρόσωπό του ήταν μια νεκρική μάσκα. Δεν μπορούσε να ξεχωρίσει αν ήταν ακόμη ζωντανός ή αν είχε πεθάνει. Μετά την ανάρρωση τον ξαναγυρίζουν στο κελί. Η Ανθή του πηγαίνει σε κάθε επισκεπτήριο φρυγανιές, απαραίτητες για τα γαστρικά υγρά. Δεν του τις δίνουν ποτέ. Την ημέρα της αποφυλάκισης τη φωνάζουν σ’ ένα διπλανό γραφείο για να της παραδώσουν τα προσωπικά του αντικείμενα. Ο ένας τοίχος, από το πάτωμα μέχρι τη μέση, ήταν καλυμμένος από πακέτα με φρυγανιές.

— Όλη σου η ζωή υπακούει, θαρρείς, στο μοτίβο της αρμονικής σύνθεσης των αντιθέσεων: αρχαιοελληνιστής-νεοελληνιστής, Θεσσαλονίκη-Αθήνα, ιδιωτικός Μαρωνίτης-δημόσιος Μαρωνίτης.
Ποτέ δεν το αισθάνθηκα ως ένα αντιθετικό σχήμα και εκεί ήταν ίσως η υπομονή μου.

— Παίζεις, όμως, πάνω στη συμπληρωματικότητα.
Στη συμπληρωματικότητα, καταρχήν. Όσο ακόμη η σχέση με τον εαυτό μου δεν έχει ξεκαθαρίσει, η αμφιβολία μετατίθεται στο αν είμαι πράγματι συμπληρωματικός μ’ εμένα τον ίδιο.

— Θα επιμείνω στη συμπληρωματικότητα, προσθέτοντας τα ζεύγη: λόγος-πράξη και μεταφρασμένος-πρωτότυπος λόγος. Θαρρείς πως έχουμε ένα πλέγμα από αντίθετα, ως προς την κατεύθυνσή τους, ή αντιθετικά, ως προς τη δυναμική τους, νήματα τα οποία υφαίνεις.
Δεν είμαι εγελιανός, όσο διάβασα και ξέρω. Επομένως, δεν με θέλγει αυτή η διαλεκτική. Γιατί φοβάμαι ότι αν υποχωρήσει κανείς στην αξία του σχήματος της διαλεκτικής, θα στραπατσάρει κάτι άλλο, το οποίο ή υπάρχει ή δεν υπάρχει. Από ένα σημείο και πέρα αισθανόμουν ότι δεν μου χρειάζεται αυτό το μοίρασμα που υπαινίσσεσαι, γενικότερα, σε εκδηλώσεις της ζωής μου, και θα μπορούσα να πω και πολύ ιδιωτικά επιχειρήματα, αλλά δεν νομίζω ότι χρειάζονται. Πάντως, είμαι περισσότερο, υπό αυτή την έννοια, πλατωνικός παρά εγελιανός. Πονηρά Πλατωνικός, πάντα τον γούσταρα, γιατί και ο δάσκαλός μου ο Μπότσογλου με έμαθε να διαβάζω Πλάτωνα, και πάντα θαύμαζα τι πονηρός συγγραφέας είναι.

— Ποια είναι η πονηριά του;
Η πονηριά του είναι ότι ενώ μιλά για αντιθετικά σχήματα, σε κάποια δόση τα τινάζει στον αέρα και σε κοροϊδεύει.

— Από τη μια τα αρχαία κείμενα, Όμηρος, Ηρόδοτος, Ησίοδος, και οι τραγικοί, Σοφοκλής, κυρίως, αλλά και Ευριπίδης. Έχεις ήδη μεταφράσει τον «Οιδίποδα επί Κολωνώ» και τώρα καταγίνεσαι με τον «Οιδίποδα Τύραννο». Τον Αισχύλο δεν τον έχεις αγγίξει ακόμη.
Αν ζήσω, θέλω να μεταφράσω τους «Επτά επί Θήβας».

