Καμπ προσομοίωσης φτώχειας
‘
![Στρατιώτες εξετάζουν χαρτιά και αφαιρούν τιμαλφή στο τσεκπόιντ της προσομοίωσης «Μια μέρα στη ζωή ενός πρόσφυγα», Νταβός, Ιανουάριος 2017. [David McIntyre/Crossroads Foundation]](https://i0.wp.com/insidestory.gr/sites/default/files/styles/article-main/public/field/image/cover-misery.jpg?resize=525%2C263&ssl=1)
24244086050_cfc3d9f35a_z.jpg
crossroads_foundation.jpg
36745193231_61e134e059_k.jpg
refugee_norgefacebook.jpg
31312260226_2ecf3083e5_z.jpg

Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.
‘
![Στρατιώτες εξετάζουν χαρτιά και αφαιρούν τιμαλφή στο τσεκπόιντ της προσομοίωσης «Μια μέρα στη ζωή ενός πρόσφυγα», Νταβός, Ιανουάριος 2017. [David McIntyre/Crossroads Foundation]](https://i0.wp.com/insidestory.gr/sites/default/files/styles/article-main/public/field/image/cover-misery.jpg?resize=525%2C263&ssl=1)
Με τα μαγικά πάντα μάτια, με το πολύβουο, γεμάτο μέλι και μέλισσες μυαλό, μ’ έναν κόκκινο μάλλινο σκούφο στο κεφάλι και τσαρουχάκια με κόκκινες φούντες στα πόδια, ένα πρωί κίνησα για το σχολείο, μισό χαρούμενος, μισό αλαφιασμένος, και με κρατούσε ο πατέρας μου από το χέρι. Η μητέρα μου είχε δώσει ένα κλωνί βασιλικό, να τον μυρίζομαι, λέει, να παίρνω κουράγιο, και μου κρέμασε το χρυσό σταυρουλάκι της βάφτισής μου στο λαιμό.– Με την ευχή του Θεού και με την ευχή μου… μουρμούρισε και με κοίταξε με καμάρι.Ήμουν σαν ένα μικρό καταστολισμένο σφαγάρι κι ένιωθα μέσα μου περφάνια και φόβο, μα το χέρι μου ήταν βαθιά σφηνωμένο στη χούφτα του πατέρα μου κι αντρειευόμουν. Πηγαίναμε, πηγαίναμε, περάσαμε τα στενά σοκάκια, φτάσαμε στην εκκλησιά του Αϊ- Μηνά, στρίψαμε, μπήκαμε σ’ ένα παλιό χτίρι, με μια φαρδιά αυλή, με τέσσερις μεγάλες κάμαρες στις γωνιές κι ένα κατασκονισμένο πλατάνι στη μέση. Κοντοστάθηκα, δείλιασα, το χέρι μου άρχισε να τρέμει μέσα στη μεγάλη ζεστή χούφτα.Ο πατέρας μου έσκυψε, άγγιξε τα μαλλιά μου, με χάιδεψε. Τινάχτηκα, ποτέ δε θυμόμουν να μ’ είχε χαϊδέψει. Σήκωσα τα μάτια και τον κοίταξα τρομαγμένος. Είδε πως τρόμαξα, τράβηξε πίσω το χέρι του:– Εδώ θα μάθεις γράμματα, είπε, να γίνεις άνθρωπος. Κάμε το σταυρό σου.Ο δάσκαλος πρόβαλε στο κατώφλι, κρατούσε μια μακριά βίτσα και μου φάνηκε άγριος, με μεγάλα δόντια, και κάρφωσα τα μάτια μου στην κορφή του κεφαλιού του να δω αν έχει κέρατα, μα δεν είδα, γιατί φορούσε καπέλο.– Ετούτος είναι ο γιος μου, του ‘πε ο πατέρας μου.Ξέμπλεξε το χέρι μου από τη χούφτα του και με παράδωσε στο δάσκαλο.– Το κρέας δικό σου, του ‘πε, τα κόκαλα δικά μου, μην τον λυπάσαι, δέρνε τον, κάμε τον άνθρωπο.– Έγνοια σου, καπετάν Μιχάλη, έχω εδώ το εργαλείο που κάνει τους ανθρώπους, είπε ο δάσκαλος κι έδειξε τη βίτσα.
Μια μέρα που κάναμε Ιερά Ιστορία φτάσαμε στον Ησαύ που πούλησε στον Ιακώβ τα πρωτοτόκια του για ένα πιάτο φακή. Το μεσημέρι, γυρίζοντας στο σπίτι, ρώτησα τον πατέρα μου τι θα πει πρωτοτόκια. Έβηξε, έξυσε το κεφάλι.– Πήγαινε να φωνάξεις το θείο σου το Νικολάκη.
