Συ­νη­θι­σμέ­νη Ἱστο­ρία

Από τον Ἔρ­νεστ Χέ­μιν­γουεϊ (Ernest Hemingway)

(Banal Story)

ΕΦΑΓΕ  ἕνα πορ­το­κά­λι, φτύ­νον­τας ἀρ­γά τά κου­κού­τσια. Ἔξω τό χιό­νι εἶ­χε ἀρ­χί­σει νά γί­νε­­ται βρο­χή. Μέ­­σα, ἡ ἠ­­λεκ­τρι­κή σό­μπα δέν φαι­νό­ταν νὰ ζε­σταί­νει, κι ἔτσι ση­κώ­θη­κε ἀπό τό γρα­φεῖο νά κα­θί­σει πά­νω της. Τί ὡραία αἴ­σθη­ση! Ἐδῶ, ἐπι­τέ­λους, ὑπῆρ­χε ζωή.

       Ἅπλω­σε τό χέ­ρι του γι’ ἀκό­μη ἕνα πορ­το­κά­λι. Μα­κριά, στό Πα­ρί­σι, ὁ Μα­σκάρ εἶ­χε βγά­λει νόκ ἄουτ τόν Ντά­νι Φράς στόν δεύ­τε­ρο γύ­ρο. Ἀκό­μη πιό μα­κριά, στή Με­σο­πο­τα­μία, εἶ­χαν πέ­σει εἴ­κο­σι ἕνα πό­δια χιό­νι. Στήν ἄλ­λη ἄκρη τοῦ κό­σμου, στήν Αὐ­στρα­λία, οἱ Ἐγ­γλέ­ζοι παῖ­κτες τοῦ κρί­κετ ἀκό­νι­ζαν τά ὅπλα τους. Εκεῖ ὑπῆρ­χε ρο­μάν­τζο.

       Οἱ χο­ρη­γοί τῶν τε­χνῶν καί τῶν γραμ­μά­των ἀνα­κά­λυ­ψαν τό Φό­ρουμ(1), διά­βα­σε. Εἶ­ναι ὁ ὁδη­γός, ὁ φι­λό­σο­φος, καί ὁ φί­λος τῆς σκε­πτό­με­νης μειο­νό­τη­τας. Βρα­βευ­μέ­να δι­η­γή­μα­τα – θά γί­νουν οἱ συγ­γρα­φεῖς τους οἱ ἐπι­τυ­χη­μέ­νοι συγ­γρα­φεῖς τοῦ αὔ­ριο; Θά ἀπο­λαύ­σε­τε αὐ­τές τίς ζε­στές, ἁπλοϊ­κές, ἀμε­ρι­κα­νι­κές ἱστο­ρί­ες, ἀπο­σπά­σμα πραγ­μα­τι­κῆς ζω­ῆς σέ ἀνοι­χτά ράν­τσα, σέ πυ­κνο­κατοι­κη­μέ­νες πο­λυ­κα­τοι­κί­ες ἤ ἄνε­τα σπί­τια, καί ὅλες τους μέ ὑγιή, ὑπο­δό­ρεια δό­ση χιοῦ­μορ.

       Πρέ­πει νά τίς δια­βά­σω, σκέ­φτη­κε.

       Συ­νέ­χι­σε τό διά­βα­σμα. Τά παι­διά τῶν παι­διῶν μας – Τί γι’ αὐ­τά; Ποιά ἀπό αὐ­τά; Πρέ­πει ν’ ἀνα­κα­λύ­ψου­με νέ­ους τρό­πους γιά νά βροῦ­με χῶ­ρο κι ἐμεῖς κά­τω ἀπό τόν ἥλιο. Θά γί­νει μέ πό­λε­μο ἤ μπο­ρεῖ νά ἐπι­τευ­χθεῖ μέ εἰ­ρη­νι­κούς τρό­πους;

       Μή­πως θά πρέ­πει νά με­τα­κο­μί­σου­με ὅλοι στόν Κα­να­δά;

       Οἱ βα­θύ­τε­ρες πε­ποι­θή­σεις μας – θά τίς ἀνα­τρέ­ψει ἡ Ἐπι­στή­μη; Ὁ πο­λι­τι­σμός μας – εἶ­ναι κα­τώ­τε­ρος ἀπό τήν πα­λαιά τά­ξη πραγ­μά­των;

       Καί στό με­τα­ξύ, στίς μα­κρι­νές βρο­χε­ρές ζοῦγ­κλες τοῦ Γιου­κα­τάν, ἀν­τη­χοῦ­σε ὁ ἦχος ἀπό τά τσε­κού­ρια τῶν συλ­λε­κτῶν ρη­τί­νης.

       Θέ­λου­με με­γά­λους ἄν­τρες – ἤ θέ­λου­με καλ­λιερ­γη­μέ­νους; Πά­ρε πα­ρά­δειγ­μα τόν Τζό­ϋς. Πά­ρε πα­ρά­δειγ­μα τόν Πρό­ε­δρο Κού­λιτζ(2). Ποιό ἄστρο πρέ­πει νά στο­χεύ­ουν οἱ σπου­δα­στές μας; Ὑπάρ­χει ὁ Τζάκ Μπρίτ­τον(3). Ὑπάρ­χει ὁ δό­κτωρ Χέν­ρυ Βάν Ντάϊκ(4).

       Μπο­ροῦ­με νά συμ­βι­βά­σου­με τά δύο; Πά­ρε πα­ρά­δειγ­μα τόν Γιούνγκ Στρίμ­πλινγκ(5).

       Καί τί νά ποῦ­με γιά τίς κό­ρες μας πού πρέ­πει νά χα­ρά­ξουν μό­νες τους πο­ρεία; Ἡ Νάν­συ Χῶ­θορν εἶ­ναι ἀναγ­κα­σμέ­νη νά βρεῖ τή δι­κή της πο­ρεία στή θά­λασ­σα τῆς ζω­ῆς. Μέ θάρ­ρος καί σύ­νε­ση ἀν­τι­με­τω­πί­ζει τά προ­βλή­μα­τα πού συ­ναν­τᾶ κά­θε δε­κα­ο­κτά­χρο­νο κο­ρί­τσι.

       Ἦταν ἕνα ὑπέ­ρο­χο φυλ­λά­διο.

       Εἶ­σαι δέ­κα ὀκτώ χρο­νῶν κο­ρί­τσι; Πά­ρε πα­ρά­δειγ­μα τήν Ἰω­άν­να τῆς Λω­ραί­νης. Πά­ρε πα­ρά­δειγ­μα τόν Μπέρ­ναρ Σῶ. Πά­ρε πα­ρά­δειγ­μα τῆς Μπέ­τσυ Ρός(6).

