H Λάμια της Μπόεζας
H Λάμια της Μπόεζας από:
http://agiosthomas.wikidot.com/.
Στην αχλή των παιδικών μου χρόνων θυμάμαι τη γιαγιά μου να μου φωνάζει: «Μος βγεν νε σκοταδ γιαστ. Ντο τε χαν λαμιετ (Μην βγαίνεις έξω το βράδυ, θα σε φάνε οι Λάμιες)».
Αυτή η φράση έτρεφε για αρκετά χρόνια τους φόβους μου. Ποτέ δεν πήγα μόνος μου στη βρύση με τη βαρέλα για νερό. Πάντα ο παππούς δίπλα. Όταν δε ρώτησα τη γιαγιά να μου πει πως είναι οι Λάμιες, εκείνη μου απάντησε:
«Εγώ δεν έχω δει, αλλά η γιαγιά μου είχε πει πως είναι κάτι γυναίκες με φτερά που ξεκινούν όλες μαζί από το πηγάδι του Κοκκίνη και φθάνουν το βράδυ στη βρύση για να πλυθούν πριν κοιμηθούν στη σπηλιά. Είναι ψηλές, δυνατές, έχουν πάντα μαζί τους έναν νταουλιέρη γιατί τους αρέσει η διασκέδαση και τρώνε ότι βρουν στον δρόμο τους γιατί λατρεύουν τις σάρκες».
Μετά από αυτή τη περιγραφή πέρασα αρκετά μαρτυρικά βράδια άυπνος και σκεπασμένος ‘κούκουλα’ μην τυχόν και με συναντήσουν.
Όταν δε είπα στους συμμαθητές μου για τις Λάμιες, νομίζοντας ότι θα τους αποκαλύψω ένα μυστικό, όλοι γέλασαν γιατί γνώριζαν περισσότερα από μένα γι’ αυτές και σε κάθε οικογένεια ήταν το δόλωμα του φόβου « Φάε, γιατί θα φωνάξω τη Λάμια». Όταν δε έτρωγαν πολύ: “τρως σα Λάμια”
Τον φόβο μου αυτό ήρθε να καθησυχάσει μια συμμαθήτριά μου περιγράφοντάς το πάθημα μιας συγχωριανής μας.
Βρισκόμαστε λίγο πριν τον πόλεμο του 1940. Όπως σε όλη την χώρα έτσι και στη Λιάτανη υπάρχει αναταραχή και φόβος για το τι πρόκειται να συμβεί. Πως θα ζήσουν τα παιδιά μέσα στον πόλεμο! Οι οικογένειες πολυμελείς. Ο άντρας ήλιο με ήλιο στο χωράφι και η γυναίκα του σπιτιού έχει επιφορτισθεί όλες τις δουλειές. Πλύσιμο, Μαγείρεμα, ζωντανά, αγροτικές εργασίες και ότι βάλει ο νους σας.
Ο Γιωρ Βόγγλης μόλις έχει στεφανωθεί τη Μαριώ. Και φυσικά η νιόπαντρη έχει μεγάλο άγχος να προλάβει τις δουλειές της. Από το πρωί έχει στο μυαλό της ότι πρέπει να πιάσει νερό για ζύμωμα, αλλά οι πολλές δουλειές δεν αφήνουν χρόνο, μέχρι που σουρουπώνει.
Τότε θυμάται ότι δεν έχει νερό και τρελαίνεται, γιατί το βράδυ το εξέταζαν να βγουν από τα σπίτι και να πάρουν νερό από τη βρύση.
«Τι θα κάνω τώρα; Πως θα ζυμώσω αύριο;» Αυτή η σκέψη στροβίλιζε συνεχώς στο μυαλό της, ώσπου αξημέρωτα σχεδόν, ξυπνάει. Φορτώνει τη βαρέλα στο γαϊδουράκι της και πάει για τη βρύση. Όσο πλησιάζει ακούει φωνές, αλλά όταν φθάνει κοντά, οι φωνές αυτές γίνονται τραγούδι. Από τον φόβο δεν προσέχει τη βαρέλα που πέφτει και γίνεται κομμάτια. Όταν δε αρχίζει να συνέρχεται, βλέπει ένα άσπρο σεντόνι να σηκώνεται και να τρέχει. Τα χάνει η Μαριώ. Θεωρεί ότι είδε Λάμια και πέφτει κάτω λιπόθυμη.
