“Οι δύσκολες στιγμές δεν κρατούν αλλά οι δύσκολοι άνθρωποι ναι”*

*Dr. Robert Schuller ήταν Αμερικανός πάστορας, συγγραφέας και τηλεευαγγελιστής, ιδιαίτερα γνωστός για το μήνυμα της «θετικής σκέψης», της αισιοδοξίας και της αυτοπεποίθησης μέσα από τη χριστιανική πίστη.

Like1

Μπαρούχ Σπινόζα 

Ο Μπαρούχ Σπινόζα (Ηθική) σημειώνει ότι «ο ελεύθερος άνθρωπος άλλο δεν σκέφτεται παρά τον θάνατο, και η σοφία του είναι ένας στοχασμός όχι του θανάτου αλλά της ζωής». Στην παραπάνω φράση συμπυκνώνεται το διαυγές συμπέρασμα: τα πάντα στην ανθρώπινη ζωή έχουν σημασία επειδή ακριβώς οι άνθρωποι είναι θνητοί, και το γνωρίζουν. Όσα κάνουν οι θνητοί άνθρωποι έχουν νόημα εξαιτίας αυτής της επίγνωσης. Αυτό που καθιστά κάθε άνθρωπο πολύτιμο και αναντικατάστατο, είναι ο θάνατος, ή η ιδέα του θανάτου. Οι άνθρωποι ωθούνται στην πράξη απ’ την επίγνωση ότι είναι φάσματα. Κάθε πράξη που επιτελούν, μπορεί να είναι η τελευταία τους. Τα πάντα, στους θνητούς, έχουν την αξία του φθαρτού και ανεπανόρθωτου.

Αν νικιόταν κάποτε ο θάνατος, δεν θα είχαν πια νόημα όλα αυτά που με τόσο μόχθο συνέθεσαν οι άνθρωποι προκειμένου να ενσταλάξουν κάποιο σκοπό στην τόσο σύντομη ζωή τους. Όμως, όπως γράφει ο Μπάουμαν (Η μετανεωτερικότητα και τα δεινά της), σε συνέχεια των προηγουμένων, η ουσία του ζητήματος είναι ότι η γνώση της θνητότητας του ανθρώπου σημαίνει συνάμα και γνώση της δυνατότητας της αθανασίας του. Το να έχει επίγνωση της θνητότητας σημαίνει ότι μπορεί να φαντάζεται την αθανασία, να εργάζεται για την αθανασία του.

Κ. Μέλας

Πηγή: neoplanodion.gr

Like2

Περί πυθαγόρειας διατροφής

Ιπποκράτης: «Εκείνο που διατηρεί την υγεία είναι ισομερής κατανομή και ακριβής μείξη μέσα στο σώμα των δυνάμεων (= ισονομία) του ξηρού, του υγρού, του κρύου, του γλυκού, του πικρού, του ξινού και του αλμυρού. Την Αρρώστια την προκαλεί η επικράτηση του ενός (=μοναρχία). Η θεραπεία επιτυγχάνεται με την αποκατάσταση της διαταραχθείσας ισορροπίας, με τη μέθοδο της αντίθετης από την πλεονάζουσα δύναμη».

Like2

Μείωση στη κατανάλωση οίνου.

Ο Διεθνής Οργανισμός Οίνου και Σταφυλιών (OIV) ανακοίνωσε στις 14 Μαΐου ότι η παγκόσμια κατανάλωση κρασιού το 2025 μειώθηκε στο χαμηλότερο επίπεδό της από το 1957, αντανακλώντας τις αλλαγές στον τρόπο ζωής, τις συνήθειες κατανάλωσης αλκοόλ και τον αντίκτυπο της οικονομικής αβεβαιότητας.

Ο OIV ανέφερε ότι η κατανάλωση κρασιού έχει μειωθεί σε εννέα από τις δέκα σημαντικότερες αγορές του κόσμου. Τρεις αγορές που έπαιξαν σημαντικό ρόλο σε αυτή την πτωτική τάση ήταν η Κίνα, η Γαλλία και οι Ηνωμένες Πολιτείες

Like1

Μια ζωή κοντά στη φύση!

Κάποιες φορές η τακτοποίηση μιας μεγάλης βιβλιοθήκης μοιάζει περισσότερο με αρχαιολογική ανασκαφή παρά με οικιακή εργασία. Ιδίως όταν τα βιβλία έχουν συσσωρευτεί επί δεκαετίες και κουβαλούν μαζί τους όχι μόνο γνώσεις αλλά και ολόκληρες εποχές της ζωής σου. Ίσως με έχει επηρεάσει και εκείνη η περίφημη φράση που αποδίδεται στον Umberto Eco:
«Έχω μεγάλη βιβλιοθήκη για να μου θυμίζει ότι δεν γνωρίζω σχεδόν τίποτα.»

Κι όμως, αυτός ο «μπελάς» έχει και τη χάρη του. Μέσα στα ράφια και στα ξεχασμένα συρτάρια ξαναβρίσκεις βιβλία που νόμιζες πως είχαν χαθεί μαζί με τα χρόνια. Και τότε, με μια μόνο φευγαλέα ματιά, ανακαλούνται μνήμες, σκέψεις και επιρροές που σε διαμόρφωσαν βαθιά — πολλές φορές χωρίς ποτέ να έχεις συνειδητοποιήσει από πού ακριβώς ξεκίνησαν.

Ένα τέτοιο βιβλίο βρέθηκε πρόσφατα μπροστά μου: το Walden, που είχα διαβάσει το 1970 και είχε καταλήξει ξεχασμένο σε ένα παλιό συρτάρι.

Το έργο αυτό δεν είναι απλώς ένα βιβλίο φυσιολατρίας. Είναι ένα βαθιά ανθρώπινο και φιλοσοφικό κείμενο για την απλότητα της ζωής, την ελευθερία από την υπερκατανάλωση, τη σχέση ανθρώπου και φύσης, την αυτάρκεια, τη δημιουργική μοναξιά αλλά και την αντίσταση στη ματαιοδοξία της κοινωνικής επίδειξης.

Ο Henry David Thoreau έζησε πράγματι για περίπου δύο χρόνια (1845–1847) σε μια μικρή καλύβα κοντά στη λίμνη Walden Pond, προσπαθώντας να ζήσει «συνειδητά», μακριά από τις πιέσεις της οργανωμένης κοινωνίας. Το βιβλίο είναι ταυτόχρονα ημερολόγιο ζωής, στοχασμός, κοινωνική κριτική και ύμνος στη φύση.

Ίσως το κεντρικό του μήνυμα να συνοψίζεται σε κάτι πολύ απλό και πολύ δύσκολο μαζί:
οι άνθρωποι συχνά σπαταλούν τη ζωή τους κυνηγώντας πράγματα που στην πραγματικότητα δεν χρειάζονται.

Θυμάμαι πως εκείνη την εποχή, όσοι διαβάζαμε Θορώ, διαβάζαμε επίσης Jack London, John Steinbeck, Νίκο Καζαντζάκη και Hermann Hesse. Συγγραφείς διαφορετικοί μεταξύ τους, αλλά με έναν κοινό παρονομαστή: την αγωνία για το νόημα της ζωής και την αναζήτηση μιας πιο αυθεντικής ύπαρξης.

Και είναι πραγματικά εντυπωσιακό πως πολλά από όσα έγραφε ο Θορώ το 1854 ακούγονται σήμερα πιο επίκαιρα από ποτέ:
η υπερφόρτωση πληροφοριών, η τυραννία της ταχύτητας, η απομάκρυνση από τη φύση, η σύγχυση ανάμεσα στις ανάγκες και στις επιθυμίες.

Like4Love1

Το εθελοντικό» του Σ. Μυριβήλη (διήγημα)

«Το εθελοντικό» του Σ Μυριβήλη πρωτοδημοσιεύτηκε το 1913 στο πρωτοποριακό μυτιληνιό περιοδικό Χαραυγή, με τίτλο «Ο προφήτης». 

ΤΟ ΕΘΕΛΟΝΤΙΚΟ

Eφτά ώρες τώρα ασάλευτοι μέσα στο πρόχωμα. Τα όπλα γιομάτα. Σφιχτοκουμπωμένοι μέσα στη μαντύα, με το γιακά σηκωμένο ώς τ’ αφτιά, και τα υποσάγωνα κατεβασμένα. Η νύχτα αστρύφεγγη μα πολύ κρύα. Ένα φεγγάρι κίτρινο και σαρακιασμένο- σαν ποντικοφαγωμένη κουραμάνα. Το πνί­γουν τ’ άστρα. Η κάνη του τουφεκιού και το φηκάρι της λόχης μουσκεμένα από τ’ αγιάζι. Οι άντρες ακουμπώντας τη ράχη στο γυλιό, ξαπλωμένοι όπως όπως. Μερικοί, ανασκελωμένοι, έχουνε στηριγμένα τα πόδια τους όρθια στο χείλος του χα­ντακιού, και τα χοντρά καρφιά της αρβύλας κάποτε γυαλί­ζουν σαν ασημένια.