       Σκέ­ψου αὐ­τά τά πράγ­μα­τα τό 1925 – Ὑπῆρ­ξε κά­ποια τολ­μη­ρή σε­λί­δα στήν Που­ρι­τα­νι­κή Ἱστο­ρία; Εἶ­χε δυό πλευ­ρές ἡ Πο­κα­χόν­τας(7); Εἶ­χε τήν τέ­ταρ­τη διά­στα­ση;

       Εἶ­ναι οἱ μο­ντέρ­νοι πί­να­κες—καί ἡ ποί­η­ση—Τέ­χνη; Ναί καί Ὄχι. Πά­ρε πα­ρά­δειγ­μα τόν Πι­κά­σο.

       Ἔχουν οἱ ἀλῆ­τες δι­κούς τους κώ­δι­κες δε­ον­το­λο­γί­ας; Ἄσε τό μυα­λό σου νά πε­ρι­πλα­νη­θεῖ.

       Ὑπάρ­χει ρο­μαν­τι­σμός παν­τοῦ. Οἱ γρα­φιά­δες τοῦ Φό­ρουμ μι­λοῦν ξε­κά­θα­ρα, ἔχουν χιοῦ­μορ, εἶ­ναι πνευ­μα­τώ­δεις. Ἀλ­λά δέν προ­σπα­θοῦν νά τό παί­ξουν ἔξυ­πνοι καί πο­τέ δέν φλυα­ροῦν.

       Ζῆ­σε τήν πλή­ρη ζωή τοῦ νοῦ, συ­νε­παρ­μέ­νος ἀπό νέ­ες ἰδέ­ες, με­θυ­σμέ­νος ἀπό τόν Ρο­μαν­τι­σμό τοῦ ἀσυ­νή­θι­στου.

       Ἄφη­σε κά­τω τό φυλ­λά­διο. Κι ἐν τῷ με­τα­ξύ, ξα­πλω­μέ­νος ἀ­νά­σκε­λα στό κρε­βά­τι σ’ ἕνα σκο­τει­νό δω­μά­τιο τοῦ σπι­τιοῦ του στήν Τριά­να, ὁ Μα­νουέλ Γκαρ­θία Μα­έ­ρα(8) βρι­σκό­ταν μ’ ἕναν σω­λή­να σέ κά­θε πνεύ­μο­να, σέ ἀσφυ­ξία ἀπό τήν πνευ­μο­νία. Ὅλες οἱ ἐφη­με­ρί­δες στήν Ἀν­δα­λου­σία ἀφιέ­ρω­σαν εἰ­δι­κά ἔν­θε­τα στό θά­να­τό του, ὁ ὁποῖ­ος ἀνα­με­νό­ταν ἐδῶ καί με­ρι­κές ἡμέ­ρες. Ἄν­τρες καί ἀγό­ρια ἀγό­ρα­ζαν ἔγ­χρω­μες ὁλό­σω­μες φω­το­γρα­φί­ες του γιά νά τόν θυ­μοῦν­ται, κι ἡ εἰ­κό­να ποὔ­χαν γι’ αὐ­τόν χά­θη­κε ἀπό τή μνή­μη τους κα­θώς κοι­τοῦ­σαν τίς λι­θο­γρα­φί­ες.

       Οἱ ταυ­ρο­μά­χοι ἔνιω­σαν με­γά­λη ἀνα­κού­φι­ση πού πέ­θα­νε, ἐπει­δή μές στήν ἀρέ­να ἔκα­νε πάν­τα ἐκεῖ­να πού οἱ ἴδιοι μπο­ροῦ­σαν νά κά­νουν μό­νο κά­ποιες ἐλά­χι­στες φο­ρές. Ὅλοι πα­ρέ­λα­σαν ὑπό βρο­χή πί­σω ἀπό τό φέ­ρε­τρό του κι ἦσαν ἑκα­τόν σα­ράν­τα ἑπτά οἱ ταυ­ρο­μά­χοι πού τόν συ­νό­δευ­σαν στό κοι­μη­τή­ριο, ὅπου τόν ἔθα­ψαν δί­πλα στόν τά­φο τοῦ Χο­σε­λί­το. Με­τά τήν κη­δεία ὅλοι κά­θι­σαν στά κα­φέ ἔξω στή βρο­χή καί πολ­λές ἔγ­χρω­μες εἰ­κό­νες τοῦ Μα­έ­ρα που­λή­θη­καν σέ ἄν­τρες, οἱ ὁποῖ­οι τίς δί­πλω­ναν καί τίς ἔβα­ζαν στίς τσέ­πες τους.

