Ευριπίδου , photo by streethacker











Από τον Γιάννη τον Πενταμοδιανό η πιο κάτω ανάρτηση
Ένας στους έντεκα
Όλοι όσοι παρακολουθούν έναν συγκεκριμένο αγώνα βλέπουν τα ίδια πράγματα. Τα ίδια γεγονότα εκτυλίσσονται μπροστά στα μάτια τους. Έτσι, έχουν σε πολύ μεγάλο βαθμό την ίδια πρόσβαση στην πληροφορία και σε αυτό που ονομάζουμε δεδομένα. Επειδή λοιπόν σε έναν αγώνα ποδοσφαίρου ό,τι γίνεται φαίνεται, το πλαίσιο είναι σχετικά πρόσφορο για να διδαχτεί ο ένας από τον άλλο τρόπους σκέψης και αντίληψης.Δεν σκεφτόμαστε όλοι με τον ίδιο τρόπο και δεν αντιλαμβανόμαστε όλοι με τον ίδιο τρόπο τα πράγματα – έτσι δεν είναι; Δεν ερμηνεύουμε όλοι με τον ίδιο τρόπο τα φαινόμενα που εκτυλίσσονται μπροστά μας. Ο καθένας βγάζει τα δικά του συμπεράσματα και πολλές φορές με βάση αυτά διαμορφώνει την άποψη και τις πεποιθήσεις του και παίρνει ύστερα τις αποφάσεις του και ενεργεί.
Αυτό είναι αναμενόμενο, φυσιολογικό και λογικό. Καθένας μας έχει διαφορετική νοημοσύνη, διαφορετικό χαρακτήρα, διαφορετικές εμπειρίες στη ζωή και διαφορετική παιδεία και κατάρτιση.
Για να ακονίσουμε όμως όσο γίνεται την αντίληψή μας, θα πρέπει να προσπαθούμε να κερδίσουμε ό,τι μπορούμε από τον τρόπο σκέψης των άλλων ανθρώπων και να τον εξετάζουμε με άδολη περιέργεια. Για να μπορούμε να λέμε κι εμείς ό,τι κι ο σπουδαίος Σόλων: «Γηράσκω δ’ αεί πολλά διδασκόμενος».Με αυτό το σκεπτικό θα μοιραστώ μαζί σας κάποιες απόψεις μου για το ποδόσφαιρο με την ελπίδα να φανώ –έστω και σ’ έναν σας– χρήσιμος. Ας πάρουμε για παράδειγμα, λοιπόν, την αγαπημένη μου ομάδα, τον ΠΑΟΚ. Χάνει η ομάδα – η απογοήτευση στα τάρταρα. Κερδίζει – ο ενθουσιασμός στα ουράνια. Ανεξάρτητα από το αν χάνει ή κερδίζει μια ομάδα, όμως, κάποιος θα πρέπει να δει τα πράγματα πιο σφαιρικά και βαθύτερα, για να εκτιμήσει ως φίλαθλος τη δυναμική της.Ας αφήσουμε στην άκρη, λοιπόν, τις παταγώδεις ήττες ή τις περίτρανες νίκες. Ποιο νομίζετε ότι είναι το κυριότερο αγωνιστικό πρόβλημα αυτής της ομάδας φέτος; Προσωπικά πιστεύω ότι είναι η παρουσία ενός-δύο συγκεκριμένων αθλητών στη βασική ενδεκάδα. Και μη νομίζετε ότι είμαι και πολύ αυστηρός ή απαιτητικός… Με κάθε επιείκεια, κατά την προσωπική μου άποψη, δύο από αυτούς που παίζουν σε αρκετά παιχνίδια είναι απολύτως ακατάλληλοι για αυτό το αγωνιστικό επίπεδο.
Κι εδώ υπάρχει το παράδειγμα της διαφορετικής αντίληψης. Γιατί αν ρωτήσει κανείς εκατό ανθρώπους για το ίδιο θέμα, υπάρχει η σοβαρή πιθανότητα να πάρει εκατό απαντήσεις, διαφορετικές από αυτήν που δίνω εγώ.
