Μητσοτάκης για αγωγή Καμμένου κατά Πετρουλάκη: Βάστα γερά Αντρέα, δεν είστε μόνοι…

Την Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου, εκδικάζεται η υπόθεση της αγωγής του υπουργού Εθνικής Άμυνας Πάνου Καμμένου εναντίον του γελοιογράφου Ανδρέα Πετρουλάκη και του protagon, για άρθρο του που είχε δημοσιευτεί προ διετίας, με τίτλο «Πάνος Καμμένος. ΄Εχουν αρχίσει να του μοιάζουν».  Το άρθρο ασκούσε δριμεία κριτική στον υπουργό, μέσα στα πλαίσια κριτικής στην οποία υπόκεινται τα δημόσια πρόσωπα, αλλά ο κ. Καμμένος απάντησε με εξοντωτική αγωγή ζητώντας 2 εκατομμυρία ευρώ. Το κείμενο του Κυριάκου Μητσοτάκη στο Facebook: «Ένα εκατομμύριο για ένα άρθρο. Στην πολιτική μου πορεία έχω δεχθεί πολλές προσωπικές επιθέσεις, συχνά στα όρια της χυδαιότητας και σίγουρα πέρα από τα πλαίσιο της θεμιτής πολιτικής κριτικής. Μέχρι σήμερα δεν έχω στραφεί ποτέ δικαστικά εναντίον οποιουδήποτε. Και δεν το έκανα γιατί πιστεύω βαθιά ότι όσοι έχουμε θέσεις ευθύνης και θέσεις εξουσίας πρέπει να μάθουμε να ζούμε με την κριτική. Έστω και αν μερικές φορές είναι κακοπροαίρετη. Ασφαλώς κάθε πολιτικός, όπως κάθε πολίτης, έχει δικαίωμα να προσφύγει στη Δικαιοσύνη, αν θεωρήσει ότι μια επίθεση που δέχεται δεν συνιστά πολιτική κριτική, αλλά συκοφαντία. Όμως αυτή η διάκριση πρέπει να γίνεται από τον πολιτικό με πολύ αυστηρά κριτήρια. Ακριβώς για να μην κατηγορηθεί ότι εκμεταλλεύεται την ισχύ του για να περιορίσει την κριτική την οποία αναπόφευκτα κάθε πολιτικός δέχεται. Ξαναδιάβασα με προσοχή το επίμαχο κείμενο του Ανδρέα Πετρουλάκη για τον Πάνο Καμμένο. Είναι σκληρό αλλά, κατά την άποψή μου, δεν ξεφεύγει από το πλαίσιο του πολιτικού ελέγχου από έναν αρθρογράφο ο οποίος είχε το θάρρος ενυπόγραφα να εκφράσει την άποψή του. Το ότι επελέγη αγωγή και όχι η μήνυση, αλλά και το γεγονός ότι ζητείται ως αποζημίωση το εξωφρενικό ποσό του 1 εκατομμυρίου δείχνει ότι ο στόχος δεν είναι η ηθική αποκατάσταση του κ. Καμμένου – η οποία θα μπορούσε να επιτευχθεί με ένα εξώδικο ή με απλή μήνυση – αλλά η εξόντωση του συγκεκριμένου δημοσιογράφου και η τρομοκράτηση των υπολοίπων. Είναι ενδεικτικό μιας επικίνδυνης, αυταρχικής και ηθικά και πολιτικά απαράδεκτης αντίληψης που όλο και περισσότερο φαίνεται να ενστερνίζεται όχι μόνο ο κ. Καμμένος προσωπικά, αλλά και συνολικά κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ. Θα σταθούμε απέναντι σε αυτή την αντίληψη. Μαζί με κάθε δημοκρατικό πολίτη, από όποιο χώρο και αν αυτός προέρχεται. Στην Ελλάδα του 2017, η ελευθερία γνώμης και η άσκηση κριτικής στην εξουσία είναι αδιαπραγμάτευτα. Όσο και αν κάποιοι επιδιώκουν το αντίθετο. Ο έλεγχος της εξουσίας είναι προϋπόθεση της Δημοκρατίας. Βάστα γερά λοιπόν Ανδρέα. Δεν σε γνωρίζω καλά προσωπικά και σίγουρα δεν ανήκεις στο χώρο που έχω την τιμή να εκπροσωπώ. Μην αφήσεις κανένα να περιορίσει τη δημιουργικότητα σου και να φιμώσει τη γνώμη σου. Και βαστάτε γερά και όλοι όσοι έχετε το θάρρος να λέτε τη γνώμη σας ενυπόγραφα και να μπαίνετε στην κονίστρα του δημόσιου διαλόγου. Δεν είστε μόνοι σας».  

Ο οικισμός Ιλισού: Κρυμμένα ποτάμια και “γαλατικά χωριά” αυθαιρέτων στη μεταπολεμική Αθήνα

Ο Ιλισός, ο Ηριδανός και ο Κηφισός, τα τρία ποτάμια της Αθήνας, δεν φαίνονται πια. Τρέχουν κάτω από την επιφάνεια της πόλης, έχοντας υπογειοποιηθεί εδώ και δεκαετίες για να στρωθούν από πάνω τους δρόμοι και λεωφόροι. Μαζί τους θάφτηκε και η ιστορία των μικρών παραγκουπόλεων που χτίστηκαν στις όχθες τους από πρόσφυγες πριν και μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Χρόνος ανάγνωσης: 
8

Δύο-τρία παλιά σπίτια επιβιώνουν υπενθυμίζοντας πώς θα μπορούσε να ήταν ο οικισμός του Ιλισού. [Νίκος Μαγουλιώτης]
Περπατώντας κατά μήκος πολλών μεγάλων δρόμων της πόλης, βλέπουμε την πρόθεση των πολεοδόμων να φτιάξουν μεγάλες ευθείες στις οποίες τα αυτοκίνητα θα μπορούν να τρέχουν γρήγορα. Όμως ενίοτε διακρίνουμε και τα εμπόδια και τις εξαιρέσεις που υπήρξαν σε αυτή τη διαδικασία.
Ποτάμια, δρόμοι και περισσεύματα γης
Η Αθήνα υπήρξε μια πόλη με μεγάλη αδράνεια στις αλλαγές, ακόμα και στις περιόδους της έντονης ανοικοδόμησής της. Πάρτε για παράδειγμα τη λεωφόρο Αλεξάνδρας. Περπατώντας κατά μήκος της διαπιστώνει κανείς ότι τα μέτωπα των πολυκατοικιών βρίσκονται πότε κοντά στο δρόμο δημιουργώντας μικρά πεζοδρόμια, και πότε σε υποχώρηση διαμορφώνοντας μικρές νησίδες πρασίνου, μακρόστενα παρκάκια που εμφανίζονται σε τυχαίες θέσεις. Αυτά τα παρκάκια εκατέρωθεν της μεγάλης λεωφόρου οφείλονται στο ότι στο ίχνος της κάποτε έτρεχε ένα ποτάμι.

1.jpg

Ο οικισμός Ιλισού, με φόντο τις νεόδμητες πολυκατοικίες που τον περικύκλωναν στη δεκαετία του ’60, λίγο πριν την κατεδάφισή του. [Εικόνα από το άρθρο «Ο Αυτόνομος Συνοικισμός του Ιλισσού στην Αθήνα» του Δημήτρη Φιλιππίδη, δημοσιευμένο στο βιβλίο «Settlements in Greece» των Paul Oliver και Ορέστη Δουμάνη, 1979]

Όταν στα μεταπολεμικά χρόνια τα ΙΧ αυξάνονταν ραγδαία στην Αθήνα, πολλά από τα ρέματα και τα ποτάμια της πόλης έπρεπε να υπογειοποιηθούν για να φτιαχτούν πάνω τους δρόμοι. Το να κρυφτεί μια τέτοια φυσική ομορφιά για χάρη της αυτοκίνησης σήμερα ακούγεται χυδαίο. Τότε όμως αποτελούσε μια λογική λύση σε ένα φλέγον πρόβλημα. Έτσι τα ποτάμια υπογειοποιήθηκαν και από πάνω τους στρώθηκαν πολλοί από τους μεγάλους δρόμους της πόλης. Δε μιλάμε όμως για μια ομαλή διαδικασία. Πέραν της τεχνικής δυσκολίας που είχε η κατασκευή των υποδομών που θα επέτρεπαν στο νερό να κυλάει υπόγεια, υπήρχε το πρόβλημα τι γίνεται από πάνω, στο επίπεδο της πόλης. Τα ποτάμια διέτρεχαν συνήθως καμπύλες πορείες, που διαμορφώνονταν από την πορεία του νερού πάνω στο φυσικό ανάγλυφο της γης. Όμως οι δρόμοι έπρεπε να είναι ευθείες, ώστε τα αυτοκίνητα να τρέχουν εύκολα, χωρίς πολλές στροφές. Τα ίχνη των ποταμιών σταδιακά εξορθολογικοποιούνταν και χαράζονταν όσο το δυνατόν πιο ευθείς δρόμοι.

2.jpg

Ο Ιλισός, εν μέρει καλυμένος, όπως έτρεχε ανάμεσα στα δύο ρεύματα της Καλλιρόης, τη δεκαετία του ’60. [Φωτογραφία του Δημοσθένη Μπούκη,1963]

Τα κομμάτια της καμπύλης που ξέφευγαν από τις ευθείες ήταν πάντοτε “αμήχανα” κομμάτια της πόλης. Το λασπώδες υπέδαφός τους τα έκανε ακατάλληλα τόσο για την κατασκευή δρόμων, όσο και για τη θεμελίωση κτιρίων. Έτσι, πολλά από αυτά τα ανεπιθύμητα και κατακερματισμένα κομμάτια γης έμεναν για καιρό σε ασαφές ιδιοκτησιακό καθεστώς, μέχρι που συνήθως μετατρέπονταν σε μικρά πάρκα. Κάπως έτσι απέκτησε και η Αλεξάνδρας τη μακρόστενη πλατεία Αργεντινής Δημοκρατίας και τις άλλες μικρές λωρίδες πρασίνου κατά μήκος της.

Μέχρι να γίνουν πάρκα, αυτά τα μικρά κομμάτια γης, όντας σε ασαφές ιδιοκτησιακό καθεστώς σε εποχές που η αγορά ενός οικοπέδου ή ενός διαμερίσματος ήταν κάτι που μόνο λίγοι άντεχαν οικονομικά, συχνά αποτελούσαν κατάλληλο σημείο για την κατασκευή προσωρινών κατοικιών και παραπηγμάτων. Μια τέτοια είναι και η ιστορία του Οικισμού του Ιλισού στις όχθες του ομώνυμου ποταμού, πάνω στη σημερινή οδό Μιχαλακοπούλου. Είναι ένα σημείο που προσπερνούμε συχνά χωρίς να του δίνουμε ιδιαίτερη προσοχή. Η ιστορία του είναι θαμμένη κάτω από πολλά κυβικά μέτρα άσφαλτο, τσιμέντο και χώμα.
Η ιστορία του οικισμού του Ιλισού
Στις αρχές του 20ού αιώνα, στο ύψος του ποταμού Ιλισού όπου βρίσκεται σήμερα η οδός Μιχαλακοπούλου υπήρχε μια μεγάλη έκταση με αμπέλια. Για χρόνια το μόνο κτίσμα εκεί ήταν το σπίτι του επιστάτη. Η βασίλισσα Αμαλία δώρισε το 1915 την έκταση στην Ρωσική πρεσβεία με σκοπό την κατασκευή μιας βιβλιοθήκης. Όμως η Οκτωβριανή Επανάσταση ματαίωσε τα σχέδια του Ρώσου πρέσβη και προκάλεσε ασάφεια γύρω από το μέλλον του οικοπέδου. Λίγα χρόνια αργότερα, στις αρχές της δεκαετίας του ’20, η Αθήνα δεχόταν πολυάριθμους πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία. Οι άνθρωποι αυτοί έφταναν με λίγα υπάρχοντα και συχνά εγκαθίσταντο σε πρόχειρα καταλύματα, σχηματίζοντας προσφυγικούς συνοικισμούς στην περιφέρεια αλλά και σε κεντρικές περιοχές της πόλης. Οι όχθες των ποταμιών αποτελούσαν προνομιακό σημείο, καθώς προσέφεραν τρεχούμενο νερό για τις βασικές ανάγκες τους.
Ο επιστάτης των κτημάτων προσκάλεσε τον γιο του, που μόλις είχε έρθει πρόσφυγας από τη Σμύρνη να εγκατασταθεί κοντά στο σπίτι του, στις όχθες του Ιλισού. Σταδιακά ακολούθησαν κι άλλοι πρόσφυγες και στο σημείο άρχισε να σχηματίζεται ένας οικισμός με λίγα σπίτια. Μιλάμε για μια εποχή που ο κρατικός μηχανισμός προσπαθούσε να στεγάσει τους πρόσφυγες σε σύγχρονα κτίρια κατοικιών, αλλά αυτή η παροχή δεν ήταν ποτέ ικανή να καλύψει τη ζήτηση. Οι πρόσφυγες του ’22 στέριωναν σε διάφορα μέρη ανά τη χώρα, είτε συντονισμένα σε καταυλισμούς όπου τους παρεχόταν στοιχειώδης βοήθεια από τους φορείς, είτε διάσπαρτα, όπου έβρισκαν. Αυτό συνήθως σήμαινε πρόχειρες κατασκευές που δημιουργούνταν τη νύχτα, κρυφά από την αστυνομία και γενικότερα σε ένα καθεστώς καχυποψίας και φόβου.

3-4.jpg

Τα σπίτια του οικισμού του Ιλισού στη δεκαετία του ’60. [Εικόνες από το άρθρο «Ο Αυτόνομος Συνοικισμός του Ιλισσού στην Αθήνα» του Δημήτρη Φιλιππίδη, δημοσιευμένο στο βιβλίο «Settlements in Greece» των Paul Oliver και Ορέστη Δουμάνη, 1979]

Παρά τις δυσκολίες, ο μικρός οικισμός του Ιλισού επιβίωσε μέχρι τη δεκαετία του ’50 και άρχισε να εμπλουτίζεται με νέα σπίτια που έχτισαν εσωτερικοί μετανάστες που κατάτρεχαν στην ανωνυμία της Αθήνας μετά τον εμφύλιο. Όμως οι κάτοικοι του οικισμού είχαν πλέον να αντιμετωπίσουν νέες δυσκολίες. Η περιοχή γύρω τους είχε πάψει να είναι η ειδυλλιακή εξοχή που ήταν παλιότερα. Το ποτάμι είχε αρχίσει να μολύνεται από βοθρολύματα και σημεία του είχαν ήδη αρχίσει να καλύπτονται. Παράλληλα, οι πολυκατοικίες έκαναν την παρουσία τους αισθητή και περικύκλωναν τον οικισμό. Μέσα σε όλη αυτή την κατάσταση, οι πολεοδομικές αρχές άρχισαν να διώκουν τους παραπηγματούχους και ενίοτε να γκρεμίζουν τα σπίτια τους.

Οι κάτοικοι του οικισμού αντιστάθηκαν και υπερασπίστηκαν τα μικρά τους σπίτια από κάθε απειλή και δυσκολία. Από τις πρώτες απόπειρες εκκένωσης του οικισμού από στρατιώτες του Μεταξά τη δεκαετία του ’30, μέχρι τις πιο ήπιες προσπάθειες εκδίωξης τους στα μεταπολεμικά χρόνια, όταν οι τοπογράφοι που κατέφθαναν προκειμένου να καταγράψουν τον οικισμό έφευγαν κυνηγημένοι από τους κατοίκους, το μικρό “γαλατικό χωριό” επέδειξε μεγάλο σθένος. Μέσα από μια επιτροπή που ίδρυσαν το 1946, οι κάτοικοι κατάφεραν να εξασφαλίσουν ρεύμα στον οικισμό και στη συνέχεια και αποχετευτικό δίκτυο, σκάβοντας και τοποθετώντας οι ίδιοι σωληνώσεις κομμάτι-κομμάτι κάτω από τα σπίτια τους. Η επιτροπή απέκτησε δύναμη, προσλαμβάνοντας δικηγόρους και συμβούλους και λέγεται πως ο επικεφαλής της έφτασε στο σημείο να διαπραγματευτεί τη μεταστέγαση των κατοίκων σε καλύτερα καταλύματα μιλώντας τηλεφωνικά με τον ίδιο τον πρωθυπουργό.