— Από την άλλη, ποίηση και πεζογραφία, από τον Σολωμό μέχρι τις επιδραστικές φωνές του εικοστού αιώνα και τα κείμενα της σύγχρονης λογοτεχνικής σοδειάς. Αρχαιοελληνιστής και νεοελληνιστής συγχρόνως, σ’ έναν συνδυασμό χωρίς προηγούμενο και χωρίς συνέχεια. Δεν λειτούργησες ποτέ αντιθετικά, τουναντίον μάλιστα. Πώς ορίζεις εσύ τον ρόλο σου ανάμεσα στην αρχαία ελληνική γραμματεία και στη νέα;
Κι εδώ, λιγότερο θα μιλούσα για συμπληρωματικότητα και περισσότερο για συνοχή και συνέχεια. Τουλάχιστον, έτσι ήρθαν τα πράγματα, δεν τα διάλεξα εγώ για να υπολογίζω πόσο συμπληρωματικά είναι μεταξύ τους και επομένως δεν πρόκειται για ένα είδος φιλοδοξίας να πάω από το Α έως το Ω. Η συνέχεια και η συνοχή προέκυψαν μέσα από την ίδια τη ζωή μου καταρχήν, τον τρόπο που φανταζόμουνα και φαντάζομαι ότι είναι η σπουδή και πιο πολύ μέσα από ένα στοιχείο, το οποίο απλοϊκά θα έλεγα, αλλά μαζί και σημαντικά, ότι είναι η γλώσσα. Η γλώσσα είναι κοινός παρονομαστής, για να μην πω ο κοινός αριθμητής, των κειμένων που έχω γράψει και με τα οποία έχω ασχοληθεί.

— Η γλώσσα ως συνεκτικός ιστός;
Η γλώσσα, στην περίπτωση αυτή, μέσα σε ένα τρίγωνο ή ενδεχομένως και τετράγωνο. Το τρίγωνο είναι γραφή-ανάγνωση ή ανάγνωση-γραφή, και τα δύο δηλαδή, και τελευταία αυτό που θα ονόμαζα μεταγραφή. Αισθάνομαι πως η μεταγραφή αποτελεί ένα δίχτυ ασυνήθιστου, πράγματι, συνδυασμού και αποτελέσματος. Αλλά τι είναι η μεταγραφή; Τον τελευταίο καιρό, όταν ο κύκλος ή το τρίγωνο «γραφή-ανάγνωση-γραφή» πάει να συμπληρωθεί, βγαίνει από μόνο του, θαρρείς, ένα κείμενο μεταγραφής. Πρόσφατο παράδειγμα είναι ο τρόπος που μετέγραψα τα «Γράμματα στην Κριμαία» του Κούνδουρου.

— Τις ερωτικές του επιστολές στη Σωτηρία Ματζίρη;
Ναι. Στις εκδόσεις Άγρα, στον Πετσόπουλο βγήκανε. Από αυτά, με έναν μικρό πρόλογο δικό μου, έχει βγει –με τα δικά του λόγια– ένα πρότυπο, αν θες, για το θέμα που συζητάμε, δείγμα του τι εννοούμε όταν μιλάμε για μεταγραφή.

— Μου έχεις πει και για ένα τετράγωνο.
Το τετράγωνο είναι «ανάγνωση-γραφή-μεταγραφή», και ο τέταρτος όρος είναι αυτός που είχα ονομάσει στο δοκίμιο για τον Τάκη Σινόπουλο «παρανάγνωση». Ίσως η μεταγραφή να είναι μια εξέλιξη και μια αξιοποίηση, όχι αρνητική πια αλλά θετική, αυτού που τότε ονόμασα παρανάγνωση, φτιάχνοντας ένα τετράγωνο διαφορετικό. Είναι πιο σύνθετο ως εγχείρημα και ως αποτέλεσμα η μεταγραφή από την παρανάγνωση. Η παρανάγνωση έχει ένα στοιχείο πιο υποκειμενικό από τη μεταγραφή, που έχει τουλάχιστον ένα στοιχείο δυαδικό: από δύο πράγματα να προκύπτει ένα, κατά κανόνα όχι ακριβώς υπέρ εμού, αλλά διά του δευτέρου όρου αυτής της συνεύρεσης. Για να τελειώνουμε προς το παρόν με τούτο το θέμα, ο δάσκαλος για το πώς ανακυκλώνεται το τρίγωνο «γραφή-ανάγνωση-γραφή» ήταν ο Καβάφης και ειδικότερα το ποίημά του «Εν τω μηνί Αθύρ». Δεν είχα καταλάβει, έως την τελευταία φορά που έγραψα, τι κάνει ακριβώς στο ποίημα αυτό ο Καβάφης. Οιονεί διαβάζει, οιονεί γράφει και ερμηνεύει συγχρόνως ο ίδιος αυτό που έχει γράψει, είτε προς την κατεύθυνση της παρανάγνωσης είτε προς την κατεύθυνση, με τους νέους όρους που προτείνω, της μεταγραφής. Έτσι που νομίζει κανείς ότι βγαίνει ένα μοντέλο όχι συμπληρωματικότητας, αλλά συνέχειας, για την οποία σου μίλησα στην αρχή.

