Ένας από τους μεγαλύτερους μυκηναϊκούς λαξευτούς τάφους ανακαλύφθηκε στη Βοιωτία 

Εικάζεται πως ο τάφος σχετίζεται με το ανακτορικό κέντρο του μυκηναϊκού Ορχομενού

Ένας από τους μεγαλύτερους μυκηναϊκούς λαξευτούς τάφους που έχουν βρεθεί μέχρι σήμερα στην Ελλάδα ήρθε στο φως στο Προσήλιο του Δήμου Λεβαδέων, κοντά στον Ορχομενό, κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους του πενταετούς προγράμματος συνεργασίας ανάμεσα στο Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού/Εφορεία Αρχαιοτήτων Βοιωτίας και της Βρετανικής Σχολής Αθηνών/Πανεπιστήμιο του Cambridge. Συγκεκριμένα, πρόκειται για τον ένατο σε μέγεθος θαλαμοειδή τάφο, από τους περίπου 4.000 που έχουν ανασκαφεί τα τελευταία 150 χρόνια.​
Η κατασκευή είναι μνημειώδης και μαρτυρεί την ιδιαίτερη φροντίδα που καταβλήθηκε για τη δημιουργία της. Στον νεκρικό θάλαμο οδηγεί λαξευτός δρόμος, μήκους 20 μ., ο οποίος απολήγει σε εντυπωσιακή αίθουσα επιφάνειας 42 τμ. Τις τέσσερις πλευρές της αίθουσας περιτρέχει λαξευτό θρανίο (πεζούλι) καλυμμένο με πηλοκονίαμα. Το αρχικό ύψος της οροφής, η οποία είχε σχήμα δίρριχτης στέγης, υπολογίζεται στα 3.5 μ. Ωστόσο, η αρχική στέγη άρχισε να καταρρέει ήδη από την αρχαιότητα, ίσως μάλιστα ακόμη και στη μυκηναϊκή εποχή, δίνοντας στο εσωτερικό του θαλάμου σπηλαιώδη όψη, συνολικού ύψους 6.5 μ.
Η κατάρρευση της οροφής διατάραξε σε κάποιο βαθμό τη θέση του νεκρού και των αντικειμένων του, παράλληλα όμως κάλυψε και προστάτεψε το ταφικό στρώμα από μεταγενέστερες επεμβάσεις. Στο δάπεδο του θαλάμου βρέθηκε ένας άνδρας, 40-50 χρονών, τον οποίο συνόδευαν προσεκτικά επιλεγμένα αντικείμενα. Εντοπίστηκαν πάνω από δέκα επικασσιτερωμένα αγγεία, ζεύγος στομίδων (τμήματα από χαλινάρια αλόγων), εξαρτήματα τόξου, βέλη, περόνες, κοσμήματα από διάφορα υλικά, κτένια, ένας σφραγιδόλιθος και ένα σφραγιστικό δαχτυλίδι.
Ζεύγος στομίδων (εξαρτημάτων χαλιναριών αλόγων), όπως βρέθηκαν στην ανασκαφή
Η κατασκευή του τάφου χρονολογείται περίπου στα μέσα του 14ου αι. π.Χ. και η αξία του έγκειται στο ότι απέδωσε ένα από τα καλύτερα μέχρι σήμερα τεκμηριωμένα ταφικά σύνολα της ανακτορικής περιόδου στην ηπειρωτική Ελλάδα. Αξίζει να σημειωθεί ότι μεμονωμένες ταφές με σημαντικά ευρήματα σώζονται εξαιρετικά σπάνια σε μνημειακούς μυκηναϊκούς θαλαμωτούς τάφους, καθώς αυτοί χρησιμοποιούνται συνήθως για πολλαπλές ταφές και για πολλές γενιές, με αποτέλεσμα να διαταράσσονται ή να υφαρπάζονται τα κτερίσματά τους. Συνεπώς, το σημαντικό στην περίπτωση του τάφου του Προσηλίου είναι ότι όλα τα αντικείμενα που βρέθηκαν συσχετίζονται με τον μοναδικό νεκρό που ενταφιάστηκε εκεί.
Η ανεύρεση της συγκεκριμένης ταφής και των κτερισμάτων της θα δώσει την ευκαιρία στους ερευνητές να κατανοήσουν καλύτερα τις ταφικές πρακτικές της περιοχής κατά τους μυκηναϊκούς χρόνους. Για παράδειγμα, η εναπόθεση πολλών κοσμημάτων σε ανδρική ταφή αμφισβητεί -όπως και στην περίπτωση του κατά έναν αιώνα παλαιότερου πολεμιστή από την Πύλο που βρέθηκε το 2015- τη μέχρι τώρα ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση ότι τα κοσμήματα συνόδευαν κυρίως γυναίκες στην τελευταία τους κατοικία. Αξιοσημείωτο είναι, επίσης, το γεγονός πως -με εξαίρεση δύο μικρούς ψευδόστομους αμφορείς- δεν βρέθηκε γραπτή μυκηναϊκή κεραμική στον τάφο, η οποία, κατά τα άλλα, είναι εξαιρετικά δημοφιλής τη συγκεκριμένη περίοδο.
Ψευδόστομος αμφορέας με γραπτή διακόσμηση
Η ανασκαφική ομάδα εικάζει πως ο τάφος σχετίζεται με το ανακτορικό κέντρο του μυκηναϊκού Ορχομενού, ο οποίος απέχει περίπου 3,5 χλμ και ήταν το σημαντικότερο κέντρο της βόρειας Βοιωτίας τον 14ο – 13ο αι. π.Χ. Ορατά τεκμήρια της δύναμης του Ορχομενού αποτελούν ακόμη και σήμερα ο θολωτός τάφος «του Μινύου», ο οποίος είναι συγκρίσιμος σε μέγεθος με τον τάφο «του Ατρέως» στις Μυκήνες, αλλά και τα μνημειώδη αποστραγγιστικά έργα της Κωπαϊδας που κατασκευάστηκαν και λειτουργούσαν υπό την επίβλεψή του την εποχή της ακμής του. Συνεπώς, ο νεκρός του Προσηλίου φαίνεται ότι ανήκε στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα της τοπικής μυκηναϊκής εξουσίας. Η σημαντική κοινωνική του θέση του εξασφάλισε μετά θάνατον μία εντυπωσιακή αιώνια κατοικία, την οποία όμως θαύμασαν μόνο κατά τη μεγαλόπρεπη ταφή του, πριν καλυφθεί για πάντα με χώμα, μαζί με τα τεκμήρια της εξουσίας του.
Το ανασκαφικό πρόγραμμα του Προσηλίου διεξήχθη κατόπιν άδειας του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού. Τη διεύθυνση της ανασκαφής και του διεπιστημονικού πενταετούς προγράμματος στο Προσήλιο ασκούν η δρ. Αλεξάνδρα Χαραμή, Προϊσταμένη της Εφορείας Αρχαιοτήτων Βοιωτίας και ο δρ. Γιάννης Γαλανάκης, Επίκουρος Καθηγητής του Πανεπιστημίου του Cambridge. Τους υπεύθυνους πλαισιώνουν -από την πλευρά της Εφορείας Αρχαιοτήτων Βοιωτίας- η αρχαιολόγος Κ. Καλλιγά, ενώ η ομάδα της Βρετανικής Σχολής συμπληρώνεται από τον γεωαρχαιολόγο Π. Καρκάνα, διευθυντή του εργαστηρίου Wiener της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών και την Ιω. Μουτάφη, υπεύθυνη της οστεοαρχαιολογικής μελέτης.