Είχε βγάλει το Δημοτικό ο θείος μου αυτός, ήταν ο πιο γραμματισμένος της οικογένειας, αδερφός της μητέρας μου. Κοντορεβιθούλης, φαλακρός, με μεγάλα μάτια φοβισμένα, με τεράστια χέρια, όλο τρίχες.– Έλα εδώ, του’ πε ο πατέρας μου ως τον είδε, του λόγου σου που σπούδασες, εξήγα!Έσκυψαν κι οι δυο τους απάνω στο βιβλίο, έκαμαν συμβούλιο.– Πρωτοτόκια θα πει κυνηγετική στολή, είπε ύστερα από πολλή σκέψη ο πατέρας μου.Ο θείος κούνησε το κεφάλι:– Θαρρώ θα πει τουφέκι, αντιμίλησε μα η φωνή του έτρεμε.– Κυνηγετική στολή, βρουχήθηκε ο πατέρας μου.Μάζεψε τα φρύδια του, κι ο θείος μου λούφαξε.Την άλλη μέρα ο δάσκαλος ρωτάει:– Τι θα πει πρωτοτόκια;Πετάχτηκα:– Κυνηγετική στολή!– Τι ανοησίες είναι αυτές; Ποιος αγράμματος σου τις είπε;– Ο πατέρας μου!Ο δάσκαλος ζάρωσε, τον φοβόταν κι αυτός τον πατέρα μου. Πού να του φέρει αντίρρηση!
Νίκος Καζαντζάκης, Αναφορά στον Γκρέκο
Το μακάριο και αθάνατο Όν δεν έχει προβλήματα ούτε προκαλεί προβλήματα σε κανέναν άλλον ούτε οργίζεται λοιπόν ,ούτε χαρίζεται γιατί όλα αυτά είναι γνωρίσματα αδύναμου όντος ….
‘

Γεννημένη με τη στόφα του δασκάλου, η κυρία Ευαγγελία Βελισσαρίου, διευθύντρια του δημοτικού σχολείου του Οξυλίθου Εύβοιας, πίστευε πάντα ότι η ιστορία δεν διδάσκεται μόνο στα βιβλία. Πιο σημαντικό για την ίδια είναι το εμπειρικό, βιωματικό κομμάτι, που βοηθάει αυτούς που ζουν σε μια περιοχή με πλούσια ιστορία να κατανοήσουν καλύτερα το παρελθόν όχι μόνο του τόπου τους, αλλά και ολόκληρης της χώρας και να το συνδέσουν με το παρόν· να ανακαλύψουν, με λίγα λόγια τις ρίζες τους και να επανασυνδεθούν με αυτές.
«Το πρώτο μας πρότζεκτ», μας είπε η δασκάλα όταν την συναντήσαμε στον Οξύλιθο, «αφορούσε τις βυζαντινές εκκλησιές του χωριού μας. Τις επισκεφτήκαμε με τα παιδιά και δημιουργήσαμε ένα βίντεο. Μέσα από τις τοιχογραφίες και από τους ρυθμούς των εκκλησιών, οι μαθητές είχαν την ευκαιρία να κατανοήσουν το Βυζάντιο, μια θρησκειοκρατούμενη αυτοκρατορία. Επίσης, παρατηρώντας την καταστροφή των τοιχογραφιών, τα παιδιά διδάχτηκαν την εποχή της Τουρκοκρατίας. Μέσα από παρόμοιες πρωτοβουλίες κατανοήσαμε ότι τα παιδιά είναι σε θέση να ζήσουν βιωματικά τις εποχές της ιστορίας μας».
Από το 00:00 μέχρι το 04:00 του βίντεο, τα παιδιά του δημοτικού σχολείου Οξυλίθου αναπαριστούν στα πλαίσια της βιωματικής μάθησης μία τυπική μέρα στην αρχαία Ελλάδα.«Εμπλουτίσαμε στη συνέχεια αυτές τις εμπειρίες με την προφορική παράδοση. Φιλοξενήσαμε στο σχολείο μας παππούδες και γιαγιάδες, που μοιράστηκαν τις αναμνήσεις τους και μας μετέφεραν θρύλους και παραδόσεις. Ακόμη και οι γονείς συμμετέχουν ενεργά στις πρωτοβουλίες μας και, αφήνοντας στην άκρη για λίγο την τηλεόραση, συζητούν με τα παιδιά διαφορετικά θέματα και μοιράζονται τον ενθουσιασμό τους. Προσπαθούμε επίσης να εμπλέξουμε τους τοπικούς συλλόγους και φορείς», λέει η διευθύντρια.«Προσωπικά θεωρώ», εξηγεί η κ. Βελισσαρίου την προσέγγισή της, «ότι το σχολείο είναι ένα ζωντανό κύτταρο της κοινωνίας και ένας οργανισμός δουλεύει σωστά μόνον όταν υπάρχει συνεργασία όλων των κυττάρων του. Το αποτέλεσμα όλη της προσπάθειας είναι τα παιδιά να θέσουν γερές βάσεις ώστε όλα αυτά που θα διαβάσουν στην συνέχεια να μοιάζουν πιο εύπεπτα».