7-8.jpg

Λεπτομέρειες από το εσωτερικό του οικισμού: Στενά δρομάκια και αυλές σπιτιών. [Εικόνες από το άρθρο «Ο Αυτόνομος Συνοικισμός του Ιλισσού στην Αθήνα» του Δημήτρη Φιλιππίδη, δημοσιευμένο στο βιβλίο «Settlements in Greece» των Paul Oliver και Ορέστη Δουμάνη, 1979]
Ο ασφυκτικός κλοιός γύρω από το μικρό “χωριό”
Στη δεκαετία του ’60 η πόλη γύρω από το μικρό οικισμό του Ιλισού χτίζεται μετά μανίας. Οι δρόμοι έχουν καλύψει τα ποτάμια και οι αγροτικές εκτάσεις που περιέβαλαν την κάποτε μικρή Αθήνα έχουν γίνει οικόπεδα στα οποία ξεφυτρώνουν πολυκατοικίες. Μέσα στην οικοδομική καταιγίδα, η μικρή συστάδα σπιτιών ήταν ένα παράδοξο. Ένα μικρό χωριό που αρνούνταν να συμβαδίσει με την υπόλοιπη πόλη. Φωτογραφίες της εποχής δείχνουν πως οι κάτοικοι είχαν διαμορφώσει ένα περιβάλλον που θύμιζε παραδοσιακό οικισμό και –παρά τις δυσκολίες– προσέφερε μια ζωή πολύ διαφορετική από αυτή της πόλης.
Όμως οι εργολάβοι που έχτιζαν πολυκατοικίες τριγύρω ανησυχούσαν ότι οι γειτονικές «τρώγλες», όπως αναφέρονταν σε καταγγελτικά δημοσιεύματα του Τύπου, θα έριχναν τις τιμές των νέων διαμερισμάτων. Έτσι συνέχιζαν να χτίζουν πολυκατοικίες ασφυκτικά κοντά στα μικρά σπίτια, ενώ παράλληλα φρόντιζαν να καταγγέλλουν κάθε νέα κατασκευή στην αστυνομία, η οποία ερχόταν όλο και πιο συχνά πλέον στον οικισμό. Και σαν να μην έφτανε αυτό το τείχος των πολυκατοικιών από τη μία πλευρά, οι πολεοδόμοι της Αθήνας φρόντισαν να κλείσουν τον οικισμό και από την πλευρά του ποταμιού: Η πρώτη υπογειοποίηση του ποταμιού στις αρχές του ’60 είχε ως αποτέλεσμα έναν δρόμο μεγάλης κυκλοφορίας, τη Λεωφόρο Ιλισού (σημερινή Μιχαλακοπούλου) δίπλα ακριβώς στον οικισμό. Λίγα μόνο χρόνια αργότερα, ο δρόμος αυτός υπερυψώθηκε αρκετά μέτρα, για να φτάσει την στάθμη της γύρω πόλης που ολοένα μπαζωνόταν και χτιζόταν. Έτσι, ο οικισμός βρέθηκε τα τελευταία χρόνια της ζωής του σε ένα στενό, σκοτεινό αυλάκι: από τη μια πλευρά έστεκε ο μπετονένιος τοίχος μιας υπερυψωμένης λεωφόρου που έφτανε 2-3 μέτρα πάνω από τις στέγες των σπιτιών του και από την άλλη δέσποζε μια σειρά νέες πολυκατοικίες. Αυτή η νέα κατάσταση είχε ως αποτέλεσμα ο οικισμός να πλημμυρίζει συχνά και οι συνθήκες διαβίωσης να επιδεινωθούν.

9.jpg

Ο οικισμός, αποκλεισμένος ανάμεσα στον αυτοκινητόδρομο και τις πολυκατοικίες, ένα χρόνο πριν την κατεδάφισή του. [Εικόνα από το άρθρο «Ο Αυτόνομος Συνοικισμός του Ιλισσού στην Αθήνα» του Δημήτρη Φιλιππίδη, δημοσιευμένο στο βιβλίο «Settlements in Greece» των Paul Oliver και Ορέστη Δουμάνη, 1979]
Το τέλος δεν άργησε να έρθει για τον οικισμό Ιλισού. Το 1967, οκτώ μήνες μετά την εγκατάσταση των Συνταγματαρχών στην εξουσία, μπουλντόζες κατέφθασαν στην τοποθεσία και γκρέμισαν τα μικρά σπίτια. Κάποιοι από τους κατοίκους μεταστεγάστηκαν σε συγκροτήματα εργατικών κατοικιών, ενώ άλλοι που δεν κατάφεραν να εξασφαλίσουν τέτοιες παροχές, αναζήτησαν πιθανά την τύχη τους σε άλλους αυθαίρετους οικισμούς ή φτηνές εργολαβικές πολυκατοικίες στα λαϊκά προάστια της πόλης. Η Χούντα, που λίγο καιρό αργότερα θα αναγκαζόταν να επιδείξει την ίδια ελαστικότητα με προηγούμενες κυβερνήσεις στο πολύπλοκο θέμα των αυθαίρετων οικισμών, είχε προς το παρόν δείξει το αυστηρό της πρόσωπο: Οι «τρώγλες» γκρεμίστηκαν, οι περαστικοί απαλλάχθηκαν από το “αποτρόπαιο” θέαμα και τα γειτονικά μπαλκόνια απολάμβαναν πλέον μια πιο ουδέτερη θέα.
Μετά τον οικισμό
Όμως, όπως συνέβαινε συνήθως με αυτά τα παραποτάμια περισσεύματα γης, το μέγεθός, το σχήμα και το λασπώδες υπέδαφος τους δεν επέτρεπε την εμπορική τους εκμετάλλευση με τη συνήθη ανοικοδόμηση πολυκατοικιών. Έτσι, διαμορφώθηκε εκεί ένα μακρόστενο πάρκο, το οποίο σήμερα δεν θυμίζει σε τίποτα την ιστορία του μικρού οικισμού. 

15.jpg

[Νίκος Μαγουλιώτης]

10.jpg

[Νίκος Μαγουλιώτης]
Το οφιοειδές σχήμα της σημερινής οδού Μιχαλακοπούλου σίγουρα θυμίζει το ότι κάποτε ο δρόμος αυτός ήταν ποτάμι. Τα λιγοστά νερά του κυλούν πλέον σε μπετονένιους αγωγούς, αρκετά μέτρα κάτω από την άσφαλτο. Μόνο αρκετά παρακάτω, στη συμβολή των οδών Αρδηττού, Καλλιρόης και Βουλιαγμένης (λίγο μετά το Καλλιμάρμαρο), μπορεί κανείς να δει την παλιά, άνυδρη πλέον κοίτη. Όμως στην περιοχή των Ιλισίων, λίγο κάτω από το Νοσοκομείο Αλεξάνδρα, η μικρή νησίδα πρασίνου θυμίζει την ιστορία του οικισμού που θάφτηκε μαζί με το ποτάμι. Το μικρό μακρόστενο πάρκο έχει μερικές στοιχειώδεις διαμορφώσεις: λίγα δέντρα, γρασίδι και μερικά παγκάκια, τοποθετημένα χωρίς κάποια ιδιαίτερη φροντίδα.

13.jpg

[Νίκος Μαγουλιώτης]
Ανάμεσα σε όλα αυτά συναντά κανείς δύο ανδριάντες Λατινοαμερικάνων αγωνιστών του 18ου και 19ου αιώνα, έναν για τον Φρανσίσκο ντε Μιράντα από τη Βενεζουέλα, και έναν για τον Χοσέ Μαρτί από την Κούβα. Μαζί με την απέναντι τριγωνική πλατεία Βραζιλίας, η τοποθεσία παραπέμπει σε ιστορίες ακόμα πιο μακρινές από αυτές του μικρού οικισμού και θολώνει ακόμα περισσότερο την ανάμνηση του.

untitled-4.jpg

[Νίκος Μαγουλιώτης]
Λίγους δρόμους παραπάνω, σε μια τρίγωνη νησίδα γης κατακερματισμένη από τους κάθετους δρόμους, δυο-τρία παλιά σπίτια επιβιώνουν υπενθυμίζοντας πώς θα ήταν ο οικισμός του Ιλισού. Όμως στο παρκάκι λίγα ίχνη του μικρού “χωριού” έχουν μείνει: μερικά ζιγκ-ζαγκ και περίεργα περιγράμματα του κράσπεδου στην πάνω πλευρά υπονοούν ότι κάτι υπήρξε εδώ. Περπατώντας μέσα από το πάρκο, τα λίγα διάσπαρτα γλυπτά που ανακαλύπτει κανείς στον ήσυχο χώρο που διαμορφώνουν τα λιγοστά δέντρα δημιουργούν μια κατάσταση που ξεφεύγει από την γύρω πόλη. Μας επιτρέπουν ίσως να φανταστούμε τον οικισμό, τις μικρές αυλές και τα σοκάκια του, ένα παρελθόν που η πόλη έθαψε κάτω από τη σκόνη, καθώς έτρεχε βιαστικά προς την ανοικοδόμηση.
Οι περισσότερες από τις πληροφορίες για την ιστορία του οικισμού, όπως και οι φωτογραφίες της δεκαετίας του ’60, προέρχονται από έρευνα που έκανε το 1966 η ομάδα των Δημήτρη Φιλιππίδη, Bjorn Roe, James Maltby και Cecily Martin για λογαριασμό του γραφείου Δοξιάδη και δημοσιεύτηκε το 1979 στο βιβλίο Settlements in Greece των Paul Oliver και Ορέστη Δουμάνη.
Σπούδασε Αρχιτεκτονική στην Αθήνα και στο Όσλο και στη συνέχεια ασχολήθηκε με την Ιστορία και Θεωρία της Αρχιτεκτονικής, μέσα από μεταπτυχιακές σπουδές στο ΕΜΠ και προσωπική έρευνα. Συνεργάζεται με την Big Olive και έχει δημοσιεύσει κείμενα σε αρχιτεκτονικά έντυπα του εξωτερικού. 

Λεφτά γιοκ, σανός πολύς

Γιώργος ΚαρελιάςΓιώργος Καρελιάς 9 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2017, 07:00
Ο,τι αρχίζει ωραία τελειώνει με πόνο, που λέει και το λαϊκό άσμα. Πόσοι θυμούνται, άραγε, σήμερα τους πανηγυρικούς κομπασμούς του τύπου «τα πήραμε από τους πλούσιους για να τα δώσουμε στους φτωχούς», μόλις τελείωσε ο διαγωνισμός-παρωδία για τις άδειες των τηλεοπτικών σταθμών;Πανηγύριζαν σύμπαντες οι κυβερνητικοί με πρώτον τον Αλέξη Τσίπρα (εδώ). Πανηγύριζαν κι άλλοι, όπως ένας εκ των λεφτάδων, αλλά επειδή θα πλήρωναν άλλοι λεφτάδες (εδώ). Πολλή ευαισθησία είχε πέσει, ρε παιδιά.

Ο καιρός πέρασε, ο διαγωνισμός ακυρώθηκε και τώρα ήρθε η ώρα της αλήθειας. Η ώρα, δηλαδή, που τα λεφτά της προκαταβολής θα επιστραφούν στους λεφτάδες, όπως ανήγγειλε ο εμπνευστής του διαγωνισμού-παρωδία (εδώ). Σεμνά και ταπεινά σήμερα, ενώ τότε περίσσευαν οι βεβαιότητες – η αλαζονεία της εξουσίας γαρ (εδώ).Τώρα, λοιπόν, που όλα αυτά πήγαν περίπατο έχω μια απορία. Πώς θα αντέξει η ευαίσθητη αριστερή μας κυβέρνηση να επιστρέψει στους «ολιγάρχες και νταβατζήδες της ενημέρωσης» τα λεφτά της προκαταβολής; Δεν πονάει η καρδιά τους; Δεν θα κλάψει ο Σπίρτζης; Πού βρίσκεται, άραγε, η Ολγα Γεροβασίλη, που οδυρόταν ότι, με την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, 15.000 θα έμεναν εκτός παιδικών σταθμών και δεν θα προσλαμβάνονταν 4000 νοσηλευτές (εδώ); Αλήθεια, τι έγινε τελικά; Είχαν καμιά σχέση με την αλήθεια αυτά ή μήπως επρόκειτο για άλλο ένα αναίσχυντο ψέμα (εδώ);Ας δούμε τώρα τι θα γινόταν αν μια κανονική κυβέρνηση φερόταν έξυπνα σε ένα αβανταδόρικο θέμα. Αν προκήρυσσε έναν κανονικό διαγωνισμό μέσω του ΕΣΡ, όπως επιτάσσει το Σύνταγμα και της είχαν επισημάνει ακόμα και φιλικοί της συνταγματολόγοι. Και αν όριζε ένα λογικό τίμημα όχι για τέσσερις, αλλά για διπλάσιες ή και περισσότερες άδειες. Τότε ο διαγωνισμός δεν θα έβγαινε άκυρος, οι καναλάρχες θα πλήρωναν και το κρατικό ταμείο θα γέμιζε με πραγματικά εκατομμύρια και όχι με αέρα που γέμισε με τον διαγωνισμό- παρωδία.Αλλά για να γίνουν έτσι όλα αυτά έπρεπε να έχουμε μια κανονική κυβέρνηση, που δεν θα πουλούσε τζάμπα μαγκιές και δεν θα τάιζε με σανό το πόπολο.

Ο Εντγκάρ, ο Κλάους κι ο Τζόναθαν

 
3 Ιανουαρίου 2017, 11:39
Η απόλυτη και σωτήρια Αλήθεια. Ο τρόπος και ο δρόμος της μεγαλειώδους και οριστικής νίκης απέναντι στη φθορά και το θάνατο. Η αμετάβλητη ευτυχία, η ατέρμονη επιτυχία, η αστείρευτη χαρά, η αιώνια ειρήνη, το υπέρτατο κάλλος. Το Α και το Ω. Το κίνητρο για κάθε μας ανάσα.

Βλέπουμε μέσα στη ζωή αντανακλάσεις, αμυδρές και φευγαλέες εικόνες της.

Ψάχνουμε για υποκατάστατα ώστε να σβήσουμε τη δίψα της. Για να έχουμε μια αίσθηση προορισμού. Δεν ησυχάζουμε. Ζούμε συνεχώς με την εντύπωση ότι κάτι μας λείπει. Ανικανοποίητοι, ακόρεστοι, αγχωμένοι. Δεν πάει το μυαλό μας, ή και αν πάει δε θέλουμε να παραδεχτούμε, ότι αυτή τελικά είναι που μας λείπει, η Αλήθεια.    Πόσο δύσκολο είναι να απλώσουμε το χέρι, για να την πιάσουμε, να την κάνουμε δικιά μας. Δήθεν ζοριζόμαστε με την αποτυχία, ενώ αυτό που μας τρομάζει πραγματικά είναι η επιτυχία. Δεν μπορούμε να τη διαχειριστούμε. Είμαστε μίζεροι μέσα στην περιπλοκότητά μας, ενώ η αρχοντιά βρίσκεται στην απλότητα.Έχουμε την Αλήθεια δίπλα μας. Μας απλώνει το χέρι στοργικά, και εμείς γυρίζουμε την πλάτη. Δεν μπορεί να είναι τόσο απλό: Χωρίς ίντριγκα, χωρίς σου’ πα μου’πες, χωρίς φασαρίες, χωρίς φωνές και διαφωνίες, χωρίς πάρε-δώσε κι υστεροβουλίες, χωρίς παραμυθιάσματα, συμφέροντα, προδοσίες και ψευδαισθήσεις.

Έχουμε την Ορθοδοξία μας, την Αλήθεια μέσα στα πόδια μας.