Οι περισσότεροι θα σταθούν σε αποσπασματικά γεγονότα μέσα στα παιχνίδια. «Φταίει ο τάδε που έχασε τις ευκαιρίες στο ένα παιχνίδι, φταίει ο δείνα που έκανε εκείνο το λάθος στο άλλο παιχνίδι». Δεν είναι όμως έτσι τα πράγματα…Η τακτική του ποδοσφαίρου είναι, είπαμε, χαοτική και πολυσύνθετη. Θα πρέπει κανείς να αντιλαμβάνεται σε βάθος τους συσχετισμούς, τις λεπτές ισορροπίες και τις αλληλεξαρτήσεις των γεγονότων μέσα σε έναν αγώνα. Αν ένας αμυντικός μέσος κάνει μια λάθος πάσα, φταίει αυτός ή μήπως το γεγονός ότι έχει εξαντληθεί επειδή τρέχει να μαρκάρει για δύο, επειδή ένας άλλος μέσος δεν ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις του και κάνει μέσα στο γήπεδο τον όμορφο;Ένας αμυντικός δεν το συνηθίζει να πηγαίνει πάνω στους αντίπαλους όταν αυτοί κινούνται γρήγορα με επιθετικές διαθέσεις, για να μην εκτεθεί, επειδή το ξέρει πως δεν μπορεί να τους προλάβει με τίποτα. Ο αντίπαλος, λοιπόν, σε μια στιγμή το εκμεταλλεύεται, κάνει μια σέντρα και η ομάδα δέχεται το γκολ με κεφαλιά. Φταίει ο τερματοφύλακας, ένας άλλος αμυντικός που δεν πήδηξε στην κεφαλιά ή ο πρώτος αμυντικός που το ’χει συνήθειο να παίζει για τον εαυτό του και όχι για την ομάδα;Θα πρέπει πάντα να μπορούμε να αντιληφθούμε ότι στις ομαδικές προσπάθειες αρκεί ένας και μόνον αδύνατος κρίκος για να μην ανταμειφθούν όπως πρέπει οι κόποι, οι αγώνες και οι θυσίες των υπολοίπων. Ένας αρκεί για να κάνει και τους άλλους να μην φαίνονται καλά. Σε μια ποδοσφαιρική ομάδα όταν ένας δεν μπορεί να καλύψει αμυντικά το χώρο ευθύνης του, το κενό που δημιουργεί μετακινείται συνεχώς σε όλα τα πλάτη και τα μήκη του γηπέδου.
Πάψτε να σκέφτεστε γραμμικά, αποσπασματικά. Πρέπει να σκεφτόμαστε πάντοτε σφαιρικά.
Αυτό μας μαθαίνει το ποδόσφαιρο για την κοινωνική οργάνωση: οι αστοχίες σε θέματα στελέχωσης πληρώνονται. Μια και δυο φορές μπορεί να την γλιτώσεις. Σίγουρα, όμως, στο τέλος θα το πληρώσεις. Όλοι κάνουν λάθη. Και δεν μπορούν όλοι να έχουν πάντα την ίδια απόδοση. Άλλο θέμα αυτό, όμως, κι άλλο η χρησιμοποίηση παικτών-στελεχών με εγγενείς, αξεπέραστες και μόνιμες αδυναμίες και ελαττώματα. Δεν είναι όλα τα λάθη μοιραία. Αυτό, όμως, είναι.Επομένως, ως πολίτες πρέπει να έχουμε μηδενική ανοχή στη στελέχωση του δημόσιου τομέα με ακατάλληλους ανθρώπους. Τα «δε βαριέσαι», «καλό παιδί» και «δικό μας παιδί» μας φέρανε εδώ… «Τι κακό, μωρέ, μπορεί να κάνει o ένας»;Σας πληροφορώ: μεγάλο! (Και δεν είναι κι ένας…)
«Γεμάτη τοπία μνήμης η Λαμία»
Επιμέλεια: Γιάννης Φώσκολος
