ΙΣΤΟΡΙΑ  από το inside story

Εκτοπισμένες μνήμες: Οι Έλληνες της Τασκένδης

70 χρόνια από την έναρξη του Ελληνικού Εμφύλιου, υπάρχει μια πτυχή του για την οποία οι Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες δεν θέλουν να μιλούν.
Χρόνος ανάγνωσης: 
10

«Μασσαλία, Παρίσι, Πράγα, Βουδαπέστη, Γράμμος κι ύστερα Μπούλκες, Σόφια, Μόσχα, Τασκένδη. Εκεί πια νόμισα πως τελείωσε η ζωή μου, η ζωή που διάλεξα. Τα υπόλοιπα χρόνια θα κυλούσαν πάντα μες στην ίδια προοπτική, σταχτιά ή ρόδινη, αδιάφορο. Έγιναν τρομερά πράγματα, δε θέλω να μιλήσω, δε θέλω μήτε να τα σκέφτομαι…» Ο Ανδρέας, ο κεντρικός ήρωας του Στρατή Τσίρκα στη «Χαμένη ΆνοιξηΣτο site της Πολιτείας» επιστρέφει στην Αθήνα το 1965, μετέωρος και έκπληκτος στο χρονικό μεταίχμιο δύο συντριβών, του Εμφυλίου και της δικτατορίας. Ήδη από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου εξηγείται σιβυλλικά και σπαρακτικά συνάμα στον υποψήφιο αναγνώστη: Για την Τασκένδη δεν θα μιλήσει, για την Τασκένδη θα σωπάσει. Ίσως γιατί απ’ όλες τις μνήμες που κουβαλούσαν οι επαναπατρισθέντες από τις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες, η Τασκένδη ήταν η πιο οδυνηρή. Δίχασε ανεπίστρεπτα την κοινότητα των πολιτικών προσφύγων και σημάδεψε ανεξίτηλα την ιστορία της ελληνικής αριστεράς. Γι’ αυτό παρέμεινε ανομολόγητη για πολλά χρόνια, διολισθαίνοντας άλλοτε σε μια μοναχική λήθη κι άλλοτε εξιτάροντας θρυλικές αφηγήσεις σε μια αέναη αλληλοδιαδοχή αλήθειας και μύθου.
Φέτος συμπληρώνονται 70 χρόνια από την έναρξη του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου. Η τελευταία πράξη του συλλογικού δράματος παίχτηκε τρία χρόνια αργότερα στις οροσειρές του Βίτσι και του Γράμμου. Στις 29 Αυγούστου το 1949 ο Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας (ΔΣΕ) υποχώρησε προς την Αλβανία. Από εκεί θα ξεκινήσει το δικό μας ιστορικό ταξίδι συνοδεύοντας νοητά αυτούς που ο Βάλτερ Μπένιαμιν αποκαλούσε «ηττημένους της Ιστορίας» στους προσφυγικούς τους τόπους, ιχνηλατώντας διαδρομές πόνου πάνω σε θραύσματα μνήμης. Όσο τα περισσότερα μέλη του ΔΣΕ παρέμεναν σε πρόχειρα στρατόπεδα στην Αλβανία, υπήρχαν φόβοι για αναζωπύρωση της έντασης. Γι’ αυτό γρήγορα οργανώθηκε η μετακίνηση τους προς τα ανατολικά κράτη με μεγάλα εμπορικά πλοία. Κάποιοι έφτασαν μέσω Γιβραλτάρ σε πόλεις της Πολωνίας και της (τότε) Τσεχοσλοβακίας. Κάποιοι άλλοι πέρασαν τα Στενά, διέσχισαν τον Εύξεινο Πόντο και κατέληξαν μετά από ένα πολυήμερο και εξουθενωτικό ταξίδι με βαπόρια και τρένα, στα βάθη της Κεντρικής Ασίας, σε μια παράξενη πόλη μέσα στην στέπα που όταν είχε καλό καιρό λουζόταν μ’ ένα έντονο κοκκινωπό φως, στην Τασκένδη. 4.500 μίλια μακριά από την Ελλάδα. Μόλις έγινε η απογραφή, πήραν ένα ειδικό δελτίο ταυτότητας μόνιμου κατοίκου ξένης υπηκοότητας που δεν τους επέτρεπε να φύγουν από τη χώρα.
Στο κτίριο της Ελληνικής Εστίας στην πρωτεύουσα του Ουζμπεκιστάν φυλάσσεται η πλακέτα της ταυτότητας του νεοφερμένου και αποκαμωμένου από την κούραση και την απογοήτευση πληθυσμού: «Ήρθαμε το 1949. Άνδρες: 8.571, Γυναίκες: 3.401, Παιδιά: 25, Σύνολο: 11.997». Ένα μπουλούκι 12.000 ανθρώπων σαστισμένων από τα γεγονότα του Εμφυλίου, αλλά πεπεισμένων για τα ιδανικά τους, ξεμύτισε σ’ αυτήν την εσχατιά της τότε Σοβιετικής Ένωσης. «Πατρίδα από βαμβάκιΑπό τις εκδόσεις Κέδρος» την λέει η Έλενα Χουζούρη στο μυθιστόρημά της, από τις απέραντες βαμβακοφυτείες που απλώνονταν στον ορίζοντα σχηματίζοντας μια άσπρη θάλασσα. Και μάλλον έτσι ακούγονταν γλυκύτερα η Τασκένδη, γινόταν λιγότερο ξένη και ανοίκεια, το λευκό του βαμβακιού σκέπαζε το γκρίζο της βιομηχανικής ζώνης και μαλάκωνε κάπως τη νοσταλγία για τις ξεριζωμένες ζωές. Οι περισσότεροι ήταν αγρότες που δεν είχαν ξαναδεί κάτι παραπάνω από το χωριό τους, με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο και πρωτόλειες κοινωνικές και πολιτιστικές αναπαραστάσεις. Η Τασκένδη, πάλι, ήταν μια πολύχρωμη πόλη με Ουζμπέκους, Ρώσους, Ουκρανούς, Τατάρους, Αρμένιους, Εβραίους μέχρι και εκτοπισμένους Έλληνες του Πόντου. Άνθρωποι με πολύ διαφορετικά φυσικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά πηγαινοέρχονταν στην κεντρική πλατεία κάτω από το επιβλητικό και δαντελωτό κτίριο της όπερας. «Κόσμος παράξενος κυκλοφορούσε, σαν τα παραμύθια της Χαλιμάς» έλεγε η Αλκη Ζέη Η Άλκη Ζέη μιλάει για την εμπειρία της Τασκένδηςπεριγράφοντας την εμπειρία της στην πόλη όπου έζησε για δύο χρόνια με τον σύζυγο της, υπεύθυνο του κινηματογραφικού συνεργείου του ΔΣΕ στον Γράμμο, Γιώργο Σεβαστίκογλου.Ο Σεβαστίκογλου του θεάτρου και του αγώνα