Πόσο μακριά είναι η Εκκλησία από το σπίτι μας; Πόσο δύσκολο είναι να σηκωθούμε και να πάμε. Να σταθούμε μπροστά στην εικόνα της Παναγιάς, και να την κοιτάξουμε στα μάτια. Νά η Αλήθεια, μας λέει η Παναγιά. Την κρατάω σαν μωράκι στα χέρια μου. Για σένα την κρατάω. Ναι… Σε σένα την δείχνω.Αλλά αυτό είναι πολύ απλοϊκό για εμάς. Κάτι γριές πάνε και στέκονται μπροστά στις εικόνες. Και εμείς είμαστε πολύ πιο σπουδαίοι, πολύ πιο ξύπνιοι. Είμαστε ψαγμένοι και διαβασμένοι. Ξέρουμε εμείς καλύτερα…Άλλωστε, εμείς θα βρούμε την αλήθεια χωρίς κόστος, χωρίς τίμημα. Άκου, λέει, να πάρουμε το Σταυρό μας στον ώμο; Εμείς είμαστε πρίγκιπες κι όλα μας χαρίζονται. Όλοι σε εμάς χρωστάνε. Άκου, λέει, να δώσεις αίμα, για να πάρεις Πνεύμα! Εμείς και θα καλοπερνάμε, και πνεύμα θα βρούμε, και η Αλήθεια θα μας χαριστεί.

Κι ύστερα τρέχουμε στους ψυχαναλυτές και λέμε «νιώθω μέσα μου ένα κενό». Κλαίω από τα γέλια!

Κι ύστερα κλαίω και κανονικά με θλίψη. Θησαυρό έχουμε στα πόδια μας και τον κλωτσάμε. Μπροστά στην εστία είμαστε και χάνουμε το γκολ στον τελικό του πρωταθλήματος της αιώνιας ζωής!     Όλη η Αλήθεια είναι γραμμένη στο Σύμβολο της Πίστεως μας, στο «Πιστεύω». Ο Θεός είναι η Αλήθεια, ο Υιός και Λόγος ο εκφραστής και η πραγμάτωσή της στον κόσμο, το Άγιο Πνεύμα ο φορέας της. Αλλά πάλι τι κείμενο είναι τούτο; Πώς τα γράφει έτσι απλά και καθαρά, φόρα παρτίδα;Δεν τα θέλουμε εμείς αυτά. Εμείς θέλουμε να ακούμε το θολό να λέει μπούρδες του τύπου: Αν το είναι στέκεται επέκεινα του είναι, τότε πού είναι το είναι του υπερεγώ; Ή κανέναν γκουρού να μας εξηγεί το πώς θα βγάλουμε την τσίμπλα από το τρίτο μάτι μας, και πώς θα βρούμε τον εαυτό μας μέσα στον εαυτό του εαυτού μας. Το πώς θα συγκεντρωθούμε καλά-καλά, για να αφήσουμε τον «εξαποδώ» να μας περάσει το χαλκά στη μύτη και να μας σέρνει. Θέλουμε να ακούμε τους «διαφωτιστές» να μας λένε «εσύ είσαι άνθρωπέ μου και κανένας άλλος!». Θέλουμε να πετάμε τα λουλούδια και να τραγουδάμε «μία είναι η ουσία, δεν υπάρχει αθανασία».

Αυτά τα χαλασμένα πνευματικά χάπια θέλουμε να παίρνουμε για να ξεχνάμε τη δειλία μας.

Αναίσθητοι, μαστουρωμένοι. Δεν μπορούμε να ακούμε τη φωνή του Αθανάσιου Διάκου μες το κεφάλι μας. Δεν αντέχεται… Φέρτε μας τα χαλασμένα χάπια να κοιμηθούμε, για μην τον ακούμε. Μη μας ξυπνάτε!Δε μας έφταναν οι κραυγές των δικών μας Αγίων, και των Μαρτύρων και των Ηρώων. Έχουμε και κάτι ξένους που εμφανίζονται από το πουθενά και φωνάζουν κι αυτοί «ξυπνήστε»! Κάτι απίθανοι τύποι από τη βόρεια Ευρώπη κι από την Αμερική.Αναφέρεται σε μερικούς ο πνευματικός μας φάρος, ο αθάνατος Έλληνας ο κυρ-Φώτης ο Κόντογλου σ’ ένα κείμενό του με τίτλο «Το βαθύ μυστήριο της Ορθοδοξίας». Πώς βρήκανε αυτοί οι ευλογημένοι άνθρωποι την Αλήθεια της Ορθοδοξίας; Αυτά που λέει ο Γάλλος Εντγκάρ Ρουάρ, που βαφτίστηκε Ορθόδοξος Χριστιανός με το όνομα Ηλίας, σου φέρνουν δάκρυα στα μάτια.

Κι έρχεται στις μέρες μας κι αυτός ο απίστευτος τύπος ο Κλάους Κένεθ και σου λέει «βρήκα την αλήθεια» στην Ορθοδοξία.

Αφήστε, λέει, παιδιά τα δοκίμασα όλα –και όντως τα δοκίμασε το θηρίο. Εδώ είμαστε μην ψάχνετε αλλού, μας λέει από εμπειρία και μέσα από την καρδιά του. Κι έχεις κι εκείνον τον ηθοποιό του Χόλυγουντ τον Τζόναθαν Τζάκσον να σου λέει κι αυτός τα ίδια.Ντρέπομαι παιδιά… Θα πεθάνω από τη ντροπή μου! Πάω στην εκκλησιά να κάτσω μπροστά στην εικόνα της Παναγιάς. Να κλάψω τη ντροπή από πάνω μου. Θα έρθει κανείς μαζί μου για παρέα;Έρχεστε, δεν έρχεστε, εύχομαι σε όλους Καλή Χρονιά με υγεία κι ευτυχία!

Ο Λέων Τολστόι (ρωσ. Лев Никола́евич Толсто́й, προφέρεται [lʲef nʲɪkɐˈlaɪvʲɪtɕ tɐlˈstoj] – Λεφ Νικολάιεβιτς Τολστόι9 Σεπτεμβρίου 1828 – 20 Νοεμβρίου 1910 (ή με το τότε ισχύον ημερολόγιο στη Ρωσία 28 Αυγούστου 1828 – 7 Νοεμβρίου 1910) ήταν Ρώσος συγγραφέας. Θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς όλων των εποχών.
32art_06_03μια ιστορία σαν ξυπνητήρι της αθωότητάς μας……

Με τι τρόπο να μιλήσει κανείς και να επικοινωνήσει με τους άλλους σε τέτοιους καιρούς σκοτεινιάς; Σε καιρούς που κανείς δεν μπορεί ούτε θέλει ν’ ακούσει κανέναν. Ίσως μια παραβολή, ένα παραμύθι που ξαναθυμίζει τα αυτονόητα να είναι ο τρόπος.
Το διήγημα του Λ. Τολστόι «Από τι ζουν οι άνθρωποι» είναι ένα παραμύθι για μεγάλους που μιλάει ακριβώς γι’ αυτό το αυτονόητο που όμως όλοι γύρω μοιάζει να έχουν ξεχάσει.. Οι άνθρωποι πιστεύουν ότι ζουν επειδή φροντίζουν τους εαυτούς τους, στην πραγματικότητα όμως η αγάπη είναι εκείνη που τους κάνει να ζουν.
Hutte Dans Un Paysage De Montagne, Galipan by Camille Pissarro
Hutte Dans Un Paysage De Montagne, Galipan by Camille Pissarro
ΉΤΑΝΕ μια φορά ένας τσαγκάρης που τον έλεγαν Σίμωνα. Ο άνθρωπος αυτός, που δεν είχε σπίτι δικό του μήτε χωράφι δικό του, ζούσε με τη γυναίκα του και τα παιδιά του σ’ ένα χωριάτικο καλύβι και κέρδιζε το ψωμί του με τη δουλειά του. Η δουλειά του ήταν φτηνή μα το ψωμί ακριβό κι όσα κι αν κέρδιζε, τα ξόδευε για την τροφή τους. Μαζί με τη γυναίκα του μοιραζότανε μόνο μια προβιά για χειμωνιάτικο πανωφόρι αλλ’ ακόμα κι αυτή ήτανε τόσο πολυκαιρισμένη, που ‘χε καταντήσει ξεφτίδια και τούτη δεν ήταν η δεύτερη χρονιά που τον έβρισκε με τη λαχτάρα ν’ αγοράσει μερικές προβιές για καινούριο πανωφόρι. Μέχρι να ‘ρθει ο χειμώνας, ο Σίμωνας είχε εξοικονομήσει λίγα λεφτά: ένα χαρτονόμισμα των τριών ρουβλιών που το ‘χε κρύψει στο κουτί της γυναίκας του κι άλλα πέντε ρούβλια και είκοσι κα-πίκια που του χρώσταγαν πελάτες στο χωριό.
Έτσι, ένα πρωί ετοιμάστηκε να πάει στο χωριό για ν’ αγοράσει τις προβιές. Φόρεσε το πουκάμισό του, την αλατζαδένια καζάκα της γυναίκας του για φόδρα κι από πάνω το δικό του σακάκι. Έβαλε στην τσέπη του τα τρία ρούβλια, έκοψε ένα κλωνάρι για να το χρησιμοποιήσει σαν ραβδί και ξεκίνησε, αφού έφαγε το πρωινό του.
«Θα μαζέψω τα πέντε ρούβλια που μου χρωστάνε», σκεφτόταν, «θα προσθέσω και τα τρία που ‘χω μαζί μου και θα ‘χω όσα μου χρειάζονται ν’ αγοράσω προβιές για το χειμωνιάτικο πανωφόρι».
Σαν έφτασε στο χωριό, πέρασε απ’ το σπιτοκάλυβο κάποιου χωριάτη αλλά εκείνος έλειπε. Η γυναίκα του χωριάτη έδωσε την υπόσχεση πως τα λεφτά θα του τα πλήρωναν την άλλη βδομάδα αλλ’ αυτή δεν μπορούσε να τα πληρώσει μοναχή της. Μετά ο Σίμωνας πέρασε από κάποιον άλλο χωριάτη, μα τούτος δω ορκίστηκε πως δεν είχε λεφτά και θα του πλήρωνε μονάχα είκοσι καπίκια που χρώσταγε για ένα ζευγάρι μπότες που είχε επισκευάσει ο Σίμωνας. Ο Σίμωνας τότε δοκίμασε ν’ αγοράσει βερεσέ τις προβιές αλλά ο έμπορος δεν του ‘χε εμπιστοσύνη.
«Φέρε τα λεφτά σου», είπε, «και μετά μπορείς να πάρεις τις προβιές. Ξέρω τι σημαίνει να μαζεύεις λεφτά που σου χρωστάνε».
Έτσι, το μόνο που κατάφερε ο τσαγκάρης ήταν να πάρει τα είκοσι καπίκια για τις μπότες που είχε επισκευάσει και δυο τσόχινα παπούτσια που του ‘δωσε ένας χωριάτης για να τα σολιάσει.
Ο Σίμωνας ένιωθε αποκαρδιωμένος. Ξόδεψε τα είκοσι καπίκια πίνοντας βότκα και κίνησε για το σπίτι του, δίχως να ‘ χει αγοράσει καμιά προβιά. Το πρωί τον είχε περονιάσει παγωνιά. Τώρα, όμως, αφού ήπιε τη βότκα, ένιωθε ζεστός, ακόμα και χωρίς πανωφόρι από προβιά. Έσερνε τα βήματα του χτυπώντας το μπαστούνι του πάνω στην παγωμένη γη με το ‘να χέρι, κουνώντας με τ’ άλλο τα τσόχινα παπούτσια και μονολογώντας:
«Νιώθω ζεστός, μόλο που δε φοράω προβιά. Ήπια μια γουλιά και ζεστοκοπήθηκα, αυτό είν’ όλο. Δε χρειάζομαι προβιές. Προχωράω το δρόμο μου και δε δίνω δεκάρα για τίποτα. Έτσι είναι εμένα η φτιαξιά μου! Τι με νοιάζει εμένα! Εγώ μπορώ να ζήσω και χωρίς προβιές. Δε μου χρειάζονται. Η γυναίκα μου θα στεναχωρεθεί, βέβαια. Και, για να λέμε την αλήθεια, είναι ντροπή! Να δουλεύεις ολημερίς και στα ύστερα να μην πληρώνεσαι. Για στάσου! Αν δε μου φέρεις πίσω εκείνα τα λεφτά, θα σε γδάρω, έχεις το λόγο μου. Τ’ είναι πάλι αυτό; Να πληρώνει είκοσι καπίκια τη φορά! Τι μπορώ να κάνω με είκοσι καπίκια, μου λες; Να τα πιω! Είναι το μόνο που μπορώ να κάνω! Πανί με πανί είναι, λέει! Μπορεί — αλλά με μένα τι γίνεται! Εσύ έχεις σπίτι και πρόβατα κι απ’ όλα. Εγώ τι έχω; Εσύ φυτεύεις δικό σου καλαμπόκι, εγώ αναγκάζομαι ν’ αγοράσω και τον παραμικρότερο σπόρο. Πρέπει να ξοδεύω τρία ρούβλια τη βδομάδα μονάχα για ψωμί. Έρχομαι σπίτι μου και δε βρίσκω μήτε ψίχουλο και αναγκάζομαι να πληρώσω άλλο ενάμισι ρούβλι. Γι’ αυτό πλήρωσε ό,τι χρωστάς κι άσε τα πολλά λόγια!»
"Farmyard with a Beggar" by Cornelis Van Dalem
“Farmyard with a Beggar” by Cornelis Van Dalem
Εκείνη τη στιγμή κοντοζύγωνε στο αλτάρι, εκεί που έστριβε ο δρόμος. Σηκώνοντας τα μάτια του, είδε κάτι ν’ ασπρίζει πίσω από το αλτάρι. Το φως της μέρας χαμήλωνε κι ο τσαγκάρης κοίταζε το άσπρο εκείνο πράγμα, χωρίς να μπορεί να ξεδιακρίνει τι ακριβώς ήταν.
«Δεν υπήρχε μέχρι τώρα άσπρη πέτρα εδώ. Να είναι, τάχα, κάνα βόδι; Δε φαίνεται, πάντως,για βόδι. Έχει κεφάλι σαν άνθρωπος, μόνο που ναι πολύ άσπρο. Και τι μπορεί, τάχα, να κάνει ένας άνθρωπος εδώ πέρα;»
Πλησίασε πιο κοντά, έτσι που μπόρεσε και το ‘δε καθαρά. Κατάπληκτος, αντίκρισε πραγματικά έναν άνθρωπο (ζωντανός; πεθαμένος;) που καθόταν ολόγυμνος, ν’ ακουμπάει ασάλευτος πάνω στο αλτάρι. Τρόμος τόνε κυρίεψε τον τσαγκάρη.
32art_06_03
Nikolai GE. “Forgive me, my hosts…”. 1886
«Κάποιος φαίνεται τόνε σκότωσε», σκέφτηκε, «τον έγδυσε τσιτσίδι και τον παράτησε δω πέρα. Αν ανακατευτώ, είναι σίγουρο πως θα βρω κάνα μπελά».
Έτσι, λοιπόν, ο τσαγκάρης συνέχισε το δρόμο του. Πέρασε μπροστά από το αλτάρι για να μη δει τον άνθρωπο. Είχε προχωρήσει κάμποσο όταν γύρισε να κοιτάξει. Είδε τότε πως ο άντρας αυτός δεν ακούμπαγε πια πάνω στο αλτάρι, μα αργοσάλευε, σάμπως και κοίταζε κατά τη μεριά του. Ο τσαγκάρης ένιωσε να τρομάζει ακόμα πιο πολύ από πριν και σκέφτηκε:
«Να ξαναγυρίσω κοντά του ή να συνεχίσω το δρόμο μου; Αν τόνε πλησιάσω, μπορεί κάτι τρομερό να συμβεί. Ποιος ξέρει τι λογής άνθρωπος είναι! Δεν έχει έρθει εδώ πέρα για καλό. Αν πάω κοντά του, μπορεί να τιναχτεί απάνω και να μ’ αρπάξει απ’ το λαιμό και τότε δε θα μπορώ να του ξεφύγω. Αν όχι, θα μου γίνει βάρος. Τι μπορώ, τάχα, να κάνω μ’ έναν άνθρωπο όπως τον γέννησε η μάνα του; Θα μπορούσα να του δώσω τα τελευταία μου ρούχα. Μακάρι να δώσει ο Θεός να ξεφύγω!»
Έτσι, ο τσαγκάρης συνέχισε βιαστικός το δρόμο του, αφήνοντας πίσω του το αλτάρι, όταν άξαφνα η συνείδηση του άρχισε να τον βασανίζει και τον έκανε να σταματήσει καταμεσής στο δρόμο.
«Τι πας να κάνεις, Σίμωνα;» έκανε μέσα του. «Ο άνθρωπος μπορεί και να πεθάνει από ανάγκη κι εσύ γλιστράς μακριά του φοβισμένος. Γίνηκες, τάχα, τόσο πλούσιος που να φοβάσαι τους κλέφτες; Α, Σίμωνα, ντροπή σου!»
A Beggar seated warming his Hands at a Chafing Dish, by Rembrandt Van Rijn
A Beggar seated warming his Hands at a Chafing Dish,
by Rembrandt Van Rijn
Έτσι, λοιπόν, γύρισε πίσω μπρος και κατευθύνθηκε προς τον άνθρωπο.
Ο Σίμωνας πλησίασε τον ξένο, τόνε κοίταξε και είδε πως ήταν ένας νέος άντρας, χωρίς μώλωπες στο κορμί του, μα έτρεμε απ’ το κρύο κι ήτανε φοβισμένος. Καθόταν εκεί πέρα ακουμπώντας πίσω, χωρίς να κοιτάξει τον Σίμωνα, ανήμπορος, θαρρείς, να σηκώσει τα μάτια του. Ο Σίμωνας πήγε κοντά του και τότε ο νέος φάνηκε να ξυπνά. Στρέφοντας το κεφάλι του, άνοιξε τα μάτια του και κοίταξε κατάματα τον Σίμωνα. Εκείνο το μοναδικό βλέμμα ήταν αρκετό για να κάνει τον Σίμωνα να τον συμπαθήσει. Πέταξε καταγής τα τσόχινα παπούτσια, έλυσε τη ζώνη του, την έριξε πάνω στα παπούτσια κι έβγαλε το πανωφόρι του.
«Δεν είν’ ώρα για κουβέντες», είπε. «Έλα, φόρεσε αμέσως αυτό το πανωφόρι!»
Κι ο Σίμωνας έπιασε το νέο απ’ τους αγκώνες και τον βοήθησε να σηκωθεί. Καθώς στεκόταν όρθιος εκεί πέρα, ο Σίμωνας είδε πως το κορμί του ήταν καθαρό και άσπιλο, τα χέρια του και τα πόδια του ομορφοκαμωμένα και το πρόσωπό του καλοκάγαθο κι ευγενικό. Έριξε το πανωφόρι του πάνω απ’ τους ώμους του νέου αλλ’ αυτός δεν μπορούσε να βρει τα μανίκια. Ο Σίμωνας πήρε τα χέρια του και τα οδήγησε κι αφού του φόρεσε καλά το πανωφόρι, το τύλιξε γύρω του σφιχτά δένοντας τη ζώνη γύρω απ’ τη μέση του.
Ο Σίμωνας έβγαλε ακόμα και το σκισμένο σκούφο του για να τόνε φορέσει στο κεφάλι του νέου, μα τότε ένιωσε το δικό του κεφάλι να κρυώνει και συλλογίστηκε: «Εγώ ‘μαι τελείως φαλακρός, ενώ αυτός έχει μακριά σγουρά μαλλιά». Έτσι, ξαναφόρεσε το σκούφο στο κεφάλι του. «Καλύτερα να του δώσω κάτι να φορέσει στα πόδια», σκέφτηκε. Κι αφού έβαλε το νέο να καθίσει, τον βοήθησε να φορέσει τα τσόχινα παπούτσια λέγοντας:
«Εντάξει, φίλε, τώρα κουνήσου να ζεσταθείς. Τα υπόλοιπα θα ταχτοποιηθούν αργότερα. Μπορείς να περπατήσεις;»
Ο νέος σηκώθηκε όρθιος και κοίταξε ευγενικά τον Σίμωνα, μα δεν μπορούσε να πει ούτε μια λέξη.
«Γιατί δε μιλάς;» ρώτησε ο Σίμωνας. «Κάνει πολύ κρύο για να μείνουμε κι άλλο εδώ πέρα. Πρέπει να πάμε σπίτι. Έλα τώρα, πάρε το μπαστούνι μου κι αν νιώσεις αδυναμία, στηρίξου πάνω του. Περπάτα!»
Ο νέος άρχισε να βαδίζει και κινιόταν εύκολα, δίχως να μένει πίσω. Καθώς πήγαιναν, ο Σίμωνας τον ρώτησε:
«Κι από πούθε είσαι;»


