Με πυξίδα και ζυγαριά (μικρό διήγημα)

«Με πυξίδα και ζυγαριά».

Το άκουσα τυχαία.

Καθόμουν στο διπλανό τραπέζι, σε ένα μικρό καφέ, σε ένα ήσυχο στενάκι λίγο πιο κάτω από τη πολύβουη πλατεία Συντάγματος, όταν —χωρίς πρόθεση να ακούσω— η φράση αυτή έφθασε στα αυτιά μου, είχε κάτι που σε τραβούσε..

«Εγώ», είπε, «στη ζωή μου χρησιμοποιώ δύο πράγματα: πυξίδα και ζυγαριά».

Ο φίλος του χαμογέλασε, σαν να περίμενε τη συνέχεια.

«Με την πυξίδα χαράζω την πορεία μου», συνέχισε.

«Ξέρω πού θέλω να πάω. Όχι πάντα με ακρίβεια, αλλά με σιγουριά ως προς την κατεύθυνση».

Έκανε μια μικρή παύση, σαν να ζύγιζε και ο ίδιος τα λόγια του.

«Και με τη ζυγαριά μετρώ τα αποτελέσματα. Βλέπω τι πήγε καλά, τι όχι. Τα αξιολογώ… και συνεχίζω».

Ο άλλος έγνεψε καταφατικά. Ήταν από εκείνες τις κουβέντες που μοιάζουν απλές, αλλά δεν είναι.

Απλές — με μεγάλη ουσία.

Κοίταξα ασυναίσθητα προς το μέρος τους. Δεν είχαν τίποτα το ιδιαίτερο. Δύο νεαροί άνθρωποι της διπλανής πόρτας.

Κι όμως, εκείνη τη στιγμή, μου φάνηκαν σαν να κουβαλούσαν κάτι παραπάνω.

Σκέφτηκα πόσοι ξεκινούν χωρίς πυξίδα — και χάνονται.

Και πόσοι προχωρούν χωρίς ζυγαριά — και νομίζουν πως προχωρούν.

Εκείνος πλήρωσε τους καφέδες τους, σηκώθηκε και είπε απλά:

«Το δύσκολο δεν είναι να ξεκινήσεις. Είναι να διορθώνεις πορεία χωρίς να χάνεις τον προορισμό».

Έφυγαν.

Έμεινα για λίγο ακόμη στο τραπέζι, σκεφτόμουν.

Μήπως η ζωή δεν είναι ούτε σίγουροι δρόμοι ούτε αταλάντευτοι προορισμοί;

Μάλλον μοιάζει με μια συνεχή διόρθωση.

Και ίσως η πυξίδα και η ζυγαριά να είναι τα μόνα εργαλεία που μας συνοδεύουν στον βηματισμό μας.

ΚΜ

Εξοχική Λαμπρή❞ (απόσπασμα)— Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης


Δεξιόθεν τοῦ ἱερέως ἐκάθητο ὁ μπαρμπα-Μηλιός, προεστὼς ἅμα καὶ πρόθυμος θεράπων τῆς κοινότητος, ἠξεύρων νὰ ψήνῃ ὡς οὐδεὶς ἄλλος τὸ ἀρνί, λιανίζων μεθοδικώτατα δι᾽ ὅλους, καὶ τρώγων ἅμα καὶ προπίνων.
Εἰς τὰς προπόσεις μάλιστα δὲν εἶχεν ἐφάμιλλον. Μετὰ τὴν σύντομον καὶ τυπικὴν τοῦ ἱερέως πρόποσιν, ἐγερθεὶς ὁ μπαρμπα-Μηλιός, κρατῶν τὴν τσότραν τὴν ἑπταόκαδον, ἤρχισε νὰ χαιρετίζῃ τοὺς πάντας καὶ ἕνα ἕκαστον ὡς ἑξῆς·
― Χριστὸς Ἀνέστη! ἀληθινὸς ὁ Κύριος! Ζῇ καὶ βασιλεύει εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας!
Εἶτα μετὰ τὸ προοίμιον, εἰσῆλθεν εἰς τὴν οὐσίαν·
― Γειά μας! καλὴ γειά! διάφορο! καλὴ καρδιά! Παπά μ᾽, νὰ χαίρεσαι τὸ πετραχήλι σ᾽! Παπαδιά, νὰ χαίρεσαι τὸν παπά σ᾽ καὶ τὰ παιδάκια σ᾽! Ξάδερφε Θοδωρή! νὰ ζήσῃς, νὰ τς χαίρεσαι! Κουμπάρε Παναγιώτη! ὅπως ἔτρεξες μὲ τὸ λάδ᾽ νὰ τρέξῃς καὶ μὲ τὸ κλῆμα! Συμπεθέρα Κρατήρα! Νὰ χαίρεσαι, μ᾽ ἕναν καλὸν γαμπρό! Ἀνιψιὲ Γιώργη! Τίμια στέφανα! στὸ γάμο σας νὰ χαροῦμε. Κουμπάρα Κυπαρισσού! μὲ μιὰ καλὴ νύφη, νὰ ζήσῃς, νὰ χαρῇς! ἐβίβα ὅλοι! Τέ-περ-τε*! Πάντα χαρούμενοι! Στὴν ὑγειά σας! Σμπεθέρα Ξαθή! καλὴ λευθεριά! Στὴν ὑγειά σας! Πάντα χαρούμενοι! Πάντα μὲ τὸ καλό!
Καὶ ἀνάλογος πρὸς τὸ πρόσωπον ὑπῆρξεν ἡ πόσις.
Ἀλλὰ καὶ ὁ Φταμηνίτης ἠθέλησε νὰ προπίῃ, κατ᾽ ἄλλον ὅμως στενώτερον τρόπον· ἠθέλησε νὰ βρῇ τὴν γυναῖκά του, καὶ ἠνάγκασεν αὐτὴν ν᾽ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν πρόποσιν·
― Μπρόμ!
― Πιὲ κὶ δό μ᾽!
― Μὲ κρασί!
― Καλῶς τ᾽ν ἀγάπη μ᾽ τὴ χρυσῆ!
Καὶ πιὼν αὐτός, μετεβίβασε τὴν τσότραν εἰς τὴν ὡραίαν Ξανθήν, ἥτις ἔβρεξε τὰ χείλη.
Εἶτα ἤρχισαν τὰ ᾄσματα. Ἐν πρώτοις τὸ Χριστὸς ἀνέστη, ὕστερον τὰ θύραθεν. Ὁ μπαρμπα-Μηλιὸς θελήσας νὰ ψάλῃ καὶ αὐτὸς τὸ Χριστὸς ἀνέστη, τὸ ἐγύριζε πότε εἰς τὸν ἀμανὲ καὶ πότε εἰς τὸ κλέφτικο.
Ἀλλ᾽ ὁ ἰδιορρυθμότερος πάντων τῶν ψαλτῶν ἦτο ὁ μπαρμπα-Κίτσος, γηραιὸς χωροφύλαξ, Χειμαρριώτης, παλαιὸς ταχτικός, λησμονημένος ἀπὸ τῆς βαυαρικῆς ἐποχῆς ἐν τῇ νήσῳ. Ἀμφέβαλλε καὶ αὐτὸς ἂν τὸν εἶχαν περασμένον εἰς τὰ μητρῷα, πότε τοῦ ἔστελναν μισθόν, πότε ὄχι. Ἐφόρει χιτῶνα μὲ ἀνοικτὰς χειρῖδας, βραχεῖαν περισκελίδα μέχρι τοῦ γόνατος καὶ τουζλούκια. Ὁ δήμαρχος τοῦ τόπου (διότι ὑπῆρχε φεῦ! καὶ δήμαρχος) τὸν εἶχε στείλει νὰ κάμῃ Πάσχα εἰς τὰ Καλύβια, διὰ νὰ φυλάξῃ δῆθεν τὴν τάξιν, καίτοι οὐδεμιᾶς φυλάξεως ἦτο ἀνάγκη. Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι τὸν ἔστειλε νὰ καλοπεράσῃ πλησίον τῶν ἀνοιχτοκάρδων ἐξωμεριτῶν, οἵτινες τοῦ ἤρεσκον τοῦ μπαρμπα-Κίτσου, ἂς τοὺς ἔλεγον καὶ «τσουπλακιὲς» ἢ «χαλκοδέρες». Ἐὰν ἔμενεν ἐν τῇ πόλει, ὁ δήμαρχος θὰ ἦτο ὑπόχρεως νὰ τὸν φιλεύσῃ τὸν μπαρμπα-Κίτσον, καθὼς τὸν εἶχαν κακομάθει οἱ προκάτοχοί του, ἔλεγε, ― νὰ τὸν φιλεύσῃ κουλούραν καὶ αὐγά. Τί ἔθιμα!…
Ὁ μπαρμπα-Κίτσος, ἀφοῦ ἠσπάσθη τρὶς ἢ τετράκις τὴν τσότραν, ἤρχισε νὰ ψάλλῃ τὸ Χριστὸς ἀνέστη κατ᾽ ἰδιάζοντα αὐτῷ τρόπον, ὡς ἑξῆς· Κ᾽στὸ - μπρὲ - Κ᾽στὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν θ α ν ά τ ω ν, θάνατον μ π α τ ή σ α ς, κ᾽ ἔ ν τ ο ι ς - ἔ ν τ ο ι ς μνήμασι, ζωὴν π α μ μ α κ ά ρ ι σ τ ε!