— Τι συμβαίνει μ’ αυτές τις έννοιες; Καμιά φορά έχω την εντύπωση πως δεν βγαίνουν από το μυαλό σου αλλά από τη ζωή σου συνολικά. Ή, έστω, εφαρμόζονται σ’ αυτήν. Σαν διαβάζοντας να σε διαβάζεις και γράφοντας να σε μεταγράφεις.
Ίσως δεν είναι τυχαίο ότι ο όρος μεταγραφή εμφανίζεται και προκύπτει ως γράψιμο τα τελευταία δυο-τρία χρόνια, όπου επίσης βγήκε στη φόρα ένα άλλο ζεύγος. Δεν είχα αισθανθεί ποτέ και δεν είχα σκεφτεί με τρόπο που να με ταρακουνήσει αυτό που θα ονομάσουμε «ασάφεια του πότε αρχίζει η ζωή μας». Είναι το ασαφέστερο στοιχείο, το οποίο ουσιαστικά δεν μπορούμε και να το χωνέψουμε, δεν μπορούμε να το κάνουμε δικό μας, σε αντίθεση ή σε συμπληρωματικότητα, που θα ‘λεγες εσύ, ή σε συνέχεια, που θα ‘λεγα εγώ, με το τέλος και ως επερχόμενο και ως συντελεσμένο, το οποίο, όπως καταλαβαίνεις, στα 87 γίνεται ένα ισχυρό βίωμα. Που δεν το σπρώχνω, δεν το κουκουλώνω. Αν σου πω ότι σιγά-σιγά αισθάνομαι ένα είδος ευγνωμοσύνης, δεν θα το πιστέψεις.

— Ευγνωμοσύνη για τι; Για ποιο πράγμα;
Μέσα σ’ αυτό το κύκλωμα, έχω την εντύπωση ότι και το τέλος είναι κι αυτό δικό μου. Ίσως, δε, είναι περισσότερο δικό μου απ’ ό,τι η αρχή της ζωής μου. Κι αυτό το «δικό μου» δεν το λέω εγωιστικά, το λέω βιωματικά. Γι’ αυτό και στα τελευταία μου γραπτά αντηχεί αυτό το στοιχείο. Δεν είναι ακριβώς συμφιλίωση, κανείς δεν συμφιλιώνεται με τον θάνατό του. Είναι αυτό που προσπάθησα ως τώρα να σου πω, και να μην τ’ αλλάξω άλλο, να μην το συμπληρώσω άλλο: πάντως, αν υπάρχει φόβος, ώρες-ώρες μοιάζει να μην υπάρχει πια καθόλου. Είναι λίγο φιλάνθρωπος φόβος, όχι αυτάρεσκος.

Ηπρώτη μας συνάντηση τελειώνει εδώ. Με προλαβαίνει στην πόρτα και μου δίνει το κείμενο για τον πατέρα του που μου έχει τάξει. Γραμμένο τη μέρα του εκούσιου θανάτου του. Μέσα σε θήκη πλαστική, τυπωμένο εις διπλούν, λίγες αράδες στριμωγμένες στο πάνω μέρος της σελίδας. Δεν αντέχω να φτάσω μέχρι το σπίτι. Στον δρόμο πια, ακουμπάω σε μια κολόνα της ΔΕΗ και διαβάζω:

«Πρόλαβε ο Ιούλιος τον Αύγουστο. Αλλιώς θα είχαν συμπληρωθεί τα έξι χρόνια από τη δική της αναχώρηση. Ίσως γι’ αυτό κι εκείνος έφυγε βίαιος, αγριεμένος. Όμως τα μάτια κλειστά, το κεφάλι γέρνοντας δεξιά, βρήκε ξανά το παλιό του σχήμα. Οι γραμμές του προσώπου ανασυντάχθηκαν και η περήφανη μύτη ίσιωσε.

Μια ζωή αυτοσχέδιος στοχαστής, δεν έλεγξε την τελευταία του διδαχή. Ελευθερώθηκε το τρομαγμένο ζώο. Ύστερα, για λίγες μόνον ώρες, πέτρωσε η εκδίκηση. Την ασπαστήκαμε.

Δι’ ελέου και φόβου η Μαρίκα κι εγώ».

Δέκα λεπτά με τα πόδια από το σπίτι του μέχρι το δικό μου. Έχω να γεμίσω τη διαδρομή.

— Μίμη, ποιο είναι το θηρίο;
— Ποιο είναι το θηρίο που γύρευες;
— Το δάσος το έδεσε για χάρη σου;