«Δεν είμαι απ’ αυτά τα μέρη».

«Έτσι είπα κι εγώ. Τους ξέρω όλους εδώ τριγύρω. Πώς έγινε, όμως, και βρέθηκες εκεί πλάι στο αλτάρι;»

«Δεν μπορώ να σου πω».

«Μην και σε λήστεψε κανένας;»

«Κανένας δε με λήστεψε. Με τιμώρησε ο Θεός».

«Ο Θεός, βέβαια, όλα τα κανοναρχά. Πρέπει, πάντως, να βρεις κάπου στέγη και τροφή. Πού θα ‘θελες να πας;»

«Όπου και να πάω, το ίδιο θα ‘ναι για μένα».

Ο Σίμωνας παραξενεύτηκε. Ο νέος δεν έδειχνε γι’ αλήτης. Μιλούσε ευγενικά αλλά δεν έκανε καμιά νύξη για τον εαυτό του. Ο Σίμωνας σκεφτόταν διαρκώς: «Ποιος ξέρει τι μπορεί να ‘χει συμβεί;» Και είπε στον ξένο:
«Τότε, λοιπόν, έλα σπίτι μαζί μου, τουλάχιστον να ζεσταθείς λιγάκι».
Έτσι ο Σίμωνας κίνησε για το σπίτι κι ο ξένος τον ακολούθησε βαδίζοντας πλάι του. Είχε σηκωθεί αέρας κι ο Σίμωνας τον ένιωθε κρύο κάτω απ’ το πουκάμισο του. Το μεθύσι τώρα του περνούσε κι άρχισε να νιώθει την παγωνιά. Περπατούσε βαριανασαίνοντας και τυλίγοντας γύρω στο κορμί του το πανωφόρι της γυναίκας του, ενώ συλλογιζόταν:
«Ωραία τα κατάφερα! Βγήκα για ν’ αγοράσω προβιές και γυρίζω στο σπίτι μου δίχως πανωφόρι στη ράχη μου και, το χειρότερο, κουβαλάω μαζί μου κι έναν άνθρωπο γυμνό! Η Ματριόνα θα πετάξει απ’ τη χαρά της». 
Και καθώς σκέφτηκε τη γυναίκα του, τον έπιασε θλίψη. Μα σαν είδε τον ξένο και θυμήθηκε με ποιο τρόπο τον είχε κοιτάξει στο αλτάρι, η καρδιά του γέμισε με μια γλυκιά χαρά.
Η γυναίκα του Σίμωνα τα είχε ετοιμάσει όλα εκείνη την ημέρα. Είχε κόψει ξύλα, είχε φέρει νερό, είχε ταΐσει τα παιδιά, είχε φάει κι αυτή το μερτικό της και τώρα καθόταν συλλογισμένη. Αναρωτιόταν πότε έπρεπε να φτιάξει ψωμί: τώρα ή αύριο; Απέμενε ακόμα ένα μεγάλο κομμάτι.
«Αν έχει τσιμπήσει κάτι ο Σίμωνας στην πόλη», σκεφτόταν, «και δε φάει πολύ για δείπνο, το ψωμί θα μας φτάσει γι’ άλλη μια μέρα».
Ζύγιζε το κομμάτι το ψωμί στα χέρια της, πάλι και πάλι, και σκεφτόταν.• «Δε θα φτιάξω άλλο για σήμερα. Έχουμε αλεύρι ίσα ίσα για ένα καρβέλι ακόμα. Μπορούμε, με κάποια οικονομία, να μας φτάσει ως την Παρασκευή».
Έτσι, η Ματριόνα έβαλε κατά μέρος το ψωμί και κάθισε στο τραπέζι για να μπαλώσει το πουκάμισο του άντρα της. Κι ενώ καταγινότανε μ’ αυτή τη δουλειά, σκεφτόταν πώς, τάχα, ο άντρας της ν’ αγόρασε προβιές για χειμωνιάτικο πανωφόρι.
«Φτάνει μονάχα να μην τόνε ξεγέλασε ο έμπορος. Είναι τόσο αγαθός ο αντρούλης μου! Κανένα δεν μπορεί να ξεγελάσει αλλά μπορεί να τον τουμπάρει κι ένα μικρό παιδί. Οχτώ ρούβλια είναι πολλά λεφτά. Πρέπει ν’ αγοράσει καλό πανωφόρι μ’ αυτή την τιμή. Όχι τίποτα παλιοδέρματα, μα ένα πανωφόρι με τα όλα του. Τι τράβηξα τον περασμένο χειμώνα δίχως πανωφόρι ζεστό! Δεν μπορούσα μήτε στο ποτάμι να κατέβω μήτε και να βγω έξω να πάω πουθενά. Κι εκείνος, σαν έβγαινε έξω, φόραγε πάνω του ό,τι είχαμε και δεν είχαμε και δεν έμενε τίποτα για μένα. Σήμερα δεν έφυγε πολύ νωρίς, μα έπρεπε να ‘χει γυρίσει εδώ και ώρα. Μακάρι να μην το ‘χει ρίξει στο γλεντοκόπι!»


Drunkard Being Taken Home From The Tavern By His Wife by Pieter The Younger Brueghel
Drunkard Being Taken Home From The Tavern By His Wife by Pieter The Younger Brueghel
Δεν πρόκαμε η Ματριόνα να τελειώσει την σκέψη της όταν άκουσε βήματα στο κατώφλι και κάποιον να μπαίνει. Κάρφωσε τη βελόνα της στο ρούχο που μπάλωνε και βγήκε στο διάδρομο. Αντίκρισε δυο άντρες: τον Σίμωνα και, μαζί του, έναν άντρα ξεσκούφωτο που φόραγε τσόχινα παπούτσια.
Η Ματριόνα πρόσεξε αμέσως πως ο άντρας της μύριζε αλκοόλ. «Δεν είμαστε καλά! Τα ‘χει πιει!» συλλογίστηκε.
Κι όταν είδε πως δε φόραγε πανωφόρι, παρά μονάχα την καζάκα της πάνω από τους ώμους, και πως δεν κράταγε κανένα δέμα, στάθηκε εκεί βουβή και κατάπληκτη, με την καρδιά της έτοιμη να σπάσει απ’ την απογοήτευση. «Πήρε τα λεφτά και τα ‘πιε», σκέφτηκε. «Θα το ‘ριξε στο μεθύσι με κάναν ανεπρόκοπο που τον κουβάλησε και στο σπίτι».
Η Ματριόνα τους έκανε τόπο να περάσουν μες στην καλύβα, μπήκε πίσω τους κι αυτή και είδε πως ο ξένος ήταν ένας νέος λεπτός άντρας που φόραγε το πανωφόρι του άντρα της. Δεν είδε να φοράει πουκάμισο κάτω απ’ το πανωφόρι κι ούτε καπέλο στο κεφάλι του. Σαν μπήκε μέσα, στάθηκε ασάλευτος με τα μάτια του χαμηλωμένα: «Πρέπει να ‘ναι κακός άνθρωπος», σκέφτηκε η Ματριόνα. «Φοβάται!»
Η Ματριόνα κατσούφιασε και στάθηκε πλάι στο τζάκι κοιτάζοντας να δει τι θα έκαναν.
Ο Σίμωνας έβγαλε το σκούφο του και κάθισε στον πάγκο, σαν να μην έτρεχε τίποτα.
«Έλα, Ματριόνα. Αν είν’ έτοιμο το φαΐ, φέρε μας να φάμε».
Η Ματριόνα μουρμούρισε κάτι ανάμεσα στο δόντια της και δε σάλεψε, παρά έμεινε εκεί που ήταν, πλάι στο τζάκι.Κοίταξε πρώτα τον ένα κι έπειτα τον άλλο και κούνησε μονάχα το κεφάλι της. Ο Σίμωνας κατάλαβε πως η γυναίκα του είχε ενοχληθεί αλλά προσπάθησε να κάνει τον ανήξερο. Καμώθηκε πως δεν πρόσεξε τίποτα κι έπιασε τον ξένο απ’ το χέρι.
«Κάτσε, φίλε», είπε, «να φάμε κατιτίς». Ο ξένος κάθισε στον πάγκο.
«Δε μας έχεις μαγειρέψει τίποτα;» ρώτησε ο Σίμωνας. Η Ματριόνα έβραζε από θυμό.
«Μαγείρεψα, μα όχι για σας. Μου φαίνεται πως έχεις χάσει το μυαλό σου απ’ το πιοτό. Πήγες ν’ αγοράσεις μια προβιά αλλά γυρίζεις σπίτι χωρίς να φοράς μήτε το πανωφόρι που φόραγες σαν έφυγες και κουβαλάς μαζί σου κι ένα γυμνό θεομπαίχτη κι από πάνω. Δεν έχω φαΐ για μεθύστακες, σαν του λόγου σας».


«Φτάνει, Ματριόνα. Μη βρίζεις χωρίς λόγο! Καλύτερα να ρωτήσεις τι λογής άνθρωπο —» 

«Κι εσύ να μου πεις τι τα ‘κανες τα λεφτά». Ο Σίμωνας έψαξε την τσέπη της καζάκας, έβγαλε το χαρτονόμισμα των τριών ρουβλιών και το ξεδίπλωσε.

«Να τα τα λεφτά. Ο Τρίφονοφ δεν πλήρωσε, μα υποσχέθηκε να πληρώσει σύντομα».
Η Ματριόνα θύμωσε ακόμα πιο πολύ. Δε φτάνει που δεν είχε αγοράσει τις προβιές, μα είχε δώσει και το μοναδικό του πανωφόρι να το φορέσει ένας γδυμνός που τον κουβάλησε, μάλιστα, και στο σπίτι τους.
Άρπαξε το χαρτονόμισμα απ’ το τραπέζι, το πήρε για να το σιγουρέψει κάπου και είπε:
«Δεν έχω φαΐ για σας. Θαρρείς ότι μπορώ να ταΐζω όλους τους ξεγυμνωμένους μεθύστακες του κόσμου;»


«Έλα τώρα, Ματριόνα, κράτα κομμάτι τη γλώσσα σου. ‘Ακου πρώτα τι έχει να σου πει ένας άνθρωπος!»

«Ποιος ξέρει τι σοφίες θ’ ακούσω από έναν τρελομεθύστακα! Είχα δίκιο που δεν ήθελα να σε παντρευτώ — ένα μεθύστακα! Τα λινά που μου ‘δωκε η μάνα μου τα ήπιες. Και τώρα βγήκες ν’ αγοράσεις πανωφόρι και το ‘πιες κι αυτό!»

Ο Σίμωνας πάσχιζε να εξηγήσει στη γυναίκα του πως είχε ξοδέψει είκοσι καπίκια μοναχά, πάσχιζε να της πει πως είχε βρει το νέο αυτόν — μα η Ματριόνα δεν τον άφησε να σταυρώσει ούτε λέξη. Μια κουβέντα έλεγε ο άντρας της, πενήντα εκείνη και θυμήθηκε πράγματα που ‘χανε γίνει πριν από δέκα χρόνια.
Η Ματριόνα δεν έλεγε να βάλει γλώσσα μέσα της και στο τέλος όρμησε πάνω στον Σίμωνα και τον άρπαξε από το μανίκι.
«Δώσε μου την καζάκα μου. Είναι το μόνο ρούχο που έχω κι είσ’ εσύ που έρχεσαι και τήνε παίρνεις από μένα για να τη φοράς. Δώσε μού τη, κοπρόσκυλο, που να σε πάρει ο διάολος!»
Ο Σίμωνας άρχισε να βγάζει την καζάκα και γύρισε ένα μανίκι το μέσα έξω. Η Ματριόνα άρπαξε την καζάκα τόσο απότομα, που σκίστηκαν οι ραφές της. Την τράβηξε, την έριξε πάνω απ’ το κεφάλι της και πήγε προς την πόρτα. Είχε σκοπό να βγει έξω, μα στάθηκε αναποφάσιστη — ήθελε να ξεσπάσει την οργή της, μα ήθελε και να μάθει τι σόι άνθρωπος ήταν ο ξένος.
Η Ματριόνα σταμάτησε και είπε:
«Αν ήταν καλός άνθρωπος, δε θα ‘τανε γδυμνός. Κοίτα χάλια! Μήτε πουκάμισο δε φοράει. Αν ήταν εντάξει, θα ‘λεγες πού τον συνάντησες».
«Αυτό ακριβώς πασχίζω κι εγώ να σου πω», είπε ο Σίμωνας. «Έτσι όπως ζύγωνα στο αλτάρι, τον είδα να κάθεται ολοτσίτσιδος και παγωμένος. Κι ο καιρός δε σηκώνει αστεία να κάθεσαι ετσιδά ολοτσίτσιδος! Ευτυχώς που μ’ έστειλε ο Θεός, διαφορετικά θα ‘χε πεθάνει. Τι να ‘κανα; Πώς ξέρουμε τι μπορεί να του ‘χει συμβεί; Τον πήρα, λοιπόν, τον έντυσα και τον κουβάλησα μαζί μου. Μη θυμώνεις τόσο πολύ, Ματριόνα. Είναι αμαρτία. Μην ξεχνάς, θα πεθάνουμε όλοι κάποια μέρα».