Ο Γιωρ Βόγγλης έχει σηκωθεί και αναζητά τη γυναίκα του. Βλέπει ότι λείπει η βαρέλα και παίρνει το δρόμο της βρύσης. Τη βρίσκει ξαπλωτή στο χώρο των ζώων. Τη σκουντάει. Εκείνη συνέρχεται, αλλά έχει χάσει πλέον τη μιλιά της. Τη φέρνει σπίτι και μάταια προσπαθούν όλοι να καταλάβουν τι έχει γίνει.
«Δεν υπάρχει άλλη εξήγηση» αποφαίνεται η μαμή. «Λάμιες θα είδε. Ευτυχώς που δεν την έφαγαν».
Το νέο μεταδίδεται αστραπιαία στο χωριό. Το μαθαίνει και η ξαδέρφη η Μαριγώ, που επισκέπτεται τη Μαριώ για να μάθει περισσότερα και εκείνη μιλάει επιτέλους ξανά: «Μαριγώ μου, τσι τε θον(τι να σου πω) φωνές, βογγητά, τραγούδια και ένα άσπρο σεντόνι να περνάει μπρος μου και να κάνει κατά τον Προφήτη Ηλία».
Όλοι χάρηκαν που η Μαριώ ξαναβρήκε τη φωνή της, αλλά πλέον ζούσε με πολλούς φόβους και σκιαζόταν με κάθε τι. Ώσπου μια μέρα που ήταν μαζί η Μαριώ με τη Μαριγώ τους πέτυχε στο δρόμο η Σοφιά. Η Σοφιά ήταν παντρεμένη με τον μπαρμπα Μήτσο. Ήταν 17 χρόνια μεγαλύτερός της, αλλά είχε τον τρόπο του και έτσι ό φτωχός συμπέθερος χαλάλισε 2 μέτρα γυναίκα στον γέρο.
«Μαριώ θέλω να σας εξομολογηθώ κάτι, γιατί το έχω καημό. Εκείνο το βράδυ στη βρύση, εγώ ήμουν πίσω από το σεντόνι» «Αααα!» έκαναν με ένα στόμα και οι δυο που το άκουσαν.
« Εγώ ήμουν και σας ζητώ να με συγχωρέσετε για το κακό που έκανα»
«Μα καλά πως;» αναρωτήθηκε η Μαριώ, για να μπει στη κουβέντα η Μαριγώ « Μωη μαρσοε με ποιον ήσουν;» Σκύβει το κεφάλι η Σοφιά «Ε τι ρωτάτε τώρα, αν είχατε και σεις γερο άντρα θα με καταλαβαίνατε»
Η Μαριώ είχε μείνει στήλη άλατος. Δεν μπορούσε ακόμη να πιστέψει ότι η Λάμια ήταν η Σοφιά. Είπαν μερικές κουβέντες ακόμη, τη συγχώρεσαν και επέστρεψαν σπίτι.
«Να το πω του Γιώργου;» αναρωτήθηκε η Μαριώ; «Μωη γιε κουτέ;» της απάντησε η Μαριγώ. « Ότι έγινε έγινε. Αρκεί που ησυχάσαμε από το φόβο και άσε τη Σοφιά να κάνει ότι θέλει, γιατί αυτή πρέπει να έχει περισσότερα προβλήματα από εμάς».
Η καταγραφή της ιστορίας αποτυπώθηκε από την Σωτηρία Γ. Σύρμα
Εντάσσεται στη συλλογή: Ιστορίες του μικρού χωριού μου που ακροβατούν ανάμεσα στον μύθο και τη πραγματικότητα.