Βουβαμάρα.

Τα σιτάρια μονάχα, που παρωρίμασαν και απομένουν αθέριστα, θροΐζουν σαν σιγοφυσήξει, και θαρρείς πως ένα με­γάλο μυστικό λένε το ’να στ’ άλλο, και το ψιθύρισμα ξαπλώ­νεται σαν ήρεμο κύμα σ’ όλη τη σταροθάλασσα του κάμπου, ώσπου σβήνει πέρα μακριά, σιγαλινά όπως άρχισε.

Κάπου κάπου και οι άντρες ψιθυρίζουν σαν τα σιτάρια, δί­χως ν’ αλλάξουν θέση, δίχως μορφασμούς και χειρονομίες, ξυ­λιασμένοι, και μέσα στην κομμάρα της αγρύπνιας δεν καλοξεχωρίζεις αν τα σιτάρια μουρμουρίζουν για οι σύντροφοι μου.

Θ’ αστειεύουνται πάλι μ’ αυτόνε το βλάκα το Δωρόπουλο.

Εθελοντής απ’ την Πόλη. Δεν ξέρω γιατί τόνε δέχτηκαν. Στον πρώτο πόλεμο είχε χάσει το κινητό του ουραίο. Ένα χαμένο κορμί εκεί πέρα. Πολλοί λένε πως έγινε έτσι από ένα βρώμικο πάθος που έχει, και τώρα παραλύσσαξε μακριά από κάθε γυναικογλέντι. Ώρες μπορεί να στέκεται όρθιος, αφαιρεμένος, με τα χέρια στις τσέπες της μαντύας και τα μάτια καρφωμέ­να στις αρβύλες του, που ’ναι πάντα χωρίς δεσίδια. Τότες έχει το ύφος εμπνευσμένου φιλόσοφου χαμένου μέσα στο ξεδιάλυμα των σκοτεινών προβλημάτων της ζωής. Και είμαι βέβαιος πως δε σκέφτεται τίποτα. Όλο τον παίρνει ο ύπνος μες το πρό­χωμα, και κάνας αστείος του παίρνει το όπλο μες απ’ τα πα­ραλυμένα χέρια ή τον αλείβει φούμο από την καραβάνα του. Οι ψείρες προέλασαν ώς μέσα στο σακίδιο του ψωμιού του.

Μια μέρα κάτι Πειραιώτες τον έδεσαν με σκοινοκαθαρτήρες μέσα σ’ ένα αντίσκηνο και τον εκουβαλούσαν ψαλμουδώντας τάχα να τόνε θάψουν. Μόνο το κεφάλι του ήταν απ’ όξω. Ένα συμπαθητικό μούτρο, κατακόκκινο απ’ το σκληρό λιο­πύρι και ιδροστάζον απ’ την αγωνία και τη ζέστη. Οι φλέβες του λαιμού του φουσκωμένες σαν στριμμένα σκοινάκια. Παραπονιούντανε ικετεύοντας σιγά-σιγά και φοβισμένα σαν μωρό παιδί:

– Αφήστε με βρε παιδιά… αφήστε με πια…

Κάποιος στο πλάι μου άναψε με τρόπο ένα τσιγάρο στο κούφωμα της φούχτας του. Ο ανθυπολοχαγός τόνε μυρίστηκε:

– Σβήσ’ το, διάβολε, σβήσ’ το…

Το σβήνει κάτι μουρμουρίζοντας, και το κρύβει στο γύρι­σμα του μανικιού της μαντύας.

Ένας Ηπειρώτης γέρος εθελοντής, αψηλός και ξεραγκιανός σαν φουρνόφκυαρο, αρχίζει να διηγάται πως στο ’97 μπο­ρούσε πολύ καλά να καπνίζει κανένας στη γραμμή, ακόμα και διπλοσκοπός σαν ήτανε, γιατί είχανε τότες «τις καημένες τις παλιογκραδάρες» που έβαζαν το τσιγάρο στη φαρδιά μπούκα τους μέσα και δε φέγγιζε στον οχτρό. Μα τώρα μ’ αυ­τά τα «μακαρόνια» που μας έδωκαν στο χέρι! Ούτε καν βρο­ντάνε αθρωπινά, αδερφέ μου…

Τι φλύαρος άνθρωπος, Θε μου! Μπορεί να σου διηγάται απ’ το πρωί ώς το βράδυ κι απ’ το βράδυ ως το πρωί, φτάνει να τον ακούς, και ξεχνά και το συσσίτιό του ακόμα…

– Αλτ! τις ει;

– Περίπολος!

Σηκώνω το κεφάλι.

Εκεί κάπου μια λόχη αστράφτει μες τα σιτάρια, πάνω από ένα μαύρο σημαδάκι —το κεφάλι του σκοπού- που επιπλέει σαν γελοίο νεροκολόκυθο πάνω στη θάλασσα των ασταχυών.

Σε λίγο ο κρότος των χόρτων που παραμερίζονται.

– Εμπρός το τρίτο νούμερο!

Διατάζει σιγά ο ανθυπολοχαγός. Δέκα άντρες σηκώνουνται από το λήθαργο, τεντώνοντας τα μπράτσα σε ξεμουδιαστικό χασμούρημα. Οι καραβάνες βροντολογάνε.

– Περιπολάρχη, το σύνθημα;

– Το ξέρω, κύριε ανθυπολοχαγέ.

Το λένε σιγά.

– Εφ’ όπλου λόχη, κι εμπρός. Προσέχετε μέσα στις θημωνιές. Είναι σαν τα φίδια οι Βούλγαροι. Αραιωμένοι χωρίς να χάνεται η συνοχή, τα όπλα ασφαλισμένα και στο χέρι…

Η περίπολο φεύγει.

Ακούεται ο ξερός κρότος της λόχης που κουμπώνεται στο όπλο, και ο θόρυβος που κάνουν οι άντρες που επέστρεψαν και ολοένα μετατοπίζονται μέσα στο πρόχωμα, για να πετύ- χουν πιο αναπαυτική θέση. Κοντολογά να φέξει.

Κάποια ζωή σα να ραντίστηκε πάνω στους άντρες. Μια κουβεντούλα άναψε πέρα-πέρα, και κει στην άκρη κάποια πνιγμένα γέλια ακούστηκαν. Και άξαφνα πάνω απ’ όλες, η φωνή του «Προφήτη»:

– Σας το λέω: 0 πόλεμος θα γίνει. Θα νικήσουμε μα θα πάμε στο διάολο όλοι!

– Σκασμός, ρε «Προφήτη»!

– Κοφ’ το βρωμιάρη!

– Σαλιαρίνα!

0 «Προφήτης» ήτανε ένας στρατιώτης Παριανός, που όλοι τον σιχαινούμαστε μέσα στο λόχο. Σχεδόν τόνε μισούσαμε. Αψηλός, με φαρδιές πλάτες κοκαλιάρικες και πολύ μακριά χέρια. Κι απάνω στους γιγάντινους ώμους ένα κεφαλάκι νά­νου, κακοφκιασμένο και χωρίς λαιμό. Το μούτρο του αηδια­στικό. Σαν αναποδογυρισμένο χουνί, με κορφή τη σουβλερή και προέχουσα ως έμβολο μύτη του. Μυξιάρης, και όλο σκου­πιζότανε με το αντίστροφο της παλάμης του. Κάτι ματάκια μικρά σαν χάντρες και αχρωμάτιστα, και στόμα πολύ μεγά­λο. Είχε ψαλιδίσει τη μαντύα του πάνου από τα γόνατα, μια φορά που την είχε καψαλίσει στον πρώτο πόλεμο, και τώρα κρεμότανε πίσω σαν ρετιγκότα. Όλες του οι κίνησες φοβερά άνοστες και αποκρουστικές. Μιλάει συχνά για κάτι ανόητα και παράξενα πράματα, χωρίς νόημα και συνέχεια, και τον είχανε βαφτίσει πρώτα «Δάσκαλο». Μα τώρα τελευταία του κόλλησαν το παρατσούκλι «Προφήτης» γιατί όλο έλεγε προ­φητείες. Και τις έλεγε σοβαρά, χωρίς να γελά, και μονότονα, δίχως να χρωματίζει τη φωνή του. Σα να πίστευε πολύ σε όσα έλεγε. Και επισφράγιζε πάντοτε την προφητεία του έτσι:

– Ο Αγαθάγγελος το λέει· και θα γίνει έτσι που σας βλέπω και με βλέπετε…

Και τώρα πάλι είχε αρχίσει:

– Θα τους φάμε το μάτι τους Βουργάρους, μα θα σκοτω­θούμε όλοι… Ακούτε με που σας το λέω… 0 Αγαθάγγελος τα γράφει αυτά.