Οργισμένες κουβέντες ανέβηκαν ως τα χείλη της Ματριόνας, μα κοίταξε τον ξένο και σώπασε. Ο νέος καθόταν άκρη άκρη στον πάγκο, ασάλευτος, με τα χέρια του διπλωμένα πάνω στα γόνατά του, με το κεφάλι του ριγμένο στο στήθος του, με τα μάτια του κλειστά και με σμιχτά τα φρύδια, σαν να πόναγε πολύ. Η Ματριόνα απόμενε βουβή κι ο Σίμωνας είπε:
«Ματριόνα, δεν έχεις στάλα αγάπη του Θεού;»
Άκουσε τούτα τα λόγια η Ματριόνα και καθώς κοίταζε τον ξένο, η καρδιά της άξαφνα μαλάκωσε. Ξαναγύρισε απ’ την πόρτα και, πηγαίνοντας στο τζάκι, έβγαλε το βραδινό φαγητό. Απίθωσε μια κούπα στο τραπέζι κι έριξε μέσα λίγο κβας . Έφερε μετά το τελευταίο κομμάτι ψωμί κι έβγαλ’ ένα μαχαίρι και κουτάλια.
«Φάε, αν θες», είπε.
Ο Σίμωνας τράβηξε τον ξένο στο τραπέζι. «Πάρε τη θέση σου, νεαρέ», είπε.
Ο Σίμωνας έκοψε το ψωμί, το έτριψε μέσα στον κρεατοζωμό και άρχισαν να τρώνε. Η Ματριόνα κάθισε στη γωνιά του τραπεζιού στηρίζοντας το κεφάλι της πάνω στο χέρι της και κοιτάζοντας τον ξένο.
Και η Ματριόνα λυπήθηκε τον ξένο κι άρχισε να τον συμπαθεί. Κι αμέσως το πρόσωπο του ξένου φωτίστηκε. Τα φρύδια του δεν ήταν πια σμιχτά. Σήκωσε το κεφάλι του και χαμογέλασε στη Ματριόνα.
Όταν απόφαγαν, η γυναίκα σήκωσε τα πράγματα απ’ το τραπέζι κι άρχισε να κάνει στον ξένο ερωτήσεις.
shoemakertolstoy
«Από πού είσαι;» του είπε.
«Δεν είμαι απ’ αυτά τα μέρη».


«Πώς έγινε, όμως, και βρέθηκες στο δρόμο;»

«Δεν μπορώ να σας πω».

«Μήπως σε λήστεψε κανείς;»

«Ο Θεός με τιμώρησε».

«Και καθόσουν εκεί πέρα ολοτσίτσιδος;»

«Ναι, γδυμνός και παγωμένος. Ο Σίμων με είδε και με λυπήθηκε. Έβγαλε το πανωφόρι του, μου το φόρεσε και μ’ έφερε εδώ πέρα. Κι εσείς μου δώσατε να φάω, μου δώσατε να πιω και μου δείξατε συμπόνια. Ο Θεός θα σας ανταμείψει!»

Η Ματριόνα σηκώθηκε, πήρε απ’ το παράθυρο το παλιοπουκάμισο του Σίμωνα που μπάλωνε και το έδωσε στον ξένο. Του έφερε κι ένα παντελόνι.
«Πάρ’ το», είπε, «βλέπω πως δε φοράς πουκάμισο. Φόρεσε το και ξάπλωσε όπου σ’ αρέσει, στο παραγώνι ή στο τζάκι» .
Ο ξένος έβγαλε το πανωφόρι, φόρεσε το πουκάμισο και ξάπλωσε στο παραγώνι. Η Ματριόνα έσβησε το κερί, πήρε το πανωφόρι και ανέβηκε στο τζάκι, εκεί που ‘χε πλαγιάσει ο άντρας της.
Η Ματριόνα τράβηξε πάνω της το πανωφόρι και πλάγιασε κι αυτή, μα δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Δεν μπορούσε να βγάλει τον ξένο από το νου της.
Σαν θυμήθηκε πως ο ξένος είχε φάει το τελευταίο κομμάτι ψωμί που τους είχε απομείνει και πως δεν υπήρχε μήτε ψίχουλο για αύριο, σαν συλλογίστηκε το πουκάμισο και το παντελόνι που ‘χε χαρίσει, ένιωσε να την κυριεύει η λύπη. Μα σαν έφερε στο νου της τον τρόπο που της χαμογέλασε, η καρδιά της γέμισε χαρά.
Κάμποσο έμεινε ξυπνητή η Ματριόνα και πρόσεξε ότι κι ο Σίμωνας δεν κοιμόταν — τράβαγε το πανωφόρι προς αυτόν.
«Σίμωνα!» 


«Τ’ είναι;»

«Φάγατε το τελευταίο κομμάτι ψωμί και δεν ξέρω τι θα κάνουμε αύριο. Μπορεί να δανειστώ λίγο απ’ τη γειτόνισσα, τη Μάρθα».

«Αν ζούμε ως αύριο, κάτι θα βρούμε να φάμε». Η γυναίκα έμεινε έτσι για λίγο και έπειτα είπε: «Φαίνεται καλός άνθρωπος αλλά γιατί δε μας λέει ποιος είναι;»

«Έχει τους λόγους του, φαντάζομαι».

«Σίμων!»

«Έλα».

«Εμείς δίνουμε. Ωραία! Γιατί, όμως, κανένας δε μας δίνει τίποτα εμάς;»

Ο Σίμωνας δεν ήξερε τι ν’ αποκριθεί. Έτσι, το μόνο που είπε ήταν:
«Ας μη μιλάμε άλλο» και γύρισε απ’ τ’ άλλο πλευρό. Σε λίγο είχε αποκοιμηθεί.
A peasant family by a fireplace in a barn, by Adriaen Jansz. Van Ostade
A peasant family by a fireplace in a barn, by Adriaen Jansz. Van Ostade
Το πρωί ο Σίμωνας ξύπνησε. Τα παιδιά κοιμόντουσαν ακόμα. Η γυναίκα του είχε πάει στη γειτόνισσα για να δανειστεί λίγο ψωμί. Μονάχα ο ξένος καθότανε στον πάγκο, φορώντας το παλιοπουκάμισο και το παντελόνι και κοιτάζοντας ψηλά. Το πρόσωπο του ήταν ακόμα φωτεινότερο απ’ όσο ήταν την προηγούμενη μέρα. Ο Σίμωνας του είπε:
«Φίλε, η κοιλιά ζητά ψωμί και το γυμνό σώμα ρούχο. Πρέπει να δουλεύει κανείς για να ζει. Εσύ τι δουλειά ξέρεις να κάνεις;»


«Δεν ξέρω καμιά»

Αυτό τον παραξένεψε τον Σίμωνα, μα είπε: «Οι άνθρωποι που θέλουνε να μάθουν μπορούν να μάθουν οτιδήποτε».


«Οι άνθρωποι εργάζονται και θα εργαστώ κι εγώ».

«Πώς σε λένε;»

«Μιχάλη».

«Λοιπόν, Μιχάλη. Αν δε θες να μιλήσεις για την αφεντιά σου, δικιά σου υπόθεση. Μα πρέπει να κάνεις κάτι για να ζήσεις. Αν δουλέψεις όπως σου πω εγώ, θα σου εξασφαλίσω στέγη και τροφή».

«Ο Θεός να σε ανταμείψει! Θα μάθω. Δείξε μου τι να κάνω».

Ο Σίμωνας πήρε λίγο νήμα, το τύλιξε στο δάχτυλο του και άρχισε να το στρίβει. «Είναι πολύ εύκολο. Κοίτα!»
Ο Μιχάλης τον κοίταξε. Τύλιξε κι αυτός λίγο νήμα γύρω από το δάχτυλο του, έπιασε το κόλπο κι έστριψε κι αυτός το νήμα.
Μετά ο Σίμωνας του έδειξε πώς να κερώνει το νήμα. Ο Μιχάλης το έμαθε κι αυτό στο άψε σβήσε. Ύστερα ο Σίμωνας του έδειξε πώς να στρίβει και να περνά τη γουρουνότριχα και πώς να ράβει. Ο Μιχάλης το ‘μαθε κι αυτό στη στιγμή.
Ό,τι κι αν του ‘δειχνε ο Σίμωνας, αυτός το καταλάβαινε αμέσως κι ύστερα από τρεις μέρες δούλευε σάμπως να έραβε μπότες σ’ όλη του τη ζωή. Δούλευε χωρίς σταμάτημα και έτρωγε ελάχιστα. Σαν τέλειωνε η δουλειά, καθόταν σιωπηλός με τα μάτια στραμμένα προς τα πάνω. Σπάνια έβγαινε στο δρόμο, μιλούσε μόνο όταν ήταν ανάγκη και δεν αστειευότανε ποτέ ούτε γελούσε. Ποτέ δεν τον είδαν να γελάει, εκτός από το πρώτο εκείνο βράδυ, τότε που η Ματριόνα του έδωσε να φάει.
Μέρα τη μέρα, βδομάδα τη βδομάδα, κυλούσε ο χρόνος. Ο Μιχάλης ζούσε στο σπίτι του Σίμωνα και δούλευε μαζί του. Η φήμη του απλώθηκε τόσο πολύ, που ο κόσμος έλεγε πως κανείς άλλος δεν έραβε τόσο στέρεα τις μπότες, όσο ο δουλευτής του Σίμωνα, ο Μιχάλης. Απ’ όλη την περιοχή ολόγυρα έρχονταν άνθρωποι στον Σίμωνα φέρνοντας τις μπότες τους κι ο Σίμωνας άρχισε να ζει καλά.
The Village Shoemaker, by David Fulton
The Village Shoemaker, by David Fulton
Μια χειμωνιάτικη μέρα, καθώς κάθονταν και δουλεύανε ο Σίμωνας κι ο Μιχάλης, ήρθε και σταμάτησε στο καλύβι τους μια άμαξα-έλκηθρο που την έσερναν τρία άλογα με κουδουνάκια. Αυτοί κοίταξαν έξω απ’ το παράθυρο. Η άμαξα είχε σταματήσει στην πόρτα τους. Απ’ το κουβούκλιο κατέβηκε ένας κομψοντυμένος υπηρέτης και άνοιξε την πόρτα. Πρόβαλε ένας κύριος με γούνινο πανωφόρι και προχώρησε προς το καλύβι του Σίμωνα. Η Ματριόνα τινάχτηκε ορθή κι άνοιξε διάπλατα την πόρτα. Ο κύριος έσκυψε για να μπει στο καλύβι κι όταν σήκωσε πάλι το κορμί του, το κεφάλι του άγγιξε σχεδόν το ταβάνι κι έμοιαζε να γεμίζει ολότελα με τον όγκο του το χώρο.
Ο Σίμωνας σηκώθηκε, υποκλίθηκε και κοίταξε με έκπληξη τον κύριο. Ποτέ του δεν είχε ξαναδεί άλλον σαν αυτόν. Ο ίδιος ο Σίμωνας ήταν ισχνός, λεπτός ο Μιχάλης κι η Ματριόνα στεγνή σαν κόκαλο — αλλά ο άνθρωπος αυτός έμοιαζε φερμένος από άλλο κόσμο: κοκκινομούρης, θεόρατος, μ’ ένα σβέρκο σαν του ταύρου, και φαινόταν χυμένος σε σίδερο, θαρρείς, απ’ την κορφή ως τα νύχια.
Ο κύριος ξεφύσηξε, έβγαλε το γούνινο πανωφόρι του, κάθισε στον πάγκο και είπε:
«Ποιος από σας είναι ο αρχιμάστορας εδώ;»


«Εγώ, εξοχότατε», είπε ο Σίμωνας πλησιάζοντας.

Τότε ο κύριος φώναξε στο βαστάζο του:
«’Ει, Φέντκα, φέρε το πετσί!»
Ο υπηρέτης μπήκε τρέχοντας κουβαλώντας ένα δέμα. Ο κύριος πήρε το δέμα και το απίθωσε πάνω στο τραπέζι. «Λύσε το», είπε. Το παλικάρι το έλυσε.
Ο κύριος έδειξε με το δάχτυλο του το δέρμα.
«Κοίτα εδώ, τσαγκάρη», είπε, «βλέπεις ετούτο το πετσί;»
«Το βλέπω, εντιμότατε».
«Ξέρεις, όμως, τι λογής είναι;»
Ο Σίμωνας άγγιξε το πετσί και είπε:
«Είναι καλό δέρμα».
«Καλό, βέβαια! Αυτό σου ‘λειπε! Να πεις πως δεν είναι καλό. Τέτοιο πετσί, ηλίθιε, δεν ξανάδες στη ζωή σου. Είναι γερμανικό και κοστίζει είκοσι ρούβλια». 
Ο Σίμωνας τρομοκρατήθηκε και είπε:
«Πού θα ‘βλεπα ποτέ μου δέρμα σαν αυτό;» 
«Έτσι μπράβο! Και τώρα, μπορείς να μου κάνεις μπότες;» 
«Μάλιστα, εξοχότατε, μπορώ». 
Τότε ο κύριος του φώναξε με δυνατή φωνή:
«Μπορείς! Μπορείς; Πρόσεξε! Μην ξεχνάς για ποιόνε θα φτιάξεις τις μπότες και τι λογής είναι το πετσί. Πρέπει να μου φτιάξεις μπότες που θα τις φορώ για ένα χρόνο, δίχως να ξεχειλώσουνε κι ούτε να ξηλωθούνε. Αν μπορείς να το κάνεις, πάρε το πετσί και κόφ’ το. Αν όμως δεν μπορείς, πες το. Σε προειδοποιώ: αν οι μπότες που θα φτιάξεις ξηλωθούν ή ξεχειλώσουνε μέσα σ’ ένα χρόνο, θα σε κλείσω στη φυλακή. Αν δεν ανοίξουν ούτε ξεχειλώσουν για ένα χρόνο, θα σε πληρώσω δέκα ρούβλια για τον κόπο σου».
The Shoemakers, by Pericles Tsirigotis
The Shoemakers, by Pericles Tsirigotis
Ο Σίμωνας είχε τρομάξει πολύ και δεν ήξερε τι να πει. Κοίταξε τον Μιχάλη και σκουντώντας τον με τον αγκώνα, του ψιθύρισε:
«Να τήνε πάρω τη δουλειά;» Ο Μιχάλης κούνησε το κεφάλι του, σαν να ‘λεγε:
«Ναι, πάρ’ τη».
Ο Σίμωνας έκανε ό,τι τόνε συμβούλεψε ο Μιχάλης κι ανέλαβε να φτιάξει μπότες που δε θα ξεχείλωναν ούτε και θ’ άνοιγαν για έναν ολάκερο χρόνο.
Φωνάζοντας τον υπηρέτη του, ο κύριος του είπε να τραβήξει την μπότα απ’ το αριστερό του πόδι που το τέντωσε.
«Πάρε τα μέτρα μου!» είπε.
Ο Σίμωνας πήρε ένα χαρτί μετρήματος σαράντα πέντε πόντους μάκρος, το ίσιωσε, γονάτισε, σκούπισε καλά τα χέρια του πάνω στην ποδιά του, για να μη λερώσει τις κάλτσες του κυρίου, και άρχισε να μετρά. Μέτρησε τη σόλα, την πατούσα γύρω γύρω κι άρχισε να μετρά τη γάμπα του ποδιού, μα το χαρτί ήταν πολύ κοντό. Η γάμπα του ποδιού ήταν χοντρή, σαν δοκάρι.
«Πρόσεξε μην τυχόν και με σφίγγει πολύ στο πόδι».
Ο Σίμωνας πήρε άλλη μια λουρίδα χαρτί. Ο κύριος στριφογύριζε τα δάχτυλα του μες στην κάλτσα του κοιτάζοντας ολόγυρα όσους ήταν στο καλύβι όταν πήρε το μάτι του τον Μιχάλη.
«Ποιον έχεις εκεί πέρα;» ρώτησε.
«Είναι ο τεχνίτης μου. Αυτός θα ράψει τις μπότες». 