Νάνος Βαλαωρίτης
Οχι άλλες κραυγές στο χαρτί
Θεωρούσε θλιβερό τον θάνατο αλλά ακόμα πιο «θλιβερή την ιδέα του να ζεις για πάντα». Λαχταρούσε την παρέα των νέων παιδιών, ήταν εξαιρετικά δραστήριος χρήστης των social media σε διαρκή επικοινωνία με το κοινό. Και η συμβουλή που είχε να δώσει σε όσους επιθυμούν να γράψουν, όπως την διατύπωση στο eranistis.net; «Να μην αποτυπώνουν κάτι τη στιγμή που συμβαίνει. Χάνουν τη στιγμή και καταστρέφουν το αφήγημα. Το συναίσθημα είναι πολύ έντονο και οι λέξεις δεν μιλάνε στον άλλο, αλλά στον εαυτό τους. Είναι μόνο κραυγές στο χαρτί. Το 90% όσων γράφουν, αυτό παθαίνουν». Και για όσους δεν το έχουν συνειδητοποιήσει, όταν σιγοτραγουδούν το «ποια θάλασσα ποια θάλασσα θα ‘ναι αρκετά μεγάλη gια να χωρέσει τον καημό που μάζεψ’ η ψυχή;» του Χρήστου Θηβαίου, τις λέξεις του Βαλαωρίτη απηχούν.
Πηγή: iefimerida.gr
Δημήτρης Λιαντίνης – «Εν αρχή ην ο δάσκαλος»

«Εν αρχή ην ο δάσκαλος. Μη ο δάσκαλος η φύση θα ήταν, δε θα ήταν όμως οι κοινωνίες. Θα υπήρχε ο χρόνος, αλλά δε θα υπήρχε η ιστορία. Και στο βασίλειο των ζωντανών ήχων θα άκουγε κανείς την κραυγή, τα χουγιαχτά, τα συνθήματα. Δε θα άκουγε όμως ούτε θα ‘βλεπε τη φωνή, τα γράμματα της γραφής, τις συμφωνίες και τους χορούς.
Γιατί; Απλά γιατί ο δάσκαλος είναι που μεταμορφώνει τον εγκέφαλο του ζώου σε νου του ανθρώπου. Αυτός κατορθώνει ώστε η ματιά του καθένα μας να μη μένει βλέμμα βοδιού, αλλά να γίνεται βιβλίο ανοιχτό να το διαβάζεις. Επεξεργάζεται το πετσί της κεφαλής μας και δημιουργεί πρόσωπο. Η δουλειά του δασκάλου είναι ο αθέρας της βυρσοδεψίας. Και στο τέλος-τέλος ο δάσκαλος θωπεύει και μαλάζει έτσι το σώμα και την ψυχή μας, ώστε από τη στέρησή μας αποστάζεται το κλάμα, και από την πλησμονή κορφολογιέται το γέλιο μας.
Τα ζώα και τα φυτά δεν γελούν ούτε δακρύζουν. Γιατί τους λείπει ο δάσκαλος. Έτσι δεν έμαθαν ποτές ότι στον ενόργανο κόσμο πέρα από τη σφαίρα του βιολογικού ανοίγεται ο φωτεινός ορίζοντας του πνεύματος. Ο θυμός, δηλαδή, οι επιθυμίες, τα πάθη, η φαντασία, ο λόγος.
Ο δάσκαλος είναι ο φυτουργός και ο σπορέας του λόγου. Εκείνου του λόγου που το τέταρτο Ευαγγέλιο τον αναφέρει στο θεό.”