Με αυτό το σκεπτικό και τα μάτια στραμμένα στην αρχαία ιστορία του τόπου τους και τη βιωματική εκμάθησή της, τα παιδιά του δημοτικού σχολείου του Οξυλίθου και οι δάσκαλοί τους ξεκίνησαν ένα πολύ φιλόδοξο πρότζεκτ, για την αρχαία Κύμη. Που βρίσκεται στα πόδια τους.
Τρεις πόλεις, τρεις διαφορετικοί πολιτισμοί γεννηθήκαν στον Οξύλιθο. Ο λόγος για την Κύμη και τις αποικίες της στα βορειοδυτικά παράλια της Μικράς Ασίας (Σμύρνη) και στην Καμπανία της νότιας Ιταλίας (Κύμη). Ο αρχαιολογικός χώρος που βρίσκεται λίγο έξω από τον Οξύλιθo, είναι η ζωντανή μαρτύρια αυτού του παρελθόντος. Η αρχαιολόγος Έφη Σαπουνά-Σακελλαράκη, που ανέσκαψε την τοποθεσία, τον θεωρεί μέρος της αρχαίας Κύμης.
![[Βασίλης Τσομάκας]](https://i0.wp.com/insidestory.gr/sites/default/files/styles/article-img/public/arxxwrosbligl.jpg?resize=525%2C253&ssl=1)
Ο αρχαιολογικός χώρος βρίσκεται σε απόσταση τριών χιλιομέτρων από τη θάλασσα, στον λόφο Βιγλατούρι. Η τοποθεσία, που έχει υπεροχή θέα στο πέλαγος (βρίσκεται στα 3 χλμ. από τη θάλασσα), βρίσκεται δίπλα στον ποταμό Μανικιάτη, τον αρχαίο Αχελώο, και στο μέσο μιας καταπράσινης πεδιάδας. Το νερό, το εύφορο έδαφος και η οχυρή θέση ήταν τα στοιχεία που προσέλκυσαν τους ανθρώπους να κατοικήσουν την περιοχή, από την προϊστορική εποχή μέχρι και σήμερα.Το όνομα Βιγλατούρι εξάλλου, που πήρε ο λόφος αργότερα, βγαίνει από τις λέξεις «βίγλα», που σημαίνει σκοπιά, καραούλι και «τουρ», που σημαίνει πύργος.
![[Βασίλης Τσομάκας]](https://i0.wp.com/insidestory.gr/sites/default/files/styles/article-img/public/lofos.jpg?resize=525%2C253&ssl=1)
Στη τοποθεσία αυτή ανακαλύφθηκε ένας ολόκληρος οικισμός με σπίτια, ιερά, πλατείες, δρόμους και τάφους. Τα ερείπια είναι ορατά και καλύπτουν όλες τις πλαγιές του λόφου. Ανήκουν κυρίως στον οικισμό των γεωμετρικών χρόνων, κατά τους οποίους η περιοχή γνώρισε τη μεγαλύτερη ακμή της, αλλά υπάρχουν και βιοτεχνικές εγκαταστάσεις από την προϊστορική εποχή και ένα μυκηναϊκό μέγαρο.Έχουν αποκαλυφθεί ορθογώνια και αψιδωτά οικοδομήματα, λιθόστρωτοι δρόμοι κατασκευασμένοι από μικρές πέτρες, βότσαλα και πατημένα όστρακα, καθώς και μικρό τμήμα του τείχους στους πρόποδες του λόφου. Στον κεντρικό πυρήνα του οικισμού υπήρχε πλατεία κι ένα ιερό, που θεωρείται ότι χρησίμευε ως τόπος λατρείας ευγενών, οι οποίοι ταξίδεψαν και χάθηκαν μακριά από την πατρίδα τους.