Ο καταξιωμένος δάσκαλος, ο άνθρωπος που πλούτισε τα γράμματα και το θέατρο στην Ελλάδα με τον λόγο και την ανατρεπτική ματιά του γράφει για τον τόπο που τον γέννησε και τον ανέθρεψε. Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος στρέφει για άλλη μια φορά το βλέμμα στη Λαμία και θυμάται.«Οταν πριν από λίγα χρόνια ξαναβρέθηκα στη γενέθλια πόλη μου, τη Λαμία, απ’ όπου έφυγα έφηβος για σπουδές και μόνο για θλιβερά γεγονότα για λίγες ώρες επισκεπτόμουν, οδήγησα τα βήματά μου στο σταυροδρόμι, στο κέντρο της πόλης όπου μεγάλωσα και έστρεψα το βλέμμα μου και προς τα τέσσερα σκέλη του σταυρού, δεν συναντούσα τίποτα οικείο, δεν ακουμπούσε η μνήμη σε κάτι που να είναι γνωστό. Τότε συνειδητοποίησα πως μέσα σε 55 χρόνια το χτιστό τοπίο είχε αλλάξει άρδην. Η πόλη μου, η δική μου Αλεξάνδρεια, με είχε αφήσει, είχε φύγει.
Ο παππούς μου γεννήθηκε στην Υπάτη, ο πατέρας μου στον Δομοκό, η μητέρα μου στην Αταλάντη και εγώ με τα αδέλφια μου γεννηθήκαμε αλλά κυρίως μεγαλώσαμε στη Λαμία. Δικαιούμαι λοιπόν να πιστεύω πως είμαι γέννημα-θρέμμα Φθιώτης, Ρουμελιώτης αλλά τώρα πια που τα πάντα μεταλλάχθηκαν και ισοπεδώθηκε το γούστο, τα ήθη και το χτισμένο τοπίο, το μόνο που μένει από τις μνήμες μου, ώστε να επιστρέψει ο νους και να αναπαύεται, να νοσταλγεί και να χαλαρώνει αναμιμνησκόμενος εποχές παιδικής και εφηβικής ευφορίας, είναι το τοπίο, το φυσικό, και κάποιες μεριές όπου τίποτα δεν μπορεί να τις διαβρώσει.
Η μόνη νόμιμη, απαραβίαστη και διαχρονική συνέχεια συναντάται πάντα στα νεκροταφεία. Εκεί ο χρόνος έχει παγώσει και κάθε μνήμα αφηγείται όχι μόνο τη μικρή ή σημαντική περιπέτεια του νεκρού αλλά και το γούστο, το ήθος παλαιότερων εποχών. Ενας τάφος του 19ου αιώνα μπορεί να γειτονεύει με έναν σημερινό, πράγμα που η ζωή δεν επιτρέπει τέτοια γειτνίαση.
Κατά τα άλλα, ό,τι μένει ανεπηρέαστο από τον οδοστρωτήρα της μόδας και της τεχνολογίας αλλά και των νέων υλικών είναι κάποια μοναστήρια, όπως της Δαμάστας, όπως των Αγίων Αναργύρων στην Αταλάντη, κάποια διατηρητέα κτίρια ή αναπαλαιωμένα όπως των Λουτρών της Υπάτης ή των Θερμοπυλών, κάποια γεφύρια σε απρόσιτες από τον «πολιτισμό» βουνοπλαγιές και κάποιες βρύσες πέτρινες, από όπου ξεπηδά το ανεπανάληπτο δροσερό νερό του Γοργοπόταμου.
Υπάρχει βέβαια και το οικοδομικό τετράγωνο των Λουτρών των Καμένων Βούρλων, μια αρχιτεκτονική αγγλικής λουτρόπολης, αλλά ατόφιο κρατώ στη μνήμη το μοναστήρι του Αγάθωνα διότι εκεί ένα πρόσωπο που συνάντησα μπόλιασε συνάμα τη λεβεντιά με το ράσο και το τραυματικό παρελθόν με το τουριστικό παρόν. Ως ηγούμενος αυτού του μοναστηριού με το μυθικό τοπίο πέθανε ο καπετάν – Ανυπόμονος, πρωτοπαλίκαρο του Αρη Βελουχιώτη.