Καλημέρα

Νάνος Βαλαωρίτης
«Η άγνοια και η έλλειψη μνήμης οδηγεί στο κακό»


Λιαστά
Κτήμα Αυτάρκεια 
Λιαστά
Κτήμα Αφθονία

κυκλικές διακυμάνσεις
Του καθηγητή Α .Φώσκολου
Το 1942 οι Γερμανοί συνέλαβαν και φυλάκισαν στο Βελιγράδι έναν διάσημο Σέρβο αστροφυσικό ονόματι Milancovitch. Κατά την διάρκεια της παραμονής του στις φυλακές μελέτησε τις τροχιές της Γης γύρω από τον ήλιο και παρατήρησε ότι όταν η τροχιά της Γης μεταβάλλεται από κυκλική, που είναι σήμερα, σε ελλειψοειδή έχουμε τους παγετώνες των 120.000 ετών, . Όταν ο άξονας περιστροφής αλλάζει κλίση κάθε 40.000 χρόνια, έχουμε πάλι μια παγετώδη περίοδο
Πριν 14.000 χρόνια, η μέση γήινη θερμοκρασία στον πλανήτη ανέβηκε από 11 βαθμούς Κελσίου στους 15 βαθμούς χωρίς να γνωρίζουμε την αιτία (Μεταξύ 8.500 π.Χ. και 4.500 π.Χ., ήτοι κατά την παλαιολιθική περίοδο, η μέση γήινη θερμοκρασία ανέβηκε στους 17 βαθμούς Κελσίου. Αυτή την εποχή, που ονομάζεται η περίοδος του Ολοκαινικού μεγίστου, δημιουργήθηκε η Σαχάρα χωρίς να εξαφανιστούν ούτε οι πάγοι από τον Βόρειο και Νότιο Πόλο, ούτε οι αρκούδες και ούτε οι πιγκουίνοι.
Αυτή την περίοδο δεν γινότανε χρήση των υδρογονανθράκων. Άρα, η αύξηση της γήινης θερμοκρασίας θα πρέπει να αποδοθεί σε εξωγενείς παράγοντες και όχι στην άνοδο του ατμοσφαιρικού διοξειδίου του άνθρακος, σε επίπεδα άνω των 400 ppm
Μεταξύ 100 π.Χ. και της γέννησης του Χριστού, ήτοι για 100 χρόνια, δεν είχαμε καμία βροχόπτωση στην Αθήνα και οι κάτοικοι γονυπετείς πήγαιναν στους ναούς του Όμβριο Διός (δύο ναοί, ένας στους πρόποδες του Υμηττού, περιοχή Αργυρούπολης, και ο άλλος στα Τουρκοβούνια) ψάλλοντας «Υσον, Υσον ώ φίλε Ζεύς κατά της Αρούρης των Αθηναίων και Πεδίων» και προσφέροντας κοχύλια σαν τάματα.
Από το 300 μ.Χ. μέχρι το 800 μ.Χ. είχαμε μία πτώση της μέσης γήινης θερμοκρασίας κάτω των 15 βαθμών Κελσίου. Μετά από αυτή την πτώση είχαμε πάλι μια άνοδο της μέσης γήινης θερμοκρασίας στους 17 Κελσίου από το 800 μ.Χ. έως το 1350 μ.Χ. χωρίς να λιώσουν οι πάγοι στον Βόρειο και Νότιο Πόλο, χωρίς να εξαφανιστούν οι αρκούδες και οι πιγκουίνοι.
Το λένε και οι 400 παγοκολώνες που υπάρχουν στα μουσεία που ορισμένοι οικονομολόγοι, πολιτικοί, δημοσιογράφοι αλλά και ακαδημαϊκοί δεν το γνωρίζουν, ίσως και εσκεμμένα. Σε αυτή την θερμή περίοδο των 550 ετών είδαμε τις ακρίδες από την Υποσαχάριο ζώνη της Αφρικής να φθάνουν στην Βιέννη και να καταστρέφουν τα σιτηρά της Νότιας Ευρώπης.
