Γιατί παρά τα εμβόλια το τέταρτο κύμα είναι χειρότερο από τα προηγούμενα;

Φταίνε αυτά που δεν γνωρίζουμε για τον ιό, το ποσοστό των εμβολιασμένων, η χαλαρότητα στα μέτρα ή κάτι άλλο; Χρόνος ανάγνωσης: 6′

[Γιάννης Παναγόπουλος/Eurokinissi]Δευτέρα 15 Νοεμβρίου 2021ΚείμενοΤάσος Τέλλογλου

Το πρωί του περασμένου Σαββάτου πήρα ένα σύντομο μήνυμα από έναν στενό μου φίλο: ο πατέρας του είχε χάσει τη μάχη με τον κορονοϊό. Ήταν 74 ετών και πλήρως εμβολιασμένος, χωρίς υποκείμενο νόσημα. Στον Ευαγγελισμό έδωσαν επί μέρες μάχη για να τον κρατήσουν στη ζωή. Αλλά όταν διασωληνώθηκε, ο άρρωστος δεν αντιδρούσε, δεν βελτιωνόταν. Είχε μπει στο νοσοκομείο πριν από ένα δεκαήμερο και η κατάστασή του αρχικά φάνηκε να βελτιώνεται – ήταν όμως προσωρινό.

Σιγά-σιγά η πανδημία των ανεμβολίαστων μετατρέπεται, με την τεράστια διασπορά του ιού στο 4ο κύμα, σε πανδημία όλων. Και δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο. «Είμαστε σε χειρότερη κατάσταση από ό,τι πριν από έναν χρόνο» είπε στο τελευταίο εβδομαδιαίο του podcast ο κορυφαίος γερμανός επιδημιολόγος Κρίστιαν Ντρόστεν. «Αλλά αυτό οφείλεται και στο γεγονός ότι δεν περιοριστήκαμε. Δεν έχουν περιοριστεί σημαντικά οι επαφές τις τελευταίες εβδομάδες. Είχαμε μεγάλες ελευθερίες, στη βάση των χαμηλών ποσοστών θετικότητας. Ο μικρός αριθμός κρουσμάτων του καλοκαιριού οφειλόταν στο πρώτο κύμα των εμβολιασμών και ήταν αποτέλεσμα του ζεστού καιρού του καλοκαιριού, της εποχικότητας του ιού. Οι εμβολιασμένοι κυκλοφορούν ελεύθερα στην κοινωνία, αλλά μπορούν να μεταδίδουν την ασθένεια. Όλο και συχνότερα ακούω από ανθρώπους ότι επισκέφθηκαν μια συγκέντρωση αποκλειστικά εμβολιασμένων και έφυγαν με συμπτώματα από εκεί. Οπότε αποφασίζουν την επόμενη φορά προτού πάνε οπουδήποτε να κάνουν ένα τεστ από την τσέπη τους».

Ο Κρίστιαν Ντρόστεν. [Michael Sohn/POOL/AFP]

Αυτό που περιγράφει ο Ντρόστεν μου συμβαίνει τις τελευταίες 20 μέρες. Αν και τριπλά εμβολιασμένος, έχω κάνει τεστ στο φαρμακείο, στο ιδιωτικό διαγνωστικό κέντρο, τον ΕΟΔΥ και τον εργοδότη μου: τέσσερα την εβδομάδα. Κάποια από αυτά οφείλονται στο γεγονός ότι ένας συμμαθητής των παιδιών μου βρέθηκε θετικός. Αυτά που μου αφηγούνται κάθε βράδυ οι εκπρόσωποι της κυβέρνησης δεν έχουν την παραμικρή σχέση με τη δική μου Covid πραγματικότητα.Οι κυβερνήσεις διστάζουν

Σύμφωνα με τον Ντρόστεν, χωρίς περιορισμό των επαφών (λιγότερες μετακινήσεις για δουλειά, εκπαίδευση και κοινωνική ζωή, λιγότερες επαφές) το σύστημα υγείας της Γερμανίας, δηλαδή το πλουσιότερο σύστημα υγείας της Ευρώπης, δεν πρόκειται να αντέξει στην ορμή του 4ου κύματος. Η γερμανική κυβέρνηση δεν θέλει να το ακούει αυτό, τουλάχιστον η νέα. Το βράδυ της Παρασκευής ο επόμενος υπουργός Οικονομικών της χώρας Κρίστιαν Λίντνερ είπε στο πρώτο κανάλι της γερμανικής τηλεόρασης ότι «δεν υπάρχουν επιστημονικές αποδείξεις για το ότι ο περιορισμός των επαφών και των μετακινήσεων οδηγεί σε μικρότερο ιικό φορτίο, νοσηλείες και επιβάρυνση των ΜΕΘ». Αμέσως ξεσηκώθηκε κατά του Λίντνερ θύελλα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με το χάσταγκ «Ακατάλληλος να κυβερνήσει». Σε λίγες ώρες ο επικεφαλής των Ελεύθερων Δημοκρατών αναγκάσθηκε να ανασκευάσει τη δήλωσή του.

Τα ίδια περίπου προσπαθεί να κάνει και η ελληνική κυβέρνηση, χωρίς να λέει δημόσια παρόμοιες ανοησίες. Θέλει να μειώσει τη φόρτιση του ΕΣΥ χωρίς να μειώσει την κοινωνική κινητικότητα, αλλά αυτό δεν γίνεται. «Το μόνο που ενδιαφέρει την κυβέρνηση τώρα είναι να αντέξει το σύστημα ώστε να μην οδηγηθεί σε ένα νέο λόκνταουν αλλά τα ενδιάμεσα μέτρα που παίρνει είναι μη πρόσφορα, γιατί δεν θέλει να πειράξει την οικονομική δραστηριότητα. Θα μπορούσε να κάνει κλιμακωτό ωράριο, να γυρίσει και πάλι την ιδιωτική οικονομία και το δημόσιο στην τηλεεργασία αλλά δεν το κάνει», είπε στο inside story ένας από τους ειδικούς που συμβουλεύουν την κυβέρνηση και δεν ήθελε να μιλήσει επώνυμα. «Τα μέτρα αυτά έχουν συζητηθεί, αλλά η κυβέρνηση διστάζει».

Σύμφωνα με πληροφορίες του inside story, σε ανώτατο κυβερνητικό επίπεδο συζητήθηκε να πληρώνουν οι ανεμβολίαστοι ένα μέρος των νοσηλείων τους, αφού προηγουμένως είχε συζητηθεί στις αρχές του φθινοπώρου και η μάλλον ακραία ιδέα να μην έχουν πρόσβαση στο ΕΣΥ (που απορρίφθηκε μετά πολλών επαίνων). Έπειτα υπάρχει το πρόβλημα των εμβολιασμένων: οι εμβολιασμένοι μεταδίδουν, άρα οι ελευθερίες τους, για τις οποίες μιλάει η κυβέρνηση, δεν μπορεί να είναι …απεριόριστες. Ο υπουργός Ανάπτυξης Άδωνις Γεωργιάδης έχει υποστηρίξει επανειλημμένα δημόσια ότι θα υπήρχε συνταγματικό πρόβλημα αν περιορίζονταν οι εμβολιασμένοι. «Το επιχείρημα δεν είναι σωστό: Μπορεί ένας εμβολιασμένος να επισκεφθεί έναν συγγενή του σήμερα στο εσωτερικό μιας κλειστής δομής; Η απάντηση είναι όχι. Δεν είναι αυτό περιορισμός της ελευθερίας του; Φυσικά και είναι. Το μόνο ερώτημα είναι αν αυτός ο περιορισμός του εμβολιασμένου είναι αναλογικός με το αγαθό που θέλει να προστατεύσει ο νομοθέτης με αυτόν», είπε στο inside story άλλο μέλος του υπουργικού συμβουλίου, που και αυτό ήθελε να παραμείνει ανώνυμο. Η γραμμή Γεωργιάδη είναι πάντως γραμμή της κυβέρνησης, καθώς επαναλαμβάνεται κάθε μέρα από τον κυβερνητικό εκπρόσωπο.

Οι κυβερνήσεις και η ΕΕ παγιδεύθηκαν σε μία ασάφεια που ουδέποτε άρθηκε από τις φαρμακευτικές εταιρείες που κατασκεύασαν το εμβόλιο: Πόσο καιρό διαρκεί η ανοσία; Συζητώντας τις τελευταίες ημέρες με μέλη της εθνικής επιτροπής εμβολιασμών, δέχθηκαν ότι οι παραδοχές για 92 και 93% αποτελεσματικότητα ήταν in vitro, δηλαδή στο εργαστήριο (πώς θα μπορούσε να συμβεί διαφορετικά) και όχι in vivo, δηλαδή έξω στην κοινωνία, όπου μεταλλάξεις και ασθενούντες ανεμβολίαστοι αλλάζουν διαρκώς τα δεδομένα. H δεύτερη παράμετρος είναι ότι η αύξηση των εμβολιασμών οδηγεί σε έναν όλο και μεγαλύτερο απόλυτο αριθμό εμβολιασμένων – έτσι ο αριθμός αυτών που τελικά νοσούν όλο και αυξάνεται. Και όσο η κυκλοφορία του ιού δεν ήταν αυξημένη, όπως το καλοκαίρι, νοσούσαν λίγοι εμβολιασμένοι. Αλλά με την αύξηση της κυκλοφορίας του ιού κολλάνε περισσότεροι και κατά συνέπεια περισσότεροι μπορεί να καταλήξουν στο νοσοκομείο – και κάποιοι από αυτούς στις ΜΕΘ.Η μία μετά την άλλη οι κυβερνήσεις ρίχνουν λευκή πετσέτα

Οι κυβερνήσεις, όχι μόνο της Ελλάδας και της Γερμανίας αλλά και της υπόλοιπης Ευρώπης, δυσκολεύονται να επικοινωνήσουν την πραγματικότητα του 4ου κύματος με τη γλώσσα της σχετικότητας, που διέπει την επιστήμη. Επιμένουν ότι δεν θέλουν το λόκνταουν, για το οποίο το μόνο ερώτημα δεν είναι αν κάποιος το θέλει, αλλά αν μπορούν να το αποτρέψουν. Μία ομάδα είκοσι επιστημόνων, από τους σημαντικότερους της κεντρικής Ευρώπης, βλέποντας ότι δυσκολεύονται να πάρουν αποφάσεις, πρότεινε στις κυβερνήσεις ένα σχέδιο που συνδυάζει γρηγορότερους εμβολιασμούς με την τρίτη δόση (ως τα μέσα Σεπτεμβρίου οι κυβερνήσεις ήταν διστακτικές να την γενικεύσουν επειδή δεν είχαν έγκριση από τον ΕΜΑ), επαναφορά της μαζικής διεξαγωγής τεστ σε εμβολιασμένους και ανεμβολίαστους, μαζί με την επανεισαγωγή μέτρων κοινωνικής αποστασιοποίησης – που έχουν καταργηθεί στην πράξη ή τηρούνται πλημμελώς. Οι ειδικοί προσθέτουν και ένα κερασάκι: ότι όλα αυτά δεν θα λειτουργήσουν, αν δεν γίνει ένα σύντομο και αποτελεσματικό λόκνταουν.