Καὶ ὅμως, μεθ᾽ ὅλην τὴν ἰδιορρυθμίαν ταύτην, οὐδείς ποτε ἔψαλεν ἱερὸν ᾆσμα μετὰ πλείονος χριστιανικοῦ αἰσθήματος καὶ ἐνθουσιασμοῦ, ἐξαιρουμένου ἴσως τοῦ γνωστοῦ ἐν Ἀθήναις γηραιοῦ καὶ σεβασμίου Κρητός, τοῦ ψάλλοντος τὸ Ἄλαλα τὰ χείλη τῶν ἀσεβῶν μὲ τὴν ἑξῆς προσθήκην· «Ἄλαλα τὰ χείλη τῶν ἀσεβῶν τῶν μὴ προσκυνούντων, οἱ κερατάδες! τὴν εἰκόνα σου τὴν σεπτήν…»

Ἀληθεῖς ὀρθόδοξοι Ἕλληνες!

Το αμπέλι και ο ρόλος

Στην αρχή μιλούσαν για ρόλους.

Ποιος ανήκει πού.

Ποιος πρέπει να μιλά και ποιος να σωπαίνει.

Ποιος έχει δικαίωμα να κρίνει τα πράγματα έξω από το δικό του χωράφι.

«Ο καθένας στο αμπέλι του», είπε κάποιος.

«Άλλος σκάβει, άλλος πουλάει, άλλος δίνει συμβουλές».

Κάποιοι γέλασαν. Ήταν εύκολη κουβέντα.

Ο γέροντας δεν βιάστηκε να απαντήσει. Έπιασε με τα δάχτυλά του ένα ξερό κληματόφυλλο που είχε πέσει στο τραπέζι — κανείς δεν κατάλαβε πώς βρέθηκε εκεί.

«Το αμπέλι», είπε, «δεν σε ρωτά τι ρόλο έχεις».

Σήκωσε το βλέμμα του.

«Σε δοκιμάζει».

Η φωνή του δεν είχε ένταση. Είχε χώμα.

