


Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.

Δεν θα αντέξω για πολύ ακόμα τους ρεκάζοντες ρεπόρτερ που έχουν στηθεί στη Μαλακάσα για την “επέλαση του χιονιά” και μας δείχνουν 5 εκ. χιόνι, λες και ήρθε η εποχή των παγετώνων.
Άσε που έχουμε μάθει με το μικρό τους όνομα, κάθε οδηγό αλατιέρας και κάθε χειριστή γκρέηντερ, από την Κομοτηνή μέχρι το Ξυλόκαστρο.
Τους λυπάμαι κιόλας, τους φουκαράδες, να τους έχουν στημένους 4 και 5 ώρες μέχρι να πουν το ποίημά τους, με ένα κακομοιριασμένο ύφος και ξεπαγιασμένοι, σαν σκυλάκι που περιμένει να το μαζέψει κάποιος από το δρόμο.
Ξύλινες ειδήσεις, με ξύλινη γλώσσα για μια ξύλινη Κοινωνία, όπου η απλή είδηση γίνεται πιο εκτενής από το “Πόλεμος και Ειρήνη” κι έτσι χάνουμε το Μέτρο για το τι είναι πραγματικά σημαντικό.
Θα μπορούσαν να κάνουν ένα ρεπορτάζ από το 1995 και να μας το δείχνουν κάθε χρόνο, κάτι σαν το “Κωνσταντίνου και Ελένης” ένα πράμα. Κανείς δεν θα καταλάβαινε τη διαφορά.
Κωστας Κάπος


Συχνά οι άνθρωποι έχουμε αυτή την αυταπάτη. Νομίζουμε ότι μπορούμε να καταλάβουμε μια κατάσταση, επειδή έχουμε διαβάσει βιβλία, έχουμε δει ταινίες, έχουμε σκεφτεί.
Νομίζουμε ότι ξέρουμε τι είναι η προσφυγιά, επειδή ήταν πρόσφυγες οι πρόγονοι μας ή επειδή συγχρωτιζόμαστε με πρόσφυγες.Νομίζουμε ότι ξέρουμε τι είναι ο πόλεμος, επειδή είδαμε το Platoon και το Δουνκέρκη.Νομίζουμε ότι μπορούμε να καταλάβουμε το δράμα ενός γονιού που έχασε το παιδί του, επειδή είμαστε γονείς κι εμείς.
Όμως τίποτα δεν μπορείς να το καταλάβεις, να το νιώσεις όπως πραγματικά είναι, αν δεν το βιώσεις, αν δεν γίνεις εσύ το υποκείμενο.
Εξ αποστάσεως, εξ ωσμώσεως, με βιβλία και φαντασίες, δεν ζεις κάτι, παριστάνεις ότι το ζεις, υποθέτεις πώς θα είναι αν το ζούσες.









Το 1929, ανήμερα της εορτής του Αγίου Βαλεντίνου, ο Αλ Καπόνε αποφάσισε να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς του με τον μεγάλο αντίπαλό του Μπαγκς Μοράν. Το μακελειό σε μια αποθήκη του Σικάγου έμεινε στην ιστορία ως η Σφαγή της Εορτής του Αγίου Βαλεντίνου και σηματοδότησε την αρχή του τέλους και για τους δύο γκάνγκστερ.
Στα τέλη της δεκαετίας του ’20, στην Αμερική της ποτοαπαγόρευσης, του σουίνγκ και της τρυφηλής ζωής, ο ιταλός Αλ Καπόνε με τη συμμορία του κυριαρχούσε στο νότιο τμήμα του Σικάγου και ο Μπαγκς Μοράν με τους ιρλανδογερμανούς του στο βόρειο. Το μεγάλο έπαθλο για τους δύο γκάνγκστερ ήταν τα εκατομμύρια δολάρια από την παράνομη διακίνηση του αλκοόλ.