![[Βασίλης Τσομάκας]](https://i0.wp.com/insidestory.gr/sites/default/files/styles/article-img/public/tree.jpg?resize=525%2C254&ssl=1)
Η Κύμη της γεωμετρικής εποχής ήταν σημαντική πόλη, με επαφές σε όλον τον τότε γνωστό κόσμο, λόγω της γεωγραφικής θέσης της Εύβοιας, η οποία αποτέλεσε γέφυρα στην διακίνηση ανθρώπων κι εμπορευμάτων από τον Βορρά προς τον Νότο και από την Ανατολή προς τη Δύση.Όταν λοιπόν τον 8ο αι. π.Χ. άρχισε η μεγάλη περιπέτεια του αποικισμού, οι αρχαίοι Κυμαίοι ήταν ιδανικά προετοιμασμένοι και εξοπλισμένοι. Έτσι, το 770 π.Χ. ίδρυσαν μαζί με τους κατοίκους της Χαλκίδας την ομώνυμη αποικία στην Κάτω Ιταλία.Από ό,τι φαίνεται, οι Ευβοείς ακολούθησαν τα ίχνη του Οδυσσέα, χωρίς όμως να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες του. «Όταν βρέθηκα στην Κύμη την ιταλιωτική, νόμιζα ότι βρισκόμουν στην Κύμη της Εύβοιας», είχε πει σε συνέντευξη στον Βασίλη Βασιλικό ο γνωστός αρχαιολόγος Γιάννης Σακελλαράκης. «Ο τόπος ήταν ο ίδιος, η απόσταση από τη θάλασσα, οι κατάφυτοι γήλοφοι. Μόνο οι άνθρωποι φορούσαν άλλα ρούχα. Ο μετανάστης ήθελε να μείνει κάπου που του θύμιζε την πατρίδα του».

Μαζί στη νέα τους πατρίδα οι Κυμαίοι πήραν και το κυμαϊκό-χαλκιδικό αλφάβητο, που πέρασε από τη Μεγάλη Ελλάδα στους Λατίνους, για να αποτελέσει αργότερα το λατινικό αλφάβητο.Η αποκάλυψη της αρχαίας Κύμης έγινε με την ανασκαφή που ξεκίνησε το 1984 και προκάλεσε ενθουσιασμό, καθώς σιγά σιγά έφερε στο φως την ιστορία της πόλης. Η αρχική χαρά όμως δεν ακολουθήθηκε από πράξεις. Το 1994, δέκα χρόνια μετά, οι ανασκαφές διακόπηκαν λόγω έλλειψης πόρων και χρηματοδότησης από το υπουργείο Πολιτισμού.Από αυτό το σημείο, αρκετά χρόνια μετά, ανέλαβαν δράση οι μικροί μαθητές του δημοτικού σχολείου Οξυλίθου και οι δάσκαλοί τους.
To 2012 το Δημοτικό Σχολείο Οξυλίθου εκπόνησε ένα πρόγραμμα που διάρκεσε έναν ολόκληρο χρόνο, σχετικά με το Βιγλατούρι. «Ξεκινήσαμε με τα παιδιά να ψάχνουμε στο ίντερνετ και σε βιβλία, ίχνη και στοιχεία που αφορούσαν την αρχαία Κύμη και το Βιγλατούρι», μας είπε η κυρία Βελισσαρίου φανερά περήφανη.«Συλλέξαμε πληροφορίες, φωτογραφίες, συνεργαστήκαμε και με συλλόγους που είχαν επισκεφτεί την αιολική Κύμη και το ταξίδι ξεκίνησε. Κατασκευάσαμε μέχρι και αγγεία και όστρακα των γεωμετρικών χρόνων, όπου τα παιδιά έγραψαν το όνομά τους με κυμαϊκό αλφάβητο, τα κρύψαμε στην αυλή του σχολείου και στη συνέχεια οργανώσαμε ανασκαφές. Ανεβάσαμε επίσης ένα θεατρικό, τις Νεφέλες, στον αρχαιολογικό χώρο του Βιγλατουρίου».Το σχολείο ταυτόχρονα ήρθε σε επαφή με τον δήμο του Bacoli στη νότια Ιταλία, όπου βρίσκεται η Cuma (Κύμη στα ιταλικά). «Mε τη βοήθεια του δήμου Κύμης, αντιπροσωπεία δασκάλων και μαθητών επισκέφτηκε το Bacoli, όπου προβλήθηκε το βίντεο για το Βιγλατούρι. Δωρίσαμε ακόμη και μια τριήρη κατασκευασμένη από τα παιδιά στους Ιταλούς», λέει η διευθύντρια.
Το τελικό προϊόν του πρότζεκτ, στο οποίο συμμετείχαν όλες οι τάξεις, ήταν ένα τρυφερό video για την ιστορία του τόπου, που προβλήθηκε στο σχολείο σε μία ειδική εκδήλωση, στην οποία ήταν παρούσα η κυρία Σαπουνά-Σακελλαράκη.