«Έχω δει ανθρώπους που δεν ήξεραν τίποτα από αμπέλια να μαθαίνουν μέσα σε μια χρονιά.

Και άλλους, που το είχαν κληρονομήσει, να το αφήνουν να ξεραθεί».

Κανείς δεν μιλούσε πια.

«Ο ρόλος», συνέχισε, «είναι η ταμπέλα στο βαρέλι.

Η προοπτική είναι το κρασί μέσα του».

Έκανε μια μικρή παύση.

«Αν δεν έχεις περπατήσει στο αμπέλι με καύσωνα, αν δεν έχεις χάσει σοδειά, αν δεν έχεις περιμένει τη βροχή σαν λύτρωση… τότε ό,τι και να λες, ακούγεται σωστό — αλλά δεν είναι αληθινό».

«Με αγγαρεία αμπέλι δεν γίνεται», πρόσθεσε χαμηλά.

«Και με ρόλους μόνο, άνθρωποι δεν γίνονται».

Κάποιος πήγε να μιλήσει, αλλά το μετάνιωσε.

Ο γέροντας άφησε το φύλλο πάνω στο τραπέζι.

«Όποιος ακούει το αμπέλι», είπε, «μαθαίνει και τον άνθρωπο».

Και τότε η σιωπή έκλεισε τα στόματα όλων ν

Ήταν εκείνη η στιγμή που όλοι σκέφτονται κάτι δικό τους — και για λίγο δεν θέλουν να το μοιραστούν…

Το αεί ζητούμενον

Στο αμπελοτόπι της ζωής, όλα μοιάζουν μετρήσιμα.

Τα στρέμματα, οι σοδειές, οι χρονιές — καλές ή κακές.

Κι όμως, πίσω από τους αριθμούς, υπάρχει κάτι που δεν μετριέται.

Κάτι που πάντα το ψάχνεις.

Και όσο το πλησιάζεις, τόσο σου ξεφεύγει.

Οι παλιοί θα το έλεγαν αλλιώς.

Ο Αριστοτέλης το ονόμασε:

«το αεί ζητούμενον και αεί απορούμενον».

Είναι εκείνο που δεν χωράει σε ισολογισμούς ούτε σε απολογισμούς ζωής.

Είναι κάποιο μυστικό, κάποια αθέατη ουσία πίσω από τα γεγονότα.

Το γιατί πίσω από το τι.

Σαν το αμπέλι:

νομίζεις ότι καλλιεργείς απλά κάποια φυτά ,

μα στην πραγματικότητα καλλιεργείς μια ολόκληρη κοσμοθεωρία .

Και μάλλον, τελικά, αυτό να είναι το πιο ωφέλιμο συμπέρασμα:

δεν ήρθαμε για να βρούμε όλες τις απαντήσεις,

αλλά για να μάθουμε να ζούμε με τα σωστά ερωτήματα..

 5 μαθήματα διοίκησης

Μη απόφαση = Η χειρότερη απόφαση. Η ουδετερότητα είναι τοξική.

Analysis Paralysis: Μην ψάχνεις την τέλεια πληροφορία. Δεν υπάρχει.

Ευθύνη χωρίς άλλοθι: Ξέχασε το «φταίνε οι συνθήκες». Ο ηγέτης ιδιοποιείται το αποτέλεσμα.

Δεν είσαι οι προθέσεις σου: Είσαι οι αποφάσεις σου.

Το αόρατο κόστος: Η στασιμότητα σε σκοτώνει αργά, πριν καν φανεί στα νούμερα.

Επικοινωνία

Δεν είναι δύσκολο να μιλήσεις σε πολλούς.

Δύσκολο είναι να κάνεις τον έναν να νιώσει ότι τον άκουσες…

Η μεγαλύτερη ψευδαίσθηση στη διοίκηση δεν είναι η λάθος απόφαση.