 
Σημ.τ.μ.:
(1) Τὸ Forum ἦταν ἕνα ἀμε­ρι­κα­νι­κὸ πε­ριο­δι­κὸ ποὺ ἰδρύ­θη­κε τὸ 1885 ἀπὸ τὸν Isaac Rice. Ὑπῆρ­χε μὲ διάφο­ρα ὀνόμα­τα καὶ μορ­φὲς μέ­χρι ποὺ στα­μά­τη­σε νὰ ἐκ­δί­δε­ται τὸ 1950. Ἐκ­δι­δό­ταν στὴ Νέα Ὑὸρ­κη καὶ ἡ πιὸ ἀξιο­ση­μεί­ωτη μορ­φή του (1885 ἕως 1902) βα­σι­ζό­ταν σὲ σύμ­πό­σια. Ἂλ­λες φορές, δη­μο­σί­ευε μυ­θι­στο­ρή­μα­τα καὶ ποί­η­ση, καὶ δη­μο­σί­ευε ἄρ­θρα ποὺ πα­ρή­γα­γαν οἱ ἀρ­θρο­γρά­φοι τοῦ προ­σω­πι­κοῦ σὲ μο­ρφὴ «news roundup» («ση­μα­ντι­κό­τε­ρες εἰ­δή­σεις»).
(2) Ὁ Τζὰκ Μπρί­τον (14 Ὄκτω­βρί­ου 1885 – 27 Μαρ­τί­ου 1962) ἦταν Ἄμε­ρι­κα-νὸς πυγ­μά­χος, ὁ πρῶ­τος τρεῖς φο­ρὲς παγ­κό­σμιος πρω­τα­θλη­τὴς πυγ­μα­χί-ας στὴν κα­τη­γο­ρία ἡμι­με­σαί­ων βα­ρῶν. Γεν­νη­μέ­νος ὡς Γουί­λιαμ Τζ. Μπρέ­σλιν στὸ Κλίν­τον τῆς Νέ­ας Ὑόρ­κης , ἡ ἐπαγ­γελ­μα­τι­κή του κα­ριέ­ρα δι­ήρ­κε­σε 25 χρό­νια, ξε­κι­νών­τας ἀπὸ τὸ 1905. Κα­τέ­χει τὸ παγ­κό­σμιο ρε­κὸρ γιὰ τὸν ἀριθ­μὸ τῶν 37 ἀγώ­νων τί­τλου ποὺ δό­θη­καν στὴν κα­ριέ­ρα του (18 ἀπὸ τοὺς ὁποί­ους ἔλη­ξαν χω­ρὶς ἀπο­φά­σεις), πολ­λοὶ ἐναν­τί­ον τοῦ αἰώ­­νιου ἀν­τι­πά­λου του Τὲντ “Κὶντ” Λιού­ις , ἐναν­τί­ον τοῦ ὁποί­ου ἀγω­νί­στη­κε 20 φορές.
(3) Ὁ Τζὸν Κάλβιν Κούλιτζ ἦταν Ἀμερι­κανὸς πολιτικὸς καὶ δικη­γόρος, ποὺ ὑπηρέ­τησε ὡς ὁ 30ος Πρό­εδρος τῶν Ἡνω­μένων Πολι­τειῶν ἀπὸ τὸ 1923 ἕως τὸ 1929. Ἦ­ταν μέ­λος τοῦ Ρε­που­μπλι­κανι­κοῦ Κόμ­ματος.
(4) Ὁ Χὲν­ρι Τζάκ­σον βὰν Ντάϊκ Τζοῦ­νιορ (10 Νο­εμ­βρί­ου 1852 – 10 Ἀπρι­λί­ου 1933) ἦταν Ἀμε­ρι­κα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας, ἐκ­παι­δευ­τι­κός, δι­πλω­μά­της καὶ κλή­ρι­κὸς τῆς Πρε­σβυ­τε­ρια­νῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.
(5) Ὁ William Lawrence Stribling Jr., γνω­στὸς ὡς Young Stribling, ἦταν ἕνας Ἀμε­ρι­κα­νὸς ἐπαγ­γελ­μα­τί­ας πυγ­μά­χος ποὺ πά­λε­ψε ἀπὸ τὶς κα­τη­γο­ρί­ες φτε­ροῦ ἕως βα­ρέ­ων βα­ρῶν. Ὁ ἀγώ­νας του τὸ 1931 ἐναν­τί­ον τοῦ Μὰξ Σμέ­λινγκ γιὰ τὸ παγ­κό­σμιο πρω­τά­θλη­μα βα­ρέ­ων βα­ρῶν τοῦ Σμέλινγκ ὀνο­μά­στη­κε ἀγώ­νας τῆς χρο­νιᾶς ἀπὸ τὸ πε­ριο­δι­κὸ Ring.
(6) Ἡ Μπέτσι Ρος (Betsy Ross, γεννημένη Elizabeth Griscom, 1752-1836) εἶναι ἡ Ἀμερι­κα­νίδα μοδίστρα ποὺ συνδέ­εται μὲ τὴ δημι­ουργία τῆς πρώ­­της ἀ­μερικα­νικῆς «σημαίας» – μιᾶς ἱστορίας ποὺ ἔχει ἀ­μφι­σβη­τηθεῖ ἀπὸ τοὺς ἱστο­ρι­κούς, ἀλλὰ ἔχει κα­θιερω­θεῖ ὡς ἐθνικὸς μύθος.
(7) Ἡ Ποκαχό­ντας (Poca­hontas, πραγματικὸ ὄνομα: Amonute, γνωστὴ καὶ ὡς Ματοάκα, 1596 – Μάρτιος 1617) ἦταν Ἰνδιάνα ἀπὸ τὴ Βιρτζί­νια, ποὺ ἀνῆκε στὴ φυλὴ τῶν Ποου­χατάν καὶ ἐκ­χρι­στι­ανί­στηκε.
(8) Ὁ ταυ­ρο­­μά­χος Μα­νουέλ Γκαρ­θία Μα­έ­ρα τὸ 1924 συμ­με­τεῖ­χε σὲ 56 ἀγῶ­νες καὶ κέρ­δι­σε τὸ χρυ­σὸ αὐ­τὶ στὴν ταυ­ρο­μα­χία τοῦ Press Association στὴ Μα­δρί­τη, καὶ στὶς 11 Δε­κεμ­βρί­ου τοῦ ἴδιου ἔτους πέ­θα­νε στὴ Σε­βίλ­λη ἀπὸ πνευ­μο­νι­κὴ ἐπι­πλο­κὴ ποὺ προ­κλήθη­κε ἀπὸ γρί­πη. Ὁ «Μα­έ­ρα» πα­ρα­μέ­νει μιὰ τρα­γι­κὴ μορφὴ στὶς ταυ­ρο­μα­χί­ες καὶ μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ πα­ρά­ξε­νες φι­γοῦ­ρες τῆς λὰ φιέ­στα. Ὁ Χέ­μιν­γουέϊ τὸν ἐπαί­νε­σε στὸ «Θά­να­τος τὸ ἀπό­γευ­μα» καὶ ὁ Μπάρ­ναμ­πι Κόν­ραντ ἔκα­νε τὸ ἴδιο στὸ «Πῶς νὰ πο­λε­μή­σεις ἕναν ταῦρο».

ΠΗ­ΓΉ: SHORT STORIES.COM

 

Ἡ «ΣΥ­ΝΗ­ΘΙ­ΣΜΈ­ΝΗ ἹΣΤΟ­ΡΊΑ» ΕἾ­ΝΑΙ ΜΙΆ ΣΎΝ­ΤΟ­ΜΗ ΠΑ­ΡΩ­ΔΊΑ ΠΟΎ ἜΓΡΑ­ΨΕ Ὁ ἜΡ­ΝΕΣΤ ΧΈ­ΜΙΝ­ΓΟΥΕΪ ΚΑΊ ΠΡΩ­ΤΟ­ΔΗ­ΜΟ­ΣΙΕΎ­ΤΗ­ΚΕ ΣΤΌ ΤΕΥ͂­ΧΟΣ ΤΗ͂Σ ἌΝΟΙ­ΞΗΣ/ΚΑ­ΛΟ­ΚΑΙ­ΡΙΟΥ͂ ΤTHE LITTLE REVIEW ΤΌ 1926 ΚΑΊ ΤΉΝ ἙΠΌ­ΜΕ­ΝΗ ΧΡΟ­ΝΙΆ ΣΤΉ ΣΥΛ­ΛΟ­ΓΉ MEN WITHOUT WOMEN.