Κανείς δεν περίμενε την αντίδραση της αρχαιολόγου: «Συγκινήθηκε τόσο πολύ, ώστε μας έδωσε την υπόσχεση ότι είναι διατεθειμένη να συνεχίσει τις ανασκαφές, με την προϋπόθεση ότι εμείς θα καταφέρουμε να μας γίνει δωρεά των ιδιοκτησιών που εφάπτονται του αρχαιολογικού χώρου», λέει η κ. Βελισσαρίου.Δάσκαλοι και μαθητές σήκωσαν τα μανίκια και έπιασαν δουλειά. Ήταν αποφασισμένοι να τα καταφέρουν, ώστε να σώσουν από τη λήθη ό,τι είχε απομείνει από το παρελθόν της περιοχής τους. Το έργο τους δεν ήταν εύκολο. Κατάφεραν όμως, με πείσμα και κόπο, να βρουν τους όμορους ιδιοκτήτες του αρχαιολογικού χώρου, και τους έπεισαν, έναν προς έναν, να δωρίσουν τα χωράφια τους στο ελληνικό δημόσιο.Τώρα, όπως με χαρά μας πληροφορεί η πολυσχιδής δασκάλα, αναμένεται να ξεπεραστούν τα τελευταία γραφειοκρατικά εμπόδια για να ξεκινήσουν εκ νέου οι ανασκαφές και ένα ακόμη όνειρο των δραστήριων μαθητών του Οξυλίθου να γίνει πραγματικότητα…
Από μικρός αγαπούσε την Εκκλησία βοηθώντας σαν παπαδάκι τον ευλαβή παππού του στην ψαλτική. Έτσι έμαθε την τάξη της Εκκλησίας και συγχρόνως να ψάλλει. Κι όταν έφυγε για την άλλη ζωή ο παππούς, έμεινε μοναδικός ψάλτης της Εκκλησίας ο Ευθύμιος.Έτσι τον συνάντησε σε μία περιοδεία του ο Επίσκοπος της περιοχής. Ώριμος πλέον ο Ευθύμιος, καλός οικογενειάρχης με τρία παιδιά έως τότε, και επειδή ο ιερεύς του χωριού λόγω γήρατος και ασθένειας απεχώρησε, οι χωρικοί ζητούν ιερέα από τον Επίσκοπο.Και ποιον προτείνετε για παπά εσείς; Ρωτά ο Δεσπότης και όλοι σχεδόν με ένα στόμα λέγουν: «τον ψάλτη μας». Έτσι με τις πιέσεις των χωρικών και την εμμονή του Επισκόπου και παρά τις διαμαρτυρίες του Ευθυμίου, ότι θεωρεί τον εαυτό του ανάξιο και ακατάλληλο για ένα τόσο μεγάλο Υπούργημα, χειροτονήθηκε ιερεύς του χωριού προς χαράν όλου του χωριού. Τώρα, πλέον εκτελούσε τα ιερατικά του καθήκοντα. Κάθε πρωί και βράδυ, με φόβο Θεού κτυπούσε την καμπάνα κάνοντας τον Όρθρο και τον Εσπερινό. Πράος, καλοσυνάτος, αγαπητός προς όλους, αφιλοχρήματος αρκείτο στον μικρό μισθό του και στα λίγα έσοδα που απεκόμιζε, όταν καλλιεργούσε τα χωράφια του. Ως και για μεροκάματο πήγαινε, για να θρέψει την πολυμελη οικογένειά του, έξι παιδιά τώρα.O Επίσκοπος, εκτιμώντας την σύνεσή του και την καλή του φήμη, τον έκανε και πνευματικό. Ένα πλήθος κόσμου από το χωριό και τα γύρω χωριά πήγαιναν για εξομολόγηση στον πατέρα Ευθύμιο. Και το κήρυγμα δεν παρέλειπε κάθε Κυριακή διαβάζοντας από κάποιο ορθόδοξο περιοδικό μια σύντομη όμιλία. Αλλά και τα παιδιά, για να τα συγκεντρώνει στο κατηχητικό, ειχε ένα δικό του τρόπο, με τραγούδια και ψαλμωδίες, με καραμέλες και λουκούμια και εικονίτσες.Να και ένα γεγονός, όπου φάνηκε το μεγαλείο της ψυχής του. Γείτονα στο χωράφι του είχε έναν πλεονέκτη και καταπατητή, τον κύρ Γιάννη, ο οποίος δεν δίστασε να μεταθέσει τον πρόχειρο φράχτη που χώριζε τα σύνορα και να του πάρει μια λωρίδα από το χωράφι του, το ίδιο έκανε και τον δεύτερο χρόνο. Τί να κάνει τώρα, σκέφτηκε ο πατήρ Ευθύμιος. Αν του πεί κάτι, θα αρχίσει τις βλαστήμιες και τις βρισιές, δεν έπαιρνε από λόγια, όπως το έκανε και με άλλους γείτονες. Τα αφήνω στα χέρια του Θεού, είπε στην πρεσβυτέρα του και στον μεγάλο γιό του που διαμαρτύρονταν. Και να, ένα πρωί λέγει στον μεγαλύτερο γιό του: Πάμε στο χωράφι μας να τακτοποιήσουμε το φράκτη στο σύνορο.
