«Είναι ανήθικο!» είπε η Συνείδηση. «Είναι βλαβερό!» δήλωσε η Υγεία. «Αποδοκιμάζεται!» φώναξε η Κοινωνία.
«Δοκίμασε!», ψιθύρισε η Καρδιά.
Ανώνυμος

Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.
«Είναι ανήθικο!» είπε η Συνείδηση. «Είναι βλαβερό!» δήλωσε η Υγεία. «Αποδοκιμάζεται!» φώναξε η Κοινωνία.
«Δοκίμασε!», ψιθύρισε η Καρδιά.
Ανώνυμος
•Όταν στριμώχτηκε είπε με στόμφο.Με επέλεξαν γιατί είμαι ωραίος.Τελειος ο ειδικός επιστήμων υφυπουργός.Θα το θεωρούσα πταίσμα και παραγεγραμμένο ολίσθημα αν δεν μου έσπαγε τα νεύρα με τη διατεταγμένη υπηρεσία στην εξεταστική που τιμήθηκε με υπουργικό αξίωμα.στην κυβέρνηση των αριστων.Οι επικριτές μου ,είπε ,δεν θα μπορούσαν να τελειώσουν ούτε ένα εξάμηνο στο ευαγές ίδρυμα South Eastern College με το γενικό και αόριστο δίπλωμα Bachelor επί παντός του επιστητού.Και για ποιον το είπε;Τον Πολάκη.Δεν τον πάω τον Πολάκη αλλά εν παση περιπτώσει έχει περάσει και τελειώσει την πανεύκολη Ιατρική Αθηνών.Αν είχε πάει στο South Eastern θα έσπαγε τα μούτρα του.Τι συγκρίνει;Την Ιατρική με το South Eastern;Δεν είχε τα κότσια να φοιτήσει στο South Eastern όπως ο ειδικός επιστήμων Μακάριος Λαζαριδης.
•Τον θυμάστε τον Θεμη Ανδρεαδη;Ο πρύτανης του σατιρικού τραγουδιού. «Ειμαι πολύ ωραίος ιδίως το βράδυ /με λένε Ανδρεαδη/με λένε Ερολ Φλυν»(1978)
Πάνος Μπιτσαξής
Απόσπασμα συνέντευξης του Φ.Τάση
Δεν αντιλαμβάνομαι τον άνθρωπο ως υπολογιστή. Δεν θεωρώ ότι μπορούμε να διαχωρίσουμε το λογισμικό, δηλαδή το ψυχικό, από το βιολογικό υπόστρωμα. Για μένα, το βιολογικό και το ψυχικό αποτελούν μια αδιαίρετη οντότητα, με τις δύο διαστάσεις να αλληλοκαθορίζονται με τρόπους μη σαφείς αλλά τεκμαρτούς:
Κοκκινίζουμε, όταν ντρεπόμαστε, αισθανόμαστε «πεταλούδες στο στομάχι», όταν ερωτευόμαστε και, αντιστρόφως, γινόμαστε ευέξαπτοι, όταν έχουμε πονόδοντο. Η σχέση σώματος και ψυχής δεν είναι μονοσήμαντη ούτε εύκολα καθορίσιμη. Υπερβαίνει σε οντολογική τάξη τη σχέση hardware-software, καθώς ο ανθρώπινος εγκέφαλος διαθέτει πλαστικότητα.
Καθώς μιλάμε και εισπράττουμε ερεθίσματα, νέες νευρωνικές συνάψεις σχηματίζονται και άλλες ατροφούν. Η ίδια η νοητική λειτουργία αλλάζει το βιολογικό υπόστρωμα και αντίστροφα. Για αυτό δεν μπορούμε απλώς να «εξαγάγουμε» το ψυχικό από το βιολογικό.
Ενώ για τους μετανθρωπιστές όλα ανάγονται σε δεδομένα, εγώ δεν πιστεύω ότι οι διανοητικές διεργασίες, πόσω μάλλον το ασυνείδητο, τα όνειρα, τα πάθη και οι φόβοι,— είναι ποσοτικοποιήσιμα ή αλγοριθμίσιμα. Ακόμη και αν πετυχαίναμε τον διαχωρισμό, δεν θα μπορούσαμε να αλγορυθμίσουμε αυτές τις διαδικασίες. Θεωρώ τη μεταφόρτωση συνείδησης αδύνατη, ακολουθώντας και τη γραμμή των Ρότζερ Πένροουζ και Στιούαρτ Χάμεροφ, που υποστηρίζουν ότι οι νοητικές διεργασίες είναι μη αλγοριθμίσιμες. Με βάση το θεώρημα μη πληρότητας του Κουρτ Γκέντελ, σε κάθε τυπικό σύστημα λογικής υπάρχουν προτάσεις που δεν μπορούν να αποδειχθούν ως αληθείς εντός του συστήματος, ενώ η συνείδηση μπορεί να τις συλλάβει. Ένας υπολογιστής, ως σύστημα τυπικής λογικής, δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει όπως η συνείδηση.