Οι Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες οργανώθηκαν και έζησαν σε 14 «πολιτείες», όπως τις ονόμαζαν. Ήταν παλιά στρατόπεδα αιχμαλώτων πολέμου και αγροτικές φυλακές που σουλουπώθηκαν για να καλύψουν τις ανάγκες στέγασης του νεοεισερχόμενου πληθυσμού. Αποτελούνταν από άχαρους μακρόστενους θαλάμους 50-60 ατόμων με ξύλινα κρεβάτια πάνω και κάτω και κοινό μπάνιο. Δούλεψαν κατά κύριο λόγο ως βιομηχανικοί εργάτες, στη συνέχεια σύστησαν συνεργατικό συνεργείο οικοδόμων και με τη συνδρομή του κράτους έφτιαξαν κανονικά σπίτια για αυτούς και τις οικογένειες τους. Οι περισσότεροι, όμως, έζησαν σε συνθήκες συνεχούς προσωρινότητας και ατέρμονης προσμονής. Το πρόσταγμα του ΚΚΕ ήταν σαφές: «Ο ΔΣΕ δεν κατέθεσε τα όπλα, μονάχα τα έθεσε παρά πόδα».
Με τα «όπλα παρά πόδα», λοιπόν, οι ίδιοι εγκολπώνοντας το αρχέτυπο του ακάματου μαχητή, τον πρώτο καιρό αρνούνταν ακόμα και τα στρατιωτικά τους ρούχα να αποχωριστούν. Ταυτόχρονα λαχταρούσαν την επιστροφή στα χώματα που μεγάλωσαν και τους ανθρώπους που δεν πρόλαβαν να αποχαιρετίσουν. Η ευχή που αντάλλαζαν μεταξύ τους για πολλά χρόνια σαν μια αυθόρμητη τελετουργία της καθημερινής συναναστροφής ήταν «καλή πατρίδα».
Κι όσο η ευχή έπαιρνε το σχήμα μιας ανεκπλήρωτης προσδοκίας και η απόσταση στο χάρτη μεγάλωνε, τόσο τα σύννεφα πύκνωναν απειλητικά πάνω από την κοινότητα των Ελλήνων της Τασκένδης, προμηνύοντας το βίαιο ξέσπασμα που θα διασάλευε τη συνοχή της. Οι πρώτες συζητήσεις για τα αίτια της ήττας το 1952 και οι ζυμώσεις μετά το θάνατο του Στάλιν το 1953 πυροδότησαν τις αρχικές τριβές. «Τα γεγονότα της ΤασκένδηςΤα ντοκουμέντα για τις σχέσεις ΚΚΕ-ΚΚΣΕ, Το Βήμα», όπως κωδικοποιήθηκαν, κορυφώθηκαν στις 9 και 10 Σεπτεμβρίου το 1955 και μέχρι τις μέρες μας δεν έχουν βρει μια ψύχραιμη και αποστασιοποιημένη αποκρυστάλλωση. Ήταν η απόληξη ενός ρήγματος που βάθαινε ανάμεσα σε «ζαχαριαδικούς» και «αντιζαχαριαδικούς» και λειτούργησαν ως προπομπός της επερχόμενης αποσταλινοποίησης στο ιστορικό 20ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ και της αποπομπής του μέχρι πρότινος πανίσχυρου άνδρα του ΚΚΕ, Νίκου Ζαχαριάδη. «Στην Τασκένδη υπήρχαν οι περισσότεροι οπαδοί του Ζαχαριάδη. Οι Σοβιετικοί ήθελαν να πάρουν τον έλεγχο και να μεθοδεύσουν την αντικατάστασή του. Οι συγκρούσεις που έγιναν μεταξύ των Ελλήνων ήταν πολύ εκτεταμένες. Υπήρξαν καταδίκες για χουλιγκανισμό –που ήταν η κατηγορία της εποχής– και αργότερα το 1962 εκτοπίστηκαν περίπου 40 στελέχη των ζαχαριαδικών στη Σιβηρία. Στην πραγματικότητα η αποπομπή του Ζαχαριάδη είχε αποφασιστεί αλλά χρησιμοποιήθηκαν αυτά τα γεγονότα για να επισπευστεί. Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι η κοινότητα διαχωρίστηκε μετά από αυτό επηρεάζοντας ολόκληρη την καθημερινότητα τους. Χάλασαν δουλειές, παρέες και φιλίες έτσι» επισημαίνει ο ιστορικός και συγγραφέας του βιβλίου «Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες στην Τασκένδη 1949-1957Στο site της Πρωτοπορίας», Γαβρίλης Λαμπάτος.
Η ελληνική κοινότητα της Τασκένδης που κάποτε έφτασε να αριθμεί κοντά στους 35.000 ανθρώπους, σήμερα δεν μετράει πάνω από 2.000 άτομα. Αυτοί που έμειναν πίσω να συνομιλούν με τα φαντάσματα και να πατάνε ακόμα στα γυαλιά μια σύγκρουσης που δεν επουλώθηκε είναι κυρίως όσοι προχώρησαν σε μικτούς γάμους και οι για πολλά χρόνια «απάτριδες», αυτοί δηλαδή που δεν ενέπιπταν στη νομοθεσία για τον επαναπατρισμό, καθώς δεν είχαν δηλώσει «Έλληνες το γένος» αλλά «Σλαβομακεδόνες». Οι περισσότεροι σταδιακά επέστρεψαν, προσπάθησαν να ξαναριζώσουν σε μια χώρα που άλλαζε και προσπαθούσε να υπερβεί με το παρελθόν της, όχι διαβάζοντάς το, αλλά απωθώντας το σαν τρομακτικό σκιάχτρο που διώχνει τα πουλιά και σκοτεινιάζει τις παιδικές φαντασιώσεις.
Σε ένα μικρό διαμέρισμα στη Νέα Σμύρνη συνάντησα έναν από αυτούς. Δημήτρης Ζαφείρης τώρα. Τότε ήταν ο Τάκης Σάντρας, επικηρυγμένος με 150.000 δραχμές. Μου άνοιξε την πόρτα μ’ έναν αργό και σταθερό βηματισμό κι ένα πλατύ χαμόγελο που έσκαβε λίγο παραπάνω ένα πρόσωπο αυλακωμένο από σύνορα και οριοθετήσεις. Δίπλα του η Θοδώρα σερβίρει καφέ και λουκούμι στον παραδοσιακό μεταλλικό δίσκο με το ολόλευκο κεντητό σεμεδάκι. Δεν είναι ακριβώς σύζυγος, είναι κάτι παραπάνω. Έχει ένα ταυτόσημο σουλούπι. Τα ζευγάρια, λένε, μοιάζουνε μετά από πολλά χρόνια κοινής συμβίωσης, γίνονται μια αδιάσπαστη ολότητα που δε μπορείς να διακρίνεις τα μέρη της, ούτε να τα διανοηθείς χωριστά. Έτσι και η Θεοδώρα, άκουσε τόσες πολλές φορές αυτή την ιστορία που την έκανε δικιά της, παρότι δεν την έζησε. Μπορεί να την πει, να τη συμπληρώσει, να τη διορθώσει. Συνήθως δε χρειάζεται. Ο Δημήτρης Ζαφείρης στα 92 του διέσωσε ατόφια τη μνήμη του στο μπαούλο της ζωής του. Πρόθυμα το ξανανοίγει και ξεχύνονται από μέσα εικόνες και συναισθήματα μιας ταραγμένης εποχής.