— Καλημέρα παπαδιά. Έτσι ανήσυχος και ταραγμένος ρωτά την πρεσβυτέρα: Πούναι ο παπα-Θύμιος; τον θέλω.— Καθίστε κύρ Γιάννη, να σας κάνω καφέ, ως να έρθει ο παπα-Θύμιος, που τον ζήτησαν σε ένα σπίτι, δεν θ’ αργήσει να επιστρέψει.Εν τω μεταξύ η παπαδιά ετοίμασε και του πρόσφερε τον καφέ. Αυτός πήρε μια ρουφηξιά, σαν να εκάθετο στα κάρβουνα. Νάσου και προβάλλει ο παπάς χαρούμενος και λέει: Δόξα τώ Θεώ, ελευθερώθηκε η κυρία Ελένη που υπέφερε στον τοκετό, με τις ευχές της Εκκλησίας και μάλιστα απέκτησε αγγοράκι.— Καλώς τον κύρ Γιάννη, καλημέρα. Η οικογένεια ειναι καλά; Τα ζωντανά επίσης;Χωρίς άλλη απάντηση: Τί ειναι αυτό που μου έκανες παπα-Θύμιο; Ρωτά πικραμένος ο κύρ Γιάννης.— Τί αγαπητέ μου Γιάννη; Να το διορθώσουμε.— Εγώ παπα-Θύμιο, δύο χρόνια τώρα σου κλέβω το χωράφι κι εσύ ούτε να διαμαρτυρηθείς, ούτε να φωνάξεις, αλλά μου αφήνεις μία λωρίδα. Πάμε τώρα γρήγορα να διορθώσω αυτή την αδικία, δεν την αντέχω.— Καλά κύρ Γιάννη μου, κάνε μόνος σου ό,τι νομίζεις σωστό. Άλλωστε χώμα ειναι η γη, και όλα εδώ μένουν. Μόνον, αγαπητέ μου, μια χάρη σου ζητώ, να σε βλέπω πιο τακτικά κι εσένα και την οικογένειά σου στην Εκκλησία. Ασπάστηκαν έτσι αδελφικά στο μέτωπο, δεν τον άφησε να ασπαστεί το χέρι του ο παπά Ευθύμιος. Του είπε: Έχε την ευλογία του Θεού! Και τον κατευόδωσε ο καλός ιερέας. Και όλα άλλαξαν από την ώρα εκείνη. O κύρ Γιάννης έβαλε μόνος του τον φράκτη στα παλαιά του σύνορα, αλλά και ειναι τακτικός στην εκκλησία με την οικογένειά του. Και διαλαλεί παντού, σε γνωστούς και αγνώστους: Στο χωριό μας έχουμε έναν άνθρωπο του Θεού, έναν Άγιο, τον παπα-Θύμιο!Δ.Γ.A
Οτιδήποτε σκεπτόμαστε, σ’ οτιδήποτε συγκεντρώνουμε την προσοχή μας, γίνεται πραγματικότητα. Όταν η σκέψη μας συνοδεύεται και με συναισθήματα, παίρνει περισσότερη δύναμη. Όσο πιο έντονα είναι τα συναισθήματα που συνοδεύουν τις σκέψεις μας, τόσο πιο πολύ αυξάνονται οι πιθανότητες για να γίνουν πραγματικότητα.