Το σχέδιο, που υπογράφει και ο πρόεδρος των γερμανών εντατικολόγων καθηγητής Κρίστιαν Καραγιαννίδης, αναφέρεται στην πραγματικότητα της πανδημίας επί μετάλλαξης Δ. Στη διάδοση της πανδημίας «δεν παίζουν ρόλο μόνο άτομα που δεν έχουν εμβολιασθεί αλλά και εμβολιασμένοι που ο εμβολιασμός τους βρίσκεται μήνες πίσω» – στους τελευταίους, η προστασία πέφτει στο 50 έως 70%. Οι επιστήμονες γράφουν πως εάν η Γερμανία εμβολιάζει το 7% του πληθυσμού της με την τρίτη δόση κάθε εβδομάδα, αυτό θα οδηγήσει σε έναν περιορισμό της πανδημίας μετά από έναν μήνα.

Η κυβέρνηση αναμένεται να αυστηροποιήσει τα μέτρα για τα καφενεία και τους κλειστούς χώρους. [Θανάσης Καλλιάρας/Eurokinissi]

Στην αρχή της εμβολιαστικής καμπάνιας υπολογιζόταν –και από τις κυβερνήσεις– ότι εάν εμβολιασθεί το 70% του πληθυσμού, ο ρυθμός αναπαραγωγής της νόσου πέφτει κάτω από 1 (R<1). Έτσι αυτό το ποσοστό χαρακτηρίσθηκε τείχος ανοσίας. Η μετάλλαξη Δ, που είναι πολύ πιο μεταδοτική, άλλαξε τα δεδομένα. Η αλλαγή αυτή έχει συνέπειες. Πρώτα για τους ανεμβολίαστους, που θα κολλήσουν όλοι. Αλλά η φυσική ανοσία (ανοσία της αγέλης) δεν είναι λύση, διότι «εξαφανίζει» πολύ αργά τον ιό, πολύ αργότερα από ό,τι θα τον εξαφάνιζε ο καθολικός εμβολιασμός. Ακόμα, ένα τεστ σε κάθε πολίτη μία φορά την εβδομάδα δεν είναι λύση, διότι το κόστος είναι πολύ υψηλό. Παρόλα αυτά, οι είκοσι ευρωπαίοι επιστήμονες συνιστούν αραίωση των πληθυσμών εργαζομένων και μαθητών/σπουδαστών σε κλειστούς χώρους (όχι ασφαλώς αυτό το χάλι που υπάρχει σήμερα στα ελληνικά πανεπιστήμια), όσο το δυνατόν μεγαλύτερη παραμονή έξω και δυνατότητα δραστηριοτήτων «μέσα» μόνο με πιστοποιητικά, αλλά και προετοιμασία των ασθενών με εξουσιοδότηση στην οποία θα αναφέρουν ρητά αν επιθυμούν να διασωληνωθούν στην περίπτωση που χρειασθεί. Στην πόλη του Βόλου, αποφάσισε σε μια τουλάχιστον περίπτωση ο εισαγγελέας για το αν μια ασθενής θα διασωληνωνόταν.

Στην Ελλάδα η επιτροπή εμπειρογνωμόνων που συμβουλεύει τον υπουργό παρά τω πρωθυπουργώ Άκη Σκέρτσο φαίνεται να έχει συμβουλεύσει την κυβέρνηση να πάρει κάποια μέτρα που θα αναγκάζουν ανεμβολίαστους ηλκιωμένους άνω των 65 να εμβολιασθούν. Στατιστικά στοιχεία από τη Δυτική Αττική για παράδειγμα έχουν δείξει ότι εκεί ο επιπολασμός της νόσου είναι εκτεταμένος, αλλά οι διασωληνώσεις λίγες, παρά το χαμηλό ποσοστό εμβολιασμού. Αντίθετα στη Θεσσαλία και τη Μακεδονία με υψηλότερα ποσοστά εμβολιασμού οι διασωληνώσεις και οι θάνατοι είναι περισσότεροι. Αυτό οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τα μέτρα για τους ανεμβολίαστους πρέπει να στοχεύουν στις μεγαλύτερες ηλικίες. Έτσι η κυβέρνηση αναμένεται αυτή την εβδομάδα να ανακοινώσει ότι όσοι πάνω από 65 ετών θέλουν να πηγαίνουν στα καφενεία, τις ταβέρνες ή άλλους κλειστούς χώρους θα πρέπει να εμφανίζουν πιστοποιητικό εμβολιασμού ή πιστοποιητικό νόσησης. To πιστοποιητικό εμβολιασμού όμως θα ισχύει στους 65+ εφόσον έχουν ολοκληρώσει και την 3η δόση.

Εικόνα telloglou

Τάσος ΤέλλογλουΣπούδασε νομικά κι από το 1986 εργάζεται σε εφημερίδες και κανάλια ως δημοσιογράφος. Εκπομπές-σταθμοί ήταν «Το μαύρο κουτί» (Mega), οι «Φάκελοι» (Mega), οι «Νέοι Φάκελοι» (ΣΚΑΪ), και οι «Ιστορίες» (ΣΚΑΪ). Τώρα παρουσιάζει την εκπομπή «Special Report» με τον Αντώνη Φουρλή (Ant1).

Πηγή: inside story

Τρένο ή τραίνο;

Τις μέρες αυτές κυκλοφορεί στο Φέισμπουκ ένα μιμίδιο, που το βλέπετε πιο κάτω:

— Πόσων ετών είσαι;

— Δεν ρωτάνε ηλικία σε μία κυρία

— Καλά. Γράψε μου λίγο σε ένα χαρτί τη λέξη «αβγά» και τη λέξη «τρένο» να δω κάτι.

Σημειώνω το κλισέ «να δω κάτι» που συνηθίζεται πολύ στα σόσιαλ, και που έχει αναφερθεί (αλλά μόνο σε σχόλιο) στο παλιότερο άρθρο μας για το κλισεδολόγιο του Φέισμπουκ, αλλά δεν θα σταθώ σε αυτό.

Όπως βλέπετε, στο μιμίδιο η ορθογραφία των λέξεων «αβγά» και «τρένο» θεωρείται δηλωτική της ηλικίας του γράφοντος. Υπονοείται δηλαδή ότι οι νεότεροι θα γράψουν «αβγά» και «τρένο» ενώ οι πιο ηλικιωμένοι «αυγά» και «τραίνο» -κι έτσι, η κυρία, που δεν θέλει να πει πόσων χρονών είναι, θα προδώσει τα χρόνια της γράφοντας «αυγά» και «τραίνο».

Φυσικά, το μιμίδιο είναι χιουμοριστικό -δεν έχει αξιώσεις επιστημονικής μελέτης. Ωστόσο, κάνει χιούμορ πατώντας πάνω σε κάτι που έχει μια βάση: αν κάποιος γράψει «τραίνο» είναι πιθανότερο να είναι πιο ηλικιωμένος από αυτόν που γράφει «τρένο». Πιθανότερο, αλλά όχι βέβαιο: εγώ, ας πούμε, γράφω «τρένο», κι αν με πείτε νέο θα σας κεράσω μπίρα (και όχι μπύρα).

Στο σημερινό άρθρο δεν θα ασχοληθώ με το δίλημμα «αυγό ή αβγό», παρά μόνο με το «τρένο ή τραίνο». Η επιλογή αυτή ίσως χαρακτηριστεί φυγομαχία, και μπορεί πράγματι να έχει στοιχεία φυγομαχίας, διότι κι άλλες φορές έχω υποσχεθεί να γράψω άρθρο για τον «πόλεμο των α*γών» χωρίς ως τώρα να έχω τηρήσει την υπόσχεση. Ωστόσο, αφενός το θέμα «αβγό ή αυγό» αξίζει πράγματι χωριστό άρθρο, αφού η αντιπαράθεση ξεκίνησε το μακρινό 1917 και υπάρχουν ενδιαφέροντα κείμενα της εποχής, και αφετέρου η περίπτωση δεν είναι ίδια με την «τρένο ή τραίνο», όπώς θα φανεί στη συνέχεια της συζήτησης.

Λοιπόν, τρένο ή τραίνο;

Παλιότερα, γράφαμε «τραίνο». Η επιλογή αυτή έγινε επειδή στα γαλλικά και τα αγγλικά, τις γλώσσες που ήξεραν οι περισσότεροι, η λέξη γράφεται train, και επειδή ξέραμε ότι η λέξη είναι δάνειο, χωρίς να ξέρουμε από ποια γλώσσα τη δανειστήκαμε, τη γράφαμε «τραίνο». Στην πραγματικότητα, βέβαια, τη λέξη τη δανειστήκαμε στα ελληνικά από το ιταλ. treno (που προέρχεται από το γαλλ. train) οπότε ακόμα και η άμεση ετυμολογική προέλευση θα υπέβαλλε τη γραφή «τρένο».

Το ίδιο -αι- το έβρισκε κανείς και σε άλλες ελληνικές λέξεις γαλλικής προέλευσης, π.χ. *εκλαίρ, *μαιτρ, παγωτό *παρφαί, *πορτραίτο. Βάζω αστερίσκο για να φανεί ότι η σημερινή ορθογραφία των λέξεων αυτών είναι διαφορετική, με ε αντί αι.