alexandros_katsis_insstor_taskendi_06.jpg

[Aρχείο Δημήτρη Ζαφείρη]

«Το 1949 ήμουν 25 χρονών και πολύ δεμένος με τον τόπο μου. Πρώτη φορά έβγαινα έξω από το χωριό μου. Είχα τον πατέρα μου και τον έναν αδερφό μου στην Αμερική, τον άλλον αδερφό μου στην Ικαρία και τη μάνα μου μονάχη στην Κόνιτσα. Κάτσαμε λίγο στην Αλβανία κι από εκεί ήρθε και μας πήρε ένα μεγάλο ρωσικό πλοίο-φορτηγό. Ήμασταν κοντά στα 1.000 άτομα στο αμπάρι. Όσο διανύαμε τα ελληνικά ύδατα δεν μας άφηναν να βγούμε έξω, μήπως μας αναγνωρίσουν και χαλάσει η επιχείρηση. Μετά τον Βόσπορο βγήκαμε και μυρίσαμε τον αέρα. Φτάσαμε στο Πότι, ένα λιμάνι της Γεωργίας. Από εκεί μπήκαμε στο τρένο και πήγαμε στο Μπακού, πάλι καράβι για το Κρανσοντάρ και μετά το τελευταίο τρένο για Τασκένδη. Μετά το Κρασνοντάρ μας κάνανε απολύμανση για να φύγουν οι ψείρες. Όπως ήταν οι στρατιωτικοί μας σχηματισμοί στο βουνό, έτσι φύγαμε. Εγώ ήμουν στην 107η Ταξιαρχία. Μη με ρωτήσεις πόσες μέρες κάναμε. Ούτε που θυμάμαι» λέει και γελάει. Έχει μπόλικη όρεξη για καλαμπούρι. Όταν δεν ακούει την ερώτηση μου, με κοροϊδεύει για τα διστακτικά μου ντεσιμπέλ.