Διαβάστε περισσότερα: http://www.alfavita.gr/arthron/koinonia/enas-apo-toys-megalyteroys-mykinaikoys-laxeytoys-tafoys-anakalyfthike-sti-voiotia#ixzz4sSDZ0FcR
Follow us: @alfavita on Twitter | alfavita.gr on Facebook

Την Ελλάδα θα την σέβεστε! Η Εθνική «πάτησε» την Λιθουανία και τώρα βλέπει ακόμα και μετάλλιο

Την Ελλάδα θα την σέβεστε! Η Εθνική «πάτησε» την Λιθουανία και τώρα βλέπει ακόμα και μετάλλιο
09.09.2017 – 23:11

Ναι, αυτή η Ελλάδα μπορεί μετάλλιο! Η Εθνική έκανε την καλύτερη εμφάνιση στο τουρνουά, διέλυσε με 77-64 την Λιθουανία και πέρασε στην οκτάδα!

«Το άγχος του θανάτου είναι η μήτρα όλων των θρησκειών, οι οποίες με τον ένα ή τον άλλο τρόπο προσπαθούν να μετριάσουν τη θλίψη της θνητότητας μας»
― Irvin D. Yalom


του  Παρασκευά Μπακαρέζου από το Κροκύλειο
Πρωί, λίγο πριν τις οκτώ. Χαζοψιλόβρεχε κι ο Βάκος, μαθητής της πρώτης δημοτικού, ανέβαινε τον ανήφορο προς το σχολείο, στην άκρη του χωριού.
 Στη πλάτη του κρεμόταν σταυρωτά η υφαντή μαρούδα, μικρό σακούλι. Μέσα είχε το αλφαβητάριό του, ένα τετράδιο, το καλό, και τη πλάκα με το κοντύλι δεμένο στο ξύλινο πλαισιό της με σπάγγο. 
Φόραγε τα αρβύλια του, τα μοναδικά του παπούτσια για ένα χρόνο τουλάχιστον. 
Παντελόνι ντρίλινο μέχρι τη μέση της γάμπας και τις κλασσικές μαύρες πλεχτές κάλτσες από προβατίσιο μαλλί.
 Για πανωφόρι φόραγε ένα είδος κοντού σακακιού. Το είχε από τη διανομή ρούχων της αμερικανικής βοήθειας.΄Ηταν ένα περίεργο γκρι με δύο ποζ λουρίδες στον ώμο.΄Ηταν περήφανος για το ρούχο του. Το όνομα του σακακιού στα αγγλικά είναι κόουτ (coat).
Στα κροκυλίωτικα ο τύπος του ρούχου αυτού είχε περάσει σαν κοτ με πολύ κοφτή προφορά. Για το Βάκο όμως που ήταν μικρός κι αυτός και το σακάκι του, ήταν «του κουτάκ’». ΄Όπως ο Βάκος περπάταγε πεταχτά, γιατί του άρεσε το σχολείο, ξαφνικά λύγισαν τα γόνατά του. 