«Πρόσεξε καλά», είπε ο κύριος στον Μιχάλη, «μην ξεχάσεις πως πρέπει να τις φτιάξεις έτσι που να μου κρατήσουν ένα χρόνο».
Ο Σίμωνας κοίταξε κι αυτός τον Μιχάλη και είδε πως ο Μιχάλης δεν κοίταζε τον κύριο, μα τη γωνία πίσω απ’ τον κύριο, σάμπως να έβλεπε κάποιον εκεί πέρα. Ο Μιχάλης κοίταζε κι όλο κοίταζε, ώσπου άξαφνα χαμογέλασε και φωτίστηκε το πρόσωπο του.
«Τι χασκογελάς εσύ κει πέρα, ηλίθιε;» άστραψε και βρόντηξε ο κύριος. «Θα ‘κανες καλύτερα να φροντίσεις να ‘ναι έτοιμες στην ώρα τους οι μπότες».

«Θα ετοιμαστούν στην ώρα τους», είπε ο Μιχάλης.
«Πρόσεξε καλά!» είπε ο κύριος και φόρεσε τις μπότες και το γούνινο πανωφόρι του που το τύλιξε γύρω του και τράβηξε κατά την πόρτα. Μα ξέχασε να σκύψει και κουτούλησε την κεφάλα του πάνω στην κάσα της πόρτας. Βλαστήμησε κι έτριψε την κεφάλα του. Μετά πήρε τη θέση του μέσα στην άμαξα και ξεκίνησε.
Αφού πια έφυγε, ο Σίμωνας είπε:
«Φάτσα να σου πετύχει! Ούτε με βαριά δε θα μπορούσες να τον σκοτώσεις. Σχεδόν την ξεμασκάλισε την κάσα, μα δεν έπαθε ούτε γρατσουνιά!»
Κι η Ματριόνα πρόσθεσε:
«Ζώντας όπως ζει, πώς να μη γίνει σαν μουλάρι; Ούτε ο θάνατος ο ίδιος δεν μπορεί να κάνει τίποτα σε τέτοιο αγκωνάρι!»
Τότε ο Σίμωνας είπε στον Μιχάλη:
«Εντάξει, τήνε πήραμε τη δουλειά, μα πρέπει να κοιτάξουμε μη βρούμε κάνα μπελά. Το δέρμα είν’ ακριβό κι ο κύριος αράθυμος. Πρέπει να μην κάνουμε λάθη. Έλα, εσύ βλέπεις καλύτερα και τα χέρια σου πιάνουν πιο καλά από τα δικά μου. Πάρε, λοιπόν, αυτά τα μέτρα και άρχισε το κόψιμο. Εγώ θα αποτελειώσω το ράψιμο στα ψίδια».
Ο Μιχάλης έκανε ό,τι του ‘πε. Πήρε το δέρμα, το άπλωσε πάνω στο τραπέζι, το δίπλωσε στα δυο, πήρε μια φαλτσέτα κι άρχισε να κόβει.
Η Ματριόνα κοντοζύγωσε και τον παρατηρούσε που έκοβε. Της έκανε μεγάλη εντύπωση ο τρόπος που το ‘κανε. Η Ματριόνα είχε συνηθίσει να βλέπει να φτιάχνουν μπότες και τώρα κοίταζε κι έβλεπε πως ο Μιχάλης δεν έκοβε το δέρμα όπως συνήθως για μπότες αλλά το ‘κοβε στρογγυλά.
Της ήρθε να πει κάτι, μα έκανε μέσα της: «Ίσως να μην καταλαβαίνω πώς πρέπει να φτιάχνονται οι μπότες για κυρίους. Φαντάζομαι πως ο Μιχάλης ξέρει πιο πολλά πάνω σ’ αυτό. Καλύτερα να μην ανακατευτώ».
Ο Μιχάλης, αφού έκοψε το δέρμα, πήρε μια κλωστή και άρχισε να ράβει όχι με δυο άκρες, όπως ράβονται οι μπότες, αλλά με μια μόνο άκρη, όπως ράβονται οι μαλακές παντόφλες.
Και πάλι αναρωτήθηκε η Ματριόνα αλλά και πάλι δεν ανακατεύτηκε. Ο Μιχάλης έραβε σταθερά μέχρι το μεσημέρι. Τότε ο Σίμωνας σηκώθηκε για φαγητό, κοίταξε γύρω του και είδε πως ο Μιχάλης είχε φτιάξει παντόφλες από το δέρμα του κυρίου.
«Ιιιι!» μούγκρισε ο Σίμωνας και σκέφτηκε: «Πώς είναι δυνατόν ο Μιχάλης, που ‘ναι μαζί μου έναν ολάκερο χρόνο και δε λάθεψε ποτέ του ως τα τώρα, να κάνει κάτι τόσο τρομερό; Ο κύριος παράγγειλε μπότες ψηλές, με βάρδουλα, κι ο Μιχάλης έφτιαξε μαλακές παντόφλες μονόσολες και χαράμισε το δέρμα. Τι θα πω τώρα στον κύριο; Δεν μπορώ να βρω πουθενά δέρμα σαν αυτό». Και, γυρίζοντας στον Μιχάλη, είπε:
«Τι κάνεις, φίλε; Με κατέστρεψες! Ξέρεις καλά ότι ο κύριος παράγγειλε μπότες ψηλές και κοίτα εσύ τι έκανες!»
Δεν πρόλαβε ν’ αρχίσει το κατσάδιασμα στον Μιχάλη και «ρατ-τατ» ακούστηκε να χτυπάει το σιδερένιο γλωσσίδι που κρεμότανε στην πόρτα. Κάποιος χτυπούσε. Κοίταξαν έξω απ’ το παράθυρο. Ένας άντρας είχε έρθει καβάλα στ’ άλογο του που τώρα το ‘δενε στον πάσσαλο. Άνοιξαν την πόρτα και μπήκε ο υπηρέτης που ήτανε με τον κύριο.
«Καλημέρα», είπε.
«Καλημέρα», αποκρίθηκε ο Σίμωνας. «Σε τι μπορώ να σας εξυπηρετήσω;» 

«Μ’ έστειλε η κυρά μου για τις μπότες». 

«Για τις μπότες;»

«Ναι, ο κύριος μου δεν τις χρειάζεται. Πέθανε».

«Είναι δυνατό;»

«Δεν πρόκαμε να φτάσει μέχρι το σπίτι, μετά που έφυγε από σας. Πέθανε στην άμαξα. Σαν φτάσαμε στο σπίτι και τρέξανε οι υπηρέτες να τόνε βοηθήσουν να κατέβει, κύλησε κάτω σαν σακί. Ήταν κιόλας πεθαμένος και τόσο ξυλιασμένος, που δεν μπορούσαν να τόνε βγάλουν απ’ την άμαξα. Η κυρά μου μ’ έστειλε εδώ να σας πω ότι ο κύριος που παράγγειλε μπότες για την αφεντιά του κι άφησε ένα κομμάτι δέρμα για να φτιαχτούν, δε χρειάζεται πια τις μπότες κι ότι πρέπει γρήγορα να φτιάξετε μαλακές παντόφλες για το πτώμα. “Περίμενε”, μου είπε, “μέχρι να ετοιμαστούν και φέρτες πίσω μαζί σου”. Να γιατί ήρθα».
Ο Μιχάλης μάζεψε τα υπολείμματα απ’ το δέρμα, τα τύλιξε, πήρε τις μαλακές παντόφλες που ‘χε φτιάξει, τις χτύπησε τη μια με την άλλη, τις σκούπισε με την ποδιά του και τις έδωσε μαζί με το ρολό το δέρμα στον υπηρέτη που τις πήρε και είπε:
«Αντίο, μαστόροι, και καλή σας μέρα».
Πέρασε άλλος ένας χρόνος, κι ακόμα ένας, κι ο Μιχάλης περνούσε τώρα τον έκτο χρόνο του μαζί με τον Σίμωνα. Ζούσε όπως πριν. Δεν πήγαινε πουθενά, μιλούσε μόνο σαν ήταν ανάγκη κι είχε χαμογελάσει μονάχα δυο φορές όλ’ αυτά τα χρόνια — τη μια φορά όταν η Ματριόνα του έδωσε να φάει και μια δεύτερη φορά όταν ήρθε στο καλύβι τους ο κύριος. Ο Σίμωνας ήταν κάτι παραπάνω από ικανοποιημένος με τον παραγιό του. Ποτέ δεν τον ρωτούσε τώρα από πού ήταν και το μόνο που φοβόταν ήταν μήπως φύγει ο Μιχάλης.
Μια μέρα ήταν όλοι στο σπίτι. Η Ματριόνα μαγείρευε στο φούρνο. Τα παιδιά τρέχανε πέρα δώθε πάνω στους πάγκους, κοιτάζοντας έξω απ’ το παράθυρο. Ο Σίμωνας έραβε στο ένα παράθυρο και ο Μιχάλης στερέωνε ένα τακούνι στο άλλο.Το ένα απ’ τα παιδιά πλησίασε τρέχοντας πάνω στον πάγκο τον Μιχάλη, έσκυψε πάνω στον ώμο του και κοίταξε έξω απ’ το παράθυρο.
«Κοίτα, θείε Μιχάλη! Μια κυρία με τα κοριτσάκια της! Φαίνεται πως έρχεται καταδώ. Και το ένα κορίτσι είναι κουτσό».
Μόλις το παιδί το είπε αυτό, ο Μιχάλης παράτησε τη δουλειά του, γύρισε προς το παράθυρο και κοίταξε έξω στο δρόμο.
Ο Σίμωνας παραξενεύτηκε. Ποτέ δε συνήθιζε ο Μιχάλης να κοιτάζει στο δρόμο, μα τώρα είχε κολλήσει στο τζάμι κοιτάζοντας κάτι. Ο Σίμωνας κοίταξε κι αυτός και είδε να ‘ρχεται πραγματικά προς το καλύβι μια καλοντυμένη γυναίκα κρατώντας από το χέρι δυο κοριτσάκια με γούνινα πανωφόρια και μάλλινα κασκόλ. Τα κοριτσάκια μοιάζανε με δυο σταγόνες νερό, εκτός μονάχα ότι το ένα κούτσαινε στο αριστερό του πόδι και περπατούσε με δυσκολία.
Η γυναίκα ανέβηκε στο πρόστεγο και μπήκε στο διάδρομο. Ψαχουλεύοντας στην είσοδο, βρήκε το μάνταλο, το σήκωσε και άνοιξε την πόρτα. Άφησε πρώτα να περάσουν τα δυο κορίτσια και τ’ ακολούθησε μες στο καλύβι.
«Καλημέρα, καλοί μου άνθρωποι!»
«Παρακαλώ, περάστε», είπε ο Σίμωνας. «Σε τι μπορώ να σας εξυπηρετήσω;»
Η γυναίκα κάθισε στο τραπέζι. Τα δυο κοριτσάκια στριμώχνονταν κοντά στα γόνατα της, γιατί φοβόντουσαν αυτούς που ήταν στο καλύβι.
«Θέλω να μου φτιάξετε δερμάτινα παπούτσια γι’ αυτά τα κοριτσάκια, για την άνοιξη».
«Να σας φτιάξουμε, μόλο που δεν έχουμε ξαναφτιάξει τέτοια παπούτσια. Ο παραγιός μου, ο Μιχάλης, είναι μάστορας σ’ αυτό».
Shoemakers, by Jan Jozef, the Younger Horemans
Shoemakers, by Jan Jozef, the Younger Horemans