Το ενδιαφέρον είναι ότι, όπως στη βιομηχανική επανάσταση είχαμε το πρότυπο του Φρανκενστάιν και σκεφτόμασταν με βάση τον ατμό και τον ηλεκτρισμό, έτσι τώρα κυριάρχησε το πρότυπο του υπολογιστή. Είναι μια μεταφορά με περιορισμένη χρησιμότητα, όπως το να βλέπουμε λ.χ. την καρδιά ως αντλία. Τα νευρωνικά δίκτυα μιμούνται τον εγκέφαλο, αλλά ο εγκέφαλος τα υπερβαίνει λόγω ποιοτικής διαφοράς στην αλληλεπίδραση βιολογικού και ψυχικού. Αυτή η μεταφορά είναι επιτυχημένη επειδή θέλουμε να νοηματοδοτήσουμε την ύπαρξή μας, αλλά αδυνατούμε να το κάνουμε με αναφορά στη θνητότητά μας.
Ο πολιτισμός μας, από τη βιομηχανική νεωτερικότητα και μετά, βασίζεται στην απώθηση της θνητότητας και στην αφήγηση της αέναης προόδου δίχως τέλος. Ο θάνατος παρουσιάζεται ως ένα πρόβλημα προς επίλυση. Σε αντίθεση με παλαιότερους πολιτισμούς που είχαν έντονο το θρησκευτικό στοιχείο και την αίσθηση του αυτοπεριορισμού, μέσω της θεϊκής τιμωρίας της ύβρεως, στον δικό μας αυτό απουσιάζει.
Δημιουργείται έτσι ένα τρομακτικό κενό νοήματος. Σήμερα υπάρχει μια χειραφέτηση, όπου εμείς νοηματοδοτούμε τον βίο μας, αλλά πρέπει να αναγνωρίσουμε και το όριο του βίου ως αναγκαία συνθήκη για μια μεστότερη ζωή. Λόγω της αδυναμίας μας να αποδεχθούμε τη θνητότητα, οι άνθρωποι ονειρευόμαστε μια αθανασία που υπόσχεται η τεχνική. Οι πρωτεργάτες της τεχνικής, εσωτερικεύοντας την παντοδυναμία της τεχνοεπιστήμης, υποκαθιστούν τη θεία πρόνοια με μια τεχνολογική τελεολογία. Εφόσον έχουν τα χρήματα και τη φιλοδοξία, αλλά καμία άλλη πνευματικότητα, στρέφονται εκεί.
Ο Ντέμης Χασάμπης μάλιστα αναφέρει τον Μπαρούχ Σπινόζα ως αγαπημένο του φιλόσοφο, αλλά η σχέση της κοσμοθεωρίας του με τον πανθεϊσμό του Σπινόζα είναι αμφίβολη. Η μεταφόρτωση, λοιπόν, δεν είναι εφικτή λόγω του αδιαίρετου ψυχικού-βιολογικού και των περιορισμών των αλγοριθμικών συστημάτων. Εντέλει η διεκδίκηση αυτή συνδέεται με την απώθηση της θνητότητας στη βιομηχανική νεωτερικότητα, που οδηγεί σε μια τρομακτική μοναξιά και την ανάγκη αποδοχής της τρωτότητάς μας.
Μιλάμε συχνά για «επανεφεύρεση» του ατόμου, έναν όρο που βρίσκω προβληματικό, καθώς υποδηλώνει ότι σκεφτόμαστε τον άνθρωπο με όρους μηχανής, αποτελεσματικότητας και βελτιστοποίησης.