Οι παλιότεροι θα θυμούνται επίσης ότι την ίδια εποχή συνηθιζόταν να χρησιμοποιούνται στις δάνειες λέξεις το η και το ω όταν η αντίστοιχη ξένη λέξη είχε μακρό φωνήεν, για παράδειγμα γράφαμε «σωφέρ» επειδή η γαλλική λέξη γραφόταν chauffeur ή σπήκερ για το speaker. Φυσικά στα ελληνικά τα αντίστοιχα φωνήεντα ήταν βραχέα, αλλά αυτό δεν το σκεφτόμασταν, όπως δεν σκεφτόμασταν ότι στον chauffeur και το δεύτερο φωνήεν είναι μακρό (*σωφαίρ;)

Στα έντυπα της εποχής υπήρχε αρκετή πολυτυπία ως προς την ορθογραφία των δάνειων λέξεων, ιδίως εκεί όπου υπήρχαν και διπλά σύμφωνα (π.χ. μπασκετμπωλίστας αλλά και μπασκετμπωλλίστας)

Δεν θυμάμαι αν η ορθογραφία της λέξης ειδικά της λέξης «τραίνο/τρένο» είχε απασχολήσει τους μελετητές της γλώσσας ή τους ακαδημαϊκούς. Πάντως, τις δεκαετίες του 1950 και του 1960 γίνονταν αρκετές συζητήσεις για την ορθογραφία άλλων ξένων δανείων -θα γράψουμε «σοννέτο» επειδή στα γαλλικά είναι sonnet ή σονέττο επειδή στα ιταλικά είναι sonetto; Ή μήπως σονέτο, αφού στα ενετικά είναι soneto; Από πού πήραμε τη λέξη άραγε;

Κι αν μία λέξη σε -έτο την πήραμε από τα ενετικά και μιαν άλλη από τα ιταλικά, θα έπρεπε στα ελληνικά να έχουμε διαφορετική γραφή; Να γράφουμε, ας πούμε, σονέτο αλλά κλαρινέττο;

Επειδή μας φάνηκε, και σωστά, παράλογο να πρέπει να γνωρίζουμε την ορθογραφία πεντέξι ξένων γλωσσών για να μπορούμε να γράψουμε τη δική μας, όταν έγινε η γλωσσική μεταρρύθμιση του 1976 αποφασίστηκε, πολύ σωστά κατά τη γνώμη μου, οι λέξεις που αποτελούν ξένα δάνεια να γράφονται με τον απλούστερο δυνατό τρόπο.

Οι ορθογραφικές αλλαγές, ακόμα κι αν είναι εύλογες, δεν εφαρμόζονται αμέσως. Η αλλαγή παγιώνεται με βραδύ ρυθμό, κυρίως όσο οι νεότερες γενιές διδάσκονται τη νέα ορθογραφία. Κάποιος που έχει διδαχτεί την παλιά ορθογραφία, συνηθίζει να τη διατηρεί, ιδίως αν δεν του επισημανθεί ότι η ορθογραφία έχει αλλάξει, όταν γράφει κυρίως για προσωπική του χρήση και σε ιδιωτικές επικοινωνίες.

Οι εκπαιδευτικοί άρχισαν αμέσως να χρησιμοποιούν τη νέα ορθογραφία -όχι όμως οι υπόλοιποι, πολλοί από τους οποίους δεν συνειδητοποίησαν την αλλαγή παρά αρκετά χρόνια αργότερα, ας πούμε βλέποντας τα σχολικά βιβλία των παιδιών ή των εγγονιών τους· θυμάμαι κάμποσες αγανακτισμένες επιστολές σε εφημερίδες για γραφές όπως «τρένο» (και «αβγό», που όπως είπαμε είναι άλλη περίπτωση), μαζί με ιερεμιάδες για την παρακμή της γλώσσας. Στο σώμα της Μακεδονίας που υπάρχει στην ΕΒΕ για την περίοδο 1977 έως 1981 βρίσκουμε πολύ περισσότερα «τραίνα» από «τρένα».

Μαζί με την απόφαση για απλογράφηση των ξένων λέξεων, στη μεταρρύθμιση του 1976 θεσπίστηκε και μια άλλη ορθογραφική αλλαγή: η υποτακτική έπαψε να δηλώνεται με ήτα και υπογεγραμμένη ή με σκέτο η (να παίξη, αν δώση, όταν έρθη) και από τότε γράφεται με -ει: να παίξει, αν δώσει, όταν έρθει.

Δεν μπορώ να το απόδείξω, ισχυρίζομαι όμως, ότι αυτή η ορθογραφική αλλαγή επικράτησε πιο γρήγορα από ό,τι η απλογράφηση των ξένων λέξεων. Ίσως επειδή ήδη πριν από την επίσημη θεσμοθέτησή της, πολλοί έγραφαν ήδη με -ει την υποτακτική, και σε βιβλία και σε εφημερίδες, και μάλιστα επί δεκαετίες.

Πάντως και η απλογράφηση των δάνειων λέξεων ύστερα από 10-20 χρόνια είχε εδραιωθεί. Σήμερα έχουν περάσει 45 χρόνια από τότε, και στις συντριπτικά περισσότερες περιπτώσεις η απλούστερη γραφή επικρατεί σαφώς. Αποτελούν εξαίρεση ορισμένα σκληρά καρύδια, όπου η παλιότερη ορθογραφία εξακολουθεί να αντιστέκεται, για διάφορους λόγους, από τους οποίους ο βασικότερος είναι η συνήθεια. Ένα από τα σκληρά καρύδια είναι και η γραφή *τραίνο. (Μια άλλη χαρακτηριστική περίπτωση, ακόμα πιο ανθεκτική, είναι η μπύρα, όπου μάλιστα το «υ» δεν μπορεί να οφείλεται σε επιρροή από κάποια ξένη γλώσσα).

Ειδικά στην περίπτωση του τρένου, ένας παράγοντας που συνέβαλε στο να διατηρηθεί στη ζωή η παλιότερη ορθογραφία είναι η ονομασία ΤΡΑΙΝΟΣΕ που επιλέχτηκε, μετά την ιδιωτικοποίηση του ΟΣΕ, για τον φορέα παροχής σιδηροδρομικών υπηρεσιών -κάτι που έγινε το 2005. Δεν συμφωνώ με την επιλογή αυτή, που ίσως έγινε για να υπάρχει αντιστοιχία της μεταγραφής Trainose με την αγγλική και γαλλική λέξη train. Το ειρωνικό είναι ότι μετά το 2017 η ΤΡΑΙΝΟΣΕ αγοράστηκε από τους Ιταλούς και έχει ως ιδιοκτήτη την Trenitalia!

Σε αντίθεση με τη λέξη αβγό/αυγό, που άλλα λεξικά τη γράφουν με αβ και άλλα με αυ (είπαμε, κάποτε θ’αξιωθώ να γράψω το άρθρο), στο τρένο όλα τα λεξικά ομοθυμαδόν συμμορφώνονται με τη νεότερη γραφή και γράφουν «τρένο». Νομίζω ακόμα ότι στις νεότερες γενιές η επιρροή της γραφής αυτής, τρένο, είναι σαφής, έως συντριπτική -οπότε έχει κάποια βάση το μιμίδιο που είδαμε ως προς τα τρένα αν και ίσως όχι ως προς τα αβγά/αυγά.

Εκτός από το τρένο, στη γλώσσα μας έχουμε και μια ακόμα λέξη της ίδιας ρίζας, το ρήμα «τρενάρω» (καθυστερώ, παρατείνω κάτι) και το σχετικό ουσιαστικό, τρενάρισμα. Αυτά δεν προέρχονται από το τρένο ή από το train, αλλά από το ρήμα trainer, που σημαίνει τραβάω προς τα πίσω, αναβάλλω. Κι αυτά γράφονται πλέον με ε, και μάλιστα νομίζω ότι η γραφή «*τραινάρω» είναι σχετικά σπανιότερη από την «*τραίνο».

Ο ορθογράφος του Word δέχεται και τις δύο γραφές, τρένο και τραίνο, όπως και τραινάρω/τρενάρω. Περιέργως, κοκκινίζει το τραινάρισμα ενώ δέχεται το τρενάρισμα.

Εσείς; Πώς το γράφετε; Τρένο ή τραίνο; Απαντήστε παρακαλώ, χωρίς να…. κρύβετε τα χρόνια σας!

Πηγή: sarantakosWordpress.com

ο πρώτος Έλληνας έγχρωμος βουλευτής;

Σαν μυθιστόρημα

Η ζωή του είναι σχεδόν μυθιστορηματική και η σύνδεσή του με την Ελλάδα συγκινητική. Τον Σπύρο Χαγκαμπιμάνα, από το Μπουρουντί της Κεντρικής Αφρικής, ίσως τον θυμούνται κάποιοι, όταν το 2015 είχε κινητοποιηθεί όλη η ελληνική διπλωματία για να σωθεί από τη φυλακή της πατρίδας του.

Ο 50χρονος σήμερα Σπύρος Χαγκαμπιμάνα είχε έρθει στην Ελλάδα νεαρός για να φοιτήσει στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων. Οταν αποφοίτησε, η χώρα του είχε περάσει σε χέρια πραξικοπηματιών, με αποτέλεσμα να παραμείνει στην Ελλάδα και να συνεχίσει τις σπουδές του στη Νομική.

Το 2005, η αλλαγή της πολιτικής κατάστασης στη χώρα του, όπου με εκλογές είχαν λάβει την εξουσία οι αντιστασιακοί, τον έφερε πίσω στο Μπουρουντί. Τελικά ο αντιστασιακός ηγέτης εξελίχθηκε σε νέο… δικτάτορα και ο Χαγκαμπιμάνα, αντιστεκόμενος στις εντολές για καταστολή ως αστυνομικός, συνελήφθη και φυλακίστηκε.

Με τη βοήθεια των ελληνικών Αρχών και προσωπικώς τότε του Νίκου Κοτζιά αποφυλακίστηκε και από το 2016 επέστρεψε μόνιμα στην Ελλάδα. Εδώ είναι η ζωή του και εδώ οι φίλοι του. Και τούτο φάνηκε στις πρόσφατες εσωκομματικές εκλογές της Ν.Δ., που εξελέγη πρώτος σε ψήφους σύνεδρος στη Β΄ Πειραιά και θα είναι παρών στο συνέδριο του κόμματος τον Δεκέμβριο.

Άι Γιώργης, διήγημα του Δημήτρη Χατζή

Το διήγημα της Κυριακής

Άι Γιώργης

Εργοδηγός είπε πως ήτανε ο νέος νοικάρης στο δωμάτιο τ’ αντικρυνό από τα δυο τα δικά τους. Ένας παίδαρος.

«Και τι ‘ναι αυτό, εργοδηγός;» ρώτησε η Κατερίνα.

Ο Σταμάτης βάλθηκε να το εξηγήσει με λόγια τόσο πολλά που φάνηκε πως κι αυτός δεν τόξερε. Κόψανε την κουβέντα και σκέφτηκε να ρωτήσει με τρόπο την άλλη μέρα στο μαγαζί του. Ρώτησε, τόμαθε και το βράδυ μπορούσε πια να της το πει με λιγότερα λόγια.

