Μάρκος Αυρήλιος – Γεννήθηκες, λοιπόν, μόνο για την ευχαρίστηση;
Όταν σηκώνεσαι με κακή διάθεση το πρωί, έχε πρόχειρη την σκέψη: «Σηκώνομαι για να επιτελέσω το έργο του ανθρώπου. Και στεναχωριέμαι ακόμη, που πάω να κάνω αυτό για το οποίο γεννήθηκα και βγήκα στον κόσμο; Ή μήπως γεννήθηκα για να μένω ξαπλωμένος και να ζεσταίνομαι μες στα στρώματα;»– «Μα αυτό μ’ ευχαριστεί περισσότερο!»– Γεννήθηκες, λοιπόν, μόνο για την ευχαρίστηση; Μόνο για να παθαίνεις και όχι για να ενεργείς; Δε βλέπεις τα μικρά φυτά, τα σπουργίτια, τα μυρμήγκια, τις αράχνες, τις μέλισσες, που το καθένα τους επιτελεί το έργο του συμβάλλοντας, στο μέτρο που του αναλογεί, στην τάξη του κόσμου; Κι εσύ από την άλλη δεν θες να κάνεις αυτά που αναλογούν στους ανθρώπους. Δεν βιάζεσαι να κάνεις αυτό που υπαγορεύει η φύση σου.-«Ναι, μα πρέπει να αναπαυόμαστε κιόλας».– Πρέπει, συμφωνώ. Ακόμα και γι’ αυτό, η φύση έχει δώσει το σωστό μέτρο, όπως μας έδωσε και το μέτρο του φαγητού και του πιοτού. Εσύ όμως πας να ξεπεράσεις το μέτρο, προχωράς πέρα από το αρκετό – στις πράξεις όχι ακόμη, αλλά μέχρι εκεί που σε παίρνει.Είναι που δεν αγαπάς τον εαυτό σου’ αλλιώς, και τη φύση σου θα αγαπούσες και τη βούλησή της. Εδώ, άλλοι άνθρωποι αγαπούν την τέχνη τους τόσο πολύ που τα δίνουν όλα γι’ αυτήν και μένουν νηστικοί και άλουστοι. Εσύ την φύση σου την εκτιμάς λιγότερο απ’ ό,τι ο χαράκτης εκτιμάει τη χαρακτική, ο χορευτής το χορό, ο φιλάργυρος τα λεφτά, και ο ματαιόδοξος τα ψίχουλα της δόξας. Ετούτοι, πάνω στην προσπάθειά τους, προτιμούν να μη φάνε και να μη κοιμηθούν, παρά να μείνουν στάσιμα αυτά που τους ενδιαφέρουν. Κι εσύ θαρρείς πως οι πράξεις με τις οποίες επιτελείς το κοινωνικό σου έργο είναι πιο ευτελείς και πως δεν αξίζει να επιδείξεις τον ίδιο ζήλο.Πόσο εύκολο είναι να απωθήσουμε και να σβήσουμε από το νου κάθε παράσταση που μας είναι ενοχλητική ή ξένη, και μεμιάς να βρούμε τη γαλήνη!Κρίνε τον εαυτό σου άξιο για κάθε έργο ή λόγο σύμφωνο με τη Φύση, και μη σε επηρεάζουν οι μομφές κι οι κουβέντες μερικών. Αν πρόκειται να γίνει ή να ειπωθεί κάτι ωραίο, μην απαξιώνεις τον εαυτό σου. Γιατί εκείνοι έχουν το δικό τους ηγεμονικόν και τα δικά τους κίνητρα. Εσύ μη τα κοιτάς αυτά αλλά τράβα τη δική σου ευθεία, εκεί που σε οδηγεί η φύση σου και η Φύση τού παντός: ένας είναι ο δρόμος τους.
Πορεύομαι μέσα από τα όσα ορίζει η Φύση, μέχρι να ’ρθει η ώρα να πέσω να ξεκουραστώ’ αφήνοντας την πνοή μου στον αέρα που καθημερινά ανασαίνω, και το κορμί μου στη γη, που χάρισε στον πατέρα μου το σπέρμα, στη μάνα μου το αίμα, στην τροφό μου το γάλα’ στη γη που καθημερινά επί τόσα χρόνια με ταΐζει και με ποτίζει’ στη γη που με κουβαλάει ενώ την πατάω και που σε τόσα την εκμεταλλεύομαι.