Ένας νέος απ’ την Αντριανούπολη πετάχτηκε θυμωμένος. Μιλούσε σχεδόν δυνατά:

– Να σκάσεις βρωμόσκυλο, μη σου τσακίσω το μύτο με τον υποκόπανο. Για να σκοτωθούμε, βρε, ήρταμε εμείς οι εθελο­ντές, κιοτή!

Όλοι επιδοκιμάσανε ψιθυριστά.

Ο ανθυπολοχαγός θύμωσε:

– Σκασμός, βρε, κει πέρα! Τώρα ηύρατε να φαγωθείτε!

Ο «Προφήτης» μάζεψε το κεφαλάκι του κάτω απ’ την κουλούρα του αντίσκηνου. Εκοίταξα τους συντρόφους μου. Όλοι τους βλέπανε με κακό μάτι τον «Προφήτη». Η αλήθεια είναι πως αιστανόμουνα πάντα μια ταραχή μέσα μου από τα λόγια του, και καταλάβαινα πολύ καλά πως την ίδια ανησυ­χία έφερναν σε όλους. Μιλούσε έτσι σοβαρά! Η φωνή του έπαιρνε αληθινά κάτι το επίσημο. Σε τέτοιες ώρες…

Άρχιζε πια να χαράζει.

Τ’ αντικρινά βουνά ξανάπαιρναν τις γραμμές τους, κι όλοι μας καρφώσαμε τα κοκκινισμένα μάτια μας εκεί κάτου στον ορίζοντα, θεατές ενός παράξενου μετεωρολογικού φαινόμε­νου, που κάθε πρωί το παρακολουθούσαμε για να σκοτώνουμε την ώρα. Εκεί που άρχιζαν να θαμποφεγγίζουν οι πρώτες αμ­φίβολες φωτεινάδες της αυγής, στο πιο καθαρό μέρος του ορί­ζοντα, πάνω στο χρυσό φόντο ξεφύτρωνε ξαφνικά ένα στρογ­γυλό συννεφάκι, σαν τόπι από πίσσα. Αμέσως κατόπι του ξεπήδαγαν απ’ το κενό κι άλλα, κι άλλα, σα μια σειρά αποσιω­πητικά.. Έπειτα άρχιζε το παιχνίδι. Άλλα χανόντουσαν άξα­φνα, σα να βουλίαζαν μέσα στον ουρανό. Άλλα κόλναγαν το ένα με το άλλο σαν μαύρες σφαίρες του μπιλιάρδου, και πάλι ξεχώριζαν. Άλλα ενώνουνταν σε μια μεγάλη σφαίρα κι άλλα έπαιρναν λογής-λογής σκέδια.

0 πρώτος που το είδε είπε:

– Αρχίζει η παράσταση!

Όλοι ξέραμε για τι επρόκειτο, και όσοι είχαν γυρισμένες τις πλάτες κατά την ανατολή άλλαξαν θέση.

Κάποιος είπε:

– Να! να! έξι αεροπλάνα στη γραμμή…

– Αλήθεια, έξι αεροπλάνα!

Επεβεβαίωσαν όλοι. Οι μαύροι βόλοι επήραν ορισμένως το σχήμα αεροπλάνων, που επετούσανε εκεί μακριά σε μια με­γαλόπρεπη γραμμή. Ο «Προφήτης» επρόβαλε το κεφαλάκι του κάτω απ’ το γυλιό, που του είχε ανέβει πιο ψηλά απ’ το πηλήκιο, έτσι που ήτανε ξαπλωμένος. Μου φάνηκε σα μια τε­ράστια άσκημη χελώνα, που ξεμύτιζε κάτω απ’ το καβούκι της. Κοίταξε στον ορίζοντα τα φανταστικά σκοτεινά αερο­πλάνα και είπε ψαλμουδιστά με την ξεσυρτή του φωνή, τρα­βώντας πάλι το κεφάλι του μέσα:

— Αυτά εκεί… είναι σαν τα μαύρα κοράκια που θα ξεσκί­σουν τα κορμιά μας!

Κανένας δεν τον έβρισε.

Όλοι ανατριχιάσαμε, και τα μάτια μας πρησμένα, καίγο­ντας απ’ τ’ αδιάκοπο στύλωμα, εκοίταξαν πέρα με αγωνία.

Αλήθεια!

Έξι τερατώδικα κατάμαυρα πουλιά, με ανοιγμένες πλα­τιά τις φτερούγες επλανιύντουσαν κει πάνου, σα να τους μύ­ριζαν κουφάρια. Και τα βλέπαμε να μεγαλώνουν, να μεγαλώ­νουν… Και ξάφνου σε μια στιγμή έγιναν πάλι έξι μεγάλα κουβάρια από μαύρο μαλλί.

Ένας στεναγμός εβγήκε απ’ ολονών τα στήθια, σα να ξαλάφρωναν από κάποιον κακό βραχνά.

Ενώθηκαν ύστερα τρία-τρία και κυλίστηκαν δυο μεγάλοι μαύροι λεκέδες, ώσπου έγιναν μιαν άμορφη μάζα.

0 ορίζοντας είχε ροδίσει και τα σιτάρια λαφροκυμάτιζαν κοκκινόξανθα. Οι δροσοσταλίδες της νύχτας λαμπύριζαν στις βελονωτές άκριες σαν στάλες τριανταφυλλί αίμα.

– Εε-γέρθητε!

Πρόσταξε ο ανθυπολοχαγός.

Η διμοιρία μας πετάχτηκε από το οχύρωμα, απογέμισε τα όπλα και βάδισε προς τον καταυλισμό. Στο δρόμο κι άλλα τμήματα του Συντάγματος ξεφύτρωναν απ’ τα χαρακώματα, σα να ’βγαιναν απ’ τα βάθη της γης.

Σαν μεγάλες κίτρινες κάμπιες, τεράστιες σαρανταποδαρούσες, εσάλευαν μέσα στα σιτάρια οι διμοιρίες…

Πριν στήσουμε καλά-καλά τ’ αντίσκηνα, ένας καβαλάρης τρεχάτος σταμάτησε όξω απ’ το μεγάλο τσαντίρι, του ταγματάρχη, κι έφερε τη μεγάλη είδηση.

Ο πόλεμος κηρύχτηκε.

Ένα μεγάλο «ζήτω»!

Ξαναφορτωθήκαμε τον οπλισμό κι έγινε μια βιαστική επι­θεώρηση. Πριν βαδίσουμε μας μοίρασαν από μια κουραμάνα. 0 «Προφήτης» έτυχε αγγαρειά στο μοίρασμα. Όταν επέρασε από κοντά μου με κοίταξε δυνατά με τα μικρά του μάτια και πρόφταξε να μου σφυρίξει:

– Δε σας το ’λεγα; Το ντουφέκι άνοιξε. Κανένας μας δε θα μείνει. Το ’πε ο Αγαθάγγελος.

Σα να διέκρινα κάποια παράξενη οργή στη φωνή του, και το πρόσωπό του ήτανε υπερβολικά κίτρινο…

Η μάχη στη βράση της.

Είχαμε ανοίξει γερή φωτιά για να ξετοπίσουμε τον οχτρό από ένα πρόχωμα. Κόντευε μεσημέρι. 0 ορίζοντας γύρω και­γότανε. Ένα στεφάνι από χωριά που κάπνιζαν σα φριχτά θυ­μιατήρια ενός ανθρωποφάγου Βάαλ.

Είχα αδειάσει τη μια μου παλάσκα κι έψαχνα να βγάλω κάτι φυσίγγια απ’ το σακίδιό μου, όταν αντιλήφτηκα κάποι- ονε να σέρνεται πίσω μου στο χώμα.

Ήταν ο «Προφήτης» που προχωρούσε με την κοιλιά μες το σιτάρι. Πάλι μου φάνηκε σα μια μεγάλη βρωμερή χελώνα. Ήρθε δίπλα μου και, χωρίς να πει τίποτα, άνοιξε ντουφέκι.

Δεν είχε κάψει δυο γεμιστήρες όταν μια σφαίρα τόνε βρή­κε κατάστηθα.

-Ωωχ!

Φώναξε δυνατά.

Κυλίστηκε προς το μέρος μου πατώντας την πληγή με την παλάμη. Μεσ’ απ’ τ’ ακάθαρτα δάχτυλά του κοκκίνισε το αί­μα του.

– Νεράκι… νεράκι…

Ψιθύρισε ξεψυχώντας.

– Δεν έχω.

Του είπα. Και αναποδογύρισα το παγούρι μου για να δει πως δεν του λέγω ψέματα.