Ο Σίμωνας έριξε στον Μιχάλη μια ματιά και είδε πως είχε παρατήσει τη δουλειά του και καθόταν με τα μάτια του καρφωμένα πάνω στα κοριτσάκια. Ο Σίμωνας παραξενεύτηκε. Είναι αλήθεια πως τα κορίτσια ήταν πολύ όμορφα, με μαύρα μάτια, παχουλά, ροδομάγουλα• φορούσαν όμορφα τσεμπέρια και γούνινα πανωφόρια αλλά ο Σίμωνας εξακολουθούσε να μην καταλαβαίνει γιατί ο Μιχάλης τα κοίταζε με τον τρόπο αυτό — σάμπως να τα γνώριζε από πριν. Ένιωθε αμήχανος αλλά συνέχισε να κουβεντιάζει με τη γυναίκα κανονίζοντας την τιμή. Αφού κανόνισε την τιμή, ετοιμάστηκε να πάρει τα μέτρα. Η γυναίκα σήκωσε το ανάπηρο κορίτσι στα γόνατα της και είπε:
«Πάρε δυο φορές μέτρα απ’ αυτό το κοριτσάκι. Φτιάξε ένα παπούτσι για το κουτσό ποδάρι και τρία για το γερό. Έχουνε και τα δυο το ίδιο νούμερο. Είναι δίδυμα».
Ο Σίμωνας πήρε τα μέτρα και, μιλώντας για το κουτσό κορίτσι, είπε:
«Πώς του συνέβη; Είναι τόσο όμορφο κορίτσι! Έτσι γεννήθηκε;»
«Όχι, η μητέρα του καταπλάκωσε το πόδι του».
Τότε μπήκε στη συζήτηση κι η Ματριόνα. Ποια ήταν, άραγε, αυτή η γυναίκα και τίνος ήταν τα παιδιά; Ρώτησε, λοιπόν:
«Δεν είσαι του λόγου σου, λοιπόν, η μητέρα τους;»
«Όχι, καλή μου γυναίκα. Δεν είμαι ούτε μητέρα τους ούτε καν συγγένισσά τους. Μου ήταν ολότελα ξένα αλλά τα υιοθέτησα».
«Δεν είναι παιδιά σας κι ωστόσο τ’ αγαπάτε τόσο πολύ;»
«Πώς είναι δυνατό να μην τ’ αγαπώ; Τα έθρεψα με το δικό μου γάλα. Είχα κι εγώ ένα παιδί αλλά το πήρε ο Κύριος. Το αγαπούσα τόσο, όσο αγαπώ τώρα αυτά».
«Τότε, ποιανού παιδιά είναι;»
Η γυναίκα, έχοντας αρχίσει να μιλάει, της είπε ολόκληρη την ιστορία.
A mother and her children returning home by Henri Jacques Bource
A mother and her children returning home by Henri Jacques Bource
«Πάνε κάπου έξι χρόνια από τότε που πέθαναν οι γονείς τους, κι οι δυο μέσα σε μια βδομάδα: ο πατέρας τους θάφτηκε την Τρίτη και η μητέρα τους πέθανε την Παρασκευή. Τα ορφανά τούτα γεννήθηκαν τρεις μέρες έπειτα απ’ το θάνατο του πατέρα τους και η μητέρα τους δεν έζησε ούτε μια μέρα παραπάνω. Ο άντρας μου κι εγώ ζούσαμε τότε σαν χωρικοί στο χωριό. Ήμασταν γείτονες τους και ο αυλόγυρός μας ήτανε πλάι στο δικό τους.Ο πατέρας τους ήταν ένας άνθρωπος μοναχικός, ξυλοκόπος στο δάσος. Μια μέρα που κόβανε δέντρα, έπεσε πάνω του ένα απ’ αυτά και τον έκανε λιώμα. Δεν πρόκαμαν να τόνε πάνε σπίτι κι ο δύστυχος παρέδωσε την ψυχή του στο Θεό. Την ίδια βδομάδα η γυναίκα του γέννησε δίδυμα — τούτα εδώ τα κοριτσάκια. Ήταν φτωχιά και μόνη. Δεν είχε κανένα κοντά της, ούτε νέο ούτε γέρο. Μονάχη της γέννησε και μονάχη της βρήκε το θάνατο.
»Την άλλη μέρα το πρωί πήγα να την ιδώ, μα σαν μπήκα στο καλύβι, η δύστυχη κειτόταν κιόλας ξυλιασμένη. Πεθαίνοντας, γύρισε και καταπλάκωσε με το σώμα της το ποδαράκι του παιδιού. Ήρθανε τότε στο καλύβι οι χωριανοί, πλύνανε το σώμα της, την ετοιμάσανε, φτιάξανε κι ένα φέρετρο και τήνε θάψανε. Ήταν άνθρωποι καλοί. Τα μωρά είχαν απομείνει μοναχά τους. Τι θα γινότανε με τα μωρά; Εγώ ήμουνα η μόνη γυναίκα εκεί πέρα που ‘χε μωρό στην αγκαλιά εκείνο τον καιρό. Φρόντιζα το δικό μου νιογέννητο, ηλικίας οχτώ βδομάδων. Έτσι, τα πήρα κοντά μου για λίγο καιρό. Οι χωρικοί μαζεύονταν κάθε τόσο κι όλο συλλογιζόντουσαν τι θ’ απογίνουν τα παιδιά. Στο τέλος μου είπανε:
“Για την ώρα, Μαρία, καλύτερα να τα κρατήσεις εσύ τα κορίτσια κι αργότερα θα δούμε τι θα τα κάνουμε”.
Έτσι, άρχισα να θηλάζω το γερό, παραμελώντας στην αρχή το σακάτικο. Φανταζόμουνα πως δε θα ζούσε. Μα ύστερα αναλογίστηκα: γιατί, τάχα, να υποφέρει το αθώο πλασματάκι; Το λυπήθηκα κι άρχισα κι αυτό να το ταΐζω. Έτσι, λοιπόν, θήλαζα το δικό μου το αγοράκι κι αυτά τα δυο —και τα τρία τους— από το στήθος μου. Ήμουνα νέα και γερή κι ο Θεός το ‘δωσε να έχω τόσο πολύ γάλα, που καμιά φορά ξεχυνόταν μοναχό του. Τάιζα συνήθως δυο κάθε φορά, ενώ το τρίτο περίμενε. Όποτε χόρταινε καλά το ένα, θήλαζα το τρίτο. Κι ο Θεός το ‘θελε αυτά τα δυο να μεγαλώσουν και το δικό μου να πεθάνει, προτού γίνει δυο χρονών. Και δεν είχα άλλα παιδιά, μόλο που δε μας λείπουν τα λεφτά. Ο άντρας μου δουλεύει αυτή τη στιγμή στο μύλο για τον έμπορο του καλαμποκιού. Πληρώνεται καλά και καλοζούμε. Αλλά δεν έχω δικά μου παιδιά και σκέφτομαι πόσο μόνη θα ‘μουνα, δίχως αυτά τα κοριτσάκια! Πώς μπορώ να μην τ’ αγαπώ! Αυτά είν’ η χαρά της ζωής μου!»
The Invalid and the Birth,by William van Strydonck
The Invalid and the Birth,by William van Strydonck
Κι έσφιξε πάνω της το κουτσό κοριτσάκι με το ‘να χέρι της, ενώ με τ’ άλλο σκούπιζε τα δάκρυα απ’ τα μάγουλα της.
Η Ματριόνα αναστέναξε και είπε:
«Σωστά το λέει η παροιμία, “μπορεί κανείς να ζήσει δίχως μάνα ή πατέρα, μα δεν μπορεί να ζήσει δίχως το Θεό”».
Με τέτοια λόγια κουβεντιάζανε όταν, άξαφνα, ολάκερο το καλύβι φωτίστηκε, σάμπως να το πλημμύριζε καλοκαιρινό φως απ’ τη γωνιά όπου καθόταν ο Μιχάλης. Όλοι κοιτάζανε προς αυτόν και τον είδανε καθισμένο εκεί πέρα, με τα χέρια του διπλωμένα πάνω στα γόνατα του, να κοιτάζει ψηλά και να χαμογελά.
Κάποια στιγμή έφυγε η γυναίκα μαζί με τα κορίτσια. Ο Μιχάλης σηκώθηκε απ’ τον πάγκο, άφησε κάτω τη δουλειά του και έβγαλε την ποδιά του. Μετά, κάνοντας υπόκλιση στον Σίμωνα και στη γυναίκα του, είπε:
«Σας αποχαιρετώ, αφέντες μου. Ο Θεός με συγχώρεσε. Ζητώ κι από σας να με συγχωρέσετε, αν κάπου έσφαλα».
Κι εκείνοι είδαν πως ο Μιχάλης αχτιδοβόλαγε φως. Ο Σίμωνας σηκώθηκε, υποκλίθηκε μπροστά στον Μιχάλη και είπε:
«Βλέπω, Μιχαήλ, ότι δεν είσαι ένας άνθρωπος κοινός κι εγώ δεν μπορώ μήτε να σε κρατήσω μήτε να σε ρωτήσω το παραμικρό. Πες μου μονάχα αυτό: πώς γίνεται κι όταν σε βρήκα και σ’ έφερα στο σπίτι ήσουνα μελαγχολικός κι όταν σου ‘δωσε η γυναίκα μου να φας, της χαμογέλασες και φωτίστηκες ολάκερος; Μετά, τότε που ‘ρθε ο κύριος να παραγγείλει τις μπότες κι εσύ χαμογέλασες πάλι κι έγινες ακόμα πιο φωτεινός; Και τώρα, όταν ετούτη η γυναίκα έφερε τα κοριτσάκια, εσύ χαμογέλασες για τρίτη φορά και φωτίστηκες σαν ήλιος; Πες μου, Μιχαήλ, γιατί λάμπει τόσο πολύ το πρόσωπο σου και γιατί χαμογέλασες τις τρεις εκείνες φορές;» 
Κι ο Μιχαήλ αποκρίθηκε:
«Εκπέμπω φως επειδή τιμωρήθηκα κι επειδή τώρα ο Θεός με συγχώρεσε. Και χαμογέλασα τρεις φορές επειδή ο Θεός με έστειλε να μάθω τρεις αλήθειες κι εγώ τις έμαθα. Τη μια την έμαθα τότε που με λυπήθηκε η γυναίκα σου κι αυτός είν’ ο λόγος που μ’ έκανε να χαμογελάσω την πρώτη φορά. Τη δεύτερη την έμαθα τότε που ο πλούσιος παράγγειλε τις μπότες κι εγώ ξαναχαμογέλασα. Και τώρα, όταν αντίκρισα κείνα τα κοριτσάκια, έμαθα την τρίτη και τελευταία αλήθεια και χαμογέλασα για τρίτη φορά».
Και είπε ο Σίμωνας:
«Πες μου, Μιχαήλ, για ποιο λόγο σε τιμώρησε ο Θεός και ποιες ήταν οι τρεις αλήθειες που μπορώ να τις μάθω κι εγώ;» 
Και αποκρίθηκε ο Μιχαήλ:
«Ο Θεός με τιμώρησε, επειδή δεν τον υπάκουσα. Ήμουνα άγγελος στον ουρανό και παράκουσα το Θεό. Μ’ είχε στείλει ο Θεός να πάρω κάποιας γυναίκας την ψυχή. Κι ήρθα πετώντας κάτω στη γη κι αντίκρισα μια άρρωστη γυναίκα να κείτεται μονάχη της, μια γυναίκα που ‘χε μόλις γεννήσει δυο δίδυμα κορίτσια. Σάλευαν ανήμπορα εκείνα στο πλευρό της μητέρας αλλά εκείνη δεν μπορούσε να τα σηκώσει και να τα φέρει ως το στήθος της. Όταν με είδε, κατάλαβε πως ο Θεός με είχε στείλει για να της πάρω την ψυχή και τότε έκλαψε και είπε:
“Άγγελε Κυρίου! Πριν από λίγο θάφτηκε ο άντρας μου που τόνε τσάκισε ένα δέντρο. Δεν έχω ούτε αδελφή ούτε θεία ούτε μητέρα: κανένα να φροντίσει για τα ορφανά μου. Μην πάρεις την ψυχή μου! Άφησε με να θηλάσω τα μωρά μου, να τα θρέψω και να τα στηρίξω στα πόδια τους, προτού πεθάνω. Τα παιδιά δεν μπορούνε να ζήσουνε δίχως μάνα ή πατέρα”. 
Κι εγώ την άκουσα. Έβαλα το ‘να παιδί στο στήθος της, τ’ άλλο στην αγκαλιά της και ξαναγύρισα στον Κύριο στον ουρανό. Πέταξα ως Αυτόν και είπα:
“Δεν μπόρεσα να πάρω την ψυχή της μητέρας. Ο άντρας της σκοτώθηκε από ένα δέντρο. Η γυναίκα έχει δυο δίδυμα παιδιά και παρακαλεί να μην της πάρουμε την ψυχή. Λέει η μητέρα: αφήστε με να θηλάσω και να θρέψω τα παιδιά μου, ώσπου να σταθούνε στα πόδια τους. Τα παιδιά δεν μπορούνε να ζήσουνε δίχως μάνα και πατέρα. Δεν της πήρα την ψυχή”. 
Και λέει τότε ο Κύριος:
“Ύπαγε — πάρε της μητέρας την ψυχή και μάθε τρεις αλήθειες: μάθε Τι κατοικεί μέσα στον άνθρωπο, Τι δε δίνεται στον άνθρωπο και Τι κρατά τους ανθρώπους ζωντανούς. Όταν μάθεις αυτά τα πράγματα, θα επιστρέψεις στον ουρανό”.
angel
Έτσι, ξαναπέταξα στη γη και πήρα την ψυχή της μητέρας. Τα βρέφη πέσαν απ’ τα στήθη της. Το σώμα της γύρισε πάνω στην κλίνη και καταπλάκωσε το ένα βρέφος στραγγουλίζοντας το πόδι του. Εγώ ανυψώθηκα πάνω απ’ το χωριό θέλοντας να μεταφέρω την ψυχή της στο Θεό, μα ένας άνεμος άρπαξε, ξερίζωσε τα φτερά μου κι με γκρέμισε κάτω. Η ψυχή της πέταξε μόνη της στο Θεό, ενώ εγώ έπεσα καταγής στην άκρια του δρόμου».
Ο Σίμωνας κι η Ματριόνα κατάλαβαν ποιος ήταν αυτός που ‘χε ζήσει μαζί τους, κατάλαβαν ποιον είχαν ντύσει και ταΐσει. Κι έκλαψαν από δέος και χαρά. Κι ο άγγελος τους είπε:
«Ήμουν μονάχος στα χωράφια, γδυμνός. Δε γνώρισα ποτέ ανθρώπινη ανάγκη τι θα πει, κρύο και πείνα, ωσότου έγινα άνθρωπος. Πεινούσα, κρύωνα και δεν ήξερα τι να κάνω. Σιμά στο χωράφι όπου ‘χα πέσει είδα ένα αλτάρι χτισμένο για τον Κύριο και πήγα προς τα κει με την ελπίδα να βρω καταφύγιο. Μα το αλτάρι ήτανε κλειδωμένο και δεν μπορούσα να μπω. Έτσι, κάθισα καταγής πίσω από το αλτάρι για να προφυλαχτώ, τουλάχιστον, απ’ τον άνεμο. Σουρούπωνε κι εγώ ήμουν πεινασμένος, παγωμένος και πονούσα. Άξαφνα άκουσα κάποιον να περνάει από το δρόμο. Κρατούσε ένα ζευγάρι παλιοπάπουτσα και μιλούσε μοναχός του. Για πρώτη φορά, αφότου γίνηκα άνθρωπος, αντίκριζα το θνητό πρόσωπο ενός ανθρώπου και το πρόσωπο του μου φάνηκε τρομερό και μ’ έκανε ν’ αποστρέψω το δικό μου. Κι άκουσα τον άνθρωπο να παραμιλά και να λέει πώς θα ‘ βρίσκε τρόπο να προφυλάξει το κορμί του από το κρύο το χειμώνα και να θρέψει γυναίκα και παιδιά. Κι εγώ συλλογίστηκα: 


“Πεθαίνω απ’ το κρύο και την πείνα και να ένας άνθρωπος που άλλο δε σκέφτεται, παρά μονάχα πώς να ντύσει τον εαυτό του και τη γυναίκα του και πώς να βρει ψωμί για να φάνε. Δεν μπορεί να με βοηθήσει”.

Όταν με αντίκρισε ο άνθρωπος, σκυθρώπιασε και γίνηκε ακόμα τρομερότερος και με προσπέρασε. Απελπίστηκα τότε. Μα ξαφνικά τον άκουσα που ξαναγύριζε. Σήκωσα τα μάτια μου, τον είδα και δεν αναγνώρισα τον ίδιο άνθρωπο: λίγο πριν είχα δει το θάνατο στο πρόσωπο του, μα τώρα είχε ζωντανέψει και αναγνώρισα σ’ αυτόν την παρουσία του Θεού. Ήρθε κοντά μου, μ’ έντυσε, με πήρε μαζί του και μ’ έφερε στο σπίτι του. Εγώ μπήκα στο σπίτι. Μια γυναίκα ήρθε να μας προϋπαντήσει και άρχισε να μιλά. Η γυναίκα ήταν ακόμα πιο τρομερή απ’ όσο υπήρξε ο άντρας. Από το στόμα της έβγαινε το πνεύμα του θανάτου. Δεν μπορούσα ν’ ανασάνω από την μπόχα του θανάτου που σκόρπιζε ολόγυρα της. Ήθελε να με διώξει, να με πετάξει έξω μες στην παγωνιά κι εγώ ήξερα πως αν το έκανε, θα πέθαινα. Άξαφνα ο άντρας της της μίλησε για το Θεό και η γυναίκα άλλαξε μονομιάς. Κι όταν μου έφερε να φάω και με κοίταξε, την κοίταξα κι εγώ και είδα πως ο θάνατος δεν κατοικούσε πια μέσα της. Είχε ζωντανέψει και αναγνώρισα και σ’ αυτή την παρουσία του Θεού.

»Τότε θυμήθηκα το πρώτο μάθημα που μου ‘χε αναθέσει ο Κύριος: “μάθε Τι κατοικεί μέσα στον άνθρωπο”. Και κατάλαβα πως μέσα στον άνθρωπο κατοικεί η αγάπη! 

Χαιρόμουνα που ο Θεός είχε κιόλας αρχίσει να μου φανερώνει ό,τι είχε υποσχεθεί και τότε χαμογέλασα για πρώτη φορά. Αλλά δεν τα ‘χα ακόμα μάθει όλα. Δεν ήξερα ακόμα Τι δε δίνεται στον άνθρωπο και Τι κρατά τους ανθρώπους ζωντανούς.

»Έμεινα μαζί σας και πέρασε ένας χρόνος. Κι ήρθε τότε ένας άνθρωπος που παράγγειλε μπότες που θα τις φορούσε για ένα χρόνο δίχως να ξεχειλώσουν ή να ξηλωθούν. Εγώ τον κοίταξα και, ξαφνικά, πίσω απ’ τον ώμο του, αντίκρισα το σύντροφο μου — τον άγγελο του θανάτου. Κανείς εκτός από μένα δεν έβλεπε κείνο τον άγγελο. Εγώ, όμως, τον ήξερα και ήξερα πως πριν ο ήλιος βασιλέψει, θα έπαιρνε του πλούσιου την ψυχή. Και είπα μέσα μου: “Ο άνθρωπος αυτός κάνει ετοιμασίες για ένα χρόνο μετά και δεν ξέρει πως θα πεθάνει πριν νυχτώσει”. Και θυμήθηκα τη δεύτερη φράση του Κυρίου, “μάθε Τι δε δίνεται στον άνθρωπο”.

» Ο,τι κατοικεί μέσα στον άνθρωπο το ήξερα κιόλας. Τώρα μάθαινα τι δεν του δίνεται. Δε δίνεται στον άνθρωπο το να ξέρει τις ανάγκες του. Και χαμογέλασα για δεύτερη φορά. Χαιρόμουν που είχα αντικρίσει το σύντροφό μου άγγελο, που χαιρόταν κι αυτός για το ότι  ο θεός μού είχε αποκαλύψει τη δεύτερη αλήθεια.