Οι άλλοι δεν έχουν να σε θαυμάσουν για το κοφτερό σου μυαλό. Έστω. Υπάρχουν όμως ένα σωρό άλλα για τα οποία δεν μπορείς να πεις: «δεν με προίκισε η φύση». Εσύ να δείχνεις αυτά που εξαρτώνται από σένα αποκλειστικά. Και τέτοια είναι η γνησιότητα, η σοβαρότητα, η δύναμη να υπομένεις, η αδιαφορία για τις ηδονές, η έλλειψη μεμψιμοιρίας, η ολιγάρκεια, η ηπιότητα, η απλοχεριά, το απέριττο, τα μετρημένα λόγια, η μεγαλοπρέπεια.Δεν αντιλαμβάνεσαι πόσα πράγματα ήδη περνούν από το χέρι σου, για τα οποία δεν υπάρχει δικαιολογία, ότι δεν έχεις τη φυσική ικανότητα ή δεν είσαι επιτήδειος; Και παρ’ όλα αυτά, μένεις πίσω με τη θέλησή σου; Ή μήπως είσαι υποχρεωμένος σώνει και καλά να γκρινιάζεις, να ’σαι γλοιώδης, να ’σαι γλείφτης, να κατηγοράς το σώμα σου, να ’σαι φιγουρατζής και καυχησιάρης, να ταλαιπωρείς με χίλιους δυο τρόπους την ψυχή σου – επειδή τέτοιος έγινες από φυσικού σου;Όχι, μα τους θεούς! Θα μπορούσες εδώ και καιρό να έχεις απαλλαγεί απ’ όλα αυτά! Και στη χειρότερη περίπτωση, για το μόνο που θα μπορούσαν να σε κατηγορήσουν θα ’ταν ότι είσαι βραδύνους και νωθρός. Μα και σ’ αυτό ακόμη χρειάζεται άσκηση’ την πνευματική νωθρότητα μη τη βλέπεις με αυταρέσκεια και μην ολιγωρείς.Άλλος πάλι θα σου κάνει ένα καλό κι αμέσως θα υπολογίσει επακριβώς τη χάρη που του χρωστάς. Άλλος δεν είναι τόσο βιαστικός στους υπολογισμούς, μα κατά βάθος δεν παύει να σε βλέπει σαν οφειλέτη του και δεν ξεχνάει την ευεργεσία. Κι άλλος, για να το πούμε έτσι, δε θέλει να ξέρει το καλό που σου ’κάνε’ όπως το αμπέλι που βγάζει σταφύλια και δεν σου ζητάει τίποτα όταν σου προσφέρει τον καρπό του. Όπως το άλογο που τρέχει, ο σκύλος που βρίσκει τα χνάρια, η μέλισσα που έφτιαξε μέλι, έτσι κι ο άνθρωπος που έκανε το καλό δεν το μελετάει’ μόνο προχωράει παραπέρα και ξανακάνει το καλό – σαν το αμπέλι, που όταν φτάσει η εποχή, ξαναβγάζει και προσφέρει τον καρπό του.Απ’ αυτούς να είσαι, που έχουν ένα τρόπο να μη συνειδητοποιούν το τι προσφέρουν. «Ναι, μα θα πρέπει», σου λέει ο άλλος, «ακριβώς αυτό να συνειδητοποιούμε. Γιατί ένα από τα χαρακτηριστικά του κοινωνικού ανθρώπου είναι η επίγνωση ότι οι πράξεις του έχουν κοινωνικό αντίκτυπο’ και, μα τον Δία, το να θέλει να το διαπιστώνουν αυτό κι οι συμπολίτες του».— Σωστά μιλάς, όμως έχεις παρεξηγήσει το νόημα των όσων λέω. Γι’ αυτό θα γίνεις κι εσύ ένας από αυτούς που ανέφερα πριν. Γιατί κι αυτούς τους παρασέρνει κάποια ευλογοφανής ιδέα. Αν πάλι θέλεις να καταλάβεις τι εννοώ, μη φοβάσαι πως αυτό θα σε αποτρέψει από το να προσφέρεις κοινωνικό έργο.Προσευχή των Αθηναίων: «Βρέξε, αγαπημένε μας Δία, ρίξε βροχή στη γη των Αθηναίων και στις πεδιάδες». Ή να μη προσεύχεσαι καθόλου, ή έτσι να προσεύχεσαι, απλά και αβίαστα.
Μάρκος Αυρήλιος “Τα εις εαυτόν” – Εκδόσεις ΘύραθενΑντικλείδι , http://antikleidi.com
Όλα τα ταξί είναι κίτρινα –ή μήπως όχι;
‘

Δεν έχεις χρόνο; Πάτα εδώ!
Ο Βίκτoρας Γκαρίπης είναι 28 χρονών και οδηγεί ταξί τα τελευταία 4 χρόνια. Το αγόρασε ο πατέρας του, για να εξασφαλίσει στον γιο του ένα επαγγελματικό μέλλον. «Μας είχαν πει τα χειρότερα για τη δουλειά. Βρισκόμασταν και βαθιά μέσα στην κρίση, οπότε ξεκίνησα με πολύ λίγες ελπίδες. Στο τιμόνι όμως συνειδητοποίησα πως αν το κυνηγάς και δουλεύεις σωστά, θα σου αποδώσει».Τα πρώτα χρόνια ο Βίκτορας δούλεψε «στον δρόμο», ανεξάρτητος. «Στην αρχή έλεγα αφού τα καταφέρνω και μόνος μου, γιατί να βάλω μία εταιρεία πάνω από το κεφάλι μου; Για ποιο λόγο να μου κρατάει ποσοστό από τα κέρδη; Ήταν μέχρι να μπω στο Beat. Μετά δεν ξανασκέφτηκα έτσι».
Τις τελευταίες ημέρες όλοι μιλούν για τα ταξί. Όλοι εκτός από τους ίδιους τους οδηγούς του Beat. Τον Βίκτορα τον επιλέξαμε εμείς, όχι η εταιρεία –με την οποία συνεργάζεται τα τελευταία δύο χρόνια– για να μας μιλήσει για την εμπειρία του. Μιλήσαμε ακόμα με τη Μαρία Τσάκου, δικηγόρο και συνιδρύτρια του ραδιοφωνικού σταθμού Amagi και πιστή πελάτισσα του Beat, και τον Νίκο Δρανδάκη, ιδρυτή της εφαρμογής, που αυτές τις μέρες μοιάζει να βρίσκεται σε κατάσταση πολιορκίας.
Σε αντίθεση με ένα εστιατόριο ή ένα ξενοδοχείο, που έχει όνομα και σταθερή διεύθυνση και μπορείς να το συστήσεις στους φίλους σου ή να γράψεις τη γνώμη σου γι’ αυτό στα social media και το tripadvisor, το ταξί ήταν μέχρι πρότινος ανώνυμο. «Αν πάρεις πελάτη από τον δρόμο, οι πιθανότητες να τον ξαναδείς δεύτερη φορά είναι μηδαμινές. Ό,τι και να του κάνεις για να τον ευχαριστήσεις, ακόμα κι αν βγαίνοντας σου πει τα καλύτερα λόγια, είναι σχεδόν βέβαιο ότι δεν θα τον ξανασυναντήσεις ποτέ», μας λέει ο κ. Γκαρίπης.Το taxibeat επιχείρησε να δώσει ταυτότητα στους επαγγελματίες οδηγούς. Και μαζί, έδωσε στον καθέναν από αυτούς την ευκαιρία να ξεχωρίσει. Και τα νούμερα δείχνουν ότι το πέτυχε, αφού από την ίδρυσή του το 2011 μέχρι σήμερα, έχει σταθερά ανοδική πορεία. Σήμερα το Beat (η ονομασία άλλαξε μετά την εξαγορά από την Daimler) συνεργάζεται με 8.500 περίπου οδηγούς ταξί και εξυπηρετεί περισσότερους από 500.000 πελάτες.Για όσους δεν το έχουν χρησιμοποιήσει, η λειτουργία του είναι η εξής: ο πελάτης ενεργοποιεί το GPS και τα δεδομένα στο κινητό του, μπαίνει στην εφαρμογή, που τον εντοπίζει στον χάρτη, και καλεί ταξί. Σε λίγα δευτερόλεπτα εμφανίζονται στην οθόνη του οι οδηγοί που επιθυμούν να πραγματοποιήσουν τη διαδρομή (οι οποίοι δεν γνωρίζουν πού πάει ο πελάτης, οπότε δεν μπορούν να επιλέξουν τις «καλές» διαδρομές μόνο).