Είδαμε την καλλιέργεια της αμπέλου να φθάνει και να εγκαθίσταται στην Σκωτία και είδαμε οι πάγοι να λιώνουν στο νότιο μέρος της Γροιλανδίας με αποτέλεσμα να εποικιστεί από τους Δανούς (εικόνα 10). Και όμως, ο πλανήτης Γη δεν καταστράφηκε, όπως λένε ορισμένες ελληνικές εφημερίδες και blogs, ότι θα γίνει αν ανέβει η θερμοκρασία στους 16,5 βαθμούς Κελσίου. Πρόκειται για συστηματική διαστρέβλωση της αλήθειας. Γιατί άραγε δεν μπαίνουμε στις βιβλιοθήκες όλου του κόσμου και στις εγκυκλοπαίδειες όλου του κόσμου, στο διαδίκτυο κλπ. κλπ. για να δούμε τις διαχρονικές κλιματικές αλλαγές. Αυτή η παραπλάνηση που αποσκοπεί και ποιους εξυπηρετεί;
Από το 1350 μ.Χ. έως το 1800 μ.Χ. είχαμε την μικρή παγετώδη περίοδο που κράτησε 450 χρόνια και έφερε την πανώλη στην Ευρώπη όπου βρήκαν θάνατο 40 εκατομμύρια Ευρωπαίοι. Αυτό αποδίδεται στην ψύξη των νερών. Οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να πλυθούν. Ναι είχαμε κλιματικές αλλαγές που δεν οφείλονται στην διακύμανση των συγκεντρώσεων του διοξειδίου του άνθρακος στην ατμόσφαιρα. Μέχρι το 1800 μ.Χ. δεν κάναμε χρήση υδρογονανθράκων
Καλημέρα !!

Beluga στο τραπέζι Ferrari στην αυλή !
Ρωσική παροιμία 

Ο άνθρωπος που δεν ήθελε να γίνει καριερίστας!

Ο τρύγος με τα συνακόλουθα του είναι μια ιεροτελεστία, είναι οι στιγμές που χαίρεσαι τους κόπους σου , τρυγάς τα αγαθά για τα οποία έχεις συνεισφέρει με την προσωπική σου εργασία , έχεις βοηθήσει τα πρέμνα , τις κληματίδες, να παράγουν πλούσια και αρίστης ποιότητας καρπούς . Το αμπέλι είναι άμεσα συνδεδεμένο με τον άνθρωπο , τα κλήματα , και είναι μάλλον το μοναδικό φυτό , που χωρίς την φροντίδα του ανθρώπου δεν μπορούν να παράσχουν καρπούς , αν το αφήσεις ακλάδευτο για καμία δυο περιόδους το αμπέλι το έχασες . Αυτή η μοναδική σχέση με το αμπέλι και βέβαια οι εργασίες και οι διεργασίες για την μετουσίωση του σταφυλιού σε κρασί προσδίδουν ένα μυστικιστικό, μοναδικό και θελκτικό σύνδεσμο του αμπελουργού με το αμπέλι του .
Οι αμπελουργοί έχουν μια ιδιαίτερη κουλτούρα, αγαπούν υπερβολικά το αμπέλι τους , αφοσιώνονται υπερβολικά στην φροντίδα του , είναι υπερήφανοι γιαυτό, όπως ακριβώς με τα παιδιά τους , μόνο επαίνους έχουν και τα κρασιά που παράγουν είναι μοναδικά και τα καλύτερα του κόσμου. Οι πραγματικοί αμπελουργοί δεν καλλιεργούν αμπέλια .., ανατρέφουν αμπέλια !! γιαυτό και λέμε “με αγγαρεία αμπέλι δε γίνεται, τσαïρι δεν προκόφτει…” . Μην τολμήσεις σε αμπελουργό να βρεις ψεγάδι για το κρασί του και να του το πεις , έγινες ο μεγαλύτερος εχθρός του . Καλύτερα να κριτικάρεις την γυναίκα του και τα παιδιά του και είναι σίγουρο ότι θα στο συγχωρέσει , για το κρασί του ποτέ.
Από πολύ νωρίς σήμερα είχαμε ξεκινήσει το τρύγο στο δικό μου αμπέλι που καλλιεργώ τα τελευταία είκοσι χρόνια . Όλη οικογένεια αλλά και φίλοι και γνωστοί βοήθησαν και έτσι μέχρι το μεσημέρι είχαμε φέρει μπροστά στο πατητήρι τα σχεδόν 1500 κιλά Syrah και κοτσιφάλι, που είναι οι δυο ποικιλίες που φύονται στο μικρό αμπελοτόπι .