«Ξέρεις όμως», είπε η Κατερίνα. «‘Ηρθε σήμερα η Κυρά-Μαρία και μου λέει να τον αφήνουμε να περνάει από μας και να πάει, λέει, στην κουζίνα μας.»

«Στην κουζίνα τη δική μας;»

«Μόνο το βράδυ. Θέλει, λέει, να ζεσταίνει λίγο νερό.»

«Και τι το θέλει το νερό και να το ζεσταίνει;»

«Για τα πόδια του λέει. Ξέρεις, δεν έχει γκάζι σ’ αυτό το δωμάτιο που του νοίκιασε και νερό δεν έχει, απ’ το μπάνιο παίρνουνε.»

«Και να το ζεσταίνει εδώ;»

«Για τα πόδια του.»

«Και κάθε βράδυ να περνάει από δω; Δεν είναι μπελάς;»

«Να μη τα χαλάσουμε, λέω, μ’ αυτήν, την κυρά-Μαρία, την ξέρεις…»

«Να μην τα χαλάσουμε, ναι. Μα δε σε πειράζει εσένα που θα περνάει;»

Η Κατερίνα σήκωσε τις πλάτες -πού να το ξέρει από τώρα που αν πειράζει;

Ο νέος νοικάρης άρχισε από τ’ άλλο βράδυ και χτυπούσε την πόρτα τους, έλεγε να τον συμπαθούνε για την ενόχληση και περνούσε και πήγαινε στην κουζίνα τους. ‘Ηταν η ώρα πούχαν αποφάει κι ο Σταμάτης κατέβαζε καμιά φορά την εφημερίδα του και τον κοιτούσε κλεφτά, καθώς στεκόταν ορθός στην κουζίνα μπροστά στη φουφού, περιμένοντας το νερό του να ζεσταθεί.

«Κάτσε βρε παιδί μου, να μας πεις και καμιά κουβέντα όσο που να ζεσταθεί το νερό», τούπε ένα βράδυ. «Τι να στέκεσαι ορθός τόσην ώρα;»

Μετά χαράς. Βγήκε απ’ την κουζίνα, πήρε μια καρέκλα κι έκατσε κοντά τους. Αργύρης ήταν τόνομά του. Μεγάλος ήτανε, γερός, καλοφτιαγμένος, ψημένος στον ήλιο και τον αέρα. Εδουλεύανε, λέει, στη Ραφήνα, στα έργα και φεύγει το πρωί με το φορτηγό της εταιρείας και γι’ αυτό δεν τον βλέπουνε το πρωί, πολύ γρήγορα φεύγουνε. Και το βράδυ γυρίζει πάλι με το φορτηγό της εταιρείας. Κι αυτό το νεράκι χρειάζεται μόνο, λίγο ζεστό νερό για τα πόδια του γιατί δεν έχει τίποτα στο δωμάτιο το δικό του να το ζεστάνει. Και να τον συμπαθούνε για την ενόχληση, που του χρειάζεται το νερό για τα πόδια το βράδυ, γιατί ‘ναι δύσκολη δουλειά με αυτό το επάγγελμα, νάσαι εργοδηγός κι όλη μέρα στο πόδι.

«Επιστάτης σα να λέμε», είπε ο Σταμάτης για να δείξει και στην Κατερίνα τι καλά που τόξερε πια.

«Όχι. Αυτό δεν είναι επιστάτης, δεν έχει να κάνει με επιστάτης. Πρέπει να μετρήσεις τη δουλειά, πόσο βγήκε σήμερα, να κανονίσεις για την άλλη μέρα. Στο πόδι του μηχανικού, σα να λέμε. Εκχωματώσεις, επιχωματώσεις…»

Ας είναι κι έτσι -σήκωσε τις πλάτες του ο Σταμάτης, εκχωματώσεις, επιχωματώσεις… Κάποια δουλειά πρέπει να κάνει ο καθένας και υγεία να έχουμε μόνο για να τα βγάλουμε πέρα. Η Κατερίνα τον κοίταξε με κρυφό καμάρι, τι σοφά που τάχε ξηγήσει. Ο Αργύρης γέλασε και συμφώνησε.

Τ’ άλλο βράδυ που πέρασε, τούπανε πάλι και κάθισε λίγο μαζί τους, όσο που να ζεσταθεί το νερό του και να το πάρει. Ο Σταμάτης το σκέφτηκε πονηρούτσικα και το πήγε σιγά σιγά νάχει κρατημένο το μισό κρασί της γαράφας του να τ’ αποπιούνε μαζί. Τόπιανε μαζί κι ήτανε μια χαρά μ’ αυτό το παιδί που καθόταν μαζί τους και μιλήσανε λίγο. Και τ’ άλλο βράδυ που μπήκε, κρατούσε ο Αργύρης μια μπουκάλα ρετσίνα και γέλασε και τους είπε -δε γίνεται και να μην τον προσβάλουν, θα το πιούνε μαζί. Και πήγε τότες η Κατερίνα στην κουζίνα και χαμήλωσε το γκάζι κάτω από την κατσαρόλα με το νερό και την ήπιανε μια χαρά τη μπουκάλα κι είπανε πολλά και διάφορα, εκχωματώσεις, επιχωματώσεις και τα λοιπά.

Ήταν η πρώτη φορά που ξένος άνθρωπος, τρίτος, έμπαινε στη ζωή τη δική τους και τόσο κοντά. Ο Σταμάτης είδε την Κατερίνα που τρόμαξε μ’ αυτό το καινούριο και τ’ ασυνήθιστο πράμα -ανησύχησε λίγο κι αυτός, μα δεν είπε τίποτα.

Ως τα τότες ο Σταμάτης ο Σιδεράκης τέτοιας λογής νταραβέρια, συνάφειες, πάρε δώσε με τους άλλους ανθρώπους δεν είχε ποτές του. ‘Οχι που φοβόταν απ’ αυτούς ή ντρεπόταν για την καμπούρα του, τ’ ατροφικά ποδαράκια του και τα μεγάλα, κίτρινα κι άχαρα χέρια του -να φεύγει, να κρύβεται. Δε φοβότανε, δεν έφευγε, δεν κρυβόταν από κανέναν. Μα τη ζωή του έτσι την είχε φκιασμένη μέσα στα δικά της τα μέτρα, που δεν ήθελε καθόλου να την αλλάξει, δεν ήθελε να του τη χαλάσει κανένας ξένος. Πολύ καλά τα περνούσαν οι δυο τους με τη σύζυγό του την Κατερίνα – δεν τους χρειαζόταν κανένας άλλος. Πολύ καλά τάφερνε βόλτα με το μικρό μαγαζάκι, το ραφτάδικο του στου Γκύζη, πέρα στην άκρη, στα Τουρκοβούνια, δεν ήθελε περισσότερο. Πολύ καλά τα πήγαινε και με τους ανθρώπους, έτσι όπως πήγαινε -και τούφτανε τόσο.

Οι φουκαράδες στην απόμερη γειτονιά του τον ξέρανε πως ήταν τεχνίτης καλός για τις μικρές τις δουλειές, περιορισμένος πολύ και στις απαιτήσεις του, ταχτικός και στις προθεσμίες. Και τα φέρνανε, λοιπόν, πάντα σ’ αυτόν, τα τριμμένα τους πανταλόνια να τους αλλάξει καβάλο, οι μικροϋπάλληλοι, να τους γυρίσει τις φορεσιές τους, οι φαμελίτες τα παλιά τους τα ρούχα να τα μεταποιήσει για τα παιδιά τους. Καινούρια κοστούμια να φκιάξουν, δεν τα πήγαιναν σ’ αυτόν κι ο Σταμάτης ο Σιδεράκης δεν πικραινότανε και δεν επείσμωνε με κανέναν γι’ αυτό. Ποτές του δεν σκέφτηκε ναπλώσει τα μικρά του τα ποδαράκια έξω απ’ το πάπλωμα, που θάπρεπε βέβαια νάναι και κείνο κοντούτσικο. Στο τέλος τέλος, σκεφτόταν, ένα μαγαζάκι έχει ο καθένας σε τούτον τον κόσμο και ποτέ περισσότερο, γιατί όσο μεγάλο και νάχει, βρίσκεται πάντα και μεγαλύτερο -και λοιπόν, ορίστε, μαγαζάκι και το μικρό, μαγαζάκι μονάχα και το μεγάλο. Έτσι σκεφτόταν, χαιρόταν μ’ αυτά που του φέρνανε και τα δούλευε μαστορικά, μερακλίδικα, μ’ υπομονή και με τέμπο.

Ανέβαινε, σκαρφάλωνε, και καθότανε πάνω στο μεγάλο ραφτάδικο πάγκο του, διπλώνοντας τόνα του πόδι κι αφήνοντας τ’ άλλο να κρέμεται στον αέρα. Σταματούσε καμιά φορά τη δουλειά του και στεκότανε μια στιγμή και κοιτούσε τα δάχτυλά του, τα κοιτούσε σα να τάβλεπε πρώτη φορά και δε λυπόταν καθόλου πως γίνηκε έτσι και του τάδωσε ο Θεός αυτουνού τέτοια κίτρινα κι άχαρα -τα χαιρότανε να τα βλέπει πώς δουλεύανε, τόσο μεγάλα, μια τόσο μικρή βελονίτσα. Γιόμιζε η ψυχή του θαμασμό για το μέγα μυστήριο. Ξανάρχιζε τη δουλειά του και κάποτε κατέβαζε τόνα του χέρι, το γύριζε σαν κουτάλα και μάζευε το μικρό, τρυφερούτσικο ποδαράκι του, που κρεμότανε στον αέρα. Το κοιτούσε κι αυτό μια στιγμή και τόβαζε κάτω από το άλλο, σταυροπόδι πάνω στον πάγκο, όσο να το ξαναφήσει και κρεμότανε πάλι. Και σκεφτότανε τότε και γι’ αυτά του τα πόδια που μείνανε ανέσωτα, πως πάλι καλά, δεν πειράζει -αφού τα πόδια σε τούτο χρειάζονται μόνο, να μπορεί κανένας να περπατήσει, κι αυτός μπορούσε και περπατούσε και με βήμα κιόλας ανάλαφρο και γοργό. Και σκεφτότανε τότες εκεί, σκαρφαλωμένος απάνω στον πάγκο του και γι’ αυτή την καμπούρα του, πως στο τέλος τέλος όλοι την έχουνε μια καμπούρα σε τούτον τον κόσμο, πότε φαίνεται, πότε δε φαίνεται, κι αν η δική του ξεχώριζε κάπως κακό κανένα δεν έγινε. Το μεσημέρι τόκλεινε το μαγαζάκι και πήγαινε σπίτι, δυο τρεις δρόμους πιο κάτω, να φάει. Η Κατερίνα τούχε μαγειρέψει τις σουπιές του με το σπανάκι, τις αγκινάρες με το λεμόνι, τις σωλήνες με το ριζάκι κι είχε πάντα το τραπέζι στρωμένο. Και το βράδυ που σκολούσε, τούχε πάλι το τραπέζι του ετοιμασμένο, με μια μικρή γαράφα ρετσινίτσα στη μέση -φορούσε τη ρόμπα της τη λουλουδάτη και τον περίμενε η Κατερίνα.