Ανεστέναξε βαθιά και παρατεταμένα, και στις άκρες του μεγάλου του στόματος φάνηκε ρόδινος αφρός. Είχε ξεψυχήσει.

Χωρίς να το θέλω, τόνε κοίταξα κάμποσην ώρα μες τα πη­γμένα μάτια. Με κοίταζαν επίμονα και μου ’λεγαν φοβερά λόγια:

-Όλοι θα σκοτωθούμε. Δε σου το ’πα; Δε σου το ’πα;

Ένας θρίαμβος, αλήθεια, ήτανε ζωγραφισμένος στην κρύα ματιά του. Το άσκημο κουφάρι επιβεβαίωνε την προφητεία του. Σα να μου ’λεγε ακόμα:

-Έννοια σου! Και συ σε λίγο! Κανένας δε θα γυρίσει!

Μια δυνατή ομοβροντία κανονιών έκανε τα σιτάρια να προστριβούνε. Το πυροβολικό μας άρχιζε τη δουλειά του προστατεύοντας την προέλαση.

– Εφ’ όπλου λόχη! Εμπρός τροχάδην! Πάνω τους παιδιά!

Το σπαθί του ανθυπολοχαγού άστραψε πάνω απ’ τα σι­τάρια.

Όρμησα, αλαλάζοντας ωσάν τρελός. Η έφοδος μού ήταν ανακούφιση.

Άφηνα πίσω μου τον πεθαμένο «Προφήτη»!

Μυτιλήνη, 1914

Πηγή: neoplanodion.gr

Like3

«Εργολάβοι» το αμυγδαλωτό με το περίεργο όνομα

Οι Εργολάβοι είναι από τα πιο παλιά και χαρακτηριστικά ελληνικά αμυγδαλωτά. Το όνομά τους, όμως, προκαλεί πάντα απορία: τι σχέση μπορεί να έχει ένα γλυκό με… τους εργολάβους;

Η επικρατέστερη εκδοχή μάς πηγαίνει πίσω στον 19ο αιώνα, στα καφενεία και ζαχαροπλαστεία της Αθήνας. Λέγεται ότι το συγκεκριμένο γλυκό προσφερόταν συχνά σε ανθρώπους του εμπορίου και των κατασκευών — κυρίως εργολάβους οικοδομών και δημοσίων έργων — που σύχναζαν σε τέτοιους χώρους για συμφωνίες και συζητήσεις. Επειδή το γλύκισμα ήταν μικρό, εύκολο στο κέρασμα και συνόδευε ιδανικά τον καφέ, καθιερώθηκε να λέγεται «εργολάβος».

Υπάρχει και μια δεύτερη, πιο λαϊκή εκδοχή: ότι οι εργολάβοι το προτιμούσαν τόσο πολύ ώστε το γλυκό ταυτίστηκε μαζί τους. Όπως συμβαίνει συχνά στη λαϊκή γλώσσα, η συνήθεια έγινε ονομασία.

Γαστρονομικά, ο εργολάβος είναι συγγενής με τα ευρωπαϊκά macarons ή amaretti: βασίζεται κυρίως σε αμύγδαλο, ασπράδι αυγού και ζάχαρη. Η ελληνική εκδοχή, όμως, έχει τη δική της ταυτότητα — πιο «χωριάτικη», πιο αρωματική, συνδεδεμένη με τα παλιά ζαχαροπλαστεία και τα κεράσματα του ελληνικού καφέ.

Έτσι, πίσω από ένα απλό όνομα κρύβεται ολόκληρη μικροϊστορία της παλιάς αστικής Ελλάδας: καφενεία, συμφωνίες, παρέες και το απαραίτητο γλυκό δίπλα στο φλιτζάνι.

Like2

Nullius in verba

Το σύνθημα της Royal Society* — Nullius in verba — συμπυκνώνει μέσα σε τρεις λατινικές λέξεις μία από τις μεγαλύτερες πνευματικές επαναστάσεις της ανθρωπότητας: την απελευθέρωση της σκέψης από την τυφλή αυθεντία.
«Μην αποδέχεσαι τον λόγο κανενός ως αυθεντία». Όχι από αλαζονεία, ούτε από περιφρόνηση προς τη γνώση των προηγουμένων, αλλά από σεβασμό προς την αλήθεια.

Για αιώνες ο άνθρωπος πίστευε επειδή «έτσι είπε» κάποιος ισχυρός: ένας φιλόσοφος, ένας ιερέας, ένας άρχοντας ή ένα βιβλίο. Η επιστημονική επανάσταση, όμως, γεννήθηκε όταν ορισμένοι τόλμησαν να ρωτήσουν:
«Και αν δεν είναι έτσι;»

Το Nullius in verba δεν είναι κάλεσμα ανυπακοής· είναι κάλεσμα επαλήθευσης.
Να παρατηρείς, να ερευνάς α αμφιβάλλεις δηλαδή δημιουργικά.
Να δοκιμάζεις τα πάντα απέναντι στην πραγματικότητα και όχι απέναντι στο κύρος εκείνου που το είπε.

Η αρχή αυτή δεν αφορά μόνο την επιστήμη. Αφορά και τη ζωή.
Οι κοινωνίες προοδεύουν όταν οι άνθρωποι σκέφτονται και όχι όταν απλώς επαναλαμβάνουν. Οι οργανισμοί εξελίσσονται όταν επιτρέπουν ερωτήσεις και όχι όταν απαιτούν σιωπηλή συμμόρφωση. Και οι ηγέτες μεγαλώνουν πραγματικά μόνο όταν αντέχουν να αμφισβητηθούν.

Βεβαίως, η αμφισβήτηση χωρίς γνώση μπορεί να γίνει χάος. Το σύνθημα δεν λέει «μην ακούς κανέναν». Λέει: «μην σταματάς να εξετάζεις». Η αυθεντία μπορεί να αποτελεί σημείο εκκίνησης — όχι όμως το τέλος της σκέψης.

Το σύνθημα αυτό παραμένει τόσο επίκαιρο σήμερα στην εποχή της υπερπληροφόρησης. Σε έναν κόσμο όπου εκατομμύρια γνώμες διακινούνται καθημερινά ως βεβαιότητες, η πιο επαναστατική πράξη δεν είναι να φωνάζεις περισσότερο, αλλά να ελέγχεις βαθύτερα.

Το Nullius in verba είναι μια υπενθύμιση πνευματικής ελευθερίας:
η αλήθεια δεν κληρονομείται — κατακτάται.

*

Η Royal Society είναι η παλαιότερη και ίσως η πιο ιστορική επιστημονική ακαδημία του σύγχρονου κόσμου. Ιδρύθηκε το 1660 στο Λονδίνο, σε μια εποχή όπου η Ευρώπη άρχιζε να περνά από τη μεσαιωνική σκέψη στη συστηματική επιστημονική έρευνα.

Η πλήρης ονομασία της είναι:
“The Royal Society of London for Improving Natural Knowledge”
(«Η Βασιλική Εταιρεία του Λονδίνου για τη Βελτίωση της Φυσικής Γνώσης»).

Στους κόλπους της συγκεντρώθηκαν μερικά από τα μεγαλύτερα πνεύματα της ιστορίας όπως :

Isaac Newton, Edmond Halley, Charles Darwin, Michael Faraday, Albert Einstein (ως ξένο μέλος), Stephen Hawking.

Like2

Αν θέλεις να βλέπεις το ουράνιο τόξο, μάθε να ζεις με τη βροχή

Οι περισσότεροι άνθρωποι αγαπούν το ουράνιο τόξο, αλλά λίγοι αντέχουν τη βροχή που το γεννά. Θέλουμε τη χαρά χωρίς την αναμονή, την επιτυχία χωρίς την απογοήτευση, τη γαλήνη χωρίς να περάσουμε πρώτα από την ταραχή. Κι όμως, η ζωή λειτουργεί διαφορετικά. Τα πιο φωτεινά της χρώματα εμφανίζονται συνήθως ύστερα από τις πιο σκοτεινές ώρες.

Η βροχή στη ζωή των ανθρώπων παίρνει πολλές μορφές: αποτυχίες, απώλειες, μοναξιά, αβεβαιότητα, προδοσίες, καθυστερήσεις. Είναι οι εποχές όπου νιώθεις πως όλα γκρίζαραν γύρω σου και πως ο ουρανός έχει χαμηλώσει επικίνδυνα πάνω από το κεφάλι σου. Κανείς δεν τις επιθυμεί. Όμως σχεδόν πάντα αυτές οι περίοδοι είναι που σμιλεύουν χαρακτήρες, ωριμάζουν σκέψεις και καθαρίζουν τις ψευδαισθήσεις.

Ο άνθρωπος που δεν έζησε ποτέ «βροχή», δύσκολα εκτιμά πραγματικά το φως. Αντίθετα, εκείνος που πέρασε μέσα από δυσκολίες αποκτά μια βαθύτερη σχέση με τη ζωή. Μαθαίνει να αντέχει, να περιμένει, να ελπίζει. Και κυρίως, να αναγνωρίζει την ομορφιά όταν αυτή εμφανιστεί.