Τα στοιχεία που έχει ο πελάτης στη διάθεσή του για να διαλέξει οδηγό είναι: η φωτογραφία του, η μάρκα και το έτος παραγωγής του αυτοκινήτου, τα έξτρα που παρέχει (airconditioning, wi-fi, μεταφορά ζώων, ξένες γλώσσες κ.λπ.), ο χρόνος που θα χρειαστεί για να φτάσει στο σημείο παραλαβής και βέβαια η αξιολόγησή του, που μετριέται με αστέρια. Το πού θα επιλέξει ο πελάτης να δώσει βάρος, είναι επιλογή του.«Νούμερο ένα, αν όντως βιάζομαι φοβερά, διαλέγω όποιο ταξί είναι πιο κοντά, αλλά έχοντας ρίξει και μία στοιχειώδη ματιά στη φωτογραφία», λέει η κ. Τσάκου. «Τι είδους αμάξι είναι, αναλόγως για τι το θέλω, αν η διαδρομή είναι μεγάλη να έχει wi-fi για να μπορέσω να δουλέψω, ξέρεις τι είναι να έχεις Wi-Fi σε μια κούρσα 1,5 ώρας; Τεράστια διαφορά. Επίσης κακά τα ψέματα με το Beat είχες την εγγύηση τώρα το καλοκαίρι ότι θα είσαι σε ένα αμάξι με κλειστά παράθυρα και ανοιχτό airconditioning. Στον δρόμο ποτέ δεν μου συνέβαινε», προσθέτει.Όταν ο επιβάτης κατεβαίνει από το ταξί, καλείται να αξιολογήσει την εμπειρία του με ένα έως πέντε αστέρια. Ο οδηγός χτίζει έτσι σιγά σιγά μία βαθμολογία αντιπροσωπευτική του επιπέδου των υπηρεσιών που παρέχει. Εκεί ακριβώς πιστεύει ο κ. Δρανδάκης ότι οφείλεται η επιτυχία του Beat: «Έτσι καθιερωθήκαμε, οι πελάτες συστηματικά πατούσαν το κουμπί του οδηγού με τα πολλά αστέρια».Και η ίδια η εταιρεία έχει βάλει τον πήχυ ψηλά: αν ένας οδηγός πέσει κάτω από τα 4,5 αστέρια, αυτομάτως αποβάλλεται από το Beat δια παντός.
«Οι περισσότεροι κάνουν ό,τι μπορούν να κρατήσουν τη βαθμολογία τους μακριά από το 4,5, για να μην διακινδυνεύσουν να χάσουν τις δουλειές που παίρνουν από μας. Κι αυτό έχει σαν αποτέλεσμα όλων ο μέσος όρος όλων να είναι πολύ ψηλά», λέει ο κ. Δρανδάκης.«Αν είσαι καλός στη δουλειά σου, σε συμφέρει να σε βαθμολογούν», λέει ο κ. Γκαρίπης. «Αν δεν είσαι, δεν την θέλεις τη βαθμολογία. Εξάλλου πλέον όλοι στην εποχή μας βαθμολογούνται, τα ξενοδοχεία, τα εστιατόρια, τα πάντα», συμπληρώνει.Ο ίδιος δεν έχει πέσει ποτέ χαμηλά στη βαθμολογία, οπότε δεν φοβάται το όριο του 4,5. Θυμάται όμως ένα σχετικό περιστατικό: «Μια φορά στο φανάρι ένας συνάδελφος κατέβασε το παράθυρο και με ρώτησε πώς μου φαίνεται το Beat, αν λειτουργεί. Ο ίδιος είχε παράπονο: “γράφτηκα και μέσα σε μία εβδομάδα με διώξανε”, μου είπε. Είχα εντωμεταξύ άθελά μου δει την κατάσταση στην οποία βρισκόταν το αυτοκίνητό του μέσα κι έξω κι είπα στον εαυτό μου “πώς τον δέχτηκαν στο Beat;”. Πάλι καλά που κράτησε και μία εβδομάδα η συνεργασία τους, δηλαδή».Κάθε μήνα, το Beat λύνει τη συνεργασία του με περίπου 200 οδηγούς λόγω χαμηλής αξιολόγησης. Αυτό ακριβώς το χαρακτηριστικό του φαίνεται ότι απειλείται από το επικείμενο νομοσχέδιο που προωθεί το υπουργείο Υποδομών, το οποίο πρακτικά θα στερήσει από την Beat ένα μεγάλο μέρος της ευελιξίας της, υποχρεώνοντάς την να προσλαμβάνει με τριετείς συμβάσεις τους οδηγούς.
Αυτή τη στιγμή η εταιρεία δεν έχει καμία σύμβαση με τους οδηγούς, παρά μόνο τη συμφωνία ότι θα εισπράττει το 12% από κάθε διαδρομή για τη διαμεσολάβηση που τους παρέχει. Σύμφωνα με χθεσινό ρεπορτάζ της Καθημερινής, για να μπορεί το Beat να καταγγείλει την τριετή σύμβαση που προτείνεται στο νομοσχέδιο, θα πρέπει να θέσει σε εφαρμογή μία χρονοβόρα και γραφειοκρατική διαδικασία που θα περιλαμβάνει την κατάθεση στο υπουργείο σχετικής αναφοράς και αναμονή για την απάντησή του.Αυτό, σύμφωνα με τον κ. Δρανδάκη, πάει ενάντια στην βασική φιλοσοφία της εφαρμογής. «Εδώ στην εταιρεία δεν έχουμε δημοσιοϋπαλληλία. Δεν προσλαμβάνουμε τους οδηγούς να τους εξασφαλίσουμε για τρία χρόνια το εισόδημα. Οι οδηγοί μας είναι ελεύθεροι επαγγελματίες, δηλαδή κερδίζουν το ψωμί τους με τον καλύτερο τρόπο που μπορούν και εμείς είμαστε ένας από αυτούς τους τρόπους. Μάλιστα οι περισσότεροι δεν δουλεύουν καθημερινά με εμάς. Κάποιοι μπαίνουν στην εφαρμογή λίγες μέρες την εβδομάδα, κάποιοι κάθε μέρα, κάποιοι εξαφανίζονται το καλοκαίρι και δουλεύουν με τουρίστες και εμφανίζονται ξανά τον χειμώνα, έχουμε ένα πάρα πολύ ευέλικτο μοντέλο στο οποίο δεν κολλάει η έννοια της σύμβασης».