«Ωστόσο, δεν τα γνώριζα ακόμα όλα. Δεν ήξερα Τι κρατά τους ανθρώπους ζωντανούς. Κι εξακολούθησα να ζω περιμένοντας πότε ο Κύριος θα μου αποκαλύψει το τελευταίο τούτο μάθημα. Τον έκτο χρόνο ήρθαν εδώ τα δίδυμα κορίτσια με τη γυναίκα. Κι εγώ αναγνώρισα τα κορίτσια και άκουσα με ποιο τρόπο είχαν κρατηθεί στη ζωή. Ακούγοντας την ιστορία, αναλογίστηκα: 

“Η μητέρα τους με ικέτεψε για χάρη των παιδιών κι εγώ την πίστεψα όταν έλεγε πως τα παιδιά δεν μπορούνε να ζήσουν δίχως μάνα ή πατέρα. Όμως, ήρθε μια ξένη και τα θήλασε και τ’ ανάθρεψε”. Κι όταν η γυναίκα έδειξε την αγάπη της για τα παιδιά που δεν ήταν δικά της κι έκλαψε πάνω από το προσκεφάλι τους, είδα σ’ αυτή το ζωντανό Θεό και κατάλαβα Τι κρατά τους ανθρώπους ζωντανούς. Και ήξερα πως ο Θεός μού είχε αποκαλύψει την τελευταία αλήθεια και είχε συγχωρέσει το αμάρτημα μου. Και τότε χαμογέλασα για τρίτη φορά».

Steven Daluz, Still
Steven Daluz, Still
Και το κορμί του αγγέλου γυμνώθηκε και ντύθηκε με φως, έτσι που να μην μπορεί να τον κοιτάξει ανθρώπου μάτι. Και η φωνή του γίνηκε πιο δυνατή, σάμπως να έβγαινε όχι απ’ αυτόν αλλά ψηλά απ’ τον ουρανό. Κι ο άγγελος είπε:
«Έμαθα πως όλοι οι άνθρωποι ζουν όχι από έγνοια για τον εαυτό τους αλλ’ από αγάπη.


»Δεν ήτανε δοσμένο στη μητέρα να ξέρει τι χρειάζονταν τα παιδιά της για να ζήσουν. Ούτε και στον πλούσιο ήταν δοσμένο να ξέρει τι χρειαζόταν για τον εαυτό του. Ούτε κι είναι δοσμένο σ’ οποιοδήποτε άνθρωπο να ξέρει αν, μόλις πέσει το βράδυ, θα χρειαστεί μπότες για το σώμα του ή μαλακές παντόφλες για το πτώμα του.

»Έμεινα στη ζωή, σαν ήμουν άνθρωπος, όχι από έγνοια για τον εαυτό μου, μα επειδή ήταν παρούσα η αγάπη σ’ έναν περαστικό κι επειδή αυτός και η γυναίκα του με συμπόνεσαν και μ’ αγάπησαν. 

Έμειναν στη ζωή τα ορφανά όχι απ’ την έγνοια της μητέρας τους, μα επειδή υπήρχε αγάπη μες στην καρδιά κάποιας γυναίκας, μιας ξένης γι’ αυτά, που τα συμπόνεσε και τ’ αγάπησε. Κι όλοι οι άνθρωποι μένουν στη ζωή όχι με τη σκέψη ότι ξοδιάζουν για την ευτυχία τους, μα επειδή μέσα στον άνθρωπο υπάρχει αγάπη.

»’Ηξερα ως τώρα πως ο Θεός έδωσε ζωή στους ανθρώπους και τη λαχτάρα να ζήσουν. Τώρα κατάλαβα περισσότερα απ’ αυτό.

»Κατάλαβα πως ο Θεός δεν επιθυμεί να ζούνε ξέχωρα οι άνθρωποι και, λοιπόν, δεν τους αποκαλύπτει τι χρειάζεται ο καθένας για τον εαυτό του. Τους θέλει, όμως, να ζούνε ενωμένοι και, λοιπόν, αποκαλύπτει στον καθένα απ’ αυτούς τι είναι αναγκαίο για όλους.

«Κατάλαβα τώρα πως οι άνθρωποι, μόλο που δείχνουν ότι ζουν από έγνοια για τον εαυτό τους, στην πραγματικότητα ζούνε μονάχα με την αγάπη. Όποιος έχει εντός του την αγάπη, έχει εντός του το Θεό, γιατί ο Θεός είναι αγάπη».

Κι ο άγγελος ανέπεμψε ύμνο στο Θεό και το καλύβι άρχισε να τρέμει απ’ τη δύναμη της φωνής του. Η οροφή άνοιξε και μια κολόνα φωτιάς υψώθηκε από τη γη στα ουράνια. Ο Σίμωνας, η γυναίκα του και τα παιδιά του έπεσαν κάτω. Φτερά παρουσιάστηκαν πάνω στους ώμους του αγγέλου που ανυψώθηκε τώρα στους ουρανούς.
Steven Daluz
Steven Daluz
Κι όταν ο Σίμωνας συνήλθε, το καλύβι ήταν όπως πριν και δεν υπήρχε κανείς μέσα σ’ αυτό, εκτός απ’ τη φαμίλια του.
************
Λέων Τολστόι, Ιστορίες .  Μετάφραση: Φώντας Κονδύλης – Ανδρέας Αγγελάκης Εικονογράφηση: Στάθης Σταυρόπουλος  Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1988
Πηγήtaenoikwkaiendimw
Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Από την φωνή των Δερβενοχωρίων αντιγράφουμε :
Φονικές νταλίκες 

·       Νταλίκα προσέκρουσε πάνω σε σπίτι στα Σκούρτα! Μέσα κοιμούνταν μικρά παιδια!
·       Μέρες και νύχτες τρόμου για τους κατοίκους! Εφιαλτικός ο θόρυβος!
·       Παγίδες θανάτου οι δρόμοι! Περνούν με ταχύτητα δίπλα από το σχολείο!
·       Θα αναγκαστούμε να κλείσουμε το δρόμο και να καλέσουμε την Τροχαία και τα κανάλια!
·       Απαιτούμε να εφαρμοστεί ο ΝΟΜΟΣ!!!!
Με διώροφο σπίτι στο κέντρο των Σκούρτων συγκρούστηκε υπέρβαρη νταλίκα, προκαλώντας ”σεισμό” πολλών Ρίχτερ και αναστάτωση στους ανυποψίαστους ενοίκους του!!! Μέσα στο σπίτι κοιμούνταν μικρά παιδιά!!!

Το πρόβλημα της διέλευσης φορτηγών και νταλικών μέσα από τα Σκούρτα και τη Στεφάνη διαιωνίζεται πολλά χρόνια τώρα και αποτελεί ”πληγή” για την περιοχή μας. Οι κάτοικοι των χωριών ζουν εφιαλτικές μέρες και νύχτες, αφού η διέλευση των ”μεταλλικών γιγάντων” δε σταματάει ποτέ. Ο θόρυβος είναι ασταμάτητος και όπως μας είπε ο κ. Άγγελος Πέτρου, το σπίτι του οποίου βρίσκεται στην είσοδο των Σκούρτων, ”…αδύνατο να κοιμηθείς μέρα και νύχτα από το θόρυβο! Όταν περνάει η νταλίκα είναι σα να κάνει σεισμό μέσα στο σπίτι! Πολλές φορές οι νταλίκες φρακάρουν μπροστά από τα σπίτια μας και μένουμε εγκλωβισμένοι για ώρες, χωρίς να μπορούμε να βγούμε από την αυλή μας και να πάμε στις δουλειές μας! 

Μεγαλώσαμε τα παιδιά μας με φόβο μήπως βγουν στο δρόμο με τα πόδια ή το ποδήλατο και τα παρασύρει καμιά νταλίκα!!!”
Νταλίκες από όλη την Ελλάδα και το εξωτερικό έχουν ανακαλύψει ότι αν περνούν από τα Δερβενοχώρια κερδίζουν χρόνο και χρήμα και έχουν καθιερώσει αυτή τη διαδρομή μετατρέποντας τον τόπο μας σε … εθνική οδό! Η ”πονηρή” νταλίκα ”γλιτώνει” πολλά διόδια, καύσιμα και χρόνο.
Φτάσαμε σε σημείο οι νταλίκες να είναι πιο πολλές κι από τους κατοίκους! 

Η διέλευση γίνεται μέσα από τους στενούς δρόμους των χωριών, οι οποίοι σε ορισμένα σημεία μετά βίας χωράνε ένα επιβατηγό! Στην είσοδο των Σκούρτων, πολύ συχνά, οι νταλίκες ”κολλάνε” και η κυκλοφορία σταματάει για ώρες! Στη Στεφάνη, οι νταλίκες περνούν από τον περιφερειακό κατά την έξοδο και μέσα από το χωριό κατά την είσοδο. Καταστράφηκε και διαλύθηκε το πλακόστρωτο και ο δρόμος Δερβενοχώρια Ελευσίνα βούλιαξε κυριολεκτικά, αφού δεν ήταν σχεδιασμένος να γίνει ”εθνική οδός”!!! Τα παιδιά απαγορεύεταινα κυκλοφορούν μέσα στα χωριά με τα πόδια ή με ποδήλατο γιατί κινδυνεύει η ζωή τους!

Μέσα στα Σκούρτα, οι νταλίκες περνούν από το δρόμο που χρησιμοποιούν τα παιδιά για να πάνε σχολείο.Το σημείο αυτό αποτελεί παγίδα θανάτου και σοβαρό κίνδυνο για τους μικρούς μαθητές.Κρίθηκε αναγκαίο να τοποθετηθεί σχολικός τροχονόμος τις πρωινές και μεσημβρινές ώρες, αλλά και πάλι ο κίνδυνος παραμονεύει! Το συγκεκριμένο σημείο είναι επικίνδυνο όλες τις ώρες για τους κατοίκους γιατί δεν έχει ορατότητα από τους ψηλούς μαντρότοιχους και ο δρόμος είναι στενός.

Κινδυνεύουμε ανά πάσα στιγμή! Οι οδηγοί τρέχουν αδικαιολόγητα μέσα στα χωριά, προσπερνάνε ο ένας τον άλλο, ενίοτε οδηγούν μεθυσμένοι ή μαστουρωμένοι, έχουν τσαμπουκά, δεν παραχωρούν προτεραιότητα και αποτελούν για τον τόπο μας κίνδυνο θάνατο χωρίς να προσφέρουν ΤΙΠΟΤΑ! 
Ο δρόμος από Σχηματάρι προς Δερβενοχώρια και ειδικότερα το κομμάτι προς Ελευσίνα έχει καταστεί μια επικίνδυνη και ιδιαιτέρως χρονοβόρα διαδρομή εξαιτίας του πλήθους των νταλικών που τη
χρησιμοποιούν ΠΑΡΑΝΟΜΑ!!!

Ο νόμος είναι σαφής: 

”Με τσουχτερό πρόστιμο 2.000 ευρώ θα επιβαρύνονται ο οδηγός και ο ιδιοκτήτης του φορτηγού που θα κινείται παρανόμως στο παράπλευρο οδικό δίκτυο.
Με βάση τα όσα προβλέπονται στην νομοθετική ρύθμιση του υπουργείου Μεταφορών που δημοσιεύθηκε σε Φ.Ε.Κ., πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, τα φορτηγά οχήματα και λεωφορεία απαγορεύεται πλέον να κάνουν χρήση του παράπλευρου οδικού δικτύου των εθνικών οδών της χώρας.
Στις παραβάσεις που θα διαπιστώνονται από τα αρμόδια όργανα (Τροχαία ή και Μεικτά Κλιμάκια Ελέγχου), θα επιβάλλονται διοικητικά πρόστιμα κατά αναλογία της παραγράφου 1Α του άρθρου 4Α του νόμου 3446/2006 (Φ.Ε.Κ. 49/Α) και πιο συγκεκριμένα:
      1.000 ευρώ στον ιδιοκτήτη του οχήματος και
      1.000 ευρώ στον οδηγό του οχήματος.
Τα πρόστιμα δε θα καταβάλλονται επιτόπου και σε αντίθετη περίπτωση, μέχρι απόδειξης καταβολής του προστίμου, το όχημα θα ακινητοποιείται.”
Ημερομηνία δημοσίευσης: 26/8/2016
Τα Δερβενοχώρια δεν είναι απλά ”παράπλευρο οδικό δίκτυο”!!! Είναικατοικημένη περιοχή!!! Αυτό δίνει μια άλλη και σοβαρότερη διάσταση στο θέμα και το μετατέπει σε πρόβλημα μείζονος σημασίας, δεδομένου ότι στα Σκούρτα δεν υπάρχει περιφερειακός και οι νταλίκες, τα συρόμενα και τα υπέρβαρα φορτηγά περνούν μέσα από τα δρομάκια του χωριού, που το πλάτος τους δεν ξεπερνάει τα 3 με 4 μέτρα και φτιάχτηκαν δεκάδες χρόνια πριν, όταν τα αυτοκίνητα ήταν ελάχιστα! Κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει ότι θα γινόμασταν… κόμβος συγκοινωνιακός και νταλίκες με ξένες πινακίδες και ελληνικοί ή διεθνείς μεταφορικοί κολοσσοί θα μας προτιμούσαν και θα μας χρησιμοποιούσαν για το συμφέρον τους!!! Η περιοχή μας δεν έχειΚΑΝΕΝΑ όφελος από αυτή την αδιάκοπη διέλευση, καθώς οι νταλικιέρηδες δεν αγοράζουν ούτε καφέ!!! Μόνο καταστροφή, κίνδυνο και ενόχληση έχουν να μας προσφέρουν όλοι αυτοί οι παράνομοι οδηγοί.

Τις τελευταίες δεκαετίες, το πρόβλημα άρχισε να γιγαντώνεται, αλλά οι τοπικές και δημοτικές αρχές το αγνόησαν με περισσή αδιαφορία και ανευθυνότητα. Η Τροχαία προφανώς δεν μας έχει καν στον χάρτη και η Περιφέρειαέχει σπουδαιότερα πράγματα να ασχοληθεί από τον κίνδυνο, την ενόχληση, την καταστροφή και την παρανομία που διαπράττεται στον τόπο μας…

Οι κάτοικοι των Δερβενοχωρίων απαιτούμε:
·        Άμεση εφαρμογή του νόμου για την απαγόρευση των βαρέων οχημάτων στους παράδρομους.
·        Η Τροχαία να εγκατασταθεί, αρχικά καθημερινά και τις νυχτερινές ώρες, στις είσοδους Σκούρτων και Στεφάνης και να κόβει τα τσουχτερά πρόστιμα που προβλέπει ο νόμος για τους παραβάτες και στη συνέχεια να κάνει μπλόκα σε τακτά χρονικά διαστήματα. Τα ”νέα” θα κυκλοφορήσουν γρήγορα μεταξύ της ”κλίκας” των νταλικιέρηδων και θα σταματήσουν να χρησιμοποιούν τα χωριά μας ως μέσο για να τσεπώνουν τα χρήματα από τα καύσιμα και τα διόδια εκθέτοντάς μας σε θανάσιμο κίνδυνο!
·        Η Περιφέρεια να δρομολογήσει ΑΜΕΣΑ την κατασκευή περιφερειακού στα Σκούρτα και η Δημοτική αρχή να μεριμνήσει δια της επίσημης οδού να εφαρμοστεί ο νόμος και να φτιαχτεί ο περιφερειακός!

Σε περίπτωση που η αδιαφορία του επίσημου κράτους και των αρμόδιων αρχών συνεχιστεί, οι κάτοικοι θα λάβουμε άμεσα μέτρα με κλείσιμο των εισόδων των χωριών, προκειμένου η Τροχαία να αναγκαστεί να επέμβει 

και στη συνέχεια να ”τσιμπήσει” τους πονηρούς και θα καλέσουμε τα κανάλια για να πάρει το θέμα τη δημοσιότητα που του αρμόζει!

Ούτε οι δρόμοι αντέχουν τη ζέστη από τους υπέρβαρους μεταλλικούς γίγαντες, ούτε οι κάτοικοι μπορούν άλλο να αντέξουν την ενόχληση και τον κίνδυνο ακόμα και μέσα στα ίδια τους τα σπίτια!!! 

Κάντε τα αυτονόητα!!!