Ο ιερός βράχος της Ακρόπολης/ Φωτογραφία: AP
Με μία οργισμένη ανάρτησή του στην προσωπική του σελίδα στο Facebook, ο ενεργειακός/μηχανολόγος μηχανικός, Κώστας Κάπος, υπεύθυνος γα τον φωτισμό της Ακρόπολης το 2004, καταγγέλλει την αδιαφορία των υπευθύνων.Με αφορμή την επίσκεψη Μακρόν και την ομιλία του στην Πνύκα με φόντο την …φωτισμένη Ακρόπολη, η Κ. Κάππος μιλά για τις νύχτες που «κρεμασμένος από τα βράχια στις 3.00 το πρωί, ρύθμιζε τις δέσμες φωτός» και καταγγέλλει την πλήρη αδιαφορία των πολλών υπαλλήλων που «δεν σκέφτηκε κανείς τους καν να πλύνει τους προβολείς που έχουν πιάσει 2 δάχτυλα βρόμας που έχει αλλοιώσει εντελώς τα φωτοτεχνικά τους χαρακτηριστικά του μνημείου».Συγκεκριμένα, αναφέρει στην ανάρτησή του:«Το 2004 ξοδεύτηκαν συνολικά 1.200.000 ευρώ για να αποκτήσουν τα μνημεία της Ακροπόλεως το φωτισμό αναδείξεως που τους άξιζε. Αγωνίστηκα όχι μόνο να ολοκληρώσω τις μελέτες, αλλά μέχρι την τελευταία στιγμή που ρύθμιζα τις δέσμες των προβολέων, ΧΩΡΙΣ ΚΑΜΙΑ ΑΜΟΙΒΗ, κρεμασμένος από τα βράχια στις 3.00 το πρωί, γιατί πίστευα στην αναγκαιότητα αυτού του Έργου και το αγαπάω περισσότερο από οτιδήποτε άλλο έχω σχεδιάσει στην καριέρα μου..Έκτοτε, κανένας υπάλληλος από τους πολλούς που ασχολούνται με την Ακρόπολη δεν σκέφτηκε καν να πλύνει τους προβολείς που εχουν πιάσει 2 δάχτυλα βρώμας που έχει αλλοιώσει εντελώς τα φωτοτεχνικά τους χαρακτηριστικά.Τοποθετούν εντελώς ακατάλληλους λαμπτήρες, έχουν χαλάσει τη σκόπευσή τους, οι μισοί δεν δουλεύουν καν, και όλα αυτά για ένα κονδύλι της τάξης των 50.000 ευρώ που θα κόστιζε η συντήρηση της εγκατάστασης (προσωπικά, έχω προσφέρει δωρεάν τις υπηρεσίες μου, μια και είμαι πια ο μόνος που ξέρει όλη την εγκατάσταση).Αναρωτιέμαι, ΔΕΝ ΝΤΡΕΠΟΝΤΑΙ για την οικτρή εικόνα που δείχνουν σε όλο τον κόσμο κάθε φορά; Δεν καταλαβαίνουν ότι η εικόνα της εγκατάλειψης αυτής, είναι περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, η εικόνα της Πτώσης μας;
Κοινοποιείστε αυτή την ανάρτηση φίλοι μου. Μας ντροπιάζει όλους αυτή η εικόνα και πρέπει να αλλάξει!!»
Μια και δυο λοιπόν ο Παχόμ ξεκίνησε, ταξίδεψε και έφτασε σε εκείνη την μακρινή γη. Το έδαφος ήταν παρθένο και απαλό σαν την παλάμη του ανθρώπου και μαύρη όπως ο σπόρος της παπαρούνας, και το χορτάρι έφτανε ψηλά ως το στήθος.«Και ποια είναι η τιμή;» ρώτησε ο Παχόμ.«Η τιμή μας είναι πάντοτε η ίδια: χίλια ρούβλια την ημέρα» του απάντησανΟ Παχόμ δεν καταλάβαινε.«Την ημέρα; Τι είδους τιμή είναι αυτή; Πόση έκταση είναι αυτό;»«Δεν ξέρουμε να το υπολογίσουμε» είπε ο αρχηγός τους.«Το πουλάμε με την ημέρα. Όσο μπορείς να περπατήσεις σε μια μέρα, όσο σε πηγαίνουν τα πόδια σου και αντέχεις για μια μέρα να πηγαίνεις, είναι δικό σου, και η τιμή είναι πάντα χίλια ρούβλια.»Ο Παχόμ έχασε τη μιλιά του από την έκπληξη.«Ναι,» είπε, «αλλά σε μια μέρα μπορώ να προλάβω να περπατήσω και να καλύψω ένα τεράστιο μέρος από γη.»Ο αρχηγός τους γέλασε.«Θα είναι όλο δικό σου!» του είπε. «Αλλά υπάρχει ένας όρος. Θα πρέπει την ίδια μέρα να επιστρέψεις στο μέρος από το οποίο ξεκίνησες. Αν δεν επιστρέψεις στο μέρος από όπου ξεκίνησες, τα λεφτά σου είναι χαμένα».Εκείνο το βράδυ ο Παχόμ δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Όμως πριν χαράξει αποκοιμήθηκε και άρχισε να ονειρεύεται. Ονειρευόταν πως ήταν σε μια δικιά του σκηνή και πως άκουσε να γελούν απ’ έξω. Τόλμησε και βγήκε έξω και είδε τον αρχηγό των Μπασκίρς να κάθεται έξω από την σκηνή και να κρατά την κοιλιά του από τα γέλια και να κυλίεται γύρω-γύρω γελώντας. Καθώς πλησίασε πιο κοντά κατάλαβε πως δεν ήταν ο αρχηγός των Μπασκίρ αλλά εκείνος ο πλανόδιος έμπορος που είχε συναντήσει στην δική του γη, και σαν είδε ακόμη πιο καλά κατάλαβε πως ήταν ο αγρότης που είχε βρει, που είχε έρθει πάνω από τον Βόλγα. Αλλά τελικά δεν ήταν ούτε αυτός, ήταν ο διάβολος ο ίδιος με κέρατα και πόδια ζώου, με οπλές που τα κτυπούσε κάτω ελαφρά. Μπροστά από τον διάβολο ήταν ξαπλωμένος ένας ξυπόλυτος άνδρας που φορούσε μόνο παντελόνι και πουκάμισο.