drandakis.jpg
Ούτε ο κ. Γκαρίπης βλέπει θετικά την προοπτική μιας σύμβασης. «Κάτι τέτοιο θα αλλάξει εντελώς τον τρόπο που συνεργάζομαι με το Beat. Αυτή τη στιγμή, το μόνο που κάνει είναι να μας φέρνει σε επαφή με τους πελάτες. Δεν έχω δέσμευση κατά τα άλλα, είμαι τελείως ελεύθερος, όποτε θέλω δουλεύω όποτε θέλω δεν δουλεύω, κι αυτό το εκτιμώ γιατί δεν είμαι υποχρεωμένος να πληρώσω ένα συγκεκριμένο ποσό κάθε μήνα στην εταιρεία, όπως ακούω ότι κάνουν συνάδελφοι στα ραδιοταξί, όπου για παράδειγμα μπορεί να πληρώσεις 150 ευρώ για ένα μήνα και να πάρεις 10 διαδρομές όλες κι όλες. Με το Beat είσαι ελεύθερος να διαλέξεις αν θα πάρεις την κούρσα ή όχι, και πληρώνεις ανάλογα με τη δουλειά».Το μοντέλο της τριετούς σύμβασης δεν θα λειτουργούσε για έναν ακόμα βασικό λόγο, σύμφωνα με τον κ. Δρανδάκη. Η εταιρεία θα ήταν αδύνατον να επιλέξει η ίδια τους οδηγούς το ίδιο αποτελεσματικά όσο το κάνει ο πελάτης, μέσω της εφαρμογής. «Γιατί εμείς δεν έχουμε ιδέα τι είδους υπηρεσίες παρέχει ο οδηγός εκεί στον δρόμο. Εμείς όταν κάποιος γράφεται, το μόνο που του ζητάμε είναι τα χαρτιά που αποδεικνύουν ότι είναι νόμιμος οδηγός, και ότι το αυτοκίνητό του είναι νόμιμο. Δεν ζητάμε κάτι άλλο. Δεν μπορούμε να τους περάσουμε από τεστ προσωπικότητας –παρόλο που δεν ξέρουμε κι αυτά αν είναι αξιόπιστα. O πελάτης είναι αυτός που θα μας πει ότι αυτός ο οδηγός είναι καλός, παρέχει καλές υπηρεσίες, δεν υπάρχει κανένας άλλος».
Οι πελάτες του κ. Γκαρίπη είναι συνήθως νέοι. «Το 50% είναι από 20 μέχρι 30 χρονών. Αλλά βλέπεις όλες τις ηλικίες. Είχα πάρει μια φορά μία κυρία 80 χρονών, που μου είπε ότι αγόρασε smartphone και έμαθε να το χρησιμοποιεί μόνο και μόνο για να έχει το Beat. Της είχαν τύχει διάφορα στον δρόμο, οπότε ήθελε να είναι σίγουρη. Είχε αποθηκεύσει και τους αγαπημένους οδηγούς της και ήταν πολύ ευχαριστημένη!».Το Beat κέρδισε την κ. Τσάκου από την πρώτη φορά που το χρησιμοποίησε: «Η πρώτη μου εντύπωση ήταν ότι είναι κάτι μαγικό. Πραγματικά, το να έρχεται το ταξί όταν το θέλεις, όπου το θέλεις και το κυριότερο να ξέρεις ποιο είναι το όνομα του οδηγού, αν ξεχάσεις κάτι μέσα να μπορείς να το βρεις, να νιώθεις και την ασφάλεια ότι επειδή ξέρουμε το όνομά του και πού να αναφερθούμε αν κάτι δεν πάει καλά στην κούρσα, εννοώ στον τρόπο που θα μας μιλήσει και θα μας συμπεριφερθεί, ότι θα έχουμε πού να κάνουμε το παράπονό μας, ήταν κάτι μαγικό».
mtsakos1.jpg
Η κ. Τσάκου έχει ακόμα την ανάμνηση παλιότερων εποχών, όταν η σεξουαλική παρενόχληση μέσα στα ταξί έδινε κι έπαιρνε. «Δεν μπορείς να φανταστείς τι ακούγαμε σαν παιδάκια μπαίνοντας στο ταξί σαν κοπελίτσες, σαν 13χρονα, 15χρονα. Βέβαια τα χοντρά είχαν ήδη σταματήσει πολύ πριν την εμφάνιση του Beat, αλλά αυτά σου μένουνε βέβαια σαν φοβία για τον εκάστοτε ταξιτζή, δεν λέγαμε παλιά στους φίλους μας άμα φεύγανε αργά από το σπίτι “πάρε με να ξέρω ότι έφτασες καλά”; Γιατί το λέγαμε, ποιος θα μας έβλαπτε; Ήταν μία επαγγελματική ομάδα που είχε αποκτήσει πολύ κακό όνομα, αλλά το taxibeat το έφτιαξε αυτό το όνομα», λέει.Όσο προχωρά η κουβέντα, θυμάται κι άλλα: «Όταν ευημερούσε η Ελλάδα, προ κρίσης, για να βρεις ταξί έπρεπε να πιάσεις κουμπαριά, να τον καλοπιάσεις, για να σε πάει έστω και κοντά στον προορισμό σου, για να μην πάρει άλλους δέκα μέσα. Νομίζω ότι τα έχουμε ξεχάσει αυτά, γιατί πραγματικά έφτιαξε φοβερά την αγορά το taxibeat. Επίσης μην αψηφούμε και τον παράγοντα αποδείξεις, που στον δρόμο δεν κόβονται ποτέ, ή μόνο αν φοβηθούν ότι είσαι εφοριακός υπάλληλος. Αν σε δουν χαζοχαρούμενη, ότι χαμογελάς, δεν σου κόβουνε ποτέ».«Δεν επιτρέπεται ό,τι απαγορεύει ο νόμος, είναι πολύ απλό», λέει ο κ. Δρανδάκης για τους όρους που βάζει το Beat στους οδηγούς. «Ο νόμος απαγορεύει τη διπλοκούρσα, το να καπνίζεις μέσα στο αυτοκίνητο, το να μην κόβεις απόδειξη, το να μιλάς στο τηλέφωνο ενώ οδηγείς. Από εκείνο το σημείο και μετά, αν για παράδειγμα ο οδηγός είναι αγενής, ή κάνει παρενόχληση σε γυναίκες με συστηματικό τρόπο, κι αυτό απαγορεύεται. Οτιδήποτε δεν είναι ποινικά αποδεκτό και κοινωνικά αποδεκτό απαγορεύεται», συμπληρώνει.