Ξαφνικά θυμήθηκε ότι είχε ξεχάσει, μικρός όπως ήταν, να πάρει από το σπίτι το ξύλο για τη σόμπα. Το σχολείο ήταν ένα μεγάλο κτίσμα πολύ μακρύ και πολύ ψηλό. ΄Ηταν αδύνατο να ζεσταθεί αλλά στη μπροστινή αριστερή γωνία του ήταν μια ξυλόσομπα που ζέσταινε μόνο εκεί γύρω. Δεξιά της σόμπας ήταν η έδρα του δάσκαλου και ο πίνακας. Κάθε παιδί έφερνε κάθε μέρα από ένα ξύλο για τη σόμπα. Το κράτος την εποχή εκείνη δεν πλήρωνε για θέρμανση στα σχολεία. ΄Εβλεπες λοιπόν τα παιδιά να μαζεύονται στο σχολείο έχοντας τις μαρούδες κρεμασμένες στους ώμους τους και κρατώντας από ένα ξύλο στο χέρι σαν προϊστορικοί κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες.
 Αργότερα ο δάσκαλος άλλαξε το σύστημα και κάθε γονιός έφερνε στην αρχή της χρονιάς ένα φόρτωμα ξύλα στο σχολείο. Αν είχε δυο παιδι’α. δυο φορτώματα.
 Ο Βάκος λοιπόν άρχισε να μυξοκλαίει γιατί δεν ήξερε τι να κάνει.΄Ηταν πολύ ήσυχο παιδί. Να γυρίσει σπίτι να πάρει ξύλο, θα αργούσε, τα άλλα παιδιά θα είχαν «μπει» και δεν συνηθιζόταν να μπαίνεις στο σχολείο αργοπορημένος. Εξ άλλου θα χρειαζόταν εξηγήσεις στο δάσκαλο και ήταν πολύ μικρός και χωρίς θάρρος για τέτοια δουλεία. Κάποια άλλα παιδιά που πέρναγαν τον κορόιδευαν που έκλαιγε.
 Η κοινωνία στο χωριό, κοινωνία επιβίωσης, από ανάγκη ήταν πολύ σκληρή στους αδύναμους, όπως και στα ζώα. Σε λιγάκι ήρθε κι ο Γιάννης μαθητής της έκτης δημοτικού. Με τη μαρούδα του κι αυτός κι ανάλογο ντύσιμο. 
Μόλις είδε το Βάκο τον πλησίασε και τον ρώτησε γιατί κλαίει. Οι πατεράδες των δύο παιδιών συνεργάζονταν σε διάφορες δουλείες  κι γι’ αυτό ο Γιάννης δεν τον κορόιδεψε.΄Όταν ο μικρός μέσα σε  αναφιλητά  του εξήγησε τι συμβαίνει, ο Γιάννης του είπε «γι’ αυτό σκας». Πήγε στην άκρη του δρόμου, βούτηξε ένα παλούκι, έσπασε το μισό με μια κλωτσιά και το ‘δωσε στον Βάκο. «Να το ξύλου σ’». Ο μικρός του ‘ριξε ένα βλέμμα που είχε μέσα του όλη την ευγνωμοσύνη ενός παιδιού, δηλαδή του κόσμου όλου. 
Του έμεινε για όλη του τη ζωή το πόσο εύκολα λύθηκε η απελπιστική, όπως νόμιζε, κατάστασή του. ΄Ηταν μια από τις εμπειρίες που σχημάτισαν το χαρακτήρα του. Μόλις έφτασαν στο σχολείο, ο Βάκος σκουπίζοντας τα δάκρυά του κι ο Γιάννης παρηγορώντας τον, ο δάσκαλος φώναξε «σύνταξη». Τα παιδιά παρατάχτηκαν κατά τάξεις. Το προαύλιο μπροστά στο σχολείο ήταν μικρό και ίσα που χώραγε τα παιδιά.