«Όταν φτάσαμε, μπήκαμε 15 μέρες σε καραντίνα για να γίνουν ιατρικοί έλεγχοι. Μετά κυκλοφορούσαμε ελεύθερα. Η Τασκένδη είχε μεγάλες πλατείες, φαρδιούς δρόμους και δύο μεγάλες τεχνητές λίμνες. Δε τα ’χαμε ξαναδεί εμείς αυτά. Μέναμε σε 14 πολιτείες. Είχαν εστιατόριο που μας μαγείρευαν τρεις φορές τη μέρα και κοινό μπάνιο. Κάθε πολιτεία είχε τη δική της μονάδα υγειονομικής περίθαλψης και μια επιτροπή πολιτισμού. Φτιάξαμε ομάδες ποδοσφαίρου, χορού, θεάτρου. Εγώ ήμουν τερματοφύλακας στο ποδόσφαιρο και καρφί στο βόλεϊ. Τον Αύγουστο γινόταν μια μεγάλη γιορτή που κράταγε δέκα μέρες με τραγούδια και παιχνίδια. Εμείς δεν ξέραμε ούτε από γράμματα, ούτε από πολιτισμό. Εκεί μας έμαθαν».

alexandros_katsis_insstor_taskendi_05.jpg

[Αρχείο Δημήτρη Ζαφείρη]
Η αλήθεια είναι ότι το καθεστώς μερίμνησε για την εκπαίδευση και την κατάρτιση τους. Στα σοβιετικά σχολεία δημιουργήθηκαν ελληνικά τμήματα, όπου τα παιδιά μάθαιναν τη μητρική τους γλώσσα αλλά και τα ρώσικα. Η νέα γενιά που γαλουχήθηκε σ’ αυτές τις συνθήκες, στην πλειονότητα της σπούδασε και συγκρότησε ένα υψηλά καταρτισμένο εργατικό δυναμικό. Σε κάθε πολιτεία, όμως, λειτουργούσε και σχολείο εργαζομένων που ασχολήθηκε με την επιμόρφωση των ενηλίκων και σταδιακά το 56% των αρχικά αναλφάβητων εκμηδενίστηκε. «Εγώ είχα μάθει τη γλώσσα, αλλά όχι καλά. Ξέρεις, επειδή οι Έλληνες μέναμε όλοι μαζί και κουβεντιάζαμε μεταξύ μας, δεν μάθαμε πολύ καλά τα ρώσικα» μου εξηγεί ο κύριος Δημήτρης. Οι Έλληνες πολύ λίγο αναμείχθηκαν με τον ντόπιο πληθυσμό, δεν ανέπτυξαν σχέσεις ούτε καν με τους Έλληνες του Πόντου. Έπρεπε να διεκπεραιώσουν ένα τιτάνιο έργο μιας γρήγορης προσαρμογής σ’ ένα ολότελα ξένο περιβάλλον και να λύσουν ζωτικά προβλήματα, όπως η εκμάθηση της γλώσσας και η οικογενειακή επανένωση. Συγκρότησαν μια νέα κανονικότητα γύρω από την κοινότητα τους και η αλληλεπίδραση τους με τους υπόλοιπους ήταν πολύ περιορισμένη.
Δούλεψαν όμως πολύ. Μεσούντος του Ψυχρού Πολέμου, η Σοβιετική Ένωση πάσχιζε να μεγιστοποιήσει τους ρυθμούς παραγωγής και δεν άφηνε περιθώρια για χαλάρωση. «Στην αρχή κάνανε διαλογή. Τους υπερήλικους αντάρτες τους βάλανε σε βοηθητικές δουλειές, τους υπόλοιπους μας έσπρωξαν στην παραγωγή. Εγώ πήγα σ’ ένα εργοστάσιο που έφτιαχνε εκσκαφείς. Την πρώτη μέρα μας δώσανε καθαρά ρούχα, παπούτσια και 500 ρούβλια. Βέβαια, εμείς για κάμποσο καιρό νομίζαμε ότι κάναμε διάλειμμα και ότι θα μας ξανακαλέσουν στο βουνό. Κάνανε αμάν να μας πείσουν να βγάλουμε τα στρατιωτικά μας ρούχα. Όταν πήγα εγώ στο εργοστάσιο, ο στόχος ήταν να βγάζουμε 5 φαγάνες το μήνα, όταν έφυγα είχε ανέβει στις 28. Έπρεπε να βγαίνει το πλάνο. Αν το πιάναμε, πληρωνόμασταν καλά. Φτάναμε έως και τα 1.500 ρούβλια το μήνα. Πολλή δουλειά όμως, 10-12 ώρες την ημέρα. Κάθε φθινόπωρο μαζεύαμε βαμβάκια με τα χέρια». Δεν παραπονιέται καθόλου. Όση ώρα ζωντάνευαν ξανά μπροστά του οι αναμνήσεις με τις ψείρες, το κρύο, τη δουλειά στο εργοστάσιο, δεν διαισθάνθηκα ούτε για μια στιγμή το ηχόχρωμα της φωνής του να αγριεύει ή να πνίγεται. Τα ’λεγε με την τρυφερή ηρεμία του παππού που διαβάζει παραμύθια στα εγγόνια του. Κι ας ήταν αληθινά, κι ας μην είχαν happy end. Η Τασκένδη, εξάλλου, δεν χρειάζεται δραματοποίηση. Εσωκλείει από μόνη της το αυθεντικό δράμα του εξόριστου που αρκεί για να βαραίνει την ανάσα και να υγραίνει τα μάτια. Ο λόγος όμως, όπως μας έμαθε η ψυχολογία, λειτουργεί καθαρτικά. Όχι μόνο γι’ αυτόν που μιλάει. Αλλά και γι’ αυτόν που ακούει. Κι εγώ είχα μεγάλη ανάγκη να ακούσω τη συνέχεια αυτής της ιστορίας, ανασυγκροτώντας μέσα από τα ατομικά βιώματα ένα αθέατο κομμάτι ιστορικής μνήμης.
Μου είπε λοιπόν γι’ αυτούς που τα κατάφεραν και γι’ αυτούς που λύγισαν από τις αντιξοότητες. Τους Έλληνες οι Ρώσοι και οι Ουζμπέκοι τους υποδέχτηκαν με θέρμη. Είχαν την αίγλη του παρτιζάνου που κατέβηκε από το βουνό. Δεν προσαρμόστηκαν όλοι εύκολα. Κάποιοι διαμαρτυρήθηκαν για τις σκληρές συνθήκες, πήγαν στην πρεσβεία της Μόσχας και ζήτησαν επαναπατρισμό. «Ήταν μεγάλη ντροπή αυτό» υποστηρίζει. «Όλοι πιστεύαμε ότι θά ’ρθει η ώρα να γυρίσουμε, όχι όμως να ζητήσουμε επαναπατρισμό. Κι εμένα μου έλειπε το χωριό. Με έτρωγε η αγωνία για τη μάνα μου. Γυναίκα δεν είχα, όσο ήμασταν στο αντάρτικο δεν παντρευόμασταν. Φοβόμασταν μη πεθάνουμε και την αφήσουμε χήρα».