broken.jpg
Πολλοί από τους πελάτες του Beat χρησιμοποιούσαν παλιότερα ραδιοταξί· είχαν όμως παράπονα. «Έχω ακούσει πολλές ιστορίες», λέει ο κ. Γκαρίπης. «Βασικά δεν υπήρχε η φροντίδα του πελάτη στον ίδιο βαθμό. Μια φορά μου κάποιος μου διηγήθηκε πως επειδή δεν ήθελε έναν συγκεκριμένο οδηγό, γιατί δεν του είχε φερθεί σωστά, πήρε αρκετές φορές τηλέφωνο και ζήτησε να μην τον ξαναστείλουν. Παρόλα αυτά, του έστελναν συνέχεια τον ίδιο. Αυτή την ιστορία την έχω ακούσει περισσότερες από μία φορές. Και το άλλο που μου λένε είναι ότι υπήρχε καθυστέρηση, σου έλεγαν ότι ο οδηγός θα είναι εκεί σε 10 λεπτά και ερχόταν σε μισή ώρα».«Δεν είχε καμία διαφορά από τον δρόμο το ραδιοταξί», λέει η κ. Τσάκου. «Κακά τα ψέματα, μέχρι και η τηλεφωνήτρια ήταν αγενής, ξεκινούσε από κει, δεν μπορούσες να βγάλεις άκρη με την τηλεφωνήτρια! Στο Ταξί Κόσμος, στο τάδε το δείνα, ήταν πάντα χαμηλότερο το επίπεδο. Μια ήταν η δυνατή μουσική, μια ήταν το τσιγάρο… Δεν υπάρχει περίπτωση να καπνίσει ταξιμπητάς, αν κάπνιζε ταξιμπητάς εγώ θα αγόραζα λαχείο! Και αν τους πάρουν τηλέφωνο το κλείνουν, λένε “θα σε πάρουμε σε λίγο” και το κλείνουν».Η κ. Τσάκου βαθμολογεί συνήθως με 5 τους οδηγούς, εκτός αν την ενοχλήσει κάτι συγκεκριμένο, οπότε «κόβει» ένα αστέρι. «Δεν βάζεις εύκολα μικρό βαθμό. Δεν έχω παρατηρήσει μεγάλες διαφορές, εντάξει υπάρχουν άλλοι που είναι σούπερ, είναι για σωφέρ λιμουζίνας, και άλλοι που είναι καλά συμπεριφερόμενοι οδηγοί ταξί. Οι σούπερ είναι πιο νέα παιδιά, το βλέπεις ότι είναι με τα αγγλικά τους, θα σου προσφέρουν πολλές φορές νερό ή καραμέλες, είναι διαφορετικοί. Οι άλλοι είναι απλώς άνθρωποι που θα σε πάνε στον προορισμό σου, που ακούγεται στοιχειώδες αλλά δεν είναι».
Δεν είναι όμως μόνο το επίπεδο των οδηγών που είναι διαφορετικό, αλλά και των ίδιων των πελατών. «Δεν μου έχει τύχει μέχρι στιγμή μεθυσμένος, ή κάποιος που θα προσπαθήσει να με κλέψει, πράγματα που συμβαίνουν σχεδόν καθημερινά όταν είσαι στο δρόμο, μην πούμε για τη βρωμιά, γενικά στον δρόμο μπαίνει η σάρα και η μάρα. Οι πελάτες του Beat είναι ας πούμε πιο σωστοί, γενικά», λέει ο κ. Γκαρίπης, που από τη στιγμή που μπήκε στην εφαρμογή αύξησε σημαντικά τα έσοδά του και σήμερα περίπου οι μισές του διαδρομές είναι μέσω του Beat.
Στη συνέντευξη που μας παραχώρησε ο κ. Δρανδάκης τα λόγια του ήταν μετρημένα. Δεν φαίνεται σαν άνθρωπος που του αρέσει να λέει πολλά· πόσο μάλλον τώρα, που βρίσκεται υπό επίθεση. Δίνει την εντύπωση ότι συναισθάνεται τη βαρύτητα κάθε κουβέντας που βγαίνει από το στόμα του, γιατί μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον του στον πόλεμο που έχει ανοίξει –άθελά του– με την άλλη πλευρά.«Περιμένατε τις εξελίξεις των τελευταίων εβδομάδων;» τον ρωτάμε. «Όχι», απαντά. «Πώς αισθάνεστε γι’ αυτό;». «Τέλεια! Τι να πω, ξαφνιασμένος, πώς να αισθανθώ, ανασκουμπωμένος και αντιστέκομαι», προσθέτει σκεπτικός.