Ο Αλ Καπόνε, που βρισκόταν στην ακμή της εγκληματικής του δραστηριότητας, εκτός από την κυριαρχία και το χρήμα, διψούσε και για εκδίκηση, επειδή ο Μοράν είχε σκοτώσει μερικούς δικούς του ανθρώπους. Το σχέδιο για την εξόντωση του Μοράν επεξεργάστηκε το πρωτοπαλίκαρό του Βιτσέντζο Τζιμπάλντι, γνωστός με το ψευδώνυμο Τζακ Μακ Γκαρν και με το παρατσούκλι «Το πολυβόλο». Θα του έκλεινε ένα ραντεβού σε μέρος της επιλογής του, με δέλεαρ ένα φορτίο ακριβού ουίσκι. Οι άνθρωποι του Καπόνε μεταμφιεσμένοι σε αστυνομικούς θα αναλάμβαναν τα υπόλοιπα.
Ο Μοράν τσίμπησε το δόλωμα και η συνάντηση κλείστηκε για τις 10:30 το πρωί της 14ης Φεβρουαρίου σε μια αποθήκη του Βόρειου Σικάγου. Πέντε άνδρες του Καπόνε έφθασαν στην ώρα τους με δύο αυτοκίνητα, που έμοιαζαν με περιπολικά. Οι τρεις ήταν ντυμένοι αστυνομικοί και οι άλλοι δύο με πολιτικά. Στη γύρω περιοχή είχαν ακροβολιστεί δεκάδες συνεργάτες του Καπόνε (τσιλιαδόροι κλπ).
Οι τρεις «αστυνομικοί» αποφάσισαν να δράσουν, όταν είδαν έναν άνδρα που έμοιαζε με τον Μοράν να μπαίνει στην αποθήκη. Με καταδρομική επιχείρηση αιφνιδίασαν τα επτά άτομα που βρίσκονταν μέσα και τους διέταξαν να σταθούν με την πλάτη στον τοίχο. Χωρίς δεύτερη κουβέντα, τους γάζωσαν με τα αυτόματα «Τόμσον» που έφεραν. Οι περίοικοι άκουσαν τους παρατεταμένους πυροβολισμούς και ειδοποίησαν την αστυνομία.
Οι εκπρόσωποι του νόμου βρήκαν στον τόπο του μακελειού έξι πτώματα πισώπλατα χτυπημένα και έναν βαριά τραυματία. Όταν τον ρώτησαν ποιος τον πυροβόλησε, αυτός ψέλλισε «κανείς» και άφησε την τελευταία του πνοή. Από τους επτά νεκρούς, πέντε ήταν μέλη της συμμορίας του Μοράν, ένας συνεργαζόμενος μικροκακοποιός κι ένας άσχετος με την ιστορία, ένας μηχανικός που είχε κληθεί για να επισκευάσει ένα αυτοκίνητο της συμμορίας και βρέθηκε κατά λάθος στο μοιραίο ραντεβού. Πουθενά, όμως, ο Μοράν. Ο μεγάλος αντίπαλος του Καπόνε σώθηκε από καθαρή τύχη, επειδή πήγε καθυστερημένα στο ραντεβού και όταν είδε τους τρεις «αστυνομικούς» φρόντισε να εξαφανιστεί.
Το μακελειό προκάλεσε λαϊκή κατακραυγή στο Σικάγο, και σημαίνοντα πρόσωπα της «Πόλης των Ανέμων» ζήτησαν να μπει ένα τέλος στη δράση των συμμοριών. Η τοπική αστυνομία, παρότι γρήγορα διαπίστωσε ποιοι ήταν οι πρωταγωνιστές του αιματηρού επεισοδίου, δεν μπόρεσε να προχωρήσει σε συλλήψεις. Ο Αλ Καπόνε και το πρωτοπαλίκαρό του Τζακ ΜακΓκαρν είχαν γερά άλλοθι: ο πρώτος βρισκόταν στη Φλόριντα για διακοπές και ο δεύτερος στην αγκαλιά της φιλενάδας του.
Το θέμα ξέφυγε από τα στενά όρια του Σικάγου και έγινε παναμερικανική υπόθεση. Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση ανέλαβε δράση με το FBI και το IRS (Εφορία). Με μεθοδικό τρόπο, οι δύο υπηρεσίες ξεσκέπασαν τη δράση του Αλ Καπόνε, που συνελήφθη δύο χρόνια αργότερα για φοροδιαφυγή. Η βασιλεία του στο χώρο του οργανωμένου εγκλήματος είχε τελειώσει.