Είναι η πεποίθηση ότι μπορείς να μην αποφασίσεις.

Να μη χαθείς φροντίζοντας τους άλλους..

Υπάρχει μια λεπτή, γραμμή ανάμεσα στην προσφορά και στην αυτο-ακύρωση.

Στην αρχή τη διασχίζεις από αγάπη. Από καθήκον. Από την ανάγκη να είσαι χρήσιμος. Να είσαι παρών. Να δίνεις.

Και δίνεις.

Δίνεις χρόνο, ενέργεια, σκέψη, υπομονή. Δίνεις κομμάτια από τον εαυτό σου, μικρά και φαινομενικά ασήμαντα. Δεν το καταλαβαίνεις τότε, γιατί η χαρά της προσφοράς σε γεμίζει. Σου δίνει νόημα. Σε κάνει να νιώθεις ότι ανήκεις.

Όμως η ζωή, όπως και το αμπέλι, έχει μια σιωπηλή απαίτηση:

ό,τι δεν φροντίζεται, αργά ή γρήγορα μαραίνεται.

Κάπου εκεί αρχίζει η παρεξήγηση.

Πολλοί πιστεύουν ότι η αγάπη σημαίνει να βάζεις τον άλλον πάνω από τον εαυτό σου. Να υποχωρείς, να ξεχνάς, να δίνεις χωρίς μέτρο. Όμως η ίδια η χριστιανική παράδοση θέτει ένα διαφορετικό μέτρο. Η χριστιανική εντολή είναι σαφής:

«ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν».

Όχι περισσότερο.

Όχι λιγότερο.

Όπως.

Και αυτό το «όπως» είναι η χαμένη ισορροπία.

Γιατί αν ο εαυτός σιγήσει, τότε δεν υπάρχει μέτρο σύγκρισης. Αν δεν ξέρεις τι σημαίνει να φροντίζεις εσένα, πώς θα φροντίσεις ουσιαστικά τον άλλον; Η αγάπη δεν μπορεί να είναι μονόπλευρη ροή· χρειάζεται ρίζα για να δώσει καρπό.

Στο αμπέλι, αν φροντίζεις μόνο τα γύρω —τα μονοπάτια, τους φράχτες, τους γείτονες— και ξεχάσεις τα ίδια τα κλήματα, στο τέλος δεν θα πάρεις καρπό. Όχι γιατί δεν προσπάθησες. Αλλά γιατί φρόντισες τα πάντα, εκτός από αυτό που έπρεπε.

Έτσι και ο άνθρωπος.

Κάποια στιγμή, χωρίς να το έχεις προσέξει, αρχίζεις να λειτουργείς μόνο προς τα έξω. Οι άλλοι γίνονται προτεραιότητα, συνήθεια, σχεδόν ανάγκη. Και εσύ μετατίθεσαι διαρκώς για «αργότερα». Ένα αργότερα που δεν έρχεται ποτέ.

Και τότε εμφανίζεται το παράδοξο:

Έχεις γίνει απαραίτητος για όλους — εκτός από τον εαυτό σου.

Δεν είναι εγωισμός να κρατάς ένα κομμάτι για σένα.

Είναι ευθύνη.

Γιατί μόνο όποιος υπάρχει, μπορεί να αγαπήσει.

Και μόνο όποιος στέκεται, μπορεί να στηρίξει.

Στο τέλος της ημέρας, η αληθινή προσφορά δεν είναι να χαθείς για τους άλλους,

αλλά να είσαι παρών — και για εκείνους, και για εσένα.

Γη φαίνεται αρκετά μικρή..

«Η Γη φαίνεται αρκετά μικρή και η Σελήνη σίγουρα μεγαλώνει», ανέφερε ο πιλότος Βίκτορ Γκλόφερ. Το σκάφος ενεργοποίησε βασικό προωθητήρα για να εξέλθει από την τροχιά της Γης.