 Δίπλα ήταν ένα αμπέλι που μετά ο ιδιοκτήτης του το έδωσε στο σχολείο και μεγάλωσε το προαύλιο. Με τους μαθητές παραταγμένους  ένας «μεγάλος» της έκτης είπε τσάτρα-πάτρα το «Πάτερ ημών» και άρχισε η είσοδος με πρώτη την έκτη τάξη. Μέσα στο σχολείο τα παιδιά άφησαν τις μαρούδες τους και πήραν τις κούπες τους βγαίνοντας από την άλλη πόρτα για το γάλα στο πίσω προαύλιο. Κάθε παιδί είχε την αλουμινένια κούπα του που με χαραγμένα επάνω, με τη μύτη του σουγιά, τα αρχικά του Π.Μ., Γ.Μ., Π.Σ. κ.τ.λ.
 Ο πατέρας της Γιώτας δεν είχε να αγοράσει αλουμινένια κούπα και βρήκε ένα άδειο κουτί από γάλα Βλάχας, πήγε στον καλαντζή, κόλλησε ένα παφιλένιο χερουλάκι κι έτοιμη η κούπα για το γάλα. 
Σε μια γωνιά του ήταν το πηγάδι. Στην άλλη γωνιά ήταν ένα υπόστεγο, το μαγειρείο. Κάθε μέρα μια μάνα ερχόταν να βράσει ένα καζάνι γάλα σκόνη, της αμερικανικής βοήθειας κι αυτό. Οι γυναίκες έβγαναν νερό από το πηγάδι το ανακάτευαν με τη σκόνη και το έβραζαν. 
Το μυστικό που δεν ήξεραν πολλές γυναίκες, δεν ήταν εξοικειωμένες με το γάλα σκόνη – προϊόν άγνωστο στο χωριό, ήταν το συνεχές ανακάτεμα μέχρι να βράσει. Αν δε γινόταν αυτό το γάλα κόλλαγε στον πάτο του καζανιού και τσίκνιζε. Αυτό είχε συμβεί και σήμερα. 

Ακούγονταν φωνές σιγανές γιατί ο δάσκαλος καραδοκούσε. « Το κόλλ’σε σήμερα». ΄Οσα παιδιά  μπόραγαν το ‘χυναν κρυφά γιατί όπως είπαμε ενέδρευε με τη βέργα έτοιμη. Αφού τα παιδιά άλλα ήπιαν άλλα κρυφόχυσαν το γάλα, «μετασύνταξις» και είσοδος στο σχολείο, όπου στο μεταξύ δυο μεγάλοι είχαν ανάψει τη σόμπα, και άρχισε το μάθημα . Ο δάσκαλος διέταξε «Να σηκωθεί η πρώτη να ζεσταθεί». Τα παιδιά της πρώτης σηκώθηκαν από τα μπροστινά θρανία και στήθηκαν όρθια γύρω από τη σόμπα με τα χέρια τεντωμένα προς τη φωτιά και χουχουλίζοντας γιατί έκανε κρύο.
 Ο δάσκαλος άρχισε να οργανώνει το μάθημα, ήταν ένας με έξι τάξεις. Εκείνη τη χρονιά δεν είχε δασκάλα για τη δεύτερη αίθουσα του σχολείου και τις μισές τάξεις. Πρώτα έστειλε δυο μεγάλους χεροδύναμους τον Χαραλάμπ’ και τον Παναγιώτη, να βγάλουν νερό απ’ το πηγάδι για το γάλα της άλλης μέρας και να πλύνουν το καζάνι. 
Μετά άρχισε με τη Δευτέρα  αφού έβαλε την Τρίτη και την Τετάρτη να κάνει καλλιγραφία αντιγράφοντας από το αναγνωστικό της Τετάρτης τρεις σειρές
. «Ο κυρ-Πανάγος φτάνει με τον ψαρή και τον ντορή και με τ’ αλέτρι. Κρεμάει στο μεγάλο πεύκο το ταγάρι του με το μαύρο ψωμί και τη ντομάτα».
Βέβαια το κείμενο γραφόταν τότε με δασείες, ψιλές, περισπωμένες, οξείες και υπογεγραμμένες. Σήμερα έχουν μείνει μόνο οι οξείες με το όνομα τόνος.; 
Τα παιδιά έβγαλαν τις ξύλινες πένες με το μεταλλικό «πινάκ’» και το μελανοδοχείο. Τα υλικά αυτά τα αγόραζαν από το περίπτερο. «΄Ένα πινάκ’ κι ένα πενηνταράκ’ μιλάν’». Η Πέμπτη και η ΄Εκτη πήρε εντολή να διαβάσει το παρακάτω μάθημα της Γεωγραφίας.