Το κορμί της αυτηνής δεν ήτανε παραμορφωμένο σαν το δικό του. ‘Ητανε μόνο μικρό κι ήταν ανέσωτο και πάνω σ’ αυτό το κορμάκι ένα μεγάλο κεφάλι, με τη μύτη μπροστά πατημένη και τούφες τούφες φυτρώνανε πάνω κάτι κόκκινα μαλλάκια. Την έβλεπε κι ο Σταμάτης ο Σιδεράκης και σκεφτότανε και γι’ αυτό -σκεφτότανε δηλαδή πως στο τέλος τέλος ο καθένας την έχει μια Κατερίνα σε τούτον τον κόσμο και τίποτα παραπάνω δεν έχει, αφού καμία γυναίκα δεν βρίσκεται, άνθρωπος κανένας δεν είναι χωρίς το κουσούρι του και πότε δεν φαίνεται τόσο πολύ, πότε φαίνεται κάπως, όπως, ας πούμε, της δικής του της Κατερίνας…

Την Κυριακή τ’ απογεματάκι την έπαιρνε και πηγαίνανε, το χειμώνα στον κινηματογράφο και βλέπαν τα φιλμ, με το καλό τον καιρό να βγούνε λίγο να περπατήσουν στο Πάρκο, και να καθίσουν να κάνουν σεργιάνι με τους ανθρώπους.Και πέρνανε καμιά φορά το λεωφορείο και κατεβαίνανε να δουν και τη θάλασσα και καθότανε και στο καφενείο -κάπως απόμακρα πάντα- μα το πίνανε μια χαρά το κανονικό γαραφάκι της Κυριακής τους με το διπλό το μεζέ. Οι δυο τους. Και τόσο ταιριάζαν ο ένας δίπλα στον άλλον που κανένας δε γυρνούσε να τους κοιτάξει παράξενα. ‘Ολα τους, σαν από μόνα τους, και του Σταμάτη τα ρούχα και το ντύσιμο το δικό της, το φέρσιμό τους, η σιγανή τους κουβέντα, χειρονομίες, το γέλιο τους, είχαν όλα ταιριάξει και στρώσανε, προσαρμόστηκαν κι ενωθήκανε σε μια θαυμαστή ισορροπία ταπεινοσύνης κι υποταγής, από όπου τίποτα δεν ξέφευγε και δεν έλειπε τίποτα. Και το βράδυ που γυρνούσανε πίσω, να τυχαίνανε σ’ έρημο δρόμο, να μην είναι κανένας, άπλωνε τότες η Κατερίνα το χέρι της και το περνούσε στο μπράτσο του και περπάταγαν έτσι -και μήτε αυτό, λοιπόν, δεν τους έλειπε. Κι ευχαριστούσε τότε κι η Κατερίνα τη δική της μοίρα, που της έδωσε αυτόν τον Σταμάτη, το Σταμάτη και την αγάπη, αυτή την ταπεινή ευτυχία που ξέραν οι δυο τους και μυστικά χαιρόνταν οι δυο τους…

Άδικα ωστόσο φοβήθηκαν με τον Αργύρη. Ο Αργύρης δεν ήθελε τίποτα απ’ αυτούς και -το πιο σπουδαίο- τίποτα δεν είχε να κάνει μαζί τους, να τους ενοχλήσει, να τους βαρύνει, να βγάλει τη ζωή τους από το δρόμο της. Ερχότανε, ζέσταινε το νερό του, έλεγε τις δυο καλές του κουβέντες, τόπαιρνε κι έφευγε. Μια μικρή ποικιλία, ένα τέταρτο της ώρας κάθε βράδυ -και τέλος.

Εντελώς ακίνδυνη ποικιλία. Η Κατερίνα τούβαζε πια από τ’ απόγεμα τη μεγάλη κατσαρόλα με το νερό στη φωτιά, να το βρίσκει ζεσταμένο όταν έρχεται. Κι ο Αργύρης για να την ευχαριστήσει, της έφερε καναδυό φορές, κατ’ ευθείαν από το δίχτυ, ψάρια και θαλασσινά που σπαρταρούσαν ακόμα και τα μαγείρεψε η Κατερίνα και καθίσαν μαζί και τα φάγανε.

Ο Σταμάτης δεν ανησυχούσε πια. Λίγο παραξενευότανε μόνο μ’ αυτό το παλικάρι που καθότανε κάθε βράδυ στο σπίτι και μόνο μ’ αυτούς μιλούσε λιγάκι και δεν πήγαινε ποτέ πουθενά. Κι όταν ξεθάρρεψαν πια για τα καλά του τόπε κι αυτό, να μη τόχει στην καρδιά του και τον βαραίνει.

«Καλά, μωρέ Αργύρη παιδί μου», του λέει. «Πώς τα καταφέρνεις έτσι, μωρέ παιδί μου; Από τη δουλειά στο σπίτι, κάθε βράδυ, κάθε βράδυ. Ας πούμε, φίλους δεν έχεις… Μα μήτε γκόμενα δηλαδή; Μεδέν ο Αργύρης;»

Η Κατερίνα κατακοκκίνησε να τον ακούει να λέει τέτοιες κουβέντες, για γκόμενες ο Σταμάτης. Ο Αργύρης γέλασε.

«Έχω», είπε. «Και θα τη δείτε και σεις… Σε λίγο.»

Και τους είπε την ιστορία. Για το κορίτσι πού ‘τανε στη Λαμία και το λέγαν Ιφιγένεια. Και σ’ ένα μήνα, σε δυο μήνες το μάξιμον, θα πάει να κάνουν το γάμο. Και παράξενο, πώς δεν τους τόπε η κυρά-Μαρία πως τα συμφώνησαν από την αρχή να τη φέρει μετά το γάμο να μείνουν σ’ αυτό το δωμάτιο που του νοίκιασε. Δυο τρεις μήνες θα μείνουνε μόνο, όσο να τελειώσει το σπιτάκι πούχαν πάρει κι αυτοί, με τα χίλια βάσαν σ’ ένα συνεταιρισμό στην Ηλιούπολη και βοηθούσανε κι οι δικοί της του κοριτσιού. Ως τα τέλη του Σεπτέμβρη θάχει τελειώσει. Και γκόμενα άλλη καμία δεν του χρειάζεται του Αργύρη. Και για να βγαίνει το βράδυ, άσε που κουράζεται όλη μέρα και θέλει τον ύπνο του, λογάριασε τα λεφτά… Όλα τα τρώει το σπίτι. Και λογάριασε -και γάμο πρέπει να κάνουν κι εισιτήρια να πάει κι εισιτήρια να γυρίσουν οιδυο τους και βάλε και βάλε. Και το κορίτσι δεν είναι πλούσιο -μόνο η αγάπη…

Του Σταμάτη πολύ πολύ του άρεσε, καθώς τάλεγε έτσι το παλικάρι, τα φτωχά και τα νοικοκυρεμένα και τα βάσανα και τα σχέδια και το σπίτι και το κορίτσι με την αγάπη -όπως τα διάβαζε στα ρομάντζα του περιοδικού π’ αγόραζε κάθε Σάββατο.

«Και θάρθει να μείνει εδώ; Μαζί μας;» ρώτησε η Κατερίνα κι η φωνή της έτρεμε λίγο.

«Εδώ», είπε ο Αργύρης. «Σ’ αυτό το δωμάτιο. Τι να κάνουμε; Σ’ ένα μήνα. Βία ως τα τέλη του Ιούνη. Περισσότερο δεν το βαστούμε -μήτε εγώ μήτε αυτή» και γέλασε πάλι κι η Κατερίνα κατακοκκίνισε πάλι με το κορίτσι που θαρχόταν να μείνει μ’ αυτόν τον παίδαρο στ’ αντικρινό δωμάτιο και δε βαστούσανε λέει, χωρίς να ντρέπεται.

«Θα της κεντήσω ένα τραπεζομάντιλο», είπε στο Σταμάτη την άλλη μέρα που τρώγανε.

«Και βεβαίως» αποκρίθηκε αυτός. «Καλό παιδί ο Αργύρης. Θα το κάνουμε δώρο. Και να είναι γύρω γύρω λουλούδια και δυο πουλιά να είναι στη μέση. Ξέρει ο Σταμάτης τι λέει. Έτσι να το κάνεις.»

«Έτσι θα το κάνω.»

Καλοκαίριασε.

Ο Αργύρης έφυγε στη Λαμία τέλη του Ιούνη -γύρισε σε λίγο με το κορίτσι, με τη γυναίκα. Και το πρώτο βράδυ που φτάσανε, τους την έφερε να τους τη δείξει. Ο Σταμάτης -πιάστηκε μια στιγμούλα η φωνή του μπροστά σε κείνο το τέλειο νεανικό σώμα, όλο υγεία και δύναμη. Ένας τρόμος έπαιξε μέσα στα μάτια του. Η Κατερίνα -της έδωσε το τραπεζομάντιλο κι απόμεινε κι αυτή και δεν ήξερε τι να πει- κοιτούσε εκείνο το σώμα, την ομορφιά του προσώπου της, τα μεγάλα μάτια που λάμπανε, τα μαύρα μαλλιά, λυμένα και πέφτανε βαριά πάνω στους ώμους της. Ύστερα, κατάφερε να της πει πως μπορούσε νάρχεται στην κουζίνα της να μην παιδεύεται με τη γκαζιέρα που της είχε αγοράσει ο Αργύρης. Τότε κι ο Σταμάτης, ξεροκατάπιε καναδυο φορές, χώθηκε βαθύτερα σε κείνη την πολύθρόνα του και παρατήρησε πωςψεύτισαν πολύ τον τελευταίο καιρό τις γκαζιέρες, δεν είναι για προκοπή. Και επικίνδυνες, είπε. Η Ιφιγένεια κάθισε στην άκρη της καρέκλας που της δώσανε, κρατώντας με τα δυο της τα χέρια πάνω στα γόνατα το τραπεζομάντιλο. Τους κοίταξε και τους δυο, χαμογέλασε, είπε ευχαριστώ για το δώρο, το ξεδίπλωσε, τάνοιξε, παίνεσε πολύ την ψιλή δουλειά -αυτή δεν ήξερε να κεντάει τόσο καλά- είπε πάλι ευχαριστώ και για την κουζίνα και πως βάρος δεν θα τους έδινε όσο θα μέναν εκεί -και φύγανε με τον Αργύρη της.