ἜΡ­ΝΕΣΤ ΧΈ­ΜΙΝ­ΓΟΥΈΪ (ERNEST HEMINGWAY, 1899-1961): Ὁ ἜΡ­ΝΕΣΤ ΧΈ­ΜΙΝ­ΓΟΥΈΪ ὙΠΗ͂Ρ­ΞΕ ἝΝΑΣ ἈΠΌ ΤΟΎΣ ΣΗ­ΜΑΝ­ΤΙ­ΚΌ­ΤΕ­ΡΟΥΣ ΠΕ­ΖΟ­ΓΡΆ­ΦΟΥΣ ΤΟΥ͂ 20ΟΥ͂ ΑἸ­Ώ­ΝΑ, ΒΡΑ­ΒΕΥ­ΜΈ­ΝΟΣ ΜΈ ΤΌ ΒΡΑ­ΒΕΙ͂Ο ΝΌ­ΜΠΕΛ (1954). ΤΌ ἜΡ­ΓΟ ΤΟΥ ἘΠΗ­ΡΈ­Α­ΣΕ ΚΑΊ ΣΥ­ΝΕ­ΧΊ­ΖΕΙ ΝΆ ἘΠΗ­ΡΕ­Ά­ΖΕΙ ἈΝΑ­ΡΊΘ­ΜΗ­ΤΟΥΣ ΣΥΓ­ΓΡΑ­ΦΕΙ͂Σ ΤΌ­ΣΟ ΣΤΉ ΓΕ­ΝΈ­ΤΕΙ­ΡΆ ΤΟΥ, ΤΊΣ ΗΠΑ, ὍΣΟ ΚΑΊ ΣΤΌΝ ὙΠΌ­ΛΟΙ­ΠΟ ΚΌ­ΣΜΟ. ὉΡΙ­ΣΜΈ­ΝΑ ἈΠΌ ΤΆ ΓΝΩ­ΣΤΌ­ΤΕ­ΡΑ ΜΥ­ΘΙ­ΣΤΟ­ΡΉ­ΜΑ­ΤΆ ΤΟΥ ΕἾὉ ΓΈ­ΡΟΣ ΚΑΊ Ἡ ΘΆ­ΛΑΣ­ΣΑ (THE OLD MAN AND THESEA, 1951), ἈΠΟ­ΧΑΙ­ΡΕ­ΤΙ­ΣΜΌΣ ΣΤΆ ὍΠΛΑ (AFAREWELL TO ARMS, 1929), ΓΙΆ ΠΟΙΌΝ ΧΤΥ­ΠΑ͂ Ἡ ΚΑΜ­ΠΆ­ΝΑ (FOR WHOM THE BELLTOLLS, 1940), Ὁ ἭΛΙΟΣ ἈΝΑ­ΤΈΛ­ΛΕΙ ΞΑ­ΝΆ (THE SUN ALSO RISES, 1926) Κ.Ἄ. ΜΕ­ΓΆ­ΛΟ ΜΈ­ΡΟΣ ΤΟΥ͂ ἜΡ­ΓΟΥ ΤΟΥ ἜΧΕΙ ΜΕ­ΤΑ­ΦΡΑ­ΣΤΕΙ͂ ΣΤΆ ἙΛ­ΛΗ­ΝΙ­ΚΆ.

Πηγή: neoplanodion.gr

Like2

Βιώματα και Εξουσία — George Constantine Stavropoulos.

• Το βίωμα του δημιουργικού ανθρώπου, στην ανθρώπινη συνείδηση, παράγει μια μορφή αχρονίας. Ο καιρός περνά με ραγδαία ταχύτητα, αλλά η βιωματική καταγραφή ζει και δηλώνει παρούσα. Όταν εξακολουθείς να δημιουργείς, παρά το ότι μεγαλώνεις, το βίωμα αρμοδένει με το παρόν, συνδιαλέγεται μαζί του και συχνά το επικαθορίζει. Όταν γίνεις απόμαχος, το βίωμα είναι το ίδιο το αέναο υποκειμενικό παρόν.

• Ο αγαπητός Γιώργος Σταυρόπουλος, μάχιμος πάντα, έκανε γραπτή τη βιωματική του εμπειρία των 40 ετών δικαστικής πείρας στο ΣτΕ και τη συμμετοχή του στην παράδοξη αυτή κυβέρνηση Παπαδήμου. Το βιβλίο του: «Βιώματα και Εξουσία». Με ενδιαφέρουσα παρουσίαση, που παρακολούθησα χτες, με πρόσωπα με τα οποία έχω συνδεθεί και διασταυρωθεί σε διάφορες φάσεις και της δικής μου βιωματικής μνήμης. Ο Γιώργος Παπανδρέου, ο Λουκάς Παπαδήμος, ο Αλέκος Παπαδόπουλος και άλλοι διαπρεπείς.

• Οι βιωματικές καταγραφές είναι η πρώτη ύλη της ιστορίας. Πολύτιμες. Ιδιαίτερα για στιγμές που, από τη φύση τους, προορίζονται να χαθούν στη σκόνη του χρόνου, όπως το εξάμηνο της κυβερνητικής παραδοξότητας Παπαδήμου και το πώς υπογράφτηκε το δεύτερο μνημόνιο. Σε ευχαριστούμε, Γιώργο.

• Άλλωστε, εμένα με ενδιέφερε γιατί ήμουν κι εγώ εκεί, σε αυτή την παραδοξότητα. Με τα χίλια ζόρια δεν παραιτήθηκα, θυμάσαι Παύλο; «Κάν’ το, Πάνο, και θα το πάμε μαζί». Αλλά, σε εκείνη τη φάση, το κύμα είχε πέσει πάνω μου. Όχι πως το φοβόμουν· απλά δεν το γούσταρα. Εγώ «συγκυβερνών» με τη ΝΔ του Σαμαρά και τον Καρατζαφέρη; Αν είναι δυνατόν. Με την ευθύνη να κρατήσω όρθιο τον αθλητισμό, ενόψει και των Ολυμπιακών του Λονδίνου, και με τη βία στα γήπεδα στο ζενίθ. Με κυβέρνηση παραπαίουσα, όπου η ευθύνη της λειτουργίας της, εκτός των κρίσιμων τομέων, είχε περάσει στους γενικούς γραμματείς. «Πού ’σουνα, νιότη, που ’λεγες…». Βοήθησε, ευτυχώς, το γεγονός πως με όλους σχεδόν τους τότε, παρά τις πολιτικές διαφορές, είχα από ευγενικές ως φιλικές σχέσεις. Το ’κανα, όμως, μόνο από αίσθηση καθήκοντος. Υπέφερα πάντως πολύ… Υπό τη διακομματική επιτροπεία και με ελάχιστους πόρους. Χρειάστηκε πολύς κόπος και υπέρβαση να πεισθώ πως έπρεπε να βάλουμε πλάτη, γιατί η χώρα κατέρρεε. Δεν είναι σχήμα λόγου αυτό. Και μετά τις εκλογές, όπου φύγει φύγει. Δρομαίως πίσω στη δικηγορία, στην οποία ανήκω. Άντε γεια. Ούτε να ακούσω δεν ήθελα για Σαμαρά. Good luck, σύντροφοι.