Το σχολείο του Κροκυλείου το 1957
Τώρα αρχίζει το κανονικό μάθημα με τη Δευτέρα. Αριθμητική η προπαίδεια του 3. 
Ο δάσκαλος έγραψε σε μια άκρη του πίνακα το 1Χ3=3. 2Χ3=6 … 10Χ3=30. Μετά άρχισαν. 
Ο δάσκαλος κρατώντας τη βέργα, σαν μαέστρος όχι σαν τιμωρός αυτή τη φορά, έβαζε το ρυθμό «μία φορά το τρία ίσον τρία» και όλη η τάξη επαναλάμβανε εν χορώ «μία φορά το τρία ίσον τρία». Αυτό έγινε δύο τρεις φορές. 
Μετά ο δάσκαλος έσβησε τον πίνακα κι άρχισε να ρωτάει σκόρπια μαθητές στην τύχη. Ο δάσκαλος αυτός έκανε τις ερωτήσεις ονομαστικά. Παλιότερα ο δάσκαλος  είχε δώσει στους μαθητές νούμερα.΄Ελεγε λοιπόν. «Να μας το πει το Β 3».
 Αυτό σήμαινε το τρία της Β΄τάξης που αντιστοιχούσε σε ένα μαθητή. Συνέχισε λοιπόν ο δάσκαλος. «Για πες μας  Θανάσ’ εννιά φορές το τρία πόσο κάνει;». Μετά από κάποιες στιγμές αβεβαιότητας ο Θανάσης κατάφερε να απαντήσει: «Εικουσιφτά». 
Ο επόμενος όμως, ο Κώστας, δεν κατάφερε να κάνει το «τρεις εφτά» και η βέργα έπεσε στον ώμο του, όχι βάρβαρα, με ένα «αντε να χαθείς».
Το μάθημα αριθμητικής  τελείωσε και ο δάσκαλος παράγγειλε :
 «Να καθήσ’ η Πρώτη να σκουθεί η Δευτέρα».
 Οι μαθητές της Πρώτης κατέβασαν τα χέρια, με τις παλάμες  ανοιχτές σαν τον ήλιο και κάθησαν στα θρανία τους. 
Τα δευτεράκια περικύκλωσαν τη σόμπα κι άρχισαν να ζεσταίνονται. ΄Ηταν παράδεισος γι’ αυτά. Ούτε μάθημα έκαναν και ζεσταίνονταν κι όλας. Ο μόνος περιορισμός, δεν έπρεπε να μιλάνε. 
Το πιστικό όργανο σιωπής ήταν η βέργα του δασκάλου που δε δίσταζε μπροστά σε χέρια και μερικές φορές πόδια και πλάτες. 
Μετά ήρθε η σειρά της Πρώτης. Γραφή κι ανάγνωση: « Βγάλτε τις πλάκες και τα κουντύλια. Γράψτε την ορθογραφία». 
Τα παιδιά άρχισαν να γράφουν τις δύο σειρές που τους είχε ορίσει ο δάσκαλος την προηγούμενη μέρα. «Ψάρια, εδώ τα ψάρια. Θαλασσινά ψάρια».¨Επειτα ήρθε η ¨ωρα της κρίσεως. Ο δάσκαλος εξέτασε τις πλάκες και όπου έβρισκε λάθος, έριχνε και καμιά ξυλιά με τη βέργα. Μετά άρχισε η ανάγνωση: 
« Για πες μας εσύ Δήμητρα». Η Δήμητρα άρχισε με σπαραξικάρδια φωνή να διαβάζει σε τελείως αφύσικο μακρόσυρτο ύφος. « ΄Εχω ψα…ψάρια για … για ψη…τά, ψ’αρια για τη…τηγανιτά». Η Τρίτη και Τετάρτη είχε πάλι αριθμητική. Τον πολλαπλασιασμό. Ο δάσκαλος δίδασκε και τα παιδιά επαναλάμβαναν εν χορώ. ΄Όταν τελείωσε έκανε κι άλλους τέτοιους πολλαπλασιασμούς και εξέτασε δύο τρία παιδιά ανακατωτά. Τέλος πάντων το μάθημα τελείωσε με μείγμα μισοαπαντήσεων  και εμπλοκής της βέργας του δασκάλου. Η ώρα πέρναγε και πλησίαζε το διάλειμμα. 
Ο δάσκαλος βιάστηκε να εξετάσει και λίγο την Πέμπτη και ΄Εκτη στη γραμματική. Ρώτησε το Γιώργο να του πει ένα ουδέτερο ουσιαστικό σε «ο». « Του βιβλίου» απάντησε αμέσως ο Γιώργος. « Για κλίνε το τώρα». Ο Γιώργος άρχισε απνευστί : « Ονομαστική του βιβλίου, γενική του βιβλίου, δοτική του βιβλίου, αιτιατική του βιβλίου, κλητική ώ βιβλίου». Ο δάσκαλος γέλασε λίγο: «Μπράβο Γιώργου» και αμέσως μετά: « Διάλειμμα»!
Το διάλειμμα ήταν ολόκληρο ξεχωριστό κεφάλαιο. Τα μεγάλα αγόρια έπαιζαν κυνηγητό σε δυο ομάδες  με το «φτου ξελευθερία». Το παιχνίδι μερικές φορές γινόταν άγριο και παθιασμένο και επεκτεινόταν και στα χωράφια δίπλα στο σχολείο. 
Ο δάσκαλος παρακολουθούσε για να βάζει τα πράματα στη σειρά όταν ξέφευγαν. Τα κορίτσια κάθονταν κάτω απ’ τα δέντρα και παρίσταναν τις νοικοκυρές  τρώγοντας το κολατσιό τους, ψωμί με καρύδια, κάπως τελετουργικά σα να ήταν στο σπιτικό τραπέζι.Τα μικρότερα παιδιά πέρναγαν την ώρα του διαλείμματος με διάφορα: Μια παρέα μ΄΄ιλαγε για τη γάτα που κυνηγάει ποντίκια.
 Ο Σπύρος προσπάθησε να την παραστήσει: «Νιαρ-νιαρ, γρρρ». Ο Νίκος όταν ήρθε η σειρά του ξεπέρασε όλους τους άλλους σε πρωτοτυπία. ΄Εσκυψε με τη μύτη του κοντά στο έδαφος κι άρχισε να περπατάει ατσούμπαλα φωνάζοντας: «Νιοφ-νιοφ, θέλου πουντίκια». Δυστυχώς όλα τα ωραία πράγματα έχουν ένα τέλος. 
Ξαφνικά ακούστηκε ο διαπεραστικός ήχος της σφυρίχτρας του δασκάλου. Τα πάντα σταμάτησαν αμέσως και σε τρια λεπτά τα παιδιά ήταν σε παράταξη μπροστά στην είσοδο και άρχισαν να ξαναμπαίνουν στο κάτεργο.
Τώρα είχε μάθημα Γεωγραφίας της Ευρώπης η Πέμπτη και η ΄Εκτη. Ο Βάκος παρακολουθούσε την εξέταση. 
Ο δάσκαλος εκείνη την ημέρα έκανε γενικό μάθημα με ανακατωμένες ερωτήσεις: « Για πες μας Αλεξάντρα ποια είναι η πρωτεύουσα της Αλβανίας;». Η Αλεξάντρα τον κοίταζε αμίλητη. Ο δάσκαλος επέμενε: «΄Ελα μωρέ, Αλεξάντρα μη με τυραννάς». Η Αλεξάντρα δεν μπόρεσε να μπει στο νόημα. 
Ο Βάκος ήταν πολύ μικρός αλλά αναρωτιόταν γιατί να συμβαίνει αυτό αφού ο χάρτης ήταν δίπλα στον πίνακα κι εκεί έγραφε με μεγάλα γράμματα «Τίραννα». Πολύ αργότερα κατάλαβε τι συνέβαινε. Πολλά παιδιά δεν ήξεραν που πέφτει η Αλβανία στο χάρτη. Η πληροφορία ήταν μπροστά  στα μάτια τους αλλά η άγνοιά τους δεν τους άφηνε να την χρησιμοποιήσουν. Δυστυχώς συνέχιζε να συμβαίνει και στην ενήλικη ζωή πολλών από τα παιδιά.
Τέλος έφτασε η ευλογημένη δωδεκάτη ώρα για το τέλος του πρωινού μαθήματος. Ο δάσκαλος έδωσε το σύνθημα και όλα τα παιδιά ροβόλησαν κατά το χωριό άλλα φωνάζοντας, άλλα τρέχοντας, άλλα πιο ήρεμα. Είχαν τρεις ώρες για το απογευματινό…