Θεοφάνης Τάσης, καθηγητής Φιλοσοφίας της Πληροφορίας στο Τμήμα Τεχνών Ήχου και Εικόνας του Ιονίου Πανεπιστημίου και συγγραφέας του βιβλίου Ψηφιακός Ανθρωπισμός: Τεχνητή Νοημοσύνη και Τέχνη του Βίου (Αρμός, 2025),
Πηγή: ΒΗΜΑ

Σήμερα, ἐποχὴ πρωτοφανοῦς πληθωρισμοῦ, οἱ τίτλοι ποὺ ἐκδίδονται κάθε χρονιὰ στὴν Ἑλλάδα εἶναι περὶ τοὺς 10.000. Καὶ τὸ βιβλίο γιὰ τοὺς ἐραστές του μοιάζει νὰ ἔχει γίνει βραχνάς.
«Τί νὰ πρωτοδιαβάσεις;» ρωτοῦσε ὁ Ἄγγελος Τερζάκης σὲ ἐπιφυλλίδα του τὸ μακρινὸ 1972 γιὰ τὴν πλημμυρίδα τῶν νεοεκδιδόμενων.
«Καὶ μόνο γιὰ νὰ κόβεις τὰ φύλλα τους δὲν φτάνει ἡ μισὴ μέρα. Ἂς ὑποθέσουμε πὼς τὴν ἄλλη μισὴ τὴν ἀφιερώνω στὸ διάβασμα. Καὶ τὴ νύχτα. Πάλι δὲν θὰ προφταίνω. Ἐγὼ σοῦ λέω πὼς δὲν κάνω καμμιὰν ἄλλη δουλειά… Ὑπόθεσε πὼς γίνομαι ἀναγνωστικὴ μηχανή. Τί θὰ πετύχω; Ἡ ἀντίληψή μου θὰ στομώσει, θ’ ἀποβλακωθῶ, δὲν θὰ καταλαβαίνω τί διαβάζω, δὲν θ’ ἀφομοιώνω τὸ παραμικρὸ καὶ θὰ εἶμαι πιὰ ἀνίκανος νὰ κρίνω. Τότε πρὸς τί τὸ διάβασμα;»
Οτιδήποτε βλέπουμε μας βλέπει,
οτιδήποτε ακουμπάμε μας ακουμπάει ,
το αλλάζουμε και μας αλλάζει,
για πάντα ,
Ζούμε συνήθως με την ψευδαίσθηση πως στεκόμαστε απέναντι από τον κόσμο σαν παρατηρητές, σαν να είναι όλα γύρω μας αντικείμενα ουδέτερα, ακίνητα, διαθέσιμα μόνο για τη δική μας χρήση και κατανόηση. Κοιτάζουμε ένα τοπίο, ένα πρόσωπο, ένα παλιό σπίτι, ένα δέντρο, ένα βιβλίο, και πιστεύουμε ότι η σχέση εξαντλείται στο βλέμμα μας προς αυτά. Κι όμως, δεν είναι έτσι. Ο κόσμος δεν μένει αμέτοχος. Ό,τι βλέπουμε, με κάποιον μυστικό τρόπο, μας βλέπει κι αυτό και μας επηρεάζει.
Ένα βουνό δεν είναι μόνο μια μάζα γης που υψώνεται απέναντί μας. Είναι μια παρουσία που ακουμπά στην ψυχή μας.. Η θάλασσα δεν είναι απλώς νερό που απλώνεται ως τον ορίζοντα. Είναι ένας καθρέφτης που αποκαλύπτει το μέγεθος ή τη μικρότητα της ψυχής μας. Ένα πρόσωπο που αγαπήσαμε δεν το αγγίξαμε μόνο εμείς· μας άγγιξε και εκείνο, αφήνοντας επάνω μας ίχνη που ούτε ο χρόνος ούτε η λήθη κατορθώνουν να σβήσουν εντελώς.
Η σχέση μας με τον κόσμο είναι αμφίδρομη. Οτιδήποτε ακουμπάμε, μας ακουμπάει. Δεν υπάρχει επαφή χωρίς ανταπόδοση. Αγγίζεις το χώμα και σου μεταδίδει κάτι. Πιάνεις ένα παλιό αντικείμενο και νιώθεις να περνά από μέσα σου κάτι από τις ζωές που το κράτησαν πριν από εσένα. Συναντάς έναν άνθρωπο και, είτε το καταλάβεις είτε όχι, φεύγεις από τη συνάντηση λίγο διαφορετικός απ’ ό,τι ήσουν πριν. Καμιά εμπειρία δεν είναι χωρίς συνέπειες. Καμιά επαφή δεν περνά χωρίς να αφήσει το αποτύπωμα της..