• Θυμάμαι τα κολυμβητήρια στην υπηρεσιακή κυβέρνηση Πικραμένου. Έπρεπε να τα κλείσουμε ελλείψει πόρων. Πήρα τηλέφωνο τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Το κανόνισε η Τατιάνα Καραπαναγιώτη, που ήταν υπηρεσιακή υπουργός. Πήγα στην Ηρώδου Αττικού με τον Σπύρο Καπράλο. «κ. Πρόεδρε, πέστε στον Ζανιά να δώσει 2 εκ. να αντέξουμε». Μου λέει: «Εδώ θα κλείσουν τα νοσοκομεία κι εσύ μιλάς για τις πισίνες; Άσε με ήσυχο». Με κοίταξε ο Παπούλιας και μου είπε: «Τι να σου κάνω, Πάνο μου; Πικραμένος λαός, Πικραμένος πρωθυπουργός».

• Κι όμως, μείναμε όρθιοι, Γιώργο. Να το διαβάσετε το βιβλίο. Εκδόσεις Παπαζήση.

Πάνος Μπιτσαξής

Like3

Οι Σπουδαίοι Ηγέτες Αναδεικνύουν Σπουδαίους Ανθρώπους!

Υπάρχουν άνθρωποι που απλώς διοικούν και άνθρωποι που πραγματικά ηγούνται. Η ειδοποιός διαφορά τους δεν βρίσκεται μόνο στις αποφάσεις, στις τεχνικές γνώσεις ή στην ικανότητα επιβολής. Βρίσκεται κάπου βαθύτερα: στον τρόπο που δονείται η ψυχή τους όταν βλέπουν τους γύρω τους να προοδεύουν.

Ο «μικρός» άνθρωπος σε θέση εξουσίας φοβάται την επιτυχία των υφισταμένων του. Τη μεταφράζει ως απειλή, ως μια άβολη αμφισβήτηση της δικής του επάρκειας. Προτιμά τη μετριότητα γύρω του για να νιώθει ο ίδιος ασφαλής. Μπορεί να επιβάλλεται προσωρινά, αλλά δεν θα καταφέρει ποτέ να εμπνεύσει. Η εξουσία του τελειώνει εκεί όπου σταματά ο έλεγχος.

Ο σπουδαίος ηγέτης λειτουργεί στον αντίποδα. Νιώθει γνήσια χαρά όταν ένας συνεργάτης του εξελίσσεται, ξεπερνά τα όριά του ή ακόμη και τον ίδιο του τον δάσκαλο. Για εκείνον, η πρόοδος του άλλου δεν αποτελεί απώλεια, αλλά δικαίωση.

Η πραγματική ηγεσία δεν μετριέται από το πόσο απαραίτητος παραμένεις εσύ, αλλά από το πόσους ικανούς ανθρώπους κατάφερες να αναδείξεις.

Οι μεγάλες ομάδες, οι υγιείς επιχειρήσεις και οι ισχυρές κοινωνίες χτίζονται πάνω σε αυτήν ακριβώς τη νοοτροπία: στην ικανότητα κάποιων ανθρώπων να φωτίζουν το μονοπάτι των άλλων χωρίς να φοβούνται ότι θα χαθεί η δική τους λάμψη. Αντιλαμβάνονται πως όσο περισσότερα κεριά ανάψεις από τη δική σου φλόγα, τόσο περισσότερο φως θα υπάρχει για όλους.

Ηγεσία χωρίς γενναιοδωρία ψυχής δεν νοείται. Υπάρχει μόνο η στεγνή εξουσία. Και ενώ η εξουσία απαιτεί υποταγή, η ηγεσία κερδίζεται καθημερινά μέσα από την οικοδόμηση εμπιστοσύνης, τη χαρά της κοινής ανηφόρας και την ειλικρινή υπερηφάνεια για το «εύγε» που ανήκει σε κάποιον άλλον.

Στην κορυφή δεν φτάνεις ποτέ μόνος. Φτάνεις μαζί με εκείνους που βοήθησες να ανέβουν.

ΚΜ

Like3Love4

”Η ζωή είναι αυτό που σου συμβαίνει όταν είσαι απασχολημένος με άλλα σχέδια”. John Lennon*

*αυτή η φράση αποτελεί ένα από τα πιο διάσημα αποφθέγματα του John Lennon.

Προέρχεται από τους στίχους του τραγουδιού του “Beautiful Boy (Darling Boy)”, το οποίο κυκλοφόρησε το 1980 στο άλμπουμ Double Fantasy. Ο συγκεκριμένος στίχος (“Life is what happens to you while you’re busy making other plans”) γράφτηκε για τον γιο του, Sean.

Αν και ο Lennon την έκανε παγκοσμίως γνωστή, η ιδέα είχε διατυπωθεί νωρίτερα, το 1957, από έναν συγγραφέα ονόματι Allen Saunders σε ένα άρθρο στο περιοδικό Reader’s Digest. Ωστόσο, έχει ταυτιστεί απόλυτα με τον Lennon λόγω της τεράστιας επιτυχίας του τραγουδιού.

Το νόημα της φράσης είναι διαχρονικό: μας υπενθυμίζει ότι συχνά αναλωνόμαστε στον προγραμματισμό του μέλλοντος, χάνοντας τις στιγμές και τα απρόοπτα που συμβαίνουν στο «τώρα» και τα οποία αποτελούν στην πραγματικότητα την ίδια τη ζωή.