Καμπ προσομοίωσης φτώχειας

Ανθρωπιστικά προγράμματα αλλά και τουριστικά πακέτα προσφέρουν την εμπειρία του να είσαι πρόσφυγας ή άστεγος με σκοπό την ευαισθητοποίηση. Το οξύμωρο της υπόθεσης δεν περνάει πάντα απαρατήρητο.
Χρόνος ανάγνωσης: 
5

Στρατιώτες εξετάζουν χαρτιά και αφαιρούν τιμαλφή στο τσεκπόιντ της προσομοίωσης «Μια μέρα στη ζωή ενός πρόσφυγα», Νταβός, Ιανουάριος 2017. [David McIntyre/Crossroads Foundation]
Είναι ένας τρόπος να μάθουν οι προνομιούχοι τι σημαίνει να βρίσκεσαι στην πολύ μακρινή άλλη άκρη της εξίσωσης, έστω και για μια ημέρα. Οι «προσομοιώσεις φτώχειας», κάτι μεταξύ εργαστηρίου και ομαδικής (συχνά εταιρικής μάλιστα) δραστηριότητας, προσφέρουν στους συμμετέχοντες τη δυνατότητα να δουν, όσο γίνεται (δηλαδή όχι πολύ), από πρώτο χέρι τι βιώνουν οι πρόσφυγες ή άλλες κοινωνικές ομάδες που αγωνίζονται για την επιβίωσή τους.

24244086050_cfc3d9f35a_z.jpg

Το σκηνικό για το A Day in the Life of a Refugee του 2016. [David McIntyre/Crossroads Foundation]
Τέτοιες προσομοιώσεις διοργανώνονται τα τελευταία οκτώ χρόνια στο συνέδριο του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ στο Νταβός και η συμμετοχή είναι μεγάλη ανάμεσα στην οικονομική και πολιτική ελίτ του πλανήτη (έχουν συμμετάσχει η βασίλισσα Ματίλντε του Βελγίου, ο πρώην γ.γ. του ΟΗΕ Μπαν Κι-Μουν, ο Ρίτσαρντ Μπράνσον της Virgin, η COO του Facebook Σέριλ Σάντμπεργκ). Τη συγκεκριμένη διοργάνωση για λογαριασμό της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες έχει αναλάβει η ΜΚΟ Crossroads Foundation με έδρα το Χονγκ Κονγκ, που ξοδεύει περίπου 100.000 δολάρια για την εκδήλωση. Σκοπός δεν είναι να συγκεντρωθούν χρήματα, αλλά μέσα από την εμπειρία να ευαισθητοποιηθούν οι εύποροι ως προς τις ανθρωπιστικές κρίσεις και να διαθέσουν χρόνο, χρήματα και επιρροή ώστε να βρεθούν λύσεις.