Το ουράνιο τόξο δεν είναι θαύμα που συμβαίνει παρά τη βροχή. Είναι θαύμα που συμβαίνει εξαιτίας της.

Like3Love1

Φιλόθεος Φάρος.

Ο άνθρωπος έχει την δυνατότητα  να αρνηθεί  την πραγματικότητα , να συμβιβαστεί με την πραγματικότητα  ή να προσπαθήσει  να την αλλάξει και αν δεν τα καταφέρει , να μην επιτρέψει να τον παραμορφώσει.

Like4Love1

Η «παγίδα του Θουκυδίδη»

Η «παγίδα του Θουκυδίδη» είναι από τα αγαπημένα ιστορικά παραδείγματα που χρησιμοποιεί ο κινέζοι ηγετης Σι και περιγράφει τους γεωπολιτικούς κινδύνους στις σχέσεις Κίνας – ΗΠΑ.

Τι είναι αυτή η παγίδα με το όνομα ενός αρχαίου έλληνα ιστορικού;

Η «παγίδα του Θουκυδίδη»

Ο Θουκυδίδης, περιγράφοντας τα αίτια του Πελοποννησιακού Πολέμου, έγραψε μια φράση που έμελλε να αποκτήσει διαχρονική σημασία:
«Η αύξηση της δύναμης των Αθηναίων και ο φόβος που προκάλεσε στους Σπαρτιάτες έκανε τον πόλεμο αναπόφευκτο».

Αυτό που σήμερα αποκαλείται «παγίδα του Θουκυδίδη» δεν αφορά μόνο την αρχαία Ελλάδα. Είναι ένας μηχανισμός που επαναλαμβάνεται στην ιστορία όταν μια ανερχόμενη δύναμη αμφισβητεί την κυριαρχία μιας κατεστημένης. Η ανερχόμενη δύναμη αποκτά αυτοπεποίθηση, οικονομική ισχύ και φιλοδοξία. Η κυρίαρχη δύναμη αρχίζει να αισθάνεται ανασφάλεια, ακόμη κι αν εξακολουθεί να υπερέχει. Και τότε, ο φόβος γίνεται πιο ισχυρός από τη λογική.

Η παγίδα δεν βρίσκεται μόνο στη σύγκρουση συμφερόντων· βρίσκεται κυρίως στην ψυχολογία της ισχύος. Οι μεγάλες δυνάμεις συχνά δεν πολεμούν επειδή το επιθυμούν, αλλά επειδή αδυνατούν να διαχειριστούν τον φόβο της απώλειας της πρωτοκαθεδρίας. Η καχυποψία γεννά εξοπλισμούς, οι εξοπλισμοί γεννούν ένταση και η ένταση δημιουργεί γεγονότα που οδηγούν σε αλυσιδωτές αντιδράσεις.

Όμως η «παγίδα του Θουκυδίδη» δεν αφορά μόνο κράτη και αυτοκρατορίες. Εμφανίζεται και στις επιχειρήσεις, στην πολιτική, ακόμη και στις ανθρώπινες σχέσεις. Κάθε φορά που ένας νέος παίκτης ανεβαίνει δυναμικά, το παλιό σύστημα αισθάνεται ότι απειλείται. Και πολλές φορές η σύγκρουση δεν προκαλείται από την πραγματική πρόθεση του νέου, αλλά από τον φόβο του παλιού.

Το μεγάλο δίδαγμα του Θουκυδίδη είναι ότι η ισχύς χωρίς αυτογνωσία οδηγεί εύκολα στην καταστροφή. Οι πολιτισμοί, οι οργανισμοί και οι άνθρωποι που επιβιώνουν δεν είναι πάντα οι ισχυρότεροι· είναι εκείνοι που καταφέρνουν να διαχειριστούν τον φόβο, την ανασφάλεια και την αλαζονεία τους πριν αυτά μετατραπούν σε σύγκρουση.

Τελικά η μεγαλύτερη παγίδα να μην είναι η άνοδος μιας νέας δύναμης, αλλά η αδυναμία των ανθρώπων να αποδεχθούν ότι η ιστορία κινείται διαρκώς και ότι καμία κυριαρχία δεν είναι αιώνια.

Like5

Συ­νη­θι­σμέ­νη Ἱστο­ρία

Από τον Ἔρ­νεστ Χέ­μιν­γουεϊ (Ernest Hemingway)

(Banal Story)

ΕΦΑΓΕ  ἕνα πορ­το­κά­λι, φτύ­νον­τας ἀρ­γά τά κου­κού­τσια. Ἔξω τό χιό­νι εἶ­χε ἀρ­χί­σει νά γί­νε­­ται βρο­χή. Μέ­­σα, ἡ ἠ­­λεκ­τρι­κή σό­μπα δέν φαι­νό­ταν νὰ ζε­σταί­νει, κι ἔτσι ση­κώ­θη­κε ἀπό τό γρα­φεῖο νά κα­θί­σει πά­νω της. Τί ὡραία αἴ­σθη­ση! Ἐδῶ, ἐπι­τέ­λους, ὑπῆρ­χε ζωή.

       Ἅπλω­σε τό χέ­ρι του γι’ ἀκό­μη ἕνα πορ­το­κά­λι. Μα­κριά, στό Πα­ρί­σι, ὁ Μα­σκάρ εἶ­χε βγά­λει νόκ ἄουτ τόν Ντά­νι Φράς στόν δεύ­τε­ρο γύ­ρο. Ἀκό­μη πιό μα­κριά, στή Με­σο­πο­τα­μία, εἶ­χαν πέ­σει εἴ­κο­σι ἕνα πό­δια χιό­νι. Στήν ἄλ­λη ἄκρη τοῦ κό­σμου, στήν Αὐ­στρα­λία, οἱ Ἐγ­γλέ­ζοι παῖ­κτες τοῦ κρί­κετ ἀκό­νι­ζαν τά ὅπλα τους. Εκεῖ ὑπῆρ­χε ρο­μάν­τζο.

       Οἱ χο­ρη­γοί τῶν τε­χνῶν καί τῶν γραμ­μά­των ἀνα­κά­λυ­ψαν τό Φό­ρουμ(1), διά­βα­σε. Εἶ­ναι ὁ ὁδη­γός, ὁ φι­λό­σο­φος, καί ὁ φί­λος τῆς σκε­πτό­με­νης μειο­νό­τη­τας. Βρα­βευ­μέ­να δι­η­γή­μα­τα – θά γί­νουν οἱ συγ­γρα­φεῖς τους οἱ ἐπι­τυ­χη­μέ­νοι συγ­γρα­φεῖς τοῦ αὔ­ριο; Θά ἀπο­λαύ­σε­τε αὐ­τές τίς ζε­στές, ἁπλοϊ­κές, ἀμε­ρι­κα­νι­κές ἱστο­ρί­ες, ἀπο­σπά­σμα πραγ­μα­τι­κῆς ζω­ῆς σέ ἀνοι­χτά ράν­τσα, σέ πυ­κνο­κατοι­κη­μέ­νες πο­λυ­κα­τοι­κί­ες ἤ ἄνε­τα σπί­τια, καί ὅλες τους μέ ὑγιή, ὑπο­δό­ρεια δό­ση χιοῦ­μορ.

       Πρέ­πει νά τίς δια­βά­σω, σκέ­φτη­κε.

       Συ­νέ­χι­σε τό διά­βα­σμα. Τά παι­διά τῶν παι­διῶν μας – Τί γι’ αὐ­τά; Ποιά ἀπό αὐ­τά; Πρέ­πει ν’ ἀνα­κα­λύ­ψου­με νέ­ους τρό­πους γιά νά βροῦ­με χῶ­ρο κι ἐμεῖς κά­τω ἀπό τόν ἥλιο. Θά γί­νει μέ πό­λε­μο ἤ μπο­ρεῖ νά ἐπι­τευ­χθεῖ μέ εἰ­ρη­νι­κούς τρό­πους;

       Μή­πως θά πρέ­πει νά με­τα­κο­μί­σου­με ὅλοι στόν Κα­να­δά;

       Οἱ βα­θύ­τε­ρες πε­ποι­θή­σεις μας – θά τίς ἀνα­τρέ­ψει ἡ Ἐπι­στή­μη; Ὁ πο­λι­τι­σμός μας – εἶ­ναι κα­τώ­τε­ρος ἀπό τήν πα­λαιά τά­ξη πραγ­μά­των;

       Καί στό με­τα­ξύ, στίς μα­κρι­νές βρο­χε­ρές ζοῦγ­κλες τοῦ Γιου­κα­τάν, ἀν­τη­χοῦ­σε ὁ ἦχος ἀπό τά τσε­κού­ρια τῶν συλ­λε­κτῶν ρη­τί­νης.