Αυτοί μείνανε μόνοι, ανάσαναν κι οι δυο τους. Κοιταχτήκανε, δεν είπανε τίποτα. Μήτε σχόλια γι’ αυτήν, μήτε προβλέψεις, μήτε ενθαρρύνσεις ο ένας στον άλλον. Μπορούσαν νάναι ευχαριστημένοι, καλά τα κατάφεραν. Σε λίγο πήγανε στο κρεβάτι ευχαριστημένοι, ικανοποιημένοι ο ένας από τον άλλον, αμίλητοι ωστόσο -δεν είχανε τι να πούνε, δεν ξέρανε.

Και δε χρειάστηκε και να πούνε. Όλα πήγανε καλά -πολύ καλά πάλι. Απ’ την άλλη μέρα κιόλας, η Ιφιγένεια τόδειξε πως δεν είχε σκοπό να τους είναι βάρος. Δεν θέλησε να δεχτεί καμιά βοήθεια χωρίς ανταπόδοση. Βλέποντάς της τέτοια η Κατερίνα δεν την άφησε πια να κάνει τίποτα στην γκαζιέρα. Την πήρε στην κουζίνα της, σαν να την είχαν μαζί, εκεί να μαγειρεύει κι η Ιφιγένεια, να τάχει εκεί τα λιγοστά πιατικά τους, της έδωσε ράφια και στο ντουλάπι της να βάζει τα τρόφιμα να μη μυρίζουνε το δωμάτιο -και, τι κρίμα, τον Οκτώβριο που λογαριάζανε νάχουνε το ψυγείο τους, αυτοί θάχουνε φύγει στο δικό τους σπίτι. Η Ιφιγένεια άρχισε τότε κι αυτή και μοιραζόταν μαζί της τις δουλειές του σπιτιού, αυτές τις λίγες δουλειές που χρειαζόταν να γίνουν. Πρόθυμη, ακούραστη, πρόσχαρη, πηδώντας κάποτε, με μικρές κραυγές, τινάζοντας πίσω σαν άλογο τα μεγάλα μαλλιά της. Έτρεχε το πρωί να προφτάσει, νάχει καθαρίσει αυτή, να πλύνει, νάχει ετοιμάσει την κουζίνα για το μαγείρεμα, να σκουπίσει το διάδρομο και τη σκάλα. Τέλειωνε μ’ αυτά, έπιανε μονάχη της, έκανε δουλειές της Κατερίνας. Ήσυχα, απλά, πραχτικά, μ’ ανοιχτή καρδιά, χωρίς επίδειξη, χωρίς επιτήδευση, φυσικότατα. Υγιής, χορτασμένη, κατακάθαρη μέσα.

Καλός άνθρωπος η Ιφιγένεια, σκεφτότανε η Κατερίνα. Της φερότανε πολύ μετρημένα, πολύ λογικά, με κάποια επιφύλαξη πάντα, με στοργή, που δεν την φανέρωνε και με κάποιον θαυμασμό, που κι αυτόν τον έκρυβε. Τα δέκα χρόνια που τις χώριζαν, η ομορφιά κι η υγεία της Ιφιγένειας, η δική της προπαίδευση τόσα χρόνια κοντά στο Σταμάτη -πολύ καλά της το δείχνανε ως πού πρέπει να πάει. Χαιρότανε να την έχει μαζί της όλη τη μέρα, χρυσή συντροφιά της και χαιρόταν που τα κανόνισαν όλα τόσο καλά, τόσο σωστά. Το βράδυ του τάλεγε του Σταμάτη καιμέσα της δόξαζε το Θεό που κι ο δεύτερος άνθρωπος πούρθε κοντά τους βγήκε έτσι φρόνιμος κι έτσι καλός. Το περισσότερο αυτή μήτε τόθελε, μήτε θάφηνε τον εαυτό της να το θελήσει. Τετρακόσια τάχει η Κατερίνα μου, έλεγε πάντα ο Σταμάτης και την καμάρωνε. Δε θάλλαζε τώρα.

Η Ιφιγένεια -αυτή ‘ταν εκείνη που πήγε κοντύτερά της. Μ’ ένα τρόπο που δεν είχε στάλα συμπόνοια ή συγκατάβαση μέσα. Σαν ίσος προς ίσον. Σαν να μην έβλεπε αυτή την ασκήμια της Κατερίνας, καμιά μειονεκτικότητα να μην ήθελε να της βλέπει. ‘Aρχισε σε λίγο και της μιλούσε για τους γονείς της, τ’ αδέρφια της, για τα λεφτά τους με τον Αργύρη -και τόσα λίγα- το σπίτι, τα σχέδια, τις φροντίδες τους. Έκανε τότε κι η Κατερίνα το βήμα -την άφησε τη στοργή της και φανερώθηκε. Ένα κύμα ζεστής τρυφερότητας ήρθε και την κατάκλυσε. ‘Aπλωνε κάποτε το χέρι της και τη χάϊδευε -εκείνο τ’ ωραίο κεφάλι της. Η Ιφιγένεια δεν της τάφηνε χωρίς ανταπόδοση. Μπορούσε να κάθεται δίπλα της μ’ άνεση, με σιγουριά, μ’ ευχαρίστηση -για τη δική της ευχαρίστηση. Και μπορούσε να της μιλάει και για φορέματα -που δεν είχε- για τα μαλλιά της -πώς να τα φκιάσει επιτέλους, να μην κρέμονται έτσι. Η Κατερίνα – ο ρυθμός του κόσμου πήρε κι άλλαζε εντός της. Της μιλούσε και για τον Αργύρη -για την αγάπη- και για το παιδί της μιλούσε -που δεν το θέλαν ακόμα, σάμπως νάτανε κι η Κατερίνα γερή και σωστή, σάμπως νάτανε σαν όλους τους άλλους. Η Κατερίνα φυλαγόταν ακόμα, δυσκολευότανε να το πιστέψει, να το δεχτεί, πως τίποτα δεν τη χώριζε, δεν τη ξεχώριζε από τους άλλους ανθρώπους. Μα η Ιφιγένεια ήταν εκεί, κάθε μέρα, όλη μέρα, να το βεβαιώνει με τον τρόπο της, με τη φιλία, με την αγάπη της. Η σοφή της αντίσταση έσπασε. Την έσπασε αυτή η χαρά. Και πήρε τότε και γέλασε της Κατερίνας το πρόσωπο. Τα μάτια της γλυκαθήκανε από τα δάκρυα -κάθε στιγμή κρατημένα. Πάθος ζωής ανάστησε το λειψό της κορμί.

«‘Aι-Γιώργη μου εσύ», της ξέφυγε κάποτε και της φώναζε.

«Πάλι με τον ‘Aι-Γιώργη;» γελούσε η Ιφιγένεια.

«Και μη δεν είσαι; Σαν τον ‘Aι-Γιώργη στο τέμπλο. Που θα σε χάσω μονάχα…»

Η Ιφιγένεια βεβαίωνε τότε πως αυτό δεν γινότανε, ποτέ δεν θα γίνει, θα βλεπόντανε κάθε μέρα, θα πηγαίνανε, θαρχόνταν η μία στην άλλη -τελείωσε. Κι η Κατερίνα χαιρόταν.

Έτσι πέρασε, και τόσο καλά, ο πρώτος καιρός, όλος ο Ιούλης. Και ξαφνικά γύρισαν όλα κι αλλάξανε. Η Κατερίνα φαινότανε τσακισμένη. Χάθηκε εκείνη η χαρά, το φως εσβήστηκε μέσα στα μάτια της. Σα να κουράστηκε. Και σα να γέρασε, νασκήμισε περισσότερο -έτσι την έβλεπε ο Σταμάτης. Το βράδυ που γύριζε αυτός, το φαΐ του βρισκότανε πάντοτε στο τραπέζι, αχνιστό, να μοσκοβολάει η κάμαρη, η γαραφίτσα με τη ρετσίνα στη μέση -όλα όπως πρώτα. Μα η Κατερίνα δε ρωτούσε πια το καθετί για το μαγαζί, δεν τούλεγε τα νέα της γειτονιάς τους, δε μιλούσε πια για την Ιφιγένεια πώς τα περνούσαν οι δυο τους, τίποτα δεν έλεγε η Κατερίνα, όσο που τρώγανε καισήκωνε γρήγορα γρήγορα το τραπέζι. Ύστερα ξαπλωνότανε στο σοφά, διπλωνόταν στα δυο και καθόταν εκεί με το μεγάλο κεφάλι της ακουμπισμένο στη μικρή της παλάμη και με τα μάτια κλεισμένα -καθόταν εκεί και δεν έκανε, δεν έλεγε τίποτα, όσο ναποδιαβάσει κι αυτός την εφημερίδα του και να πάνε στ’ άλλο δωμάτιο να πλαγιάσουν. Και το πιο σπουδαίο -δεν τη φορούσε πια τη ρόμπα με τα λουλούδια. Δέκα χρόνια παντρεμένοι, τέτοια αταξία δεν έγινε.

«Γιατί δε φοράς, Κατερίνα, τη ρόμπα;» τη ρώτησε.

«Χάλασε.»

«Να πάρουμε άλλη, αδερφέ. Χωρίς τη ρόμπα πώς γίνεται;»

Σήκωσε τις πλάτες της και δεν είπε τίποτα. Σώπασε κι αυτός, δεν ήξερε τι να πει παραπάνω μ’ αυτή τη ρόμπα. Τ’ άλλο βράδυ η Κατερίνα, πάλι δεν τη φορούσε.

«Έχεις τίποτα, Κατερίνα;» τη ρώτησε.

Σήκωσε πάλι τις πλάτες – πάλι τις πλάτες, καινούριο κι αυτό με τις πλάτες.

«Έχεις τίποτα;» ξαναρώτησε.

Σήκωσε τα μάτια της και τον κοίταξε.