Like5

Η ζωή δεν ανταμείβει μόνο το αποτέλεσμα, αλλά κυρίως τη στάση. Την υπομονή μπροστά στις δυσκολίες, την αντοχή στις αποτυχίες, την πίστη σε κάτι που δεν φαίνεται ακόμη. Σε αυτό το επίπεδο, η επιτυχία δεν είναι μια κορυφή που κατακτάται, αλλά μια σκιά που σε ακολουθεί, όσο εσύ προχωράς προς το φως!

Like2

Το πάθος ως δύναμη υπέρβασης

Υπάρχουν στόχοι που μοιάζουν εξαρχής απρόσιτοι, σαν μακρινές κορυφές. Διαδρομές που απαιτούν χρόνο, κόπο, αντοχή, πίστη και —πολλές φορές— τη δύναμη να κάνεις ένα ακόμη βήμα, ακόμη κι όταν όλα δείχνουν πως δεν έχει νόημα να συνεχίσεις. Εκεί ακριβώς αναλαμβάνει το πάθος. Όχι ως ένας στιγμιαίος ενθουσιασμός, αλλά ως μια εσωτερική φωτιά που ζεσταίνει την προσπάθεια και δίνει αντοχή στην ανάβαση.

Όποιος πορεύεται μόνο από υποχρέωση, λυγίζει στην πρώτη απότομη ανηφόρα. Αντίθετα, εκείνος που έχει πάθος με αυτό που κάνει, αποκτά μια διαφορετική σχέση με τις δυσκολίες. Δεν βλέπει τις πέτρες και τα εμπόδια ως λόγους για να σταματήσει, αλλά ως τα πατήματα που θα τον πάνε ψηλότερα. Το πάθος μετατρέπει την επιμονή σε φυσική κατάσταση και τον ιδρώτα σε δημιουργική ένταση.

Οι μεγαλύτερες κατακτήσεις, είτε αφορούν ιστορικά επιτεύγματα, είτε την τέχνη, είτε τους προσωπικούς μας αγώνες, δεν έγιναν από ανθρώπους που περπάτησαν σε ομαλά μονοπάτια. Γεννήθηκαν από ανθρώπους που είχαν έναν ισχυρό λόγο να μην τα παρατήσουν. Που πίστεψαν σε ένα όραμα μεγαλύτερο από την κούραση και την προσωρινή απογοήτευση.

Το πάθος, βέβαια, δεν αρκεί από μόνο του για να σε φτάσει στην κορυφή. Απαιτείται πειθαρχία, γνώση του πεδίου και τεράστια υπομονή. Όμως, χωρίς πάθος, ακόμη και οι πιο ικανοί συχνά μένουν στους πρόποδες. Γιατί το πάθος είναι ο οδηγός που δίνει ψυχή στο βήμα και κρατά αναμμένη την επιθυμία, τη στιγμή που οι άλλοι γυρίζουν πίσω.

 Οι  πιο δύσβατοι στόχοι τελικά να μην κατακτώνται μόνο με λογική και σχεδιασμό. Κατακτώνται με εκείνη τη βαθιά εσωτερική δύναμη που σε κάνει να κοιτάς ψηλά και να λες: «Θα συνεχίσω, γιατί η θέα που κυνηγώ αξίζει πολύ περισσότερο από την κούρασή μου».

 

Like4

Ο κόσμος ανήκει στους αισιόδοξους

Ο ηγέτης δεν μπορεί παρά να είναι αισιόδοξος. Όχι γιατί αγνοεί τους κινδύνους, ούτε επειδή ζει μέσα σε μια αφελή βεβαιότητα ότι όλα θα πάνε καλά. Ο πραγματικός αισιόδοξος βλέπει καθαρά τις δυσκολίες, αλλά αρνείται να παραδοθεί σε αυτές. Επιλέγει να πιστεύει πως, ακόμη και μέσα στο σκοτάδι, υπάρχει το μονοπάτι προς την κορυφή.

Η απαισιοδοξία είναι συχνά μια μορφή παραίτησης μεταμφιεσμένης σε σοφία. Ο απαισιόδοξος αναλύει, προβλέπει, σχολιάζει, αμφισβητεί· σπάνια όμως δημιουργεί. Στέκεται στην άκρη της ζωής σαν θεατής που παρακολουθεί τους άλλους να παίρνουν ρίσκα, να πέφτουν, να σηκώνονται και τελικά να αλλάζουν τον κόσμο.

Αντίθετα, ο αισιόδοξος κινείται. Ξεκινά επιχειρήσεις όταν οι άλλοι βλέπουν αδιέξοδα. Χτίζει ομάδες όταν κυριαρχεί η καχυποψία. Εμπνέει ανθρώπους όταν το περιβάλλον γεννά φόβο και κόπωση. Η αισιοδοξία δεν είναι ψυχολογική πολυτέλεια· είναι δύναμη δράσης. Είναι η εσωτερική πεποίθηση ότι το μέλλον δεν είναι κάτι που απλώς περιμένουμε, αλλά κάτι που μπορούμε να διαμορφώσουμε.

Κανένα μεγάλο έργο δεν γεννήθηκε από ανθρώπους που πίστευαν πως «δεν γίνεται». Οι κοινωνίες προχώρησαν επειδή κάποιοι τόλμησαν να δουν δυνατότητες εκεί όπου οι πολλοί έβλεπαν μόνο εμπόδια.

Ο κόσμος, τελικά, ανήκει στους αισιόδοξους. Όχι επειδή έχουν πάντα δίκιο, αλλά επειδή είναι οι μόνοι που δοκιμάζουν να αλλάξουν την πραγματικότητα. Οι απαισιόδοξοι μένουν συχνά πιο ασφαλείς — αλλά σχεδόν πάντα μένουν στη βάση του βουνού.

Like1

Μην πουλάς τίποτα που δεν θα το αγόραζες εσύ. 

Μην εργάζεστε για κανέναν που δεν σέβεστε και δεν θαυμάζετε. 

Συνεργαστείτε μόνο με ανθρώπους που σας αρέσουν

Sad1

Μια φωτογραφία, μια ιστορία.

Κάθε Κυριακή στον Ορεινό

 

1. Όταν το Χάνι ξέμεινε από διαβάτες..

 

 

Το μεσημέρι είχε γείρει πάνω στις πέτρες του αυλόγυρου κι ο ήλιος του φθινοπώρου ζέσταινε όσο χρειαζόταν για να βγουν οι άνθρωποι έξω. Στον αέρα πλανιόταν η μυρωδιά του φρεσκοψημένου ελληνικού καφέ και το άρωμα του βρεγμένου χώματος που έφερνε το αεράκι από τις όχθες του Κόκκινου ποταμού, του παραπόταμου του Μόρνου.