Η Θεοδώρα που στέκεται με πραότητα δίπλα του και του δίνει νερό όταν κομπιάζει, ήρθε πολύ αργότερα στη ζωή του. Μεσολάβησαν τα γεγονότα της Τασκένδης: «Ο Χρουτσώφ ήθελε να αλλάξει τις Κεντρικές Επιτροπές όλων των κομμάτων. Ήθελε να το κάνει και στην Τασκένδη. Είχε φτιάξει μια δική του κλίκα, αλλά οι ζαχαριαδικοί ήταν περισσότεροι και ανένδοτοι. Δε μπόρεσαν να τους σπάσουν. Άρχισαν οι καθημερινοί τσακωμοί. Ένα βράδυ ακούσαμε ένα τσούρμο σαν άλογα. Μάθαμε ότι στην πολιτεία που έμενε η Κεντρική Επιτροπή γινόταν πόλεμος. Πήγαμε κι εμείς. Είχαν στριμώξει αυτούς που έκαναν την επίθεση –τους αντιζαχαριαδικούς– σε μια γωνία. Λένε ότι του Δημητρίου του έκοψαν το αφτί. Τι να σου πω; Εγώ δεν είδα κάτι τέτοιο. Το άλλο βράδυ είχα πάει σινεμά. Γύριζα αμέριμνος τη νύχτα και πριν προλάβω να κατέβω από το τρόλεϊ με περιλαμβάνουν καμία 15αριά. Έχω ακόμα σημάδια από το ξύλο. Με μετέφεραν αναίσθητο στο νοσοκομείο. Μετά έμαθα ότι με απέλυσαν κι απ’ το εργοστάσιο. Ευτυχώς ξαναβρήκα δουλειά σ’ ένα μικρότερο».
Για κάμποση ώρα, όση διαρκούσε αυτό το κομμάτι της διήγησης, φουρτουνιάζει, όπως οι περισσότεροι που ενεπλάκησαν σ’ αυτά τα γεγονότα. Τα ανακαλούν με θυμό και πίκρα, υπερασπίζονται με σθένος το δικό τους υποφωτισμένο κομμάτι της αλήθειας, αναβιώνουν το σχίσμα που δεν κατόρθωσαν να τιθασεύσουν και μετά ανακτούν μια όψη αναπάντητου και μάταιου. Τα πρώτα χρόνια οι επαναπατρισθέντες δίσταζαν να μιλήσουν για εκείνα τα ζόρικα βράδια, απέστρεφαν το βλέμμα σαν να αποζητούσαν ένα βάλσαμο στη λήθη. Κάποιοι δεν ήθελαν να δυσφημίσουν το κόμμα, κάποιοι άλλοι δεν είχαν καταφέρει καλά-καλά να επεξεργαστούν τα αστραπιαία καρέ μιας ζωής που γύρναγε τούμπα.
Ο Δημήτρης Ζαφείρης μετά από αυτά πήρε το δρόμο της επιστροφής. Έφυγε από την Τασκένδη στις 8 Απριλίου του 1958. «Για να είμαι ειλικρινής, δεν θα έφευγα αν δεν είχαν δημιουργεί αυτές οι φαγωμάρες μεταξύ μας» εξομολογείται σήμερα. Έφτασε στην Ελλάδα με αεροπλάνο. Στο αεροδρόμιο του είπαν να κάνει δήλωση. Εννοούσαν για τα πράγματα και τις βαλίτσες που έφερνε μαζί του. Καταραμένη λέξη η «δήλωση» τότε για τους αριστερούς. Παρέπεμπε στο ρεβανσισμό και την αποποίηση ιδεών. «Καλά δε ντρέπεστε μετά τόσα χρόνια;» αναφώνησε. Γελάει μ’ αυτό το χαριτωμένο στιγμιότυπο, αλλά πικραίνεται όταν θυμάται ότι του απαγόρευσαν το 1967 να πάει στην Αμερική για την κηδεία του αδερφού του. Γνώρισε τη γυναίκα του, παντρεύτηκαν, έκαναν παιδιά. Το 1964 επί Γεωργίου Παπανδρέου ήρθε και η ανάκτηση της πολυπόθητης ιθαγένειας.
«Και τελικά γιατί έγιναν όλα αυτά;» τον ρώτησα στον αποχαιρετισμό. «Ήμασταν νέα παιδιά κοπέλα μου. Έβραζε το αίμα μας. Θέλαμε να δημιουργήσουμε μια κοινωνία ειρήνης και δημοκρατίας. Δυστυχώς, τα πράγματα δεν ήρθαν έτσι» απάντησε.

Έχει συνεργαστεί με το VICE, το Έψιλον της Ελευθεροτυπίας, το protagon.gr και από το 2012 με το ΒΗΜΑgazino. Συμμετείχε στην ερευνητική ομάδα για τα ντοκιμαντέρ Φυλές της Αθήνας (ΕΡΤ) και Beyond Gender Greece (ANT1). Τιμήθηκε με το Δημοσιογραφικό Βραβείο «Ελένη Βλάχου» 2013.
Το 2011 ήταν ο επίσημος φωτογράφος των Special Olympics. Μέχρι το 2014 εργαζόταν στο πρακτορείο Fosphotos. Η δουλειά του έχει δημοσιευτεί σε ελληνικά και διεθνή μέσα. Το 2015 τιμήθηκε με το Prix de la Photographie Paris.

Τα προβλήματα υγείας που διαμόρφωσαν γεγονότα παγκόσμιας απήχησης

iisiorhhageonotaaass000

Την παγκόσμια ιστορία τείνουμε να τη θεωρούμε ως τον προνομιακό χώρο όπου κάποιοι σπουδαίοι άνθρωποι παίρνουν σημαντικές αποφάσεις που επηρεάζουν τις ζωές εκατομμυρίων.
Κι έτσι παραγνωρίζουμε συχνά τον ανθρώπινο παράγοντα, τα μικρά παραλειπόμενα δηλαδή που εμπλέκονται στις διαδικασίες που καταλήγουν να γίνουν παγκόσμια γεγονότα.Την ώρα λοιπόν που οι άνθρωποι γράφουν Ιστορία, οι άνθρωποι αρρωσταίνουν επίσης, και συχνά πυκνά αυτά τα δυο διασταυρώνονται.Από τον αναπάντεχο αυτό γάμο προκύπτουν πολλά και διάφορα…

Ο «αδελφός του Ιησού Χριστού» Χονγκ Ξιουκουάν αρρωσταίνει, 20 εκατ. άνθρωποι χάνουν τη ζωή τους

iisiorhhageonotaaass1Στα μέσα του 19ου αιώνα, με τη δυναστεία των Τσινγκ να παραδέρνει, ένας νέος ηγέτης αναδύεται από το χάος και θέλει να επιβάλει ένα ιδιαίτερο κράμα χριστιανικής ηθικής και ιδιόρρυθμων κοινωνικο-πολιτικών απόψεων. Ο «νεότερος αδελφός του Ιησού Χριστού», όπως αυτοαποκαλούνταν ο Χονγκ Ξιουκουάν, θέλησε να καθαρίσει την Κίνα από τη «δαιμονολατρία», τις κυριότερες θρησκείες της χώρας δηλαδή (βουδισμό, κομφουκιανισμό και ταοϊσμό), προκαλώντας έναν εμφύλιο πόλεμο που θα άφηνε τη χώρα ερείπιο.Όλα ξεκίνησαν το 1837, έχοντας αποτύχει και πάλι στις εξετάσεις για τα ανώτερα κρατικά αξιώματα, όταν ο δάσκαλος του χωριού Χονγκ Ξιουκουάν αρρώστησε και ο υψηλός πυρετός τον έκανε να βλέπει μυσταγωγικά οράματα: είδε λέει δύο σιλουέτες, αυτόν που αργότερα ισχυρίστηκε ότι ήταν ο Ιεχωβάς («ο Ουράνιος Πατέρας» του, όπως είπε) και τον Ιησού Χριστό (τον «αδελφό μου»). Αυτοί τον κάλεσαν να απαλλάξει την Κίνα από τις παραδοσιακές θρησκείες της και να στρατευτεί στον αγώνα των δυτικών ιεραποστόλων να φέρουν τον χριστιανισμό στην αχανή χώρα.Όντας σε κατάσταση κωματώδους λιποθυμίας για τέσσερις ολόκληρες ημέρες, ο Χονγκ είδε τον μουσάτο ουράνιο πατέρα να τον καλεί να σφάξει όλους τους δαίμονες. Έφτιαξε λοιπόν μια σέχτα και περίμενε μέχρι το 1851 για να βάλει σε εφαρμογή το σχέδιο του θεού: ίδρυσε το κρατίδιο Ουράνιο Βασίλειο της Μεγάλης Γαλήνης (Ταϊπίνγκ), το οποίο συνδύαζε ψευτοχριστιανικές δοξασίες με κοινωνικές και οικονομικές πολιτικές κοινοκτημοσύνης, και εξαπέλυσε μια πρωτοφανή σε αγριότητα επίθεση κατά των αυτοκρατορικών δυνάμεων.Ο Χονγκ έφτιαξε το βασίλειό του και θα χρειαζόταν η κοινή δράση Κινέζων και Δυτικών για να γκρεμιστεί από τον Ουράνιο Θρόνο του το 1864. Η Επανάσταση των Ταϊπίνγκ άφησε κάπου 20 εκατ. νεκρούς…