Γι’ αυτό και κάθε μας πέρασμα από τη ζωή είναι πράξη αμοιβαίας μεταμόρφωσης. Αλλάζουμε τα πράγματα και αυτά μας αλλάζουν. Καλλιεργούμε ένα χωράφι και εκείνο καλλιεργεί μέσα μας υπομονή. Χτίζουμε ένα σπίτι και το σπίτι, σιγά-σιγά, χτίζει τις συνήθειες και τις μνήμες μας. Μεγαλώνουμε ένα παιδί και, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, εκείνο μεγαλώνει μαζί και τον δικό μας εσωτερικό άνθρωπο. Ακόμη και οι πληγές που νομίζουμε πως αφήσαμε πίσω, συνεχίζουν να μας πλάθουν, όπως κι εμείς πλάσαμε με τις πράξεις μας τον κόσμο που τις γέννησε.
Τίποτε, λοιπόν, δεν χάνεται πραγματικά. Κάθε βλέμμα, κάθε άγγιγμα, κάθε συνάντηση αφήνει ένα αποτύπωμα. Μπορεί να είναι ανεπαίσθητο σαν σκιά που περνά, μπορεί όμως να είναι και ανεξίτηλο σαν χάραγμα πάνω σε πέτρα. Και αυτό το αποτύπωμα δεν αφορά μόνο το παρόν· μας συνοδεύει στο μέλλον. Το κουβαλούμε μέσα μας, συχνά χωρίς να το γνωρίζουμε. Έτσι η ζωή δεν είναι μια σειρά από ουδέτερα γεγονότα, αλλά μια αλυσίδα αμοιβαίων επιδράσεων που μας διαμορφώνουν ασταμάτητα.
Ίσως γι’ αυτό χρειάζεται περισσότερη προσοχή στον τρόπο που κοιτάζουμε, που αγγίζουμε, που πλησιάζουμε τον κόσμο. Τίποτε δεν είναι απλό, γιατί τίποτε δεν μένει χωρίς απάντηση. Ο κόσμος δεν είναι σκηνικό· είναι συνομιλητής. Και εμείς δεν είμαστε απλώς περαστικοί· είμαστε μέρος μιας βαθιάς ανταλλαγής, μιας σχέσης που γράφεται αδιάκοπα και από τις δύο πλευρές.
Ό,τι βλέπουμε, μας βλέπει. Ό,τι ακουμπάμε, μας ακουμπάει. Το αλλάζουμε και μας αλλάζει. Και αυτή είναι ίσως η πιο μεγάλη, η πιο καθαρή αλήθεια της ζωής: πως τίποτε δεν αγγίζουμε χωρίς να μας αγγίξει για πάντα.
Η απληστία δεν έχει όρια κι από κοντά η θρησκευτική εξουσία, όταν συμπλέει με την κοσμική και συχνά το πράττει, συμβάλλει στην απανθρωποίηση και στην αποξένωση απ’ τις χριστιανικές εντολές και διδασκαλίες καθιστώντας αυτές γράμμα κενό. Η υποδαύλιση των παθών κι η υποδούλωση στα κατώτερα ένστικτα τον μετατρέπει σε άγριο θηρίο που διψάει για αίμα. Αιμάσσουσα ανθρωπότητα. Και η ιστορία επαναλαμβάνεται και θα επαναλαμβάνεται όσο ο άνθρωπος τη λησμονεί και θα τη λησμονεί.
Γευσιγνώστης κοιλιόδουλος δὲν γίνεται, οὔτε φιλαναγνώστης βιβλιομανής. Στὴν ἐφηβεία καὶ στὴν πρώτη νεότητα ἡ πολυαναγνωσία εἶναι μιὰ φάση βουλιμικὴ ἀπ’ τὴν ὁποία πολλοὶ περνοῦν, τὸ διάβασμα ὅμως τὸ πραγματικὸ τὸ μαθαίνουν μόνο ὅσοι τὴν ξεπερνοῦν.
Ὁ πραγματικὸς ἐραστὴς τῶν βιβλίων ὅσο παρέρχονται τὰ χρόνια διαβάζει λιγότερο. Τὸ κυριότερο: ξαναδιαβάζει.