Οι δυο παίκτες είχαν σκύψει πάνω από το τάβλι σαν να έπαιζαν την τύχη τους ολόκληρη. Τα πούλια χτυπούσαν νευρικά πάνω στο ξύλο και τα ζάρια έτρεχαν με εκείνον τον γνώριμο ήχο που μόνο στα χωριά ακούγεται σαν μουσική.

— Εξάρες, μπάρμπα Μήτσο! Τύχη βουνό!
φώναξε ο ένας, ήταν ο γαμπρός του.

Κι εκείνος αποκρίθηκε μόνο με ένα αργό κούνημα του κεφαλιού, ξέροντας πως η τύχη δεν μετριέται στα ζάρια, αλλά στους ανθρώπους που σου απομένουν στο τέλος της ημέρας.

 

Ακουμπισμένος στην ψάθινη καρέκλα του, ο μπάρμπα Μήτσος Καραπιστόλης, κλεισμένα τα ογδόντα πέντε παρακολουθούσε σιωπηλός. Τα χέρια του, ροζιασμένα από τον μόχθο δεκαετιών, αναπαύονταν τώρα στα γόνατά του σαν παλιά εργαλεία που βρήκαν επιτέλους τη θέση τους στη σκιά. Τα μάτια του ήταν στο παιχνίδι, μα ο νους του ταξίδευε αλλού…

Έβλεπε ακόμη μπροστά του το παλιό του χάνι στην ένδοξη εποχή του. Τότε που οι δρόμοι ήταν χωμάτινοι, η απόσταση μετριόταν με τον ιδρώτα και ο κόσμος ταξίδευε με τα πόδια, με μουλάρια και κάρα. Θυμόταν τους διαβάτες να φτάνουν νύχτα κουρασμένοι, να ζητούν νερό και σανό για τα ζώα, φωτιά για να ζεσταθούν και μια κουβέντα για να ξορκίσουν τη μοναξιά του δρόμου.

Άλλοι πήγαιναν στο Λιδωρίκι για υποθέσεις, άλλοι τραβούσαν για Άμφισσα ή Ναύπακτο. Όλοι όμως έβρισκαν λιμάνι στο χάνι του.

Εκεί έμαθε ο μπάρμπα Μήτσος πως ο κόσμος είναι ένα ατέλειωτο πέρασμα· οι άνθρωποι έρχονται, κάθονται λίγο, αφήνουν την ιστορία τους και φεύγουν πάλι.

Τώρα τα αυτοκίνητα είχαν μικρύνει τις αποστάσεις. Οι οδηγοί προσπερνούν με μια ταχύτητα που δεν τους αφήνει να δουν ούτε το χρώμα της πέτρας, και οι δρόμοι έχουν αδειάσει από φωνές. Το χάνι είχε σιωπήσει εδώ και χρόνια.

Μονάχα όταν τα παιδιά του έρχονται να το δουν, η ζωή επιστρέφει ορμητική. Με ένα τάβλι ανοιγμένο στην αυλή και τον ήλιο να πέφτει γλυκά πάνω στις πέτρες, είναι σαν να ξαναγυρίζει για λίγο ο παλιός κόσμος.

Ένα αδιόρατο χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό του.

Γιατί σκέφτηκε πως, όσο κι αν αλλάζουν οι μηχανές και οι τρόποι, η ανάγκη του ανθρώπου παραμένει η ίδια: να σταματά κάπου για λίγο, να ξαποσταίνει, να μιλά και να νιώθει πως δεν είναι ένας μοναχικός διαβάτης σε τούτον τον κόσμο.

Metallica και εθνικό αστεροσκοπείο Αθηνών

Αντιγραφή από τη ιστοσελίδα του αστεροσκοπείου:

Όταν το heavy metal συναντά τη σεισμολογία…

Το Γεωδυναμικό Ινστιτούτο Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών παρακολουθεί με σεισμογράφο τη σημερινή συναυλία των Metallica λ στο Ολυμπιακό Στάδιο Αθηνών (ΟΑΚΑ), εξετάζοντας αν η μαζική και συγχρονισμένη κίνηση δεκάδων χιλιάδων θεατών μπορεί να δημιουργήσει μετρήσιμες μικροδονήσεις στο έδαφος.

Τα τελευταία χρόνια, παρόμοια φαινόμενα έχουν καταγραφεί σε μεγάλες συναυλίες διεθνώς, όπου η ενέργεια του κοινού δημιούργησε ασθενείς σεισμικές δονήσεις, γνωστές ως «concert quakes».

Η αποψινή συναυλία αποτελεί μια εξαιρετική ευκαιρία για τη μελέτη αυτού του φαινομένου και στην Ελλάδα, καθώς η παρουσία δεκάδων χιλιάδων
θεατών μπορεί να αφήσει το δικό της… σεισμικό αποτύπωμα.

Η καταγραφή σε πραγματικό χρόνο:
Realtime Seismic Monitoring (https://orfeus.gein.noa.gr/realtime/)

Ευχαριστούμε για την φιλοξενία τους
Polias Runners

Για να δούμε ποιοι θα κάνουν περισσότερο θόρυβο… οι Metallica σήμερα ή
οι Iron Maiden στις 23/05;

Wow1

Γιάννης Ρίτσος: Μετά την ήττα

Ύστερ’ απ’ την πανωλεθρία των Αθηναίων στους Αιγός Ποταμούς, και λίγο αργότερα
μετά την τελική μας ήττα, — πάνε πια οι ελεύθερες κουβέντες μας, πάει κι η Περίκλεια αίγλη,
η άνθηση των Τεχνών, τα Γυμναστήρια και τα Συμπόσια των σοφών μας. Τώρα
βαριά σιωπή στην Αγορά και κατήφεια, κι η ασυδοσία των Τριάντα Τυράννων.
Τα πάντα (και τα πιο δικά μας) γίνονται ερήμην μας, χωρίς καθόλου
τη δυνατότητα μιας κάποιας προσφυγής, μιας υπεράσπισης ή απολογίας,
μιας έστω τυπικής διαμαρτυρίας. Στη φωτιά τα χαρτιά και τα βιβλία μας·
κι η τιμή της πατρίδας στα σκουπίδια. Κι αν γινόταν ποτέ να μας επέτρεπαν
να φέρουμε για μάρτυρα κάποιον παλιό μας φίλο, αυτός δε θα δεχόταν από φόβο
μήπως και πάθει τα δικά μας — με το δίκιο του ο άνθρωπος. Γι’ αυτό
καλά είναι εδώ, — μπορεί και ν’ αποχτήσουμε μια νέα επαφή με τη φύση
κοιτώντας πίσω από το σύρμα ένα κομμάτι θάλασσα, τις πέτρες, τα χορτάρια,
ή κάποιο σύννεφο στο λιόγερμα, βαθύ, βιολετί, συγκινημένο. Κι ίσως
μια μέρα να βρεθεί ένας νέος Κίμωνας, μυστικά οδηγημένος
από τον ίδιο αϊτό, να σκάψει και να βρει τη σιδερένια αιχμή απ’ το δόρυ μας,
σκουριασμένη, λιωμένη κι αυτήν, και να την κουβαλήσει επίσημα
σε πένθιμη ή δοξαστική πομπή, με μουσική και στεφάνια στην Αθήνα.