Ο λάρυγγας που προκάλεσε έναν παγκόσμιο πόλεμο

iisiorhhageonotaaass2Κάτω από την ηγεσία του Φρειδερίκου Γ’, η πολιτικά ασταθής γερμανική αυτοκρατορία βελτιωνόταν διαρκώς, καθώς ο βασιλιάς ήταν κάθετα αντίθετος στις εθνικιστικές και ιμπεριαλιστές τάσεις των υπόλοιπων ευρωπαϊκών δυνάμεων, προωθώντας συνταγματικές αλλαγές και σοβαρές δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις. Ταυτοχρόνως, ήταν φανατικά κατά του πολέμου και παρά τις νίκες του τόσο στον Αυστρο-Πρωσικό όσο και τον Γαλλο-Πρωσικό Πόλεμο, δεν ήθελε να ακούει για εμπόλεμες συγκρούσεις.Δυστυχώς για τον Φρειδερίκο αλλά και τον υπόλοιπο κόσμο, όλα έμελλε να αλλάξουν όταν θα πέθαινε από καρκίνο του λάρυγγα. Παρά το γεγονός ότι η πάθησή του ήταν ακόμα και στα χρόνια του ιάσιμη, οι γιατροί δεν τη διέγνωσαν σωστά όχι μία, όχι δύο, αλλά τρεις φορές, πιστεύοντας πως ο όγκος ήταν καλοήθης.Όπως έχει υποστηριχθεί συχνά, αν οι βασιλικοί γιατροί είχαν εντοπίσει έγκαιρα τον καρκίνο, τότε ο δρόμος προς τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο θα ήταν ενδεχομένως πολύ διαφορετικός. Γιατί στο τιμόνι τον διαδέχτηκε ο γιος του, ο μεγαλομανής Γουλιέλμος Β’ της Γερμανίας, ο οποίος έβαλε αμέσως τη χώρα του στο παιχνίδι του εμπορικού και αποικιακού ανταγωνισμού, γεγονότα που κατέληξαν στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.Αν ζούσε ακόμα ο Φρειδερίκος Γ’, τότε η Γερμανία δεν θα υιοθετούσε την επιθετική διπλωματία ούτε τον ιμπεριαλισμό των άλλων δυνάμεων, ούτε και τον λυσσαλέο ανταγωνισμό με τη Βρετανία φυσικά. Ταυτοχρόνως, αν είχε προλάβει να κάνει την αυτοκρατορία του συνταγματική μοναρχία, όπως ήθελε διακαώς ο Φρειδερίκος, τότε η Βουλή θα είχε μπλοκάρει τα φονικά σχέδια του Γουλιέλμου Β’ για ευρωπαϊκή κυριαρχία…

Οι αιμορροΐδες του Βοναπάρτη που τον έκαναν να χάσει μια αυτοκρατορία

iisiorhhageonotaaass3Ο ρους της Ιστορίας μπορεί πράγματι να αλλάξει ελλείψει μιας απλής θεραπευτικής κρέμας για τις αιμορροΐδες! Ήταν στο ίδιο το παγκόσμιο σύμβολο της ήττας, το Βατερλό, που ο Βοναπάρτης έχασε εκεί που θα μπορούσε να κερδίσει, καθώς πονούσε πολύ και δεν μπορούσε να διευθύνει τα στρατεύματά του με τη γνώριμη μεγαλοφυΐα του.Οι αιμορροΐδες τού προκαλούσαν ανείπωτο πόνο και τον αποδυνάμωσαν κατά τη διάρκεια της δραματικής μάχης που έμελλε να σημάνει το τέλος της ναπολεόντειας περιόδου της ευρωπαϊκής ιστορίας. Ο αυτοκράτορας της Γαλλίας υπέφερε από αιμορροΐδες ήδη από νεαρός και οι ιστορικοί συζητούν πλέον σοβαρά το ενδεχόμενο να οφείλεται η ηχηρή του ήττα στο Βατερλό στις αιμορροΐδες από τις οποίες υπέφερε τόσο ο ίδιος όσο και οι περισσότεροι στρατηγοί του.«Αχ και να είχα μια καλύτερη κρέμα», έγραψε ο Ναπολέων στο ημερολόγιό του όταν ήταν εξόριστος στην Αγία Ελένη το 1815. Οι αιμορροΐδες που τον ταλαιπωρούσαν εκείνη τη χρονιά δεν γιατρεύτηκαν, ρίχνοντας τη σκιά τους στα πολεμικά πεπραγμένα: τα ξημερώματα της 18 Ιουνίου 1815, ο Ναπολέων υπέφερε τόσο πολύ που αναγκάστηκε να καθυστερήσει τραγικά πολύ την έναρξη της επίθεσης (από τις 6:00 τα ξημερώματα στις 9:00 το πρωί και τελικά στις 12:00 το μεσημέρι), δίνοντας έτσι χρόνο στους Πρώσους να ενωθούν με τα στρατεύματα των Βρετανών. Η καθυστέρηση φαίνεται πως ήταν αποφασιστικής σημασίας για την έκβαση της μάχης και την ήττα του γαλλικού στρατού, αφού ακόμα και ο Ουέλινγκτον απέδωσε τον θρίαμβό του στην ένωση των δύο στρατών.Ο αυτοκράτορας δεν μπορούσε καν να σηκωθεί από το κρεβάτι την αποφράδα εκείνη μέρα. Το έκανε μετά κόπων και βασάνων, αν και το να ανέβει στο άλογό του ήταν τώρα απαγορευτικό. Καθ’ όλη τη διάρκεια της μάχης, ο Ναπολέων στεκόταν όρθιος, πονούσε αφόρητα και δεν μπορούσε να ιππεύσει ούτε στιγμή. Όταν είδε ότι δεν ήταν σε θέση να διευθύνει τους άντρες του όπως ήθελε, παρέδωσε τη στρατηγία στον ανεπαρκή στρατάρχη του και επέστρεψε στη σκηνή του…

Ο Μαρτίνος Λούθηρος και οι περιπέτειες της τουαλέτας

iisiorhhageonotaaass4Η προτεσταντική Μεταρρύθμιση ξεκίνησε από τα κηρύγματα και τα γραπτά του αυγουστίνου μοναχού, διπλωματούχου φιλοσοφίας, διδάκτορα θεολογίας και καθηγητή πανεπιστήμιου Μαρτίνου Λούθηρου. Το διαμαρτυρόμενο θεολογικό κίνημά του που άλλαξε τον κόσμο, όταν αναγνωρίστηκε ο λουθηρανισμός πλάι στον καθολικισμό, φαίνεται πως ξεκίνησε μέσα στους τέσσερις τοίχους του αποχωρητηρίου!Υποφέροντας από χρόνια δυσκοιλιότητα, ο Λούθηρος περνούσε αρκετές ώρες της ημέρας μέσα στην απομόνωση της τουαλέτας. Αυτές τις στιγμές της μοναξιάς και της περισυλλογής σκεφτόταν διάφορα και το μυαλό του φτερούγιζε πάντα γύρω από τις θεολογικές σκέψεις. Στο αποχωρητήριο έγραψε εξάλλου τις περιβόητες «95 Θέσεις» του, το έγγραφο που εγκαθίδρυσε τον προτεσταντισμό ως θεολογικό ρεύμα!Αλλά και οι ιδιαίτερες αναγνώσεις του της Αγίας Γραφής επίσης μέσα στην τουαλέτα σχηματοποιήθηκαν. Λέγεται συχνά ότι ο προτεσταντισμός απομακρύνθηκε από τον καθολικισμό μέσα σε αποχωρητήριο της Βιρτεμβέργης και πιθανότατα έχουν δίκιο. Στα γραπτά του Λούθηρου υπάρχουν μάλιστα αρκετές αναφορές σε κόπρανα ή φράσεις-λιγοπαίγνια με τα πεπραγμένα της τουαλέτας, την ίδια ώρα που, αναγνωρίζοντας τη συνεισφορά που έπαιξε η λυτρωτική αφόδευση στη ζωή του, ο Λούθηρος αποδίδει την επιφοίτησή του «στη γνώση που το Άγιο Πνεύμα μου έδωσε στο αποχωρητήριο του πύργου»!