hfmrmhrfleclmjm-800×450-nopad.jpg
«Περιμένατε να σας στηρίξει με τέτοιο τρόπο ο κόσμος;», ρωτάμε. «Η αλήθεια είναι ότι περίμενα να αντιδράσει αρκετά ο κόσμος, αλλά όχι τόσο πολύ όσο συμβαίνει αυτή τη στιγμή. Φαντάζομαι ότι τα τελευταία 5-6 χρόνια το taxibeat είναι από τα λίγα παραδείγματα που λένε στον κόσμο –μέσα σε μία φάση μιζέριας και αίσθησης αποτυχίας συνολικής σαν έθνος– ότι θα μπορούσαμε και να πετύχουμε συνολικά, αν αρχίσουμε να κάνουμε τα πράγματα λίγο καλύτερα. Αυτό υπάρχει υποσυνείδητα σε πάρα πολύ κόσμο και το ενδεχόμενο να προσπαθήσει κάποιος να το σκοτώσει φυσικά προκαλεί αντιδράσεις, γιατί κανείς δεν θέλει να του σκοτώνουν την ελπίδα, ότι μπορεί το αύριό του να είναι καλύτερο».Η κ. Τσάκου επιβεβαιώνει τα λόγια του ιδρυτή της Beat: «Είναι από τα πράγματα για τα οποία είμαι πολύ περήφανη για την Ελλάδα. Γιατί έρχονται οι συνάδελφοί μας από την Αγγλία και την Ιταλία και μας λένε ότι στην Αθήνα χαιρόμαστε να μπαίνουμε σε ταξί, γιατί βρίσκουμε εύκολα, είναι φθηνά, είναι ευγενικοί, μας μιλάνε αγγλικά. Το ταξί σας έχει γίνει το αγαπημένο μας σπορ, λένε, επιτέλους μία πόλη που μπορούμε να κυκλοφορήσουμε άνετα ως ξένοι».
«Τι ενόχλησε πιστεύετε περισσότερο στο Beat;», ρωτάμε τον κ. Δρανδάκη. «Είναι μια κλασική μάχη του παλιού με το καινούριο, που φτάνει στην κορύφωσή της αυτή τη στιγμή», απαντά με σιγουριά. «Είναι ξεκάθαρο και έχει πάρα πολλούς συμβολισμούς. Πολλές φορές δημιουργούνται υπόγειες δυνάμεις και ρεύματα σε μία κοινωνία, τα οποία είναι πάρα πολύ δύσκολο να εκφραστούν. Και κάποια στιγμή ένα φαινομενικά όχι πολύ μεγάλο και σημαντικό γεγονός –γιατί η ιστορία τώρα των ταξί δεν είναι τόσο μεγάλη όσο για παράδειγμα η τεράστια επένδυση του Ελληνικού– δείχνει ποιες είναι οι αντίρροπες δυνάμεις για να πάμε μπροστά ή να πάμε πίσω, και μπορεί να δημιουργήσει την έκρηξη εκείνων των δυνάμεων που επιθυμούν την κίνηση προς τα μπρος».«Το Beat δεν είναι θέμα του Beat», συμπληρώνει η κ. Τσάκου. «Είναι θέμα του συμβολισμού του, ότι καταφέραμε να κάνουμε κάτι στην Ελλάδα καινοτόμο, που συμβάδιζε με την εποχή –αν όχι προηγείτο της εποχής– και ξαφνικά υπάρχει ο συμβολισμός ότι “όχι, ό,τι πει ο συνδικαλισμός”, που προκρίνεται ως προτεραιότητα από τον καταναλωτή, όπως πάντα στην Ελλάδα. Σε αυτόν τον συμβολισμό θέλουμε να αντισταθούμε».«Ποιος θα νικήσει σε αυτή τη μάχη;», ρωτάμε τον κ. Δρανδάκη λίγο πριν κλείσουμε τη συζήτηση. «Αναπόφευκτα το νέο. Το νέο πάντα νικάει το παλιό, απλά το ερώτημα είναι ο χρόνος του».
Τουρκία και ελληνισμός
Παντελής Σαββίδης
Την περασμένη εβδομάδα ο Τούρκος πρόεδρος Ταγίπ Ερντογάν, σύγχρονη θεία ευλογία για τους γείτονές του, γιόρτασε με εξαιρετικό τρόπο την «Ημέρα της Νίκης», τη μάχη, δηλαδή, του Ντουμπλουπινάρ το 1922, κατά την οποία ηττήθηκε ο Ελληνικός Στρατός και άρχισε να καταρρέει το μικρασιατικό μέτωπο. Θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς πως ήταν η δεύτερη μεγάλη ήττα που εδραίωσε την τουρκική παρουσία στην περιοχή. Ο κόσμος –τουλάχιστον στην περιοχή μας– θα ήταν διαφορετικός αν η Ελλάδα δεν ηττάτο στη μάχη αυτή. Μια δυναμική προσπάθεια της Ελλάδας να ανακτήσει μέρος της ιστορικής μεγαλοσύνης της, προσέκρουσε στο μικρασιατικό μέτωπο. Ίσως, αν η εξέλιξη ήταν διαφορετική, τίποτε δεν θα θύμιζε τη σημερινή μίζερη χώρα.
Μεγάλες πληθυσμιακές ομάδες Ελλήνων θα παρέμεναν στις εστίες τους με το κοσμοπολίτικο πνεύμα που τις διέκρινε, μια αστική τάξη που άρχισε να διαμορφώνεται επί Χαριλάου Τρικούπη, ακόμη, θα ανεδύετο, και τα μεγάλα αστικά κέντρα δεν θα επέτρεπαν στην Αθήνα να ακολουθήσει μια συγκεντρωτική πολιτική που κατέστρεψε και τον ελληνισμό και το οικουμενικό πνεύμα του.
Η πρώτη μεγάλη ήττα, από τις δύο στις οποίες θα θέλαμε να αναφερθούμε, ήταν η Μάχη του Μαντζικέρτ, όπου ηττήθηκαν τα στρατεύματα του Βυζαντινού Βασιλιά Ρωμανού Β΄ και οι Σελτζούκοι Τούρκοι εγκαταστάθηκαν στα υψίπεδα της Ανατολίας.
Τη μάχη αυτή, 946 χρόνια από τότε, ο Ερντογάν την γιόρτασε με μεγαλύτερη μεγαλοπρέπεια.