       Θέ­λου­με με­γά­λους ἄν­τρες – ἤ θέ­λου­με καλ­λιερ­γη­μέ­νους; Πά­ρε πα­ρά­δειγ­μα τόν Τζό­ϋς. Πά­ρε πα­ρά­δειγ­μα τόν Πρό­ε­δρο Κού­λιτζ(2). Ποιό ἄστρο πρέ­πει νά στο­χεύ­ουν οἱ σπου­δα­στές μας; Ὑπάρ­χει ὁ Τζάκ Μπρίτ­τον(3). Ὑπάρ­χει ὁ δό­κτωρ Χέν­ρυ Βάν Ντάϊκ(4).

       Μπο­ροῦ­με νά συμ­βι­βά­σου­με τά δύο; Πά­ρε πα­ρά­δειγ­μα τόν Γιούνγκ Στρίμ­πλινγκ(5).

       Καί τί νά ποῦ­με γιά τίς κό­ρες μας πού πρέ­πει νά χα­ρά­ξουν μό­νες τους πο­ρεία; Ἡ Νάν­συ Χῶ­θορν εἶ­ναι ἀναγ­κα­σμέ­νη νά βρεῖ τή δι­κή της πο­ρεία στή θά­λασ­σα τῆς ζω­ῆς. Μέ θάρ­ρος καί σύ­νε­ση ἀν­τι­με­τω­πί­ζει τά προ­βλή­μα­τα πού συ­ναν­τᾶ κά­θε δε­κα­ο­κτά­χρο­νο κο­ρί­τσι.

       Ἦταν ἕνα ὑπέ­ρο­χο φυλ­λά­διο.

       Εἶ­σαι δέ­κα ὀκτώ χρο­νῶν κο­ρί­τσι; Πά­ρε πα­ρά­δειγ­μα τήν Ἰω­άν­να τῆς Λω­ραί­νης. Πά­ρε πα­ρά­δειγ­μα τόν Μπέρ­ναρ Σῶ. Πά­ρε πα­ρά­δειγ­μα τῆς Μπέ­τσυ Ρός(6).

       Σκέ­ψου αὐ­τά τά πράγ­μα­τα τό 1925 – Ὑπῆρ­ξε κά­ποια τολ­μη­ρή σε­λί­δα στήν Που­ρι­τα­νι­κή Ἱστο­ρία; Εἶ­χε δυό πλευ­ρές ἡ Πο­κα­χόν­τας(7); Εἶ­χε τήν τέ­ταρ­τη διά­στα­ση;

       Εἶ­ναι οἱ μο­ντέρ­νοι πί­να­κες—καί ἡ ποί­η­ση—Τέ­χνη; Ναί καί Ὄχι. Πά­ρε πα­ρά­δειγ­μα τόν Πι­κά­σο.

       Ἔχουν οἱ ἀλῆ­τες δι­κούς τους κώ­δι­κες δε­ον­το­λο­γί­ας; Ἄσε τό μυα­λό σου νά πε­ρι­πλα­νη­θεῖ.

       Ὑπάρ­χει ρο­μαν­τι­σμός παν­τοῦ. Οἱ γρα­φιά­δες τοῦ Φό­ρουμ μι­λοῦν ξε­κά­θα­ρα, ἔχουν χιοῦ­μορ, εἶ­ναι πνευ­μα­τώ­δεις. Ἀλ­λά δέν προ­σπα­θοῦν νά τό παί­ξουν ἔξυ­πνοι καί πο­τέ δέν φλυα­ροῦν.

       Ζῆ­σε τήν πλή­ρη ζωή τοῦ νοῦ, συ­νε­παρ­μέ­νος ἀπό νέ­ες ἰδέ­ες, με­θυ­σμέ­νος ἀπό τόν Ρο­μαν­τι­σμό τοῦ ἀσυ­νή­θι­στου.

       Ἄφη­σε κά­τω τό φυλ­λά­διο. Κι ἐν τῷ με­τα­ξύ, ξα­πλω­μέ­νος ἀ­νά­σκε­λα στό κρε­βά­τι σ’ ἕνα σκο­τει­νό δω­μά­τιο τοῦ σπι­τιοῦ του στήν Τριά­να, ὁ Μα­νουέλ Γκαρ­θία Μα­έ­ρα(8) βρι­σκό­ταν μ’ ἕναν σω­λή­να σέ κά­θε πνεύ­μο­να, σέ ἀσφυ­ξία ἀπό τήν πνευ­μο­νία. Ὅλες οἱ ἐφη­με­ρί­δες στήν Ἀν­δα­λου­σία ἀφιέ­ρω­σαν εἰ­δι­κά ἔν­θε­τα στό θά­να­τό του, ὁ ὁποῖ­ος ἀνα­με­νό­ταν ἐδῶ καί με­ρι­κές ἡμέ­ρες. Ἄν­τρες καί ἀγό­ρια ἀγό­ρα­ζαν ἔγ­χρω­μες ὁλό­σω­μες φω­το­γρα­φί­ες του γιά νά τόν θυ­μοῦν­ται, κι ἡ εἰ­κό­να ποὔ­χαν γι’ αὐ­τόν χά­θη­κε ἀπό τή μνή­μη τους κα­θώς κοι­τοῦ­σαν τίς λι­θο­γρα­φί­ες.

       Οἱ ταυ­ρο­μά­χοι ἔνιω­σαν με­γά­λη ἀνα­κού­φι­ση πού πέ­θα­νε, ἐπει­δή μές στήν ἀρέ­να ἔκα­νε πάν­τα ἐκεῖ­να πού οἱ ἴδιοι μπο­ροῦ­σαν νά κά­νουν μό­νο κά­ποιες ἐλά­χι­στες φο­ρές. Ὅλοι πα­ρέ­λα­σαν ὑπό βρο­χή πί­σω ἀπό τό φέ­ρε­τρό του κι ἦσαν ἑκα­τόν σα­ράν­τα ἑπτά οἱ ταυ­ρο­μά­χοι πού τόν συ­νό­δευ­σαν στό κοι­μη­τή­ριο, ὅπου τόν ἔθα­ψαν δί­πλα στόν τά­φο τοῦ Χο­σε­λί­το. Με­τά τήν κη­δεία ὅλοι κά­θι­σαν στά κα­φέ ἔξω στή βρο­χή καί πολ­λές ἔγ­χρω­μες εἰ­κό­νες τοῦ Μα­έ­ρα που­λή­θη­καν σέ ἄν­τρες, οἱ ὁποῖ­οι τίς δί­πλω­ναν καί τίς ἔβα­ζαν στίς τσέ­πες τους.