Ο τραυματισμένος βουβώνας που σκότωσε τον Τζον Κένεντι

iisiorhhageonotaaass5Τον Σεπτέμβριο του 1963, η ακόρεστη δίψα του αμερικανού προέδρου για το γυναικείο φύλο τον πρόλαβε, καθώς έπειτα από ένα ξέφρενο βράδυ με καλή παρέα ο Κένεντι τραυμάτισε τους μυς της βουβωνικής του χώρας. Για να αποτρέψουν περαιτέρω ζημιά, οι γιατροί του τον ανάγκασαν να φορά έναν στενό κορσέ από τον ώμο ως τον βουβώνα του.Το ιατρικό αυτό στήριγμα τον ανάγκαζε να παραμένει σε όρθια στάση, καθώς το να σκύψει ήταν τώρα αδύνατο. Κι ενώ για όλους εμάς αυτό θα ήταν μια ενόχληση στην καθημερινότητα, για τον Κένεντι έμελλε να αποδειχθεί θανάσιμο.Όταν χτυπήθηκε από την πρώτη σφαίρα του δολοφόνου, δεν έσκυψε λοιπόν μπροστά όπως ο κυβερνήτης Τζον Κόναλι. Παρέμεινε αναγκαστικά σε όρθια στάση επιτρέποντας στον Λι Χάρβεϊ Όσβαλντ να του ρίξει άλλες τρεις σφαίρες πριν ο πρόεδρος καταφέρει τελικά να γείρει μπροστά.Όπως δήλωσαν οι δύο γιατροί του νοσοκομείου που μεταφέρθηκε ο Κένεντι μπροστά στη διερευνητική Επιτροπή Γουόρεν, ο πρόεδρος θα είχε επιβιώσει από το τραύμα της πρώτης σφαίρας και δεν θα έχανε τη ζωή του αν δεν φορούσε τον μοιραίο εκείνο κορσέ…____________________  Πηγή: newsbeast.g

Η παραβολή του φασιανού

Του Βασίλη Παζόπουλου*
Υπάρχει διάχυτη η εντύπωση πως μετά από τόσα χρόνια ποσοτικής χαλάρωσης και χαμηλών επιτοκίων, οι αμερικάνικες εταιρείες θα πρέπει να έχουν συσσωρεύσει τεράστια ποσά σε μετρητά. Πράγματι, το σύνολο των ταμειακών διαθεσίμων, αν εξαιρέσουμε τις εταιρίες του χρηματοοικονομικού κλάδου, αυξήθηκαν σε επίπεδα ρεκόρ, πλησιάζοντας τα 2 τρισεκατομμύρια δολάρια.
Φαινομενικά είναι μια καλή εξέλιξη, αλλά με μια δεύτερη ματιά βρισκόμαστε μπροστά σε μια δυσάρεστη έκπληξη. Τα χρέη συσσωρεύτηκαν με πολύ ταχύτερους ρυθμούς. Στην πραγματικότητα η συντριπτική πλειοψηφία των επιχειρήσεων έχει βυθιστεί σε μια παγίδα χρέους.
Μια πρόσφατη μελέτη σε πάνω από 2.000 επιχειρήσεις, από την Standard & Poor’s, αποκάλυψε πως μόλις 25 εταιρίες κατέχουν τα μισά εταιρικά μετρητά στις ΗΠΑ (η έρευνα αναφέρεται στις μη χρηματοοικονομικές εταιρείες).
Αν εξαιρέσουμε τις 25 πλουσιότερες, η μέση επιχείρηση που έχει αξιολογηθεί με υψηλό βαθμό φερεγγυότητας κατέχει 17 σεντς μετρητών στο ταμείο της για κάθε δολάριο που χρωστάει, ενώ οι χαμηλότερης πιστωτικής ποιότητας μόλις 12.
Το 2015 το ανεξόφλητο χρέος διογκώθηκε κατά 50 φορές σε σχέση με την αύξηση των ταμειακών διαθέσιμων. Η αναλογία μετρητών προς χρέος είναι τόσο χαμηλή, που πλέον πλησιάζει το επίπεδο πριν από τη μεγάλη οικονομική κρίση του 2008, όπως αναφέρει η έκθεση.
Ποιος έχει μαζέψει τα λεφτά
Τα μετρητά είναι περισσότερο από ποτέ συγκεντρωμένα στην κορυφή της επιχειρηματικής πυραμίδας. Το ποσοστό ήταν 38% πριν από πέντε χρόνια, ενώ σήμερα έχει σκαρφαλώσει στο 51%.
Ο τομέας της τεχνολογίας κατέχει τη μερίδα του λέοντος με 63% των συνολικών ταμειακών διαθεσίμων, ενώ πριν μια δεκαετία ήταν σχεδόν το μισό. Το 1/4 των μετρητών το κατέχουν οι 3 τεχνολογικοί γίγαντες. Η Apple (που κατέχει τα σκήπτρα από το 2009), η Microsoft και η Alphabet (Google). 
Το παράδοξο είναι πως ενώ οι πιο υγιείς επιχειρήσεις κατέχουν τόσα μετρητά, προσφεύγουν στις αγορές εκδίδοντας ομόλογα. Ο λόγος είναι πως χρειάζονται χρήματα για να καλύψουν τις εγχώριες ανάγκες τους.
Οι επιχειρήσεις αυτές δημιουργούν πολύ σημαντικό ποσοστό των ταμειακών ροών τους εκτός ΗΠΑ και αποφεύγουν να επαναπατρίσουν τα μετρητά, γιατί θα πρέπει να πληρώσουν υψηλό φόρο που ανέρχεται στο 35%.
Τα χαμηλά επιτόκια οδηγούν σε αποεπένδυση
Ένας προφανής λόγος για την εκτόξευση του εταιρικού χρέους είναι η πολιτική των χαμηλών επιτοκίων, η οποία αναζωογόνησε την αμερικάνικη οικονομία με βαρύ αντίτιμο: 
τη διεύρυνση των ανισοτήτων, τον εθισμό στην πίστωση και τον κλονισμό του δόγματος της μη επέμβασης του δημοσίου στην αγορά.
Θεωρητικά με τα χαμηλά επιτόκια ευνοούνται οι επενδύσεις. Ωστόσο, στην πράξη τα τεχνητά χαμηλά επιτόκια προκαλούν αποεπένδυση.
Αντί να ενθαρρύνει τις επιχειρήσεις να επενδύσουν σε σύγχρονες παραγωγικές διαδικασίες για να αυξήσουν την παραγωγικότητα τους, τις ενθαρρύνει να εξαγοράζουν τον ανταγωνισμό. Είναι πιο ευκολότερο από το να ανταγωνίζονται.
Επίσης είναι φτηνότερο να επαναγοράζουν τις μετοχές τους για να ανέβουν τα κέρδη ανά μετοχή, ακόμα και όταν τα περιθώρια κέρδους τους μειώνονται, από το να επενδύσουν σε νέα μηχανήματα. Είναι σαν να αγοράζετε το σπίτι σας σε υψηλότερη τιμή, και στη συνέχεια να ισχυρίζεστε ότι αξίζει περισσότερα χρήματα !
Για αυτό φτάσαμε στο παράδοξο του να μην  ανεβαίνει η παραγωγικότητα παρά την τεχνολογική πρόοδο.
Η παραβολή του φασιανού
Τι συμβαίνει όταν μια κοινωνία θυσιάζει το μακροπρόθεσμο συμφέρον της για χάρη των βραχυπρόθεσμων ανταμοιβών;
Η απάντηση δίνεται από την παραβολή του φασιανού: 
Μετά από κάποιο σημαντικό γεγονός, για παράδειγμα ένας βαρύς χειμώνας ή την  αποτελεσματικότητα των κυνηγών, είχαμε ως αποτέλεσμα να επιβιώσει μόλις ένας φασιανός. Ο φασιανός όπως ήταν φυσικό, είχε αποκτήσει τον απόλυτο έλεγχο του χώρου και βέβαια της τροφής του.
Επειδή το περιβάλλον ήταν ρυθμισμένο να θρέψει μεγαλύτερο αριθμό πτηνών, είχε την δυνατότητα να τρώει όσο ήθελε.
Παρόλο που είχε πάρει κιλά, συνέχιζε να τρώει λαίμαργα, με αποτέλεσμα να γίνει υπερβολικά παχύς και οκνηρός. Μην μπορώντας πλέον να πετάξει, το τέλος του ήταν θέμα χρόνου.
Μια ημέρα μπήκε μέσα στο χωράφι μια αλεπού, δεν μπορούσε να διαφύγει και… τον έφαγε !
Στην αναζήτηση της παραγωγικότητας
Η αύξηση της παραγωγικότητας είναι δύσκολο να επιτευχθεί στον ανεπτυγμένο κόσμο. Ακόμα και σε αναδυόμενες αγορές, αρχίζει να γίνεται δύσκολο. Η Κίνα μετατόπισε εκατομμύρια ανθρώπους από την αγροτική παραγωγή στην βιομηχανική σε ένα σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα. Φυσικά η παραγωγικότητά της αυξήθηκε. Ωστόσο αυτά τα εύκολα κέρδη είναι αμφίβολο αν θα συνεχιστούν.
Στον ανεπτυγμένο κόσμο το μεγαλύτερο μέρος της οικονομίας δραστηριοποιείται στον τομέα των υπηρεσιών. Είναι δύσκολο να υπάρξει αύξηση της παραγωγικότητας σε καθαριστήρια, εστιατόρια και κομμωτήρια.
Το μεγάλο πρόβλημα σήμερα είναι η μείωση του περιθωρίου κέρδους στις μεταποιητικές μονάδες. Δεν είναι τυχαίο που ο πλούτος μετατοπίζεται στον τεχνολογικό κλάδο και απομακρύνεται από τις παραδοσιακές βιομηχανίες. Η μείωση της κερδοφορίας από την μείωση του οριακού ποσοστού κέρδους περιορίζει τις επενδύσεις.
Να προλάβουμε την αλεπού
Μέχρι τώρα το καπιταλιστικό σύστημα έβρισκε λύσεις. Η ευφυΐα του συνιστάται στο να μπορεί να μεταμορφώνει τις ατέλειες του σε ευκαιρίες.
Για να γυρίσει ο κοινωνικός τροχός πρέπει η απόσταση ανάμεσα στο χαμηλότερο στρώμα και  το αμέσως υψηλότερο να είναι προσβάσιμη. Ο δυνατότερος να μην υψώνει ανυπέρβλητα εμπόδια στον ανταγωνισμό.
Αποτελεσματικό οικονομικό σύστημα είναι εκείνο που ανοίγει ευκαιρίες για όλους. Που επιτρέπει να αναπτύξουν τις ικανότητες και τα ταλέντα τους δίχως να συνθλίβονται μέσα σε μια υπερβολικά άκαμπτη δομή. Για να μην κατέχει κανείς μονίμως τη πρώτη θέση στο παιχνίδι, τα ζάρια πρέπει να ξαναρίχνονται δίκαια.
Ας ελπίζουμε να το δούμε σύντομα, πριν μας προλάβει… η αλεπού.
* Ο κ. Βασίλης Παζόπουλος είναι οικονομολόγος, χρηματιστηριακός αναλυτής, συγγραφέας του βιβλίου «Επενδυτές χωρίς Σύνορα» (www.ependytes.com).