«Τι θέλεις νάχω;»

Και σώπασε πάλι. Και σώπαινε πια κάθε βράδυ και καθόταν εκεί διπλωμένη με τα μάτια κλειστά. Ήθελε πια να του το πει κι αυτουνού μια φορά, να μη τη ρωτάει, να μην κάνει πως τάχα δεν ξέρει. Μα δεν έβρισκε πώς να τα πει τέτοια πράματα, πώς τα λένε, αν λέγονται αυτά τα πράματα -ποια;

«Κατερίνα…»

«Τι ‘ναι μανούλα μου;»

«Πάρε με, Κατερίνα, στα εμπορικά να ψωνίσω μια μπατίστα.»

«Τώρα;»

«Τώρα…»

«Να σε πάρω…»

Έτσι είχε αρχίσει. Η Ιφιγένεια έδωσε ένα σάλτο, την αγκάλιασε, άλλο σάλτο, βρέθηκε στο δωμάτιό της, έριξε πάνω της ένα τσίτι και ξαναγύρισε στη στιγμή. Ήταν χαρούμενη που θα πήγαιναν να ψωνίσουν αυτή τη μπατίστα, πολύ χαρούμενη. Η Κατερίνα χαιρότανε τη χαρά της -πώς δεν της έκοψε το μυαλό, τόσον καιρό να της τόλεγε αυτή, να την πάρει να βγούνε μαζί; Στάθηκε μια στιγμή και την κοίταξε. Ήταν κατακόκκινη, το πρόσωπό της όλο λαμποκοπούσε -ο ‘Aι-Γιώργης. Κάτω από κείνο το τσίτι, φαινόταν, ήταν ολόγυμνη. Παρθενικά, θηλυκά, σεμνότατα, θαυμάσια γυμνή. Και μοσκοβολούσε -μια δροσιά- το κορμί της.

«Να φάμε και καμιά πάστα, Κατερίνα; Ναι; Κερνάω…»

«Να ντυθώ κι εγώ μια στιγμή», είπε η Κατερίνα.

Μπήκε στο μέσα το δωμάτιο, το δικό της. Η πρώτη χαρά της είχε χαθεί -γιατί χάθηκε; Έκλεισε πίσω της την πόρτα -γιατί την έκλεισε; Έβγαλε την ποδιά της κουζίνας, έβγα.ε το φόρεμά της, έμεινε με την κομπιναιζόν της τη θαλασσιά. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Κανένα κύρτωμα, κανένα καμπύλωμα δεν γινότανε στο στήθος της. Πήρε απ’ τον κομμό την κίτρινη μπλούζα με τα κοντά τα μανίκια, τη φόρεσε γρήγορα γρήγορα -ο Σταμάτης την είχε παινέσει πολύ, τι καλά που της πήγαινε. Στάθηκε μπρος στον καθρέφτη και κουμπωνόταν. Κοιτάχτηκε πάλι. Η μπλούζα της άφηνε έξω τα μπράτσα -είδε τα μπράτσα της στον καθρέφτη, βλογιοκομμένα, ασπρουλιάρικα, κίτρινα, μαραμένα. Δε θα τη φορούσε αυτή τη μπλούζα να βγει με την Ιφιγένεια. Την έβγαλε γρήγορα γρήγορα, την πέταξε στο κρεβάτι. Πήρε απ’ τη ντουλάπα το κόκκινο φόρεμα με τις άσπρες βουλίτσες, τις Κυριακές το φορούσε, με το μανίκι ως τον άγκωνα. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη -χειμωνιάτικο. Γρήγορα γρήγορα το ξανάβγαλε, το πέταξε κι αυτό στο κρεβάτι -τι να βάλει τώρα; Πηγαινοήρθε ανάμεσα στον καθρέφτη και στη ντουλάπα -ένιωσε πως ίδρωνε. Ήρθε απ’ έξω κι η φωνή της Ιφιγένειας -έλα πια, τότε τάχασε ολότελα. Ξαναφόρεσε εκείνη την μπλούζα. Και τα μαλλιά; Τι προφταίνει να κάνει τώρα με τα μαλλιά της; Φόρεσε στο κεφάλι της το μαντήλι, Αύγουστος μήνας, το πέταξε, το ξανάβαλε, πάλι το πέταξε. Ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα όταν βγήκε -με την μπλούζα την κίτρινη, την κοντομάνικη και με τα μαλλιά της τούφες τούφες, τα κόκκινα -ασκέπαστα. Την τελευταία στιγμή της πέρασε η ιδέα πως στις μασχάλες της βρωμούσε ο ιδρώτας.

Βγήκανε στο δρόμο. Συνηθισμένη να στέκεται δίπλα στο δικό της το Σταμάτη, τόσα χρόνια, ασφαλισμένη, ένιωθε τώρα πηγαίνοντας με την Ιφιγένεια, ένας άλλος κόσμος νανοίγεται γύρω της -εχθρικός. Τ’ ανελέητο φως τ’ αυγουστιάτικου πρωινού τη γύμνωνε ολόκληρη -το στήθος, τα πόδια της. Η ταραχή πούχε νιώσει στο σπίτι μεγάλωνε -τάχε χάσει. Όταν φτάσανε στην Ερμού -κόσμος πολύς, κάτι ζάλη την έπιασε. Δεν ήθελε νάμπει μαζί με την άλλη στο μαγαζί- και μπήκε. Τις κοιτούσαν όλοι. Βγήκανε – σάμπως νανάσανε λίγο που τέλειωσαν. Και τάχασε πάλι στον δρόμο μέσα στον κόσμο. Βιαζότανε πια να γυρίσουνε σπίτι, να φτάσουνε σπίτι, να κρυφτεί, να ξαναβρεί την ασφάλεια, τη δική της ασφάλεια.

«Και την πάστα;» ρώτησε η Ιφιγένεια.

«‘Aλλη φορά.»

«Κουράστηκες;»

«Τόση ζέστη…»

«Ναι ζέστη…»

Φτάσανε σπίτι. Μπήκανε μέσα, ανεβήκανε, πνιγόταν, την έλουζε ο ιδρώτας, η μυρουδιά του την τρέλαινε. Πέταξε την μπλούζα, αυτή την μπλούζα -να λευτερωθεί. Έπεσε μπρούμυτα στο κρεβάτι της – ήθελε να κλάψει. σε λίγο μπήκε στο μπάνιο και σαπουνιζόταν ώρα πολλή να φύνει εκείνη η κακιά μυρωδιά της σαπίλας.

Έτσι είχε αρχίσει.

Έτσι πήγε κι ύστερα – από κείνη τη μέρα κι ύστερα. Η Ιφιγένεια δεν είδε, δεν ένιωσε τίποτα, τι γίνηκε μ’ αυτήν την πρώτη τους έξοδο. Ήταν ολομόναχη στην Αθήνα. Δεν είχανε συγγενείς, φίλους δεν είχαν -μήτε αυτή, μήτε ο Αργύρης. Απλοϊκή κι απονήρευτη, τη συνείδηση ωστόσο της θηλυκής ομορφιάς της πρέπει κάπως να την είχε. Το ένστιχτό της κι η επαρχιώτικη της αγωγή την οδηγούσανε να φυλάγεται. Δεν ήθελε να ξεπορτίζει μονάχη της, αφού ο Αργύρης έλειπε όλη τη μέρα και τόσο μακριά. Με την Κατερίνα να βγαίνει ήταν όλα καλά και χαιρότανε σα μικρό παιδί κάθε τους έξοδο:

«Κατερίνα… Πού πας Κατερίνα;»

Χόρευε γύρω της.

«Ως εδώ μονάχα… Στην αγορά, καλό μου…»

«Πάρε με και μένα, Κατερίνα» – το τραγουδούσε.

«Έλα…»

Τα ίδια -η μπλούζα, τα μπράτσα, ο καθρέπτης, οι τούφες, ο ιδρώτας, στο δρόμο τα μάτια του κόσμου. Γύριζε πίσω, κάθε φορά κυνηγημένη, σακατεμένη -κάθε φορά περισσότερο χτυπημένη. Η Ιφιγένεια ανυποψίαστη – τα ίδια:

«Τι κάνεις εκεί, Κατερίνα;»

«Πλέκω λίγο.»

«Τα τελείωσες όλα;»

«Όλα.»

«Και το φαΐ;»

«Και το φαΐ.»

«Γρήγορα είναι ακόμα όσο ναρθούνε. Πάμε σινεμά;»

Τον πρώτο καιρό το περίμενε τρέμοντας. Λίγο πιο ύστερα δεν τη φοβότανε πια την έξοδο. Να βγαίνει στο δρόμο μαζί με την Ιφιγένεια, να κρύβεται σπίτι -δεν άλλαζε τίποτα. Μέσα στον καθρέφτη της Ιφιγένειας την είχε δει πια τη μοίρα της, την είδε, τη γνώρισε, την ήξερε τώρα. Το βάρος μιας μέρας, χωρίς το Σταμάτη, τραβιέται όπως όπως. Το βράδυ που γυρίζει αυτός, γίνονται δυο -η παρουσία του γεμίζει την κάμαρη μ’ όλο το νόημα μιας επισφράγισης. Κουλουριάζεται τότε στο σοφά της, κλείνει τα μάτια και σωπαίνει.

«Παρακουράζεσαι, φοβάμαι, μ’ αυτήν», της είπε τέλος ένα βράδυ.

«Δεν κουράζομαι καθόλου μ’ αυτήν, μη φοβάσαι εσύ», είπε η Κατερίνα χωρίς νανοίξει τα μάτια της.