Μετεωρική ήταν και η πτώση του Μπαγκς Μοράν. Από πάμπλουτος γκάνγκστερ βρέθηκε να ληστεύει τράπεζες για τα προς το ζην. Ένα από τα πρωτοπαλίκαρα του Αλ Καπόνε, ο Φρανκ Νίτι διαφέντευε το Σικάγο τη δεκαετία του ’30. Με την άνοδο του Ρούζβελτ στην εξουσία το 1933, η ποτοαπαγόρευση καταργήθηκε.
Ο τόπος του εγκλήματος (2122 Ν. Clark Street) έγινε τουριστική ατραξιόν μέχρι το 1967, που η αποθήκη κατεδαφίστηκε. Ο αιματοβαμμένος τοίχος της εκτέλεσης αποσυναρμολογήθηκε τούβλο – τούβλο και πουλήθηκε σε δημοπρασία στον καναδό επιχειρηματία Τζορτζ Πάτεϊ, ο οποίος τον ξανάχτισε μέσα στο μπαρ που διατηρούσε στο Βανκούβερ.
Στη μεγάλη οθόνη, το μακελειό αποτέλεσε τμήμα της δράσης στις ταινίες Μερικοί το προτιμούν καυτό του Μπίλι Γουάιλντερ (1959) και Σημαδεμένος (1932) και το κύριο θέμα της ταινίας του Ρότζερ Κόρμαν Νύχτα του Αγίου Βαλεντίνου (1967).
Η «Σφαγή της Εορτής του Αγίου Βαλεντίνου» ενέπνευσε επίσης μουσικούς, όπως ο τραβαδούρος Τζέιμς Τέιλορ (Valentine’s Day) και ο ράπερ 50 Cent (The Massacre, άλμπουμ του 2005).
“Κάποτε, αν θυμάμαι καλά, η ζωή μου ήταν ένα γλεντοκόπι όπου ανοίγαν όλες οι καρδιές και τα κρασιά κυλούσαν.
Ένα βράδυ πήρα την Ομορφιά στα γόνατά μου. Και τη βρήκα πικρή. Και τη βλαστήμησα.
Οπλίστηκα εναντίον της δικαιοσύνης.
Το έβαλα στα πόδια. Μάγισσες, μιζέρια, μίσος σε σας εμπιστεύτηκα τον θησαυρό μου!
Έπνιξα μες στην καρδιά μου κάθε ανθρώπινη ελπίδα. Και σάλταρα σαν το αγρίμι στη χαρά για να τη στραγγαλίσω.”
Ο Ρεμπώ εγκατέλειψε την ποίηση στα είκοσί του χρόνια, όμως κατάφερε να αφήσει πίσω του το “Μια εποχή στην κόλαση” (“Une saison en enfer”), μια κορυφαία ποιητική συλλογή, απ’ αυτές που σημάδεψαν ανεξίτηλα τη μοντέρνα ποίηση.
Πρόκειται για ένα αναμφίβολα διαχρονικό έργο που δεν εντάσσεται σε συμβατικά “καλούπια”: Είναι ποίηση και ταυτόχρονα φιλοσοφικό δοκίμιο, εξομολόγηση, θεατρικός μονόλογος και αυτοβιογραφία του ίδιου. Περιγράφει προφητικά την εποχή του, την υποκρισία του καθολικισμού και, απ’ την άλλη, τη γέννηση του ορθολογισμού και την “υστερία” της επιστήμης.
Εκείνος, σαν “πρωτόγονος μυστικός”, όπως λέει, μέσω μιας διαυγούς ποιητικής κραυγής για την κόλαση, το κακό και το βαθύ σκοτάδι του ήλιου, διαταράσσει την “κοινή ησυχία” των εφησυχασμένων της εποχής του, όσων κρύβονται πίσω από την τακτοποιημένη ζωή τους. Ο Ρεμπώ, ένα από τα πιο ευαίσθητα νεανικά πνεύματα που έχουν υπάρξει, χλευάζει, σαρκάζεται και αυτοτιμωρείται, συνθέτοντας μια ποίηση “φυγής”, που του προσφέρει διέξοδο από την απόλυτη αίσθηση της πραγματικότητας.
Πηγή: Κοραλία Ξεπαπαδέα/ neolaia.gr