Είμαστε η γενιά που δε θέλει να κάνει σχέσεις

n-RELATIONSHIPS-APART

Θέλουμε μια δεύτερη κούπα καφέ στο Instagram μας τα πρωινά του Σαββάτου που τεμπελιάζουμε ή ένα ακόμη ζευγάρι παπούτσια για να τα βάλουμε στις καλλιτεχνικές φωτογραφίες των ποδιών μας. Θέλουμε μια σχέση που να είναι επίσημη στο Facebook ώστε να τη δουν όλοι, να κάνουν like και να σχολιάσουν, θέλουμε την ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που θα διαμοιραστεί περισσότερο στο #relationshipgoals.
Θέλουμε να έχουμε ένα ραντεβού για το brunch της Κυριακής, κάποιον να συμπάσχει στη βαρεμάρα της Δευτέρας, μια παρέα για να τσιμπήσουμε κάτι τις Τρίτες, κάποιον να μας στείλει μια καλημέρα με sms την Τετάρτη. Θέλουμε ένα συνοδό για όλους τους γάμους που είμαστε καλεσμένοι (μα πώς το κατάφεραν; Πώς βρήκαν το έτερόν τους ήμισυ;). Αλλά είμαστε η γενιά που δε θέλει σχέση.
Περνάμε στην οθόνη του κινητού μας το ένα πρόσωπο μετά το άλλο με την ελπίδα να βρούμε το κατάλληλο άτομο. Προσπαθούμε να βρούμε την «αδελφή ψυχή» μας λες και γίνεται κατόπιν ειδικής παραγγελίας. Διαβάζουμε άρθρα με τίτλους όπως «5 Τρόποι να ξέρεις ότι (αυτός) σε γουστάρει» και «7 Τρόποι να την κάνετε να σας ερωτευτεί» με την ελπίδα να γίνει κάποια στιγμή το άτομο αυτό η σχέση μας, λες και είναι κάποιο «ανέβασμα» φωτογραφίας στο Pinterest. Επενδύουμε περισσότερο χρόνο στο προφίλ μας στο Tinder από ότι στην προσωπικότητά μας. Παρόλα αυτά, δε θέλουμε σχέση.
«Μιλάμε» και στέλνουμε μηνύματα, κάνουμε Snapchat και “sexting”. Μιλάμε στο hangout εκμεταλλευόμαστε το happy our, βγαίνουμε για καφέ ή για μπύρα – οτιδήποτε αρκεί να αποφύγουμε ένα πραγματικό ραντεβού. Μιλάμε με ιδιωτικά μηνύματα (private message) για να συναντηθούμε, κάνουμε επιφανειακή κουβέντα για καμιά ώρα και στη συνέχεια επιστρέφουμε σπίτι και κάνουμε το ίδιο μέσω μηνυμάτων. Αποφεύγουμε με κάθε τρόπο την πραγματική επαφή παίζοντας αμοιβαία παιχνίδια χωρίς νικητή. Συναγωνιζόμαστε για να είμαστε «ο πιο αποκομμένος», για να έχουμε την «πιο απαθή συμπεριφορά» και να είμαστε οι «καλύτεροι στο να μην είμαστε συναισθηματικά διαθέσιμοι», αλλά αυτό που κερδίζουμε τελικά είναι τη μεγαλύτερη πιθανότητα του να μείνουμε μόνοι μας.
Θέλουμε το προσωπείο μιας σχέσης, αλλά δε θέλουμε να δουλέψουμε για τη σχέση. Θέλουμε το κράτημα του χεριού χωρίς όμως την επαφή πρόσωπο με πρόσωπο, το πείραγμα χωρίς τις σοβαρές συζητήσεις. Θέλουμε τη χαρούμενη υπόσχεση χωρίς την ίδια τη δέσμευση, τις επετείους για να γιορτάζουμε χωρίς τις 365 μέρες δουλειάς που σε οδηγούν σε αυτές τις επετείους. Θέλουμε το «και έζησαν αυτοί καλά» αλλά δε θέλουμε να προσπαθήσουμε για το «εδώ και τώρα». Θέλουμε τη βαθιά σύνδεση με τον άλλον, ενώ κρατάμε τα πράγματα σε επιφανειακό επίπεδο. Ανυπομονούμε για τη μεγάλη αγάπη που θα έρθει, χωρίς να έχουμε την πρόθεση να τη στηρίξουμε στα δύσκολα.
Δε θέλουμε σχέσεις – θέλουμε φίλους με… προνόμια, Netflix, άραγμα και Tinder. Θέλουμε οτιδήποτε μπορεί να μας δώσει την ψευδαίσθηση μιας σχέσης, χωρίς όμως να είμαστε πραγματικά σε σχέση. Θέλουμε όλες τις ανταμοιβές της σχέσης και καθόλου το ρίσκο της, όλη την επιβράβευση χωρίς το κόστος. Θέλουμε να συνδεθούμε με τον άλλο-αρκετά, αλλά όχι και πάρα πολύ. Θέλουμε να δεσμευτούμε – λίγο, αλλά όχι και πάρα πολύ. Το πάμε αργά: βλέπουμε που πάει το πράγμα, δε βάζουμε ταμπέλες, απλώς κάνουμε παρέα. Έχουμε το ένα πόδι μέσα από την πόρτα, έχουμε το ένα μάτι ανοιχτό, κρατάμε τον/την άλλο/άλλη σε απόσταση – παίζουμε με τα συναισθήματά τους αλλά κυρίως παίζοντας με τα δικά μας συναισθήματα.
Θέλουμε κάποιον να μας κρατά το χέρι, αλλά δε θέλουμε να του εμπιστευτούμε τη δύναμη να μας πληγώσει. Μας αρέσουν οι κλισέ ατάκες στο φλερτ, αλλά δε θέλουμε να φλερτάρουμε… γιατί αυτό εμπεριέχει την πιθανότητα της δέσμευσης. Θέλουμε να μας απογειώσει ο έρωτας αλλά την ίδια στιγμή θέλουμε να παραμένουμε ασφαλείς, ανεξάρτητοι και μένοντας μόνοι μας. Θέλουμε να συνεχίσουμε να κυνηγάμε την ιδέα του έρωτα, αλλά δε θέλουμε στα αλήθεια να τον αποκτήσουμε.
Όταν το πράγμα γίνεται αρκετά σοβαρό, τρέχουμε. Κρυβόμαστε. Φεύγουμε. Υπάρχουν κι αλλού πορτοκαλιές. Πάντα υπάρχει η ευκαιρία να ερωτευτείς κάποιον/κάποιαν άλλο/άλλη. Είναι τόσο μικρή η πιθανότητα να κρατήσει κάτι στις μέρες μας.
Ελπίζουμε με μια κίνηση στο κινητό (“swipe”) να φτάσουμε στην ευτυχία. Θέλουμε να «κατεβάσουμε» το ιδανικό μας ταίρι σα να πρόκειται για κάποια εφαρμογή – στην οποία θα μπορούμε να κάνουμε update κάθε φορά που εμφανίζεται κάποιο πρόβλημα, θα μπορούμε να τη βάζουμε σε ένα φάκελο στον υπολογιστή, και να τη διαγράφουμε όταν δεν τη χρειαζόμαστε πια. Δε θέλουμε να ξεδιπλώνουμε το περιεχόμενό μας – ή ακόμα χειρότερα, να βοηθήσουμε κάποιον να ξεδιπλώσει το δικό του. Θέλουμε να κρύψουμε το άσχημο προτάσσοντας το προσωπείο, να κρύψουμε την ατέλεια με ένα φίλτρο στο instagram, να δούμε ένα άλλο επεισόδιο στο Netflix αντί να κάνουμε μια πραγματική συζήτηση. Μας αρέσει η ιδέα του να αγαπάμε κάποιον παρά τα ελαττώματά του. Παρόλα αυτά κρύβουμε καλά τα μυστικά μας, χαρούμενοι που δε θα βγουν ποτέ στο φως της μέρας.
Νιώθουμε ότι δικαιούμαστε την αγάπη, όπως νιώθουμε ότι δικαιούμαστε να βρίσκουμε δουλειά μετά το πανεπιστήμιο. Η παιδική μας ηλικία που ήταν γεμάτη ανταμοιβές μας έμαθε ότι αν θέλουμε κάτι, το αξίζουμε. Οι βιντεοκασέτες της Disney μας έμαθαν ότι η πραγματική αγάπη, οι «αδελφές ψυχές» και το «ζήσαν αυτοί καλά» υπάρχει για όλους. Έτσι δεν καταβάλλουμε καμία προσπάθεια και μετά απορούμε γιατί δεν εμφανίζεται ο πρίγκιπας που ονειρευόμαστε. Καθόμαστε, εκνευρισμένοι που η πριγκίπισσά μας είναι άφαντη. Πού είναι το βραβείο της παρηγοριάς μας; Εμφανιστήκαμε, εδώ είμαστε. Πού είναι η σχέση που μας αξίζει; Η αληθινή αγάπη που κάποτε μας υπόσχονταν;
Θέλουμε να είναι κάποιος εκεί, αλλά δε μας ενδιαφέρει το άτομο. Θέλουμε ένα ζεστό σώμα, αλλά όχι ένα σύντροφο. Θέλουμε κάποιον να καθίσει δίπλα μας στον καναπέ, όσο χαζεύουμε άσκοπα σε ένα timeline, ή όσο ανοίγουμε μια άλλη εφαρμογή που θα μας αποσπάσει από τη ζωή μας. Θέλουμε να τα ‘χουμε όλα: να προσποιούμαστε πως δεν έχουμε συναισθήματα ενώ είναι προφανές πως έχουμε, θέλουμε να είμαστε ποθητοί σε κάποιον χωρίς όμως να θέλουμε να είναι κάποιος σε μας. Το παίζουμε δύσκολοι/δύσκολες μόνο και μόνο για να δούμε αν ο άλλος θα παίξει το ίδιο παιχνίδι – δεν το καταλαβαίνουμε καν εμείς οι ίδιοι. Καθόμαστε με φίλους και συζητάμε τους κανόνες, αλλά κανένας από μας δεν ξέρει καν το παιχνίδι που προσπαθούμε να παίξουμε. Γιατί το πρόβλημα της γενιάς μας, δηλαδή το να μη θέλουμε να κάνουμε σχέσεις, είναι ότι τελικά κατά βάθος θέλουμε να κάνουμε σχέσεις.
     Το άρθρο δημοσιεύθηκε στη The Huffington Post

Ο παπα-Μανώλης -ένας μοντέρνος παπάς- οδηγεί μηχανή. Ένας τροχονόμος που τον έχει βάλει στο μάτι, του κάνει νόημα 30 μέτρα πριν τα φανάρια για να τον σταματήσει. Ο παπάς πετυχαίνει και σταματά ακριβώς στο σημείο που του έχει υποδείξει. Για μέρες γινόταν το ίδιο πράγμα. Ο τροχονόμος κάθε φορά που έβλεπε τον παπά του έκανε νόημα να σταματήσει στα 20, στα 10, στα 5 και την τελευταία φορά στο 1 μέτρο. Εκείνη την τελευταία φορά λοιπόν, πάλι ο παπάς κατάφερε να σταματήσει ακριβώς στο υποδεικνυόμενο σημείο.
Γεμάτος απορία ο τροχονόμος για την ακρίβεια του παπά τον ρωτάει: «καλά, πώς τα καταφέρνεις κάθε φορά και είσαι τόσο ακριβής;»
Και ο παπάς λέει: «Ακου παιδί μου, εγώ έχω το Χριστό και την Παναγία μαζί μου και τα καταφέρνω».
«Ωπ!! τρία άτομα στη μηχανή; κλήση αμέσως!»