Το 1922 ήταν ο Κεμάλ που ηγήθηκε των τουρκικών στρατευμάτων και διαμόρφωσε τη σύγχρονη Τουρκία ως εθνικό κράτος. Ο Ερντογάν και να ήθελε –που δεν είχε λόγο να μη θέλει– δεν μπορούσε να αγνοήσει την επέτειο, έστω και αν εξυμνείτο ο μεγάλος αντίπαλός του, Μουσταφά Κεμάλ.
Το Μαντζικέρτ, όμως, επέτρεψε την εγκατάσταση των Σελτζούκων Τούρκων, τους οποίους διαδέχθηκαν οι Οθωμανοί. Αυτοί των οποίων την κληρονομιά διεκδικεί και τον πολιτισμό των οποίων θέλει να αναπαράγει ο Τούρκος πρόεδρος σήμερα.
Για τον Ερντογάν το παρελθόν έχει μια ακόμη πιο βαθιά σημασία. Χωρίς να το ομολογεί, και με προσεκτικούς χειρισμούς για να μην προκαλέσει, επιχειρεί να αλλάξει την κοσμική κληρονομιά του Κεμάλ. Προσπαθεί να καλλιεργήσει νοσταλγία για την ξεθωριασμένη Οθωμανική Αυτοκρατορία την οποία προσπάθησαν να απορρίψουν ο Κεμάλ και άλλοι Τούρκοι «εκσυγχρονιστές». Θέλει να έχει τις δικές του γιορτές. Και το Μαντζικέρτ του ταιριάζει.
Στις 26 Αυγούστου ταξίδεψε ανατολικά στην επαρχία Μαλαζγκίρτ, κοντά στα αρμενικά σύνορα, για να γιορτάσει τη Μάχη του Μαντζικέρτ με νομάδες και ηθοποιούς ντυμένους μεσαιωνικά. Ήταν η πρώτη φορά που έλαβε χώρα μια τέτοια επίσημη τελετή και ήταν γεμάτη με πολιτικό συμβολισμό. Βεβαίως, ακολούθησαν οι αγιογράφοι του στα μέσα ενημέρωσης συγκρίνοντας το Μαντζικέρτ και τις εξελίξεις που ακολούθησαν με τις σημερινές, ή την περυσινή απόπειρα στρατιωτικού πραξικοπήματος «με την επίθεση των Σταυροφόρων».
Κάπου έχουν ξεφύγει τα πράγματα.
Η Τουρκία έχει φθάσει στο μέγιστο της ισχύος και της επιρροής της στην περιοχή που θα μπορούσαν να αποδεχθούν οι ισχυρές δυνάμεις του πλανήτη.
Στη μεταβατική φάση που βρισκόμαστε, μεταξύ των άλλων μεγάλων ζητημάτων που απασχολούν τις υπερδυνάμεις, η οικονομική κατανομή, η αναδιαμόρφωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η παγκόσμια ανακατάταξη, θα πρέπει να δώσουν απαντήσεις και για τους περιφερειακούς χωροφύλακες.
Ο Ερντογάν αντιλαμβάνεται ότι δεν απολαμβάνει της εύνοιάς των. Και προσπαθεί να πάρει τον περιφερειακό ρόλο μόνος του. Αν τα καταφέρει, η Τουρκία θα ξεφύγει. Δεν θα μπορεί να ελεγχθεί εύκολα. Δεν θα τα καταφέρει, όμως, διότι στην κρίσιμη αυτή γεωγραφική περιοχή διακυβεύονται μείζονος σημασίας ζητήματα. Γι αυτό, ακόμη και αν του δοθούν οι S-400, κάτι για το οποίο οι αναλυτές είναι επιφυλακτικοί ότι θα συμβεί, το βασικό κλειδί των πυραύλων θα παραμείνει σε ρωσικά χέρια.
Στην Ανατολική Μεσόγειο παίζεται ένα μεγάλο παιχνίδι επιρροής, με τις ΗΠΑ και τη Ρωσία να έρχονται συχνά σε συμφωνία κυρίων.
Η αγωνία του Ερντογάν για την ανάδυση μιας κουρδικής πολιτειακής οντότητας στο Ιράκ και τη Συρία τον έχει οδηγήσει και σε λάθη. Λάθος ήταν που απέκλεισε τους Αμερικανούς από τη βάση του Ιντζιρλίκ. Τους ανάγκασε να δημιουργήσουν βάσεις σε εδάφη που ελέγχουν σήμερα οι Κούρδοι, και είναι σαφές ότι για να μπορέσουν οι ΗΠΑ να τις διατηρήσουν θα πρέπει τον έλεγχο της περιοχής να τον έχουν φίλιες προς αυτούς δυνάμεις και αυτές είναι οι κουρδικές. Λάθος ήταν, επίσης, που δεν επέτρεψε στους Αμερικανούς να διέλθουν στο Ιράκ από τον Βορρά. Η πολιτική του εκείνη οδήγησε στην ενίσχυση των αμερικανικών προσπαθειών για την υποστήριξη της κουρδικής αυτονομίας στο Βόρειο Ιράκ.
Για την Ελλάδα θα ήταν ευχής έργον μια διολίσθηση της Τουρκίας προς το Σύμφωνο της Σαγκάης ή μια αναθεώρηση της ΝΑΤΟϊκής της πολιτικής. Είναι εύκολα αντιληπτό ότι ο ρόλος της χώρας και η σημασία της θα αυξάνονταν.
Ο Ερντογάν ακολουθεί και στο εσωτερικό της χώρας του μια πολιτική που την οδηγεί, μάλλον, προς ένα πρότυπο τύπου Ιράν. Δεν αποκλείεται, αν επιβιώσει στις προεδρικές εκλογές του 2019, να δούμε την Τουρκία να αυταρχικοποιείται, και το Ιράν, οι μουλάδες του οποίου συναντούν ολοένα και περισσότερο τη λαϊκή δυσαρέσκεια, να ακολουθεί έναν δρόμο διαφορετικό, πιο μετριοπαθή από τον σημερινό.