Αφήσαμε το πάτημα και το σπάσιμο των σταφυλιών για το άλλο πρωινό . Καθίσαμε όλοι στο τραπέζι στην αυλή , κάτω από τα βαθύσκιωτα πλατάνια και αρχίσαμε να τρώμε και βέβαια να πίνουμε κάποιες πενταετίας «Ροδάνθες», το όνομα του κρασιού που παράγω, δανεισμένο από το όνομα της εγγονής μου.
Η χαρά του τρύγου μαζί με την ευωχία των εκλεκτών εδεσμάτων και του κόκκινου κρασιού , η καλή παρέα και η μουσική που ακουγόταν από την κόρνα που ήταν τοποθετημένη ψηλά στο πλάτανο έφερε σε όλους μας κέφι και διάθεση για κουβέντα ,με αναμνήσεις από παλιούς τρύγους και αλλά παλιότερα ευχάριστα γεγονότα . Κάποιοι σηκώθηκαν και χόρεψαν . Πλησίαζε απόγευμα όταν άρχισαν να αποχωρούν σιγά σιγά οι επισκέπτες φίλοι και γνωστοί .
Εγώ συνέχιζα να είμαι χαρούμενος και ευδιάθετος και αποφάσισα να κάνω μια βόλτα στο κτήμα . Πήρα το δρόμο που οδηγεί προς τα βόρεια, προς τους στάβλους , περπατούσα κάτω από τον βαθύ ίσκιο που σχημάτιζαν οι σαράντα περίπου καρυδιές που αποτελούν τον καρυδώνα, παρατηρώ ότι αρκετά κιτρίνιασμένα φύλλα υπάρχουν κατάχαμα και στα δένδρα επείσης το κίτρινο αρχίζει να γίνεται υπολογίσιμο . Σημάδια πως το φθινόπωρο αρχίζει να κάνει την παρουσία του , αλλάζουμε εποχή σκέφθηκα και ξαφνικά έρχεται η σκέψη πως σε ένα περίπου μήνα κλείνω τα 65 και βρίσκομαι στην τρίτη και τελευταία φάση της ζωής μου όπως άλλωστε τις έχει προσδιορίσει και ο Αριστοτέλης εδώ και κάποιους αιώνες. Το περίεργο είναι πως σπάνια κάνω τέτοιες σκέψεις και η αλήθεια είναι πως δεν μου άρεσε καθόλου αυτή η ιδέα .
Προσπάθησα να απαντήσω στον εαυτό μου ότι κάνει λάθος , αφού ακόμη είσαι μάχιμος ,δουλεύεις καθημερινά, κανείς σχέδια για το μέλλον, προετοιμάζεσαι για το μέλλον, πως είναι δυνατό να είσαι στην τρίτη φάση, στην δεύτερη είσαι και έχεις καιρό ακόμη να διαβείς την πόρτα της τρίτης και αν συνεχίσεις έτσι δεν θα περάσεις ποτέ σε αυτό το στάδιο …μου άρεσαν αυτά τα επιχειρήματα και τα βρήκα και πολύ αποστομωτικά !!
Και έτσι εύκολα ξαναγύρισα σε ψυχολογική ανάταση συνοδευόμενη με ένα νοσταλγικό φλας μπακ . Το παρελθόν συνήθως με ηρεμεί, και όσο πιο πίσω πηγαίνω τόσο πιο όμορφα αισθάνομαι . Το παρελθόν το ξέρω και δεν με φοβίζει ακόμη και αυτό με άσχημες αναμνήσεις, με το παρόν συμβιβάζομαι αλλά το μέλλον, που είναι το άγνωστο, γίνεται πηγή ανησυχίας.