crossroads_foundation.jpg

Ο Ρίτσαρντ Μπράνσον στο Refugee Run στo Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του 2009. [Thomas Williams/Crossroads Foundation]
Την πρώτη φορά που λειτούργησε, το 2009, μέσα σε μια ώρα, οι συμμετέχοντες έπαιρναν μια γεύση για μια ώρα για το πώς είναι η ζωή σε ένα προσφυγικό στρατόπεδο, έπρεπε να περάσουν ένα ψεύτικο ναρκοπέδιο και να αντιμετωπίσουν μια επίθεση από «βίαιους επαναστάτες». Για τον οικονομικό δημοσιογράφο των New York Times Άντριου Ρος Σόρκιν, η εμπειρία ήταν αποκαλυπτική: «Υπήρχαν τρία διαφορετικά δωμάτια με στημένες σκηνές και φράχτη με αγκαθωτό συρματόπλεγμα, σαν προσφυγικό στρατόπεδο. Όλοι οι συμμετέχοντες είχαν αναλάβει να παίζουν κάποιο ρόλο, εγώ ήμουν ένας 40χρονος αγρότης, με πρόβλημα στο πόδι και φυματίωση. Τους επαναστάτες έπαιζαν ηθοποιοί ντυμένοι στρατιωτικά. Τα φώτα έσβηναν ξαφνικά και μέσα στο μαύρο σκοτάδι, οι στρατιώτες έσπρωχναν τους ανθρώπους και έστρεφαν όπλα και φακούς στο πρόσωπό τους. Ξέρω ότι μπορεί να ακούγεται ψευτο-συναισθηματικό, αλλά δεν ήταν».

36745193231_61e134e059_k.jpg

Συμμετέχοντες προσπαθούν να διαπραγματευτούν στη «μαύρη αγορά» στο Global Survivor 2017 της Crossroads, Αϋγουστος 2017.
Οι αντιδράσεις δεν ήταν όλες θετικές. Αυτό που για τους υποστηρικτές της ιδέας ήταν μια δυνατή εμπειρία, για τους λιγότερο ενθουσιώδεις έμοιαζε μάλλον με θεματικό πάρκο δυστυχίας, χωρίς ιδιαίτερο σεβασμό για εκείνους που τη βιώνουν στην πραγματική ζωή. Ο Ουίλιαμ Ίστερλι, καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης και μέλος του Aid Watch, έγραψε: «Όταν συζητείτο η ιδέα του Refugee Run, προέκυψαν ποτέ οι λέξεις “αναισθησία”, “απανθρωπιά” ή “ασέβεια” (για να μην πω “γελοιότητα”); Ασφαλώς καταλαβαίνω ότι οι προθέσεις είναι καλές, ότι στην πραγματικότητα θέλουν να κάνουν τους πλούσιους να συνειδητοποιήσουν τις τραγωδίες που συμβαίνουν στον κόσμο και να τους κινητοποιήσουν υπέρ των θυμάτων. Παρόλα αυτά, νομίζω ότι ένα προσφυγικό θεματικό πάρκο περνάει μια γραμμή που δεν πρέπει να περνάμε».
H λέσχη The Singapore Island Country Club τον Φεβρουάριο του 2016 ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων για την «προσομοίωση φτώχειας» που διοργάνωσε για τα μέλη της, τα οποία πληρώνουν ετησίως από 21.000 έως 100.000 δολάρια για να ανήκουν σε αυτήν. Οι συμμετέχοντες θα χωρίζονταν σε «οικογένειες» και θα έπρεπε να αντιμετωπίσουν διάφορα ατυχή σενάρια, όπως π.χ. ότι είναι μονογονείς ή καταχρεωμένοι ή έχουν τη φροντίδα κάποιου βαριά άρρωστου στο σπίτι. Και πάλι, ο σκοπός ήταν η αφύπνιση των προνομιούχων, αλλά στα σόσιαλ μίντια η λέσχη κατηγορήθηκε ότι προσπαθούσε να ταπεινώσει τους φτωχούς και τελικά ανέβαλε τη δραστηριότητα.
Tο 2015, το παράρτημα της οργάνωσης Giving What we Canστο Κέμπριτζ δέχτηκε δριμύτατη κριτική όταν ανακοίνωσε ότι σχεδίαζε να φιλοξενήσει προσομοίωση φτώχειας και έκλεινε την ανακοίνωση προσκαλώντας τους συμμετέχοντες για ένα ποτό μετά το event. Χαρακτηρίστηκε από ανάρμοστο έως αηδιαστικό, και ματαιώθηκε αφού πρώτα η οργάνωση ζήτησε συγνώμη και δήλωσε πως η όλη εκδήλωση είχε σχεδιαστεί από μια ομάδα σπουδαστών.
Η επιλογή του χώρου που διοργανώνονται οι προσομοιώσεις είναι επίσης ένα ζήτημα που μερικές φορές προκαλεί ερωτηματικά. Τον Ιούνιο του 2015, η Federal Reserve Bank of Cleveland πραγματοποίησε μια σύνοδο που περιελάμβανε προσομοίωση φτώχειας στο πολυτελές Omni William Penn στο Πίτσμπουργκ, ενώ το Black Executive Leadership Council της Τράπεζας της Αμερικής διοργάνωσε προσομοίωση φτώχειας τον Ιούνιο του 2016 στο Ritz-Carlton στο Σάρλοτ της Βόρειας Καρολίνας.
Παρόλα αυτά, υπάρχουν σχετικές δράσεις προσομοίωσης που διοργανώνονται εδώ και χρόνια, χωρίς προβλήματα ή (πολλή) κακή δημοσιότητα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η περίπτωση του Refugee Norge της Νορβηγίας, το οποίο εδώ και χρόνια στέλνει εφήβους σε καμπ προσομοίωσης όπου για ένα Σαββατοκύριακο παίρνουν μια ιδέα των εμπειριών ενός πρόσφυγα, συμπεριλαμβανομένης της στέρησης του ύπνου, της εξάντλησης και της πείνας.