Είναι οι πρώτοι αστροναύτες που κατευθύνονται προς τη Σελήνη έπειτα από πάνω από μισό αιώνα, συνεχίζοντας το έργο του προγράμματος Apollo, που ολοκληρώθηκε το 1972.

Το τεστ των 90” που αποκαλύπτει πόσο γερή είναι η καρδιά μας

Πόσο γρήγορα ανεβαίνετε 60 σκαλοπάτια; Από την απάντησή σας εξαρτώνται πολλά και αφορούν την υγεία της καρδιάς σας

    Το τεστ της σκάλας είναι ένας εύκολος τρόπος να αξιολογήσουμε την κατάσταση της καρδιάς μας, υποστηρίζει ο Ισπανός καρδιολόγος dr Jesus Peteiro από το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο της Λα Κορούνια.

    Επισημαίνει μάλιστα ότι, αν ανεβούμε τα σκαλιά σε περισσότερο από ενάμισι λεπτό, τότε δεν θα έβλαπτε μια επίσκεψη στον καρδιολόγο για έναν πλήρη καρδιολογικό έλεγχο.

    Ο σκοπός των ερευνητών ήταν να δημιουργήσουν ένα απλό και αξιόπιστο τεστ για τον προκαταρκτικό έλεγχο της καρδιαγγειακής υγείας, το αποτέλεσμα του οποίου θα οδηγούσε σε περαιτέρω αξιολόγηση.

    Αρχικά εκτίμησαν τη φυσική κατάσταση των 165 συμμετεχόντων με διαπιστωμένη στεφανιαία νόσο ζητώντας τους να περπατήσουν και στη συνέχεια να τρέξουν σε κυλιόμενο διάδρομο αυξανόμενης ταχύτητας μέχρι του σημείου εξαντλήσεώς τους. Το εύρος της αντοχής τους εκτιμήθηκε σε μεταβολικά ισοδύναμα (MET). Το μεταβολικό ισοδύναμο είναι η μονάδα μέτρησης της κατανάλωσης οξυγόνου κατά τη φυσική δραστηριότητα (ένα MET ισοδυναμεί με την πρόσληψη 3,5 ml οξυγόνου ανά κιλό ανά λεπτό).

    Οι συμμετέχοντες ξεκουράστηκαν για 15-20 λεπτά και στη συνέχεια τους ζητήθηκε να ανέβουν 60 σκαλοπάτια με ζωηρό τέμπο χωρίς να σταματήσουν.

    Διαπίστωσαν λοιπόν ότι σε καλύτερη κατάσταση ήταν οι συμμετέχοντες που ανέβηκαν τα 60 σκαλιά σε 40-45 δευτερόλεπτα και οι οποίοι στο τεστ κοπώσεως στον κυλιόμενο τάπητα είχαν επιτύχει περισσότερα των 9-10 MET.

    Σε αντιδιαστολή, οι ασθενείς που ανέβηκαν τα σκαλοπάτια σε 90 δευτερόλεπτα είχαν σκοράρει λιγότερο από 8 MET στο τεστ κοπώσεως. Με απλά λόγια, δεν είχαν καταφέρει να ανεβάσουν πολύ την ένταση του τρεξίματος και την απόδοσή τους.

    TIP Εναλλακτικό τεστ αυτό της κλωστής: διπλώνετε στη μέση μια κλωστή με μήκος όσο το ύψος σας και την τυλίγετε γύρω από την κοιλιά σας. Εάν περισσεύει, καλώς. Εάν όμως δεν φτάνει, τότε πρέπει να ανησυχήσετε.

    Πηγή:YGEIAMOU.GR

    Δεν χάνεται ο άνθρωπος απότομα.

    Χάνεται λίγο λίγο — κάθε φορά που βάζει τους άλλους πάνω από τον εαυτό του.

    Και στο τέλος, μένει να αναρωτιέται

    πού χάθηκε εκείνος..