Ερωτήματα με το πως πέρασες αυτή την δεύτερη φάση , πόσο καλά πορεύθηκες, με την σημερινή εμπειρία θα έκανες τα ίδια η αλλιώς θα έστριβες το τιμόνι ; Πως συμπορεύτηκα με τους ανθρώπους ; Είχε δυσκολίες ο δρόμος μου ή όλα κυλούσαν ήρεμα . Για να ζήσεις, και όχι μόνο, ακολούθησες κάποιο επάγγελμα, ασκείς 45 χρόνια κάποια επαγγελματική δραστηριότητα, πως τα πήγες σε αυτό τον τομέα, διδάχτηκες κάτι που θες στα στερνά σου να το φέρεις στην επιφάνεια …
Αυτά σκεπτόμουν και περπατούσα προς τον χώρο που έβοσκαν τα ελάφια και ξαφνικά μου μπαίνει η ιδέα, δεν τα γράφω καλύτερα από το να τα σκέπτομαι . Και ποιον ενδιαφέρει να διαβάσει τι έκανες εσύ στην ζωή σου, ήταν η εσωτερική αντίδραση, άντε πάλι αυτός ο άλλος μας εαυτός . Κανένα ρε φίλε, εμένα με ενδιαφέρει θα τα γράψω για πάρτι μου να τα διαβάζω μόνος μου άλλωστε οι σκέψεις και τα λόγια είναι έπεα πτερόεντα ενώ τα γραπτά μένουν «Verba volant, scripta manent», έλεγαν οι Λατίνοι ακόμη και όταν δεν θα σε βοηθά το μνημονικό σου, βρίσκεις τα γραπτά και τα διαβάζεις και ξαναστήνεις το παρελθόν σου .
Πείστηκα και έτσι αποφάσισα να γράψω. Η γραφή μου θα έχει και αλληγορικά στοιχεία , χρησιμοποιεί και κάποιους μυστικούς κώδικες και μπόλικη αλλά “αληθινή” μυθοπλασία που βοηθά περισσότερο να ειπωθούν ελεύθερα αλήθειες.
Ελπίζω τελικά το βιβλίο που ξεκίνησα σήμερα να γράφω να ενδιαφέρει περισσότερο εμένα όχι βέβαια ότι θα στενοχωριόμουν αν άρεσε και σε σας!
θα τα πούμε στο μέλλον …
μια πρώτη πρόγευση…
Στο λεωφορείο που ταξίδευα από Αθήνα προς την πατρίδα μου, εκεί γύρω στο 1973, συναντώ έναν ηλικιωμένο συγχωριανό μου, που πριν καλά καλά καθίσουμε στα καθίσματα μας, άρχισε την ανάκριση,είναι μια συνήθεια που οι επαρχιώτες αρέσκονται να την ασκούν με μεγάλη επιτηδειότητα :
-Τι κάνεις αυτή εποχή στην Αθήνα ; Ξεκινά την ανάκριση ο μπάρμπα Μήτσος
– σπουδάζω στο πανεπιστήμιο νομικά και οικονομικά .
-Α ωραία.. θα γίνεις δικηγόρος δηλαδή .
-Όχι του λέω οικονομολόγος .
-και τι είναι αυτό ;
Δυσκολευόμουν να του εξηγήσω τι είναι αυτός ο οικονομολόγος, ο Βαρουφάκης δεν είχε ακόμη εμφανιστεί για να κάνει το επάγγελμα γνωστό, και του λέω, να κάτι σαν λογιστής.
– κανείς καμία δουλειά τώρα, πως βγάζεις τα έξοδα σου, με ξαναρωτά .
Εγώ δεν δούλευα, αλλά ντράπηκα να του το πω και του λέω ψέματα ότι δουλεύω σε ένα γραφείο .
-Και τι γραφείο είναι αυτό ;
Και συνεχίζω το ψέμα,
-μια ασφαλιστική εταιρία είναι μπάρμπα Μήτσο.
-Και πως την λένε ;
Βρε κακό μπελά που βρήκα είπα μέσα μου . Δεν είχα ιδέα τι είναι η ασφαλιστική εταιρία και ούτε κατάλαβα γιατί αναφέρθηκα σε ασφαλιστική εταιρία και ξαφνικά βλέπω μια επιγραφή σε ένα τοίχο έξω από το παράθυρο του λεωφορείου, Ήλιος Ασφαλιστική .
Και έτσι του έδωσα και το όνομα της εταιρίας και ησύχασα από τον περίεργο πατριώτη μου .
έπεται συνέχεια ….