refugee_norgefacebook.jpg

[Refugee Norge/Facebook]
Το Πανεπιστήμο Drake της Αϊόβα απαιτεί από τους σπουδαστές της Φαρμακευτικής να συμμετέχουν σε ένα τέτοιο πρόγραμμα ώστε να είναι ευαισθητοποιημένοι ως προς τις ευπαθείς κοινωνικές ομάδες. Η Crossroads που διοργανώνει τις προσομοιώσεις προσφύγων στο Νταβός, διοργανώνει μέσω του προγράμματός της Global Χ-perience προσομοιώσεις και αστικής φτώχειας, τυφλών και ΗIV/Aids.
Δεν είναι λίγοι εκείνοι που πιστεύουν ότι η προσομοίωση της προσφυγικής εμπειρίας πλησιάζει επικίνδυνα την περιοχή του “τουρισμού φτώχειας”. Γνωστός και ως slum tourism (ή ghetto tourism) υπάρχει από το 1884 και είναι η επίσκεψη σε μέρη όπως η Ινδία ή η Βραζιλία, ακόμα και το Μπρονξ, όπου ο ταξιδιώτης παρατηρεί τη ζωή σε εξαθλιωμένες συνθήκες και μετά επιστρέφει στην άνεση της καθημερινότητάς του. To Πανεπιστήμιο Hamline της Μινεσότα επιδοτεί για τους φοιτητές του εναλλακτικά ταξίδια για το spring break. Οι φοιτητές πληρώνουν 400 δολάρια για να ζήσουν για 48 ώρες στους δρόμους ανά ζεύγη, με μια κουβέρτα κι ένα τηλέφωνο μόνο για έκτακτη ανάγκη. Κάποιοι βρήκαν την εμπειρία συγκλονιστική, άλλοι καταθλιπτική.

31312260226_2ecf3083e5_z.jpg

Από το πρόγραμμα Global Survivor 2016 του Crossroads. 
Οι υποστηρικτές των προσομοιώσεων έχουν ένα καλό επιχείρημα: οι προθέσεις είναι αξιέπαινες –καμία λύση δεν θα βρεθεί για τις μεγάλες ανθρωπιστικές κρίσεις αν δεν υπάρξει πρώτα ευαισθητοποίηση και η προσωπική εμπειρία είναι ασφαλώς η πιο ισχυρή μέθοδος ενημέρωσης απ’ όλες. Οι επικριτές των συγκεκριμένων δράσεων, δεν μένουν μόνο στο κακόγουστο του θέματος, αλλά επισημαίνουν ότι υπάρχει το ενδεχόμενο οι συμμετέχοντες να εξαντλούν όλη τους την προσπάθεια στην αυταρέσκεια που τους προσφέρει η διαδικασία, να δουν την εμπειρία ως ένα είδος εξωτικού τουρισμού, συλλέγοντας αξιοπερίεργες εμπειρίες και να αισθανθούν ότι έπραξαν το καθήκον τους και δεν χρειάζεται να κάνουν τίποτα περισσότερο.Όσο για τις προθέσεις, ο δρόμος για την κόλαση είναι στρωμένος με τις καλύτερες από αυτές.
Εργάζεται στα περιοδικά από το 1994 και σε ψηφιακά μέσα, websites και applications, τα τελευταία χρόνια. Μεταξύ άλλων έχει υπογράψει άρθρα στο Nitro, Marie Claire και Cosmopolitan, στο οποίο υπήρξε διευθύντρια σύνταξης.