 
Σημ.τ.μ.:
(1) Τὸ Forum ἦταν ἕνα ἀμε­ρι­κα­νι­κὸ πε­ριο­δι­κὸ ποὺ ἰδρύ­θη­κε τὸ 1885 ἀπὸ τὸν Isaac Rice. Ὑπῆρ­χε μὲ διάφο­ρα ὀνόμα­τα καὶ μορ­φὲς μέ­χρι ποὺ στα­μά­τη­σε νὰ ἐκ­δί­δε­ται τὸ 1950. Ἐκ­δι­δό­ταν στὴ Νέα Ὑὸρ­κη καὶ ἡ πιὸ ἀξιο­ση­μεί­ωτη μορ­φή του (1885 ἕως 1902) βα­σι­ζό­ταν σὲ σύμ­πό­σια. Ἂλ­λες φορές, δη­μο­σί­ευε μυ­θι­στο­ρή­μα­τα καὶ ποί­η­ση, καὶ δη­μο­σί­ευε ἄρ­θρα ποὺ πα­ρή­γα­γαν οἱ ἀρ­θρο­γρά­φοι τοῦ προ­σω­πι­κοῦ σὲ μο­ρφὴ «news roundup» («ση­μα­ντι­κό­τε­ρες εἰ­δή­σεις»).
(2) Ὁ Τζὰκ Μπρί­τον (14 Ὄκτω­βρί­ου 1885 – 27 Μαρ­τί­ου 1962) ἦταν Ἄμε­ρι­κα-νὸς πυγ­μά­χος, ὁ πρῶ­τος τρεῖς φο­ρὲς παγ­κό­σμιος πρω­τα­θλη­τὴς πυγ­μα­χί-ας στὴν κα­τη­γο­ρία ἡμι­με­σαί­ων βα­ρῶν. Γεν­νη­μέ­νος ὡς Γουί­λιαμ Τζ. Μπρέ­σλιν στὸ Κλίν­τον τῆς Νέ­ας Ὑόρ­κης , ἡ ἐπαγ­γελ­μα­τι­κή του κα­ριέ­ρα δι­ήρ­κε­σε 25 χρό­νια, ξε­κι­νών­τας ἀπὸ τὸ 1905. Κα­τέ­χει τὸ παγ­κό­σμιο ρε­κὸρ γιὰ τὸν ἀριθ­μὸ τῶν 37 ἀγώ­νων τί­τλου ποὺ δό­θη­καν στὴν κα­ριέ­ρα του (18 ἀπὸ τοὺς ὁποί­ους ἔλη­ξαν χω­ρὶς ἀπο­φά­σεις), πολ­λοὶ ἐναν­τί­ον τοῦ αἰώ­­νιου ἀν­τι­πά­λου του Τὲντ “Κὶντ” Λιού­ις , ἐναν­τί­ον τοῦ ὁποί­ου ἀγω­νί­στη­κε 20 φορές.
(3) Ὁ Τζὸν Κάλβιν Κούλιτζ ἦταν Ἀμερι­κανὸς πολιτικὸς καὶ δικη­γόρος, ποὺ ὑπηρέ­τησε ὡς ὁ 30ος Πρό­εδρος τῶν Ἡνω­μένων Πολι­τειῶν ἀπὸ τὸ 1923 ἕως τὸ 1929. Ἦ­ταν μέ­λος τοῦ Ρε­που­μπλι­κανι­κοῦ Κόμ­ματος.
(4) Ὁ Χὲν­ρι Τζάκ­σον βὰν Ντάϊκ Τζοῦ­νιορ (10 Νο­εμ­βρί­ου 1852 – 10 Ἀπρι­λί­ου 1933) ἦταν Ἀμε­ρι­κα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας, ἐκ­παι­δευ­τι­κός, δι­πλω­μά­της καὶ κλή­ρι­κὸς τῆς Πρε­σβυ­τε­ρια­νῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.
(5) Ὁ William Lawrence Stribling Jr., γνω­στὸς ὡς Young Stribling, ἦταν ἕνας Ἀμε­ρι­κα­νὸς ἐπαγ­γελ­μα­τί­ας πυγ­μά­χος ποὺ πά­λε­ψε ἀπὸ τὶς κα­τη­γο­ρί­ες φτε­ροῦ ἕως βα­ρέ­ων βα­ρῶν. Ὁ ἀγώ­νας του τὸ 1931 ἐναν­τί­ον τοῦ Μὰξ Σμέ­λινγκ γιὰ τὸ παγ­κό­σμιο πρω­τά­θλη­μα βα­ρέ­ων βα­ρῶν τοῦ Σμέλινγκ ὀνο­μά­στη­κε ἀγώ­νας τῆς χρο­νιᾶς ἀπὸ τὸ πε­ριο­δι­κὸ Ring.
(6) Ἡ Μπέτσι Ρος (Betsy Ross, γεννημένη Elizabeth Griscom, 1752-1836) εἶναι ἡ Ἀμερι­κα­νίδα μοδίστρα ποὺ συνδέ­εται μὲ τὴ δημι­ουργία τῆς πρώ­­της ἀ­μερικα­νικῆς «σημαίας» – μιᾶς ἱστορίας ποὺ ἔχει ἀ­μφι­σβη­τηθεῖ ἀπὸ τοὺς ἱστο­ρι­κούς, ἀλλὰ ἔχει κα­θιερω­θεῖ ὡς ἐθνικὸς μύθος.
(7) Ἡ Ποκαχό­ντας (Poca­hontas, πραγματικὸ ὄνομα: Amonute, γνωστὴ καὶ ὡς Ματοάκα, 1596 – Μάρτιος 1617) ἦταν Ἰνδιάνα ἀπὸ τὴ Βιρτζί­νια, ποὺ ἀνῆκε στὴ φυλὴ τῶν Ποου­χατάν καὶ ἐκ­χρι­στι­ανί­στηκε.
(8) Ὁ ταυ­ρο­­μά­χος Μα­νουέλ Γκαρ­θία Μα­έ­ρα τὸ 1924 συμ­με­τεῖ­χε σὲ 56 ἀγῶ­νες καὶ κέρ­δι­σε τὸ χρυ­σὸ αὐ­τὶ στὴν ταυ­ρο­μα­χία τοῦ Press Association στὴ Μα­δρί­τη, καὶ στὶς 11 Δε­κεμ­βρί­ου τοῦ ἴδιου ἔτους πέ­θα­νε στὴ Σε­βίλ­λη ἀπὸ πνευ­μο­νι­κὴ ἐπι­πλο­κὴ ποὺ προ­κλήθη­κε ἀπὸ γρί­πη. Ὁ «Μα­έ­ρα» πα­ρα­μέ­νει μιὰ τρα­γι­κὴ μορφὴ στὶς ταυ­ρο­μα­χί­ες καὶ μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ πα­ρά­ξε­νες φι­γοῦ­ρες τῆς λὰ φιέ­στα. Ὁ Χέ­μιν­γουέϊ τὸν ἐπαί­νε­σε στὸ «Θά­να­τος τὸ ἀπό­γευ­μα» καὶ ὁ Μπάρ­ναμ­πι Κόν­ραντ ἔκα­νε τὸ ἴδιο στὸ «Πῶς νὰ πο­λε­μή­σεις ἕναν ταῦρο».

ΠΗ­ΓΉ: SHORT STORIES.COM

 

Ἡ «ΣΥ­ΝΗ­ΘΙ­ΣΜΈ­ΝΗ ἹΣΤΟ­ΡΊΑ» ΕἾ­ΝΑΙ ΜΙΆ ΣΎΝ­ΤΟ­ΜΗ ΠΑ­ΡΩ­ΔΊΑ ΠΟΎ ἜΓΡΑ­ΨΕ Ὁ ἜΡ­ΝΕΣΤ ΧΈ­ΜΙΝ­ΓΟΥΕΪ ΚΑΊ ΠΡΩ­ΤΟ­ΔΗ­ΜΟ­ΣΙΕΎ­ΤΗ­ΚΕ ΣΤΌ ΤΕΥ͂­ΧΟΣ ΤΗ͂Σ ἌΝΟΙ­ΞΗΣ/ΚΑ­ΛΟ­ΚΑΙ­ΡΙΟΥ͂ ΤTHE LITTLE REVIEW ΤΌ 1926 ΚΑΊ ΤΉΝ ἙΠΌ­ΜΕ­ΝΗ ΧΡΟ­ΝΙΆ ΣΤΉ ΣΥΛ­ΛΟ­ΓΉ MEN WITHOUT WOMEN.

ἜΡ­ΝΕΣΤ ΧΈ­ΜΙΝ­ΓΟΥΈΪ (ERNEST HEMINGWAY, 1899-1961): Ὁ ἜΡ­ΝΕΣΤ ΧΈ­ΜΙΝ­ΓΟΥΈΪ ὙΠΗ͂Ρ­ΞΕ ἝΝΑΣ ἈΠΌ ΤΟΎΣ ΣΗ­ΜΑΝ­ΤΙ­ΚΌ­ΤΕ­ΡΟΥΣ ΠΕ­ΖΟ­ΓΡΆ­ΦΟΥΣ ΤΟΥ͂ 20ΟΥ͂ ΑἸ­Ώ­ΝΑ, ΒΡΑ­ΒΕΥ­ΜΈ­ΝΟΣ ΜΈ ΤΌ ΒΡΑ­ΒΕΙ͂Ο ΝΌ­ΜΠΕΛ (1954). ΤΌ ἜΡ­ΓΟ ΤΟΥ ἘΠΗ­ΡΈ­Α­ΣΕ ΚΑΊ ΣΥ­ΝΕ­ΧΊ­ΖΕΙ ΝΆ ἘΠΗ­ΡΕ­Ά­ΖΕΙ ἈΝΑ­ΡΊΘ­ΜΗ­ΤΟΥΣ ΣΥΓ­ΓΡΑ­ΦΕΙ͂Σ ΤΌ­ΣΟ ΣΤΉ ΓΕ­ΝΈ­ΤΕΙ­ΡΆ ΤΟΥ, ΤΊΣ ΗΠΑ, ὍΣΟ ΚΑΊ ΣΤΌΝ ὙΠΌ­ΛΟΙ­ΠΟ ΚΌ­ΣΜΟ. ὉΡΙ­ΣΜΈ­ΝΑ ἈΠΌ ΤΆ ΓΝΩ­ΣΤΌ­ΤΕ­ΡΑ ΜΥ­ΘΙ­ΣΤΟ­ΡΉ­ΜΑ­ΤΆ ΤΟΥ ΕἾὉ ΓΈ­ΡΟΣ ΚΑΊ Ἡ ΘΆ­ΛΑΣ­ΣΑ (THE OLD MAN AND THESEA, 1951), ἈΠΟ­ΧΑΙ­ΡΕ­ΤΙ­ΣΜΌΣ ΣΤΆ ὍΠΛΑ (AFAREWELL TO ARMS, 1929), ΓΙΆ ΠΟΙΌΝ ΧΤΥ­ΠΑ͂ Ἡ ΚΑΜ­ΠΆ­ΝΑ (FOR WHOM THE BELLTOLLS, 1940), Ὁ ἭΛΙΟΣ ἈΝΑ­ΤΈΛ­ΛΕΙ ΞΑ­ΝΆ (THE SUN ALSO RISES, 1926) Κ.Ἄ. ΜΕ­ΓΆ­ΛΟ ΜΈ­ΡΟΣ ΤΟΥ͂ ἜΡ­ΓΟΥ ΤΟΥ ἜΧΕΙ ΜΕ­ΤΑ­ΦΡΑ­ΣΤΕΙ͂ ΣΤΆ ἙΛ­ΛΗ­ΝΙ­ΚΆ.