Οι διαφαινόμενες επίσης συμμαχίες της Τουρκίας με τη Ρωσία και το Ιράν είναι πρόσκαιρες και καιροσκοπικές. Τα συμφέροντα κρατών που επί αιώνες είναι αντίπαλα, δύσκολα μπορεί να ταυτιστούν. Στη Μέση Ανατολή δεν μπορούν να υπάρξουν δύο κράτη που θα ηγεμονεύσουν περιθωριακά. Δεν μπορεί, δηλαδή, να υπάρξει ένας Σάχης και ένας Σουλτάνος. Ή θα ηγεμονεύσει ο Σάχης ή ο Σουλτάνος.
Οι εξελίξεις δείχνουν να μην ευνοούν τον Σουλτάνο.
Πριν από την κρίση υπήρχε ένα «μότο» που έλεγαν στην Τουρκία: «Ούτε πουλί δεν μπορεί να πετάξει στην περιοχή χωρίς να το γνωρίζει η Άγκυρα». Σήμερα ο Ερντογάν προσπαθεί να βρει οδό συμφιλίωσης και επαφής με τον άνθρωπο που υπονόμευσε: τον Άσαντ. Αλλά, είναι αργά.
Απελευθερώθηκε ο επιχειρηματίας Μιχάλης Λεμπιδάκης – Μπαράζ συλλήψεων

Τουλάχιστον οκτώ συλλήψεις σε Κρήτη και εκτός νησιού έχουν πραγματοποιήσει κλιμάκια της ΕΛ.ΑΣ. Σύμφωνα με τις πρώτες πληροφορίες, οι απαγωγείς είναι Έλληνες.

Σύμφωνα με τις πληροφορίες, η αστυνομία έκανε έφοδο περίπου στις 07:30 το πρωί σε παλαιό ελαιοτριβείο, τέσσερα χιλιόμετρα έξω από το Ρέθυμνο προς τα Χανιά.
Δύο άνδρες που βρίσκονταν εκεί για να φρουρούν τον 53χρονο δεν έφεραν καμία αντίσταση, καθώς κοιμούνταν. Πρόκειται για τον ιδιοκτήτη του ελαιοτριβείου και έναν ακόμη άντρα.
Ο επιχειρηματίας βρέθηκε δεμένος. Αν και φανερά αδυνατισμένος και ταλαιπωρημένος, ο κ. Λεμπιδάκης είναι καλά στην υγεία του, σύμφωνα και με την ανακοίνωση της ΕΛ.ΑΣ.
Η αστυνομία έχει προχωρήσει ήδη σε οκτώ συλλήψεις. Η αστυνομική επιχείρηση για τη σύλληψη όσων παρακολουθούνταν σε σχέση με την υπόθεση εδώ και μήνες βρίσκεται σε εξέλιξη.
Σύμφωνα με πληροφορίες, οι πρώτες κουβέντες του επιχειρηματία ήταν ένα θερμό ευχαριστώ στους αστυνομικούς που τον απελευθέρωσαν.
Αυτήν την ώρα, ο κ. Λεμπιδάκης μεταφέρεται στο Ρέθυμνο όπου μεταβαίνει και η οικογένειά του.
Κέρδος online 2/10/2017 9:40
Σε ποια χώρα οι τσοπάνηδες περπατούσαν με ξυλοπόδαρα και γιατί;
Η περιοχή Landes της νοτιοδυτικής Γαλλίας, που συνορεύει με τον Βισκαϊκό Κόλπο, καλύπτεται από ένα μεγάλο πευκοδάσος. Στην πραγματικότητα, είναι το μεγαλύτερο «δάσος θαλάσσιας πεύκης» στην Ευρώπη – το «θαλάσσιο πεύκο» είναι ένα είδος που προέρχεται από την περιοχή της Μεσογείου.
Αλλά πριν από εκατό χρόνια, το τοπίο έμοιαζε πολύ διαφορετικό. Αντί για τα δάση, υπήρχε μια μεγάλη επίπεδη πεδιάδα που χανόταν στον ορίζοντα. Διαφήμιση Αυτή η πεδιάδα ήταν καλυμμένη με θάμνους και ήταν ιδανική τοποθεσία για τη δημιουργία βοσκοτόπων για πρόβατα.Γύρω στα μέσα του 19ου αιώνα, περίπου ένα εκατομμύριο πρόβατα υπήρχαν στην περιοχή. Τα πρόβατα φρόντιζαν βοσκοί που περπατούσαν πάνω σε ξυλοπόδαρα. Η χρήση τους είχε αρκετά πλεονεκτήματα. Επέκτεινε το οπτικό τους πεδίο επιτρέποντάς τους να παρακολουθήσουν τα κοπάδια των προβάτων από μακριά. Τα ψηλά ξυλοπόδαρα αύξαναν επίσης το βήμα τους επιτρέποντάς τους να καλύπτουν μεγάλες αποστάσεις σε λιγότερο χρόνο.Το πιο σημαντικό, όμως, ήταν πως έτσι μπορούσαν να διασχίσουν ευκολότερα το βρεγμένο και λασπωμένο έδαφος μετά από βροχές.Τα ξυλοπόδαρα ήταν περίπου 1,5 μ. ψηλά και είχαν μια βάση με ιμάντα πάνω στην οποία στηρίζονταν τα πέλματα. Το κάτω μέρος που στηρίζεται στη γη ήταν συνήθως πιο πλατύ για διευκόλυνση στο περπάτημα. Ένα ξύλινο ραβδί τούς βοηθούσε στην ισορροπία. Πολλοί βοσκοί, μάλιστα, με το πέρασμα του χρόνου ανέπτυξαν εξαιρετικές δεξιότητες κάνοντας ελιγμούς και ακροβατικά.Η χρήση τους σταδιακά μειώθηκε εξαιτίας της αύξησης της βλάστησης στην περιοχή, ενώ τα πεύκα που αντικατέστησαν τα άλλα δέντρα μεταμόρφωσαν το τοπίο και την τοπική οικονομία, περιορίζοντας κατά πολύ την εκτροφή των προβάτων. Μαζί με όλα αυτά εξαφανίστηκε και η εικόνα των βοσκών πάνω στα ξυλοπόδαρα.





_______________________ Πηγή: mashable.com , perierga.grby Αντικλείδι , http://antikleidi.com
