Η φωνή της ήταν εχθρική -πρώτη φορά στη ζωή τους. Είχε αρχίσει κι αυτός και φοβόταν -δεν ήξερε τι. ‘Aκουσε τώρα κι αυτή τη φωνή της -πήγε μέσα, βαθιά του, ζάρωσε στην πολυθρόνα του. Δεν ξαναμίλησε, δεν ξαναρώτησε – μήτε τότε μήτε τ’ άλλα βράδια. Στο μαγαζί του δεν το χαϊδεύει πια τ’ ατροφικό ποδαράκι του, δεν σταματάει να τα κοιτάξει τα μεγάλα του δάχτυλα. Γυρίζει το βράδυ, μένουν αμίλητοι. Ο Σταμάτης ο Σιδεράκης πού ‘τανε τόσο σοφός δεν ξέρει τώρα τι πρέπει να κάνει. Σκέφτεται κάποτε να σηκωθεί μια φορά, να πάει εκεί στο σοφά της, να καθίσει κοντά στα πόδια της -Κατερίνα, να της πει… Μα δεν ξέρει τι θα της πει παρακάτω -δεν πάει. Σκέφτεται πάλι, να σηκωθεί μια φορά να πάει στ’ άλλο δωμάτιο, να βρει τον Αργύρη, το καλό παιδί, νάναι και κείνη μπροστά – η Κατερίνα, βρε παιδιά, να τους πει… Μα δεν ξέρει πάλι τι θα πει παρακάτω -και πάλι δεν πάει…

Κόπηκε πια και της Κυριακής τους ο ωραίος περίπατος. Την πρώτη φορά που τους πρότεινε η Ιφιγένεια να πάνε κι οι τέσσερις να δούνε το σπίτι στην Ηλιούπολη -πονάει σήμερα η πλάτη μου, είπε η Κατερίνα. Έφυγαν οι δυο τους. Ο Σταμάτης δεν τόλμησε να πει να βγούνε λίγο κι αυτοί. Και για την πλάτη της ακόμα, δεν τόλμησε να ρωτήσει τι ‘ταν ο πόνος. Τράβηξε την πολυθρόνα του κοντά στο παράθυρο κι έμειναν έτσι όλο τ’ απόγευμα, όλο το βράδυ, αυτή στο σοφά της, αυτός κοιτώντας το δρόμο.

«Μα στ’ αλήθεια, την ήθελες εσύ νάρθει μαζί μας;» ρώτησε ο Αργύρης την Ιφιγένεια.

Ήτανε μέρες πούθελε πια να της μιλήσει γι’ αυτό.

«Και γιατί να μην έρθει; Τόσο πολύ θα χαιρόταν.»

«Μα κουκούτσι μυαλό δεν έχεις, μωρή; Δε βλέπεις πώς έγινε;»

Δεν είπε τίποτα. Όλο τ’ απόγευμα απόμεινε πικραμένη, συλλογισμένη -ούτε το σπίτι που τελείωνε δε χάρηκε λίγο. Το βράδυ που γυρνούσανε πίσω, στάθηκε ξαφνικά, τούπιασε τα χέρια. Στα μάτια της ήταν τα δάκρυα.

«Αργύρη… Σου ορκίζομαι εσένα… Αργύρη, δεν έφταιξα τίποτα… Που την αγάπησα μόνο…»

«Τη σκότωσες, μωρέ Ιφιγένεια… Μ’ αυτή την αγάπη σου…»

Στο δωμάτιο τους άρχισε κι έκλαιγε. Ήθελε να πάει μέσα να την αγκαλιάσει.

«Σταμάτα», είπε ο Αργύρης, «μ’ αυτά τα χαζά σου. Πουθενά δεν θα πας.»

Μείνανε κι οι δυο στο δωμάτιο -ούτε νερό δεν πήγαν να πάρουν.

‘Aλλαξαν όλα μέσα στο σπίτι από κείνο το βράδυ. Ο Αργύρης δεν ξαναπέρασε να πάρει το νερό του το βράδυ -ο Σταμάτης δε ρώτησε γιατί δεν έρχεται. Η Κατερίνα δεν άπλωσε πια το χέρι της να χαϊδέψει το κεφάλι της Ιφιγένειας -η Ιφιγένεια δεν είπε να βγούνε μαζί. Δεν ήξερε πια τι να κάνει. Νάναι καλή -φοβόταν μη την πληγώσει. Να συμμαζευτεί, ναλλάξει τον τρόπο της -πάλι το φοβόταν. Φοβότανε κάθε της κίνημα, κάθε της πράξη -και στενοχωριότανε που φοβάται. Το φέρσιμό της έγινε αφύσικο, ψεύτικο -και στενοχωριότανε και γι’ αυτό. Δεν είχε μπρος και δεν είχε πίσω -και στενοχωριότανε και γι’ αυτό. Μια βδομάδα πέρασε έτσι και την Κυριακή δεν της είπε πάλι να δούνε το σπίτι. Μετρούσε μόνο τις μέρες – πότε να φύγουνε πια- και στενοχωριότανε και γι’ αυτό.

Τις μέρες μετρούσε τώρα κι ο Αργύρης -να τελειώνουνε μ’ αυτές τις ανόητες ιστορίες, που γίνονται πάντα με τις γυναίκες. Η κυρία Ιφιγένεια μπορούσε να τάχει σίγουρα τα δυο χαστούκια -αν δεν ήταν δικό του το λάθος πούχε πρώτος αρχίσει τις μεγάλες φιλίες μ’ αυτούς τους σακάτηδες.

Τις μέρες μετρούσε κι ο Σταμάτης. Μία μία τις μέρες τους Σεπτέμβρη -πότε να φύγουν. Να φύγουν, αυτή να φύγει -αυτή ‘ταν η αιτία. Να φύγει αυτή -πληγώνεται η Κατερίνα του που τη βλέπει. Να ξαναβρεθούν οι δυο τους, με το μαγαζάκι τους, τον περίπατό τους της Κυριακής, να τη φορέσει κι η Κατερίνα την καινούρια ρόμπα που της αγόρασε… Και θα ξαναγίνουν όλα… Όλα, Κατερίνα, θα γίνουν. Όπως ήταν πρώτα. Και καλύτερα. Θα το δεις… Θα το δεις κι εσύ… Μετράει τις μέρες κι είναι σίγουρος ο Σταμάτης -θα ξαναγίνουν όλα όπως πρώτα.

Το ευλογημένο βράδυ της απολύτρωσης ήρθε πριν από το τέλος του Σεπτέμβρη -δέκα μέρες κερδισμένες.

Όλη μέρα στο μαγαζί του βελονιά δεν είχε ρίξει ο Σταμάτης. Τ’ απόγεμα τόκλεισε γρηγορότερα και κίνησε για το σπίτι. Το φορτηγό στεκόταν στην πόρτα τους. Στάθηκε μια στιγμή στη γωνιά του δρόμου, να γαληνέψει η καρδιά του -πήγε κοντά. Ο Αργύρης ανεβοκατέβαινε με τους μπόγους και τις βαλίτσες. Η Ιφιγένεια κουβαλούσε κι αυτή. Η Κατερίνα στεκόταν ορθή κοντά στην πόρτα. Ο Σταμάτης τους χαιρέτησε, τους αποχαιρέτησε, είπε να τους ξαναδούνε, να τους ξαναβλέπουν, θα πάνε κι αυτοί φυσικά, είπε λόγια καλά κι ευχές και συγγνώμες αν κάτι δεν έγινε εν τάξει. Τους άφησε κει κι ανέβηκε πάνω.

Όπως τόχε σχεδιάσει, έκατσε στη βαθιά πολυθρόνα του, άπλωσε τα ποδαράκια του όσο μπορούσε μακρύτερα, άνοιξε την εφημερίδα του. Δεν μπορούσε να διαβάσει. Την πέταξε, σηκώθηκε, πήγε και στάθηκε κοντά στο παράθυρο. Κάτω στο δρόμο είχαν τελειώσει το φόρτωμα. Η Ιφιγένεια γύρισε, πήγε κοντά στην πόρτα, αγκάλιασε τώρα την Κατερίνα. Κάτι της λέει, σκουπίζει τα μάτια της -μα σταλήθεια λοιπόν την αγαπούσε αυτή; Είδε ύστερα τα χέρια της Κατερίνας που κρεμάστηκαν στο λαιμό της αλληνής, κάτι της λέει κι αυτή, τα χέρια της ύστερα σπασμωδικά, σαν ξυλένια, χαϊδεύουνε τα μαλλιά της, τους ώμους, τα μπράτσα, όσο να πέσουν ξερά, νικημένα -και κλαίει κι αυτή…

Τ’ αυτοκίνητο έβαλε μπρος -δόξα σοι ο Θεός, να τελειώσουν. Η Ιφιγένεια ανέβηκε και καθόταν πάνω στα δέματα. Ως τη στροφή του δρόμου έβλεπε το χέρι της πούγνεφε. Πήρε τότε κι αυτός μια βαθιάν ανάσα, κάθισε πάλι στην πολυθρόνα του και περίμενε την Κατερίνα νανέβει.

Μπήκε σε λίγο, σηκώθηκε κι αυτός. Μείναν έτσι, όρθιοι κι οι δυο τους, ασάλευτοι και δεν ξέρανε τι να κάνουν. Το τραπέζι ήταν στρωμένο στη μέση, όπως πάντα. Η Κατερίνα πρώτη έσκυψε το κεφάλι, πήγε να καθίσει.

«Στάσου», είπε αυτός. «Μην κάθεσαι ακόμα…»

Σήκωσε τα μάτια της και τον κοίταξε -δεν κάθισε. Αυτός πήγε στ’ άλλο δωμάτιο, πεταχτούτσικος, πηδηχτούτσικος, ξαναγύρισε μ’ ένα δέμα στα χέρια. Ήτανε το κόλπο του γι’ αυτή την ώρα, το μεγάλο κόλπο για τη μέρα που θα ξανάτανε μόνοι τους -η καινούρια ρόμπα. Έβαλε το δέμα πάνω στο σοφά, το ξεδίπλωνε σιγά σιγά. Έβγαλε τέλος τη ρόμπα, τη σήκωσε πάνω.

«Έλα», της είπε. «Κοίτα… κοίτα τι πράμα…»

Η Κατερίνα τη φόρεσε αμίλητη, την ίσιασε μια φορά πάνω της και κάθισε στο τραπέζι. Κάθισε κι αυτός -αρχίσαν να τρώνε. Ούτε ευχαριστώ δεν τούπε -δεν τόλμησε κι αυτός να της πει τι καλά που της πήγαινε. Το μεγάλο του κόλπο της ρόμπας δεν είχε συνέχεια. Έτρωγε με τα μάτια στο πιάτο, πάσκιζε κάτι να βρει, να μιλήσουν -δεν έβρισκε. Σήκωσε τα μάτια του -την κοίταξε κλεφτά. Και τότες είδε -είδε κι αυτός. Καμία Κατερίνα δεν ήταν εκεί. Ήταν ένα τέρας της ασχήμιας, ένα έκτρωμα της δυστυχίας. Χτυπημένο, ρημαγμένο, ξοφλημένο. Και τότε τόξερε πια κι ο Σταμάτης ο Σιδεράκης. Η Ιφιγένεια έφυγε -η απολύτρωση δεν ήρθε. Ποτέ δεν θαρχότανε. Πέρασε ο ‘Aι-Γιώργης εκεί -θα περνούσε κάποτε- έγινε φως, πολύ φως. Και τίποτα -τίποτα δεν είχανε φταίξει- τους αστραπόκαψε.