Πηγή: neoplanodion.gr

Like5

Βιώματα και Εξουσία — George Constantine Stavropoulos.

• Το βίωμα του δημιουργικού ανθρώπου, στην ανθρώπινη συνείδηση, παράγει μια μορφή αχρονίας. Ο καιρός περνά με ραγδαία ταχύτητα, αλλά η βιωματική καταγραφή ζει και δηλώνει παρούσα. Όταν εξακολουθείς να δημιουργείς, παρά το ότι μεγαλώνεις, το βίωμα αρμοδένει με το παρόν, συνδιαλέγεται μαζί του και συχνά το επικαθορίζει. Όταν γίνεις απόμαχος, το βίωμα είναι το ίδιο το αέναο υποκειμενικό παρόν.

• Ο αγαπητός Γιώργος Σταυρόπουλος, μάχιμος πάντα, έκανε γραπτή τη βιωματική του εμπειρία των 40 ετών δικαστικής πείρας στο ΣτΕ και τη συμμετοχή του στην παράδοξη αυτή κυβέρνηση Παπαδήμου. Το βιβλίο του: «Βιώματα και Εξουσία». Με ενδιαφέρουσα παρουσίαση, που παρακολούθησα χτες, με πρόσωπα με τα οποία έχω συνδεθεί και διασταυρωθεί σε διάφορες φάσεις και της δικής μου βιωματικής μνήμης. Ο Γιώργος Παπανδρέου, ο Λουκάς Παπαδήμος, ο Αλέκος Παπαδόπουλος και άλλοι διαπρεπείς.

• Οι βιωματικές καταγραφές είναι η πρώτη ύλη της ιστορίας. Πολύτιμες. Ιδιαίτερα για στιγμές που, από τη φύση τους, προορίζονται να χαθούν στη σκόνη του χρόνου, όπως το εξάμηνο της κυβερνητικής παραδοξότητας Παπαδήμου και το πώς υπογράφτηκε το δεύτερο μνημόνιο. Σε ευχαριστούμε, Γιώργο.

• Άλλωστε, εμένα με ενδιέφερε γιατί ήμουν κι εγώ εκεί, σε αυτή την παραδοξότητα. Με τα χίλια ζόρια δεν παραιτήθηκα, θυμάσαι Παύλο; «Κάν’ το, Πάνο, και θα το πάμε μαζί». Αλλά, σε εκείνη τη φάση, το κύμα είχε πέσει πάνω μου. Όχι πως το φοβόμουν· απλά δεν το γούσταρα. Εγώ «συγκυβερνών» με τη ΝΔ του Σαμαρά και τον Καρατζαφέρη; Αν είναι δυνατόν. Με την ευθύνη να κρατήσω όρθιο τον αθλητισμό, ενόψει και των Ολυμπιακών του Λονδίνου, και με τη βία στα γήπεδα στο ζενίθ. Με κυβέρνηση παραπαίουσα, όπου η ευθύνη της λειτουργίας της, εκτός των κρίσιμων τομέων, είχε περάσει στους γενικούς γραμματείς. «Πού ’σουνα, νιότη, που ’λεγες…». Βοήθησε, ευτυχώς, το γεγονός πως με όλους σχεδόν τους τότε, παρά τις πολιτικές διαφορές, είχα από ευγενικές ως φιλικές σχέσεις. Το ’κανα, όμως, μόνο από αίσθηση καθήκοντος. Υπέφερα πάντως πολύ… Υπό τη διακομματική επιτροπεία και με ελάχιστους πόρους. Χρειάστηκε πολύς κόπος και υπέρβαση να πεισθώ πως έπρεπε να βάλουμε πλάτη, γιατί η χώρα κατέρρεε. Δεν είναι σχήμα λόγου αυτό. Και μετά τις εκλογές, όπου φύγει φύγει. Δρομαίως πίσω στη δικηγορία, στην οποία ανήκω. Άντε γεια. Ούτε να ακούσω δεν ήθελα για Σαμαρά. Good luck, σύντροφοι.

• Θυμάμαι τα κολυμβητήρια στην υπηρεσιακή κυβέρνηση Πικραμένου. Έπρεπε να τα κλείσουμε ελλείψει πόρων. Πήρα τηλέφωνο τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Το κανόνισε η Τατιάνα Καραπαναγιώτη, που ήταν υπηρεσιακή υπουργός. Πήγα στην Ηρώδου Αττικού με τον Σπύρο Καπράλο. «κ. Πρόεδρε, πέστε στον Ζανιά να δώσει 2 εκ. να αντέξουμε». Μου λέει: «Εδώ θα κλείσουν τα νοσοκομεία κι εσύ μιλάς για τις πισίνες; Άσε με ήσυχο». Με κοίταξε ο Παπούλιας και μου είπε: «Τι να σου κάνω, Πάνο μου; Πικραμένος λαός, Πικραμένος πρωθυπουργός».

• Κι όμως, μείναμε όρθιοι, Γιώργο. Να το διαβάσετε το βιβλίο. Εκδόσεις Παπαζήση.

Πάνος Μπιτσαξής

Like4

Οι Σπουδαίοι Ηγέτες Αναδεικνύουν Σπουδαίους Ανθρώπους!

Υπάρχουν άνθρωποι που απλώς διοικούν και άνθρωποι που πραγματικά ηγούνται. Η ειδοποιός διαφορά τους δεν βρίσκεται μόνο στις αποφάσεις, στις τεχνικές γνώσεις ή στην ικανότητα επιβολής. Βρίσκεται κάπου βαθύτερα: στον τρόπο που δονείται η ψυχή τους όταν βλέπουν τους γύρω τους να προοδεύουν.

Ο «μικρός» άνθρωπος σε θέση εξουσίας φοβάται την επιτυχία των υφισταμένων του. Τη μεταφράζει ως απειλή, ως μια άβολη αμφισβήτηση της δικής του επάρκειας. Προτιμά τη μετριότητα γύρω του για να νιώθει ο ίδιος ασφαλής. Μπορεί να επιβάλλεται προσωρινά, αλλά δεν θα καταφέρει ποτέ να εμπνεύσει. Η εξουσία του τελειώνει εκεί όπου σταματά ο έλεγχος.

Ο σπουδαίος ηγέτης λειτουργεί στον αντίποδα. Νιώθει γνήσια χαρά όταν ένας συνεργάτης του εξελίσσεται, ξεπερνά τα όριά του ή ακόμη και τον ίδιο του τον δάσκαλο. Για εκείνον, η πρόοδος του άλλου δεν αποτελεί απώλεια, αλλά δικαίωση.

Η πραγματική ηγεσία δεν μετριέται από το πόσο απαραίτητος παραμένεις εσύ, αλλά από το πόσους ικανούς ανθρώπους κατάφερες να αναδείξεις.

Οι μεγάλες ομάδες, οι υγιείς επιχειρήσεις και οι ισχυρές κοινωνίες χτίζονται πάνω σε αυτήν ακριβώς τη νοοτροπία: στην ικανότητα κάποιων ανθρώπων να φωτίζουν το μονοπάτι των άλλων χωρίς να φοβούνται ότι θα χαθεί η δική τους λάμψη. Αντιλαμβάνονται πως όσο περισσότερα κεριά ανάψεις από τη δική σου φλόγα, τόσο περισσότερο φως θα υπάρχει για όλους.

Ηγεσία χωρίς γενναιοδωρία ψυχής δεν νοείται. Υπάρχει μόνο η στεγνή εξουσία. Και ενώ η εξουσία απαιτεί υποταγή, η ηγεσία κερδίζεται καθημερινά μέσα από την οικοδόμηση εμπιστοσύνης, τη χαρά της κοινής ανηφόρας και την ειλικρινή υπερηφάνεια για το «εύγε» που ανήκει σε κάποιον άλλον.

Στην κορυφή δεν φτάνεις ποτέ μόνος. Φτάνεις μαζί με εκείνους που βοήθησες να ανέβουν.

ΚΜ

Like4Love4