Και καθώς ονειρευόταν ο Παχόμ, πήγε πιο κοντά να δει τι άνθρωπος ήταν αυτός, και διαπίστωσε πως ήταν νεκρός και πως ήταν… ο εαυτός του!Τρομοκρατημένος ο Παχόμ πετάχτηκε επάνω. «Τι μπορεί να ονειρεύεται ο άνθρωπος!» σκέφτηκε.Ο Παχόμ έφτασε στην πεδιάδα εκείνη που είχαν συμφωνήσει καθώς ο ουρανός άρχιζε να κοκκινίζει. Έβαλε τα χίλια ρούβλια στο γούνινο καπέλο του αρχηγού που το είχε βάλει στο χώμα, και ξεκίνησε. Το βήμα του δεν ήταν ούτε αργό, ούτε γρήγορο. Όσο όμως περπατούσε στην γη έκανε πιο μεγάλα βήματα γιατί η γη σε κάθε βήμα που έκανε φαίνονταν και πιο ωραία. Μάλιστα σε μια προσπάθεια να συμπεριλάβει μέσα ένα πολύ ωραίο λιβάδι, πήγε πολύ μακριά πριν να βάλει το σημάδι που είχε μαζί του, και να αρχίσει να γυρίζει πίσω. Έτσι κύλησε η μέρα και τώρα βιαζόταν και περπατούσε πραγματικά γρήγορα κάτω από τον καυτό ήλιο που όμως είχε αρχίσει να δύει.Κατακουρασμένος αφού έκανε κύκλο τέτοια μεγάλη έκταση ο Παχόμ γύριζε πίσω στο λοφάκι από όπου είχε ξεκινήσει περπατώντας με δυσκολία, σέρνοντας τα πόδια του. Το στήθος του ανεβοκατέβαινε σαν των παλιών σιδεράδων το φυσερό, η καρδιά του χτυπούσε σαν σφυρί, τα πόδια του άρχιζαν σιγά-σιγά να τον εγκαταλείπουν. Σε λίγο έβλεπε ο Παχόμ τον λόφο και τους Μπασκίρς να του φωνάζουν.Και ο Τολστόι κλείνει την ιστορία:«Ο Παχόμ κοίταξε τον ήλιο που είχε αγγίξει την γη. Η μια πλευρά του είχε ήδη χαθεί. Με όση δύναμη του απέμενε βιάστηκε τόσο πολύ που έγερνε το κορμί του μπρος τα εμπρός ίσα-ίσα που τα πόδια του ακολουθούσαν ώστε να μην πέσει. Με το που άγγιξε τον λοφίσκο ξαφνικά σκοτείνιασε. Κοίταξε ψηλά, ο ήλιος είχε ήδη δύσει! Φώναξε με αγωνία: «όλος μου ο κόπος πήγε χαμένος,» και ενώ σκεφτόταν να σταματήσει άκουσε τους Μπασκίρς να του φωνάζουν και θυμήθηκε πως αν και για αυτόν που ήταν χαμηλά ο ήλιος είχε δύσει, για αυτούς όμως που ήταν στην κορυφή ο ήλιος ακόμη φαινόταν. Παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, ανέβηκε πάνω στον λόφο. Εκεί ήταν ακόμη φως.
“Πόση γη χρειάζεται ένας άνθρωπος;” Mια ιστορία με μεγάλη δύναμη και παγκόσμια απήχηση γιατί η πλεονεξία, η απληστία είναι αρρώστια που μολύνει την ψυχή όλης της ανθρωπότητας.Όλοι βέβαια απορρίπτουν την πλεονεξία και την απληστία. Αλλά η πραγματικότητα είναι πως κάθε μέρα κάποιος κήρυκας, ή ιερέας κάπου θα κάνει την κηδεία κάποιου που ξόδεψε την ζωή του, θυσίασε τα πάντα, ακόμη και την οικογένειά του για να φτάσει στην κορυφή του λόφου του Παχόμ, για να αποκτήσει όλο και πιο πολλά.Αντικλείδι , http://antikleidi.com