Λέρος, 21.III.68

Ο  Γουόρεν Μπάφετ είναι γνωστός για πολλούς λόγους, μεταξύ των οποίων και για τη διαχρονική, απλή σοφία του.

Η παρακάτω φράση, που συχνά αποδίδεται στον ίδιο και αναφέρεται στο βιβλίο Strengths-Based Leadership του Tom Rath, ακούγεται προφανής στην αρχή — αλλά γίνεται άβολη όσο περισσότερο τη σκέφτεσαι: «Ηγέτης είναι κάποιος που μπορεί να πετυχαίνει αποτελέσματα μέσω των άλλων.»

Οι περισσότεροι ηγέτες συμφωνούν με το απόφθεγμα. Και έπειτα συνεχίζουν να κάνουν το αντίθετο.Πολλοί managers παρεμβαίνουν, διορθώνουν οι ίδιοι τα λάθη ή μπαίνουν σε αποφάσεις που η ομάδα τους θα μπορούσε να χειριστεί. Με τον καιρό, γίνονται σημεία συμφόρησης (bottlenecks) αντί για πολλαπλασιαστές απόδοσης.Η φράση του Buffett είναι ξεκάθαρη: Η πραγματική ηγεσία δεν αφορά το status ή τον έλεγχο. Αφορά τη δημιουργία των συνθηκών ώστε οι άλλοι να αποδίδουν εξαιρετικά — χωρίς ο ηγέτης να “αιωρείται” διαρκώς από πάνω τους.

Μπορεί ένας «κυνικός» οδηγός εξουσίας να σε κάνει καλύτερο Manager;

Οι «νόμοι» του Robert Greene συχνά διαβάζονται ως ψυχρά εργαλεία εξουσίας. Αν, όμως, απογυμνωθούν από τον κυνισμό τους και «εξανθρωπιστούν», μετατρέπονται σε έναν πρακτικό οδηγό για τον σύγχρονο manager — όχι για να κυριαρχεί, αλλά για να καθοδηγεί.

Η στρατηγική σκέψη δεν είναι απλώς η ικανότητα να προβλέπεις κινήσεις, αλλά να κατανοείς το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινούνται οι άνθρωποι. Ο καλός manager δεν αντιδρά· προνοεί. Βλέπει πέρα από το άμεσο αποτέλεσμα και τοποθετεί τις αποφάσεις του σε μια αλυσίδα συνεπειών. Η στρατηγική, όταν υπηρετεί τον άνθρωπο και όχι το εγώ, γίνεται εργαλείο σταθερότητας και εμπιστοσύνης.

Η διαχείριση της εικόνας δεν είναι υποκρισία· είναι συνείδηση του πώς σε αντιλαμβάνονται οι άλλοι. Ο manager είναι πάντα ένα σύμβολο: της κατεύθυνσης, της τάξης, της ψυχραιμίας. Αν η εικόνα του είναι ασυνεπής, η ομάδα χάνει τον προσανατολισμό της. Η αυθεντικότητα, όμως, είναι το όριο: η εικόνα πρέπει να αντανακλά τον πυρήνα, όχι να τον καλύπτει.

Τέλος, η κατανόηση της ανθρώπινης φύσης είναι η βάση όλων. Οι άνθρωποι δεν κινούνται μόνο από λογική, αλλά από φόβους, φιλοδοξίες, ανάγκη για αναγνώριση. Ο manager που το αγνοεί, αποτυγχάνει να «διαβάσει» την πραγματικότητα. Εκείνος που το σέβεται, δεν χειραγωγεί· ερμηνεύει και καθοδηγεί με μέτρο.

Η επιρροή χωρίς επιβολή είναι ίσως η πιο λεπτή τέχνη. Η εξουσία επιβάλλει· η επιρροή πείθει. Ο manager που χρειάζεται συνεχώς να επιβάλλεται, στην πραγματικότητα αποδυναμώνεται. Αντίθετα, εκείνος που εμπνέει, που δημιουργεί χώρο για συμμετοχή και αναγνώριση, καλλιεργεί μια δύναμη που δεν φαίνεται αλλά διαρκεί. Είναι η δύναμη της αποδοχής.

Συνελόντι ειπείν, οι «νόμοι» του Greene, όταν απομακρυνθούν από τη σκληρότητα της ισχύος, γίνονται αρχές ηγεσίας: να σκέφτεσαι πριν δράσεις, να εκπέμπεις σταθερότητα, να επηρεάζεις χωρίς να καταπιέζεις και να κατανοείς πριν κρίνεις. Εκεί αρχίζει το πραγματικό management — όχι ως τέχνη εξουσίας, αλλά ως άσκηση ευθύνης.

Ο Robert Greene (γεν. 1959) είναι Αμερικανός συγγραφέας, γνωστός για τα βιβλία του γύρω από τη στρατηγική, την εξουσία και την ανθρώπινη συμπεριφορά. Σπούδασε κλασικές σπουδές και έχει εργαστεί σε ποικίλα επαγγελματικά πεδία — από δημοσιογραφία μέχρι το σενάριο στο Χόλιγουντ — πριν αφοσιωθεί στη συγγραφή. Το 1998 δημοσίευσε το εμβληματικό έργο The 48 Laws of Power, που τον καθιέρωσε διεθνώς. Ακολούθησαν τίτλοι όπως The Art of Seduction, The 33 Strategies of War και Mastery. Το έργο του συνδυάζει ιστορικά παραδείγματα, φιλοσοφικές αναφορές και πρακτική ανάλυση της ανθρώπινης φύσης. Θεωρείται από τις πιο επιδραστικές — και ταυτόχρονα αμφιλεγόμενες — φωνές στη σύγχρονη σκέψη γύρω από την ηγεσία και τη δύναμη.