Παιδί είχα σταλιάσει κάτω από το μπαλκόνι του πατρικού του σπιτιού, το Κλαραίικο, από όπου ο Αρης μίλησε στο λαό πριν ξεκινήσει το δεύτερο αντάρτικο, στον «Λόγο της Λαμίας» και νεαρούλης αργότερα ανακάλυψα τα άγνωστα στην αστική μου πόλη ρεμπέτικα, όταν τα χορεύανε απελπισμένοι φαντάροι στο στρατόπεδο της Λαμίας, όπου εκπαιδεύτηκε το εκστρατευτικό σώμα που στάλθηκε για να σώσει τη Δυτική Δημοκρατία στην Κορέα.
Κι όχι μόνο τη σώσανε αλλά ο κάμπος της Λαμίας από Στυλίδα και Ράχες έως Σπερχειάδα και από Δομοκό έως Αταλάντη, Λιβανάτες, Μώλο είναι σπαρμένος με κορεάτικα τρακτέρ και αυτοκίνητα και συνεργεία με ανταλλακτικά.
Η Λαμία, η Αταλάντη και ο Δομοκός, η Σπερχειάδα ήταν παλαιότερα ωραίες πόλεις και κωμοπόλεις με κομψά, αρμονικά με το περιβάλλον αστικά διώροφα και μικρές πλατείες και κήπους. Τώρα τσιμέντο και ομοιόμορφος ευνουχισμός του γούστου. Σώζονται μόνο κάποιες συστάδες πλατάνων στις Μειξάτες, στο Χλομό, στο Μπράλο, σε κάποια μυστικά περάσματα, άλλοτε καταφύγια ληστών και δραπετών.
Μένει η αφειδώλευτη φιλοξενία, το γλυκό του κουταλιού, η μυρωδιά από τα πατητήρια, τα λιοτρίβια και τα απλωμένα καπνά στον ήλιο. Μένουν ακόμα τις νύχτες στην ύπαιθρο οι φωνές των ζώων και τα φωτάκια των πυγολαμπίδων. Κάποια μακρινά κουδούνια στα μαντριά, έστω κι αν σήμερα οι αλλοδαποί τσοπάνηδες απαιτούν φορητή τηλεόραση και κινητό.
Ενας θείος μου είχε το μοναδικό ταξί στην Αταλάντη τότε. Ξύπναγε τα ξημερώματα, έξι χρονών παλικαράκι και τα καλοκαίρια με έπαιρνε μαζί του όταν είχε αγώι για τα γύρω χωριά, συχνά μέχρι τη Λειβαδιά. Τώρα το τοπίο το ανθρώπινο και το τεχνικό έχει αλλάξει. Λυπάμαι που δεν μπορώ να γίνω τουριστικός οδηγός για τη σύγχρονη Φθιώτιδα των αυτοκινητοδρόμων, των ξενοδοχείων και των προποτζίδικων. Η πόλη που μ’ ακολουθεί έχει πεθάνει, ζει μόνο στο χρόνο της νιότης μου.
* Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος γεννήθηκε στη Λαμία το 1937, σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας) και θέατρο στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών. Εργάστηκε στη δημόσια και ιδιωτική επαίδευση για 35 χρόνια και από το 1971 μπήκε στο στίβο της θεατρικής κριτικής όπου και έχει καθιερωθεί. Πολυγραφότατος και πολυβραβευμένος, έχει εκδώσει με το ψευδώνυμο Κ.Χ. Μύρης ποιητικές συλλογές, διηγήματα, τραγούδια, ενώ έχει μεταφράσει πολλά έργα της αρχαίας ελληνικής δραματουργίας.