Κώστας Κουτσουρέλης
Πηγή: neoplanodion.gr
Για την “την πολιτική ως επάγγελμα” ο Μαξ Βέμπερ είχε γράψει:
Πλασμένος για την πολιτική είναι όποιος είναι διατεθειμένος να πει “παρ’ όλα αυτά”. Να τρώει δηλαδή τα χαστούκια της αποτυχίας, της συνειδητοποίησης της αδυναμίας του να παρέμβει στα πράγματα και παρ’ όλα αυτά να διατηρεί ζωντανή τη φλόγα.
Μαξ Βέμπερ ήταν Γερμανός κοινωνιολόγος και πολιτικός, οικονομολόγος, οι ιδέες του οποίου επηρέασαν την κοινωνική θεωρία, την κοινωνική έρευνα και το σύνολο της επιστήμης της κοινωνιολογίας.
Κωστῆς Παπαγιώργης*: Τὰ μεγάλα βιβλία τῆς ανθρωπότητας εἶναι γραμμένα ὅλα πρὸ Χριστοῦ.
*Κωστής Παπαγιώργης υπήρξε από τους σπουδαιότερους έλληνες δοκιμιογράφους. Έγραψε για τη μέθη, τη ζηλοτυπία, τη μισανθρωπία, τους νεκρούς, τη μνησικακία, τη φιλία και τον πόλεμο.
Ο τίτλος τοῦ περίφημου διηγήματος τοῦ Τολστόι. Σ’ αὐτὸ ὁ ἥρωας, ἕνας ἄπληστος γαιοκτήμονας, βρίσκει ὄντως τελικὰ τὴν ἀπάντηση, πεθαίνοντας πάνω στὴν προσπάθεια νὰ αὐξήσει τὸ ἔχει του: δυὸ μέτρα ὅλη κι ὅλη.
Η επιχείρησή σου θα μεγαλώσει μόνο όταν σταματήσεις να τη διαχειρίζεσαι σαν μικρή.
Οι περισσότερες επιχειρήσεις δεν μένουν μικρές επειδή δεν μπορούν να μεγαλώσουν. Μένουν μικρές γιατί οι άνθρωποί τους συνεχίζουν να τις σκέφτονται μικρές.
Με την ίδια ανάγκη ελέγχου.
Με την ίδια δυσπιστία απέναντι στην ανάθεση.
Θέλεις να τα ελέγχεις όλα.
Να περνούν όλα από το χέρι σου.
Να μη γίνει λάθος.
Και έτσι… δεν γίνεται τίποτα μεγάλο.
Η ανάπτυξη ξεκινά από μια εσωτερική απόφαση:
να εμπιστευτείς, να μοιράσεις, να αφήσεις χώρο.
Να πάψεις να είσαι ο άνθρωπος για όλα —
για να μπορέσει η επιχείρηση να γίνει κάτι περισσότερο από σένα.
Των θυρών κεκλεισμένων
Συμβαίνει να σωπαίνει κάποτε η Εκκλησία,
παρ’ όλο που τελείται γιορτή επιβλητική.
Μην έχοντας καμπάνες, άμφια και λιτανεία,
ξεχύνεται η διάθεση όλη η εορταστική
στην εσωτερική πια λατρεία, καθιερωμένη
σε τέτοιες περιστάσεις. Καθώς ο διπλανός σου
αγνοεί τι πανηγύρι μέσα σου έχει στηθεί,
μια και δεν συμμετέχει σε τίποτα γνωστό του,
ξυπνάει και σ’ αντικρίζει κι ευθύς αναρωτιέται:
πώς έτσι ο γείτονάς μου ξανθίζει αδοκήτως;
ποιο Πάσχα του Κυρίου, έξω ταγμένου χρόνου,
γιορτάζει εν αγνοία των άλλων χριστιανών;
Αδιάφορος προς όλα, ο ρούμιος εορταστής.
Paratum est cor meum για τη σπουδαία θυσία.
Στολίζει τους βωμούς του, υψώνει τη Χαρά
και τη μετουσιώνει σε σκεύη αχτιδωτά.
Μ’ ευλάβεια αναλίσκει το περιεχόμενό τους
κι ύστερα κάμνει απόλυση, τελείως μεταρσιωμένος.
Σημαίνουν τότε εντός του μυριάδες οι καμπάνες,
με τέτοιο αλαλαγμό τους, που ουδέποτε χαλκός
τραγούδησε στη γη μας με τόση ευφροσύνη,
με τόση φωτεινότητα και τόσο διαυγώς.
Γ. Παπατσώνης
