Συ­νη­θι­σμέ­νη Ἱστο­ρία

Από τον Ἔρ­νεστ Χέ­μιν­γουεϊ (Ernest Hemingway)

(Banal Story)

ΕΦΑΓΕ  ἕνα πορ­το­κά­λι, φτύ­νον­τας ἀρ­γά τά κου­κού­τσια. Ἔξω τό χιό­νι εἶ­χε ἀρ­χί­σει νά γί­νε­­ται βρο­χή. Μέ­­σα, ἡ ἠ­­λεκ­τρι­κή σό­μπα δέν φαι­νό­ταν νὰ ζε­σταί­νει, κι ἔτσι ση­κώ­θη­κε ἀπό τό γρα­φεῖο νά κα­θί­σει πά­νω της. Τί ὡραία αἴ­σθη­ση! Ἐδῶ, ἐπι­τέ­λους, ὑπῆρ­χε ζωή.

       Ἅπλω­σε τό χέ­ρι του γι’ ἀκό­μη ἕνα πορ­το­κά­λι. Μα­κριά, στό Πα­ρί­σι, ὁ Μα­σκάρ εἶ­χε βγά­λει νόκ ἄουτ τόν Ντά­νι Φράς στόν δεύ­τε­ρο γύ­ρο. Ἀκό­μη πιό μα­κριά, στή Με­σο­πο­τα­μία, εἶ­χαν πέ­σει εἴ­κο­σι ἕνα πό­δια χιό­νι. Στήν ἄλ­λη ἄκρη τοῦ κό­σμου, στήν Αὐ­στρα­λία, οἱ Ἐγ­γλέ­ζοι παῖ­κτες τοῦ κρί­κετ ἀκό­νι­ζαν τά ὅπλα τους. Εκεῖ ὑπῆρ­χε ρο­μάν­τζο.

       Οἱ χο­ρη­γοί τῶν τε­χνῶν καί τῶν γραμ­μά­των ἀνα­κά­λυ­ψαν τό Φό­ρουμ(1), διά­βα­σε. Εἶ­ναι ὁ ὁδη­γός, ὁ φι­λό­σο­φος, καί ὁ φί­λος τῆς σκε­πτό­με­νης μειο­νό­τη­τας. Βρα­βευ­μέ­να δι­η­γή­μα­τα – θά γί­νουν οἱ συγ­γρα­φεῖς τους οἱ ἐπι­τυ­χη­μέ­νοι συγ­γρα­φεῖς τοῦ αὔ­ριο; Θά ἀπο­λαύ­σε­τε αὐ­τές τίς ζε­στές, ἁπλοϊ­κές, ἀμε­ρι­κα­νι­κές ἱστο­ρί­ες, ἀπο­σπά­σμα πραγ­μα­τι­κῆς ζω­ῆς σέ ἀνοι­χτά ράν­τσα, σέ πυ­κνο­κατοι­κη­μέ­νες πο­λυ­κα­τοι­κί­ες ἤ ἄνε­τα σπί­τια, καί ὅλες τους μέ ὑγιή, ὑπο­δό­ρεια δό­ση χιοῦ­μορ.

       Πρέ­πει νά τίς δια­βά­σω, σκέ­φτη­κε.

       Συ­νέ­χι­σε τό διά­βα­σμα. Τά παι­διά τῶν παι­διῶν μας – Τί γι’ αὐ­τά; Ποιά ἀπό αὐ­τά; Πρέ­πει ν’ ἀνα­κα­λύ­ψου­με νέ­ους τρό­πους γιά νά βροῦ­με χῶ­ρο κι ἐμεῖς κά­τω ἀπό τόν ἥλιο. Θά γί­νει μέ πό­λε­μο ἤ μπο­ρεῖ νά ἐπι­τευ­χθεῖ μέ εἰ­ρη­νι­κούς τρό­πους;

       Μή­πως θά πρέ­πει νά με­τα­κο­μί­σου­με ὅλοι στόν Κα­να­δά;

       Οἱ βα­θύ­τε­ρες πε­ποι­θή­σεις μας – θά τίς ἀνα­τρέ­ψει ἡ Ἐπι­στή­μη; Ὁ πο­λι­τι­σμός μας – εἶ­ναι κα­τώ­τε­ρος ἀπό τήν πα­λαιά τά­ξη πραγ­μά­των;

       Καί στό με­τα­ξύ, στίς μα­κρι­νές βρο­χε­ρές ζοῦγ­κλες τοῦ Γιου­κα­τάν, ἀν­τη­χοῦ­σε ὁ ἦχος ἀπό τά τσε­κού­ρια τῶν συλ­λε­κτῶν ρη­τί­νης.

       Θέ­λου­με με­γά­λους ἄν­τρες – ἤ θέ­λου­με καλ­λιερ­γη­μέ­νους; Πά­ρε πα­ρά­δειγ­μα τόν Τζό­ϋς. Πά­ρε πα­ρά­δειγ­μα τόν Πρό­ε­δρο Κού­λιτζ(2). Ποιό ἄστρο πρέ­πει νά στο­χεύ­ουν οἱ σπου­δα­στές μας; Ὑπάρ­χει ὁ Τζάκ Μπρίτ­τον(3). Ὑπάρ­χει ὁ δό­κτωρ Χέν­ρυ Βάν Ντάϊκ(4).

       Μπο­ροῦ­με νά συμ­βι­βά­σου­με τά δύο; Πά­ρε πα­ρά­δειγ­μα τόν Γιούνγκ Στρίμ­πλινγκ(5).

       Καί τί νά ποῦ­με γιά τίς κό­ρες μας πού πρέ­πει νά χα­ρά­ξουν μό­νες τους πο­ρεία; Ἡ Νάν­συ Χῶ­θορν εἶ­ναι ἀναγ­κα­σμέ­νη νά βρεῖ τή δι­κή της πο­ρεία στή θά­λασ­σα τῆς ζω­ῆς. Μέ θάρ­ρος καί σύ­νε­ση ἀν­τι­με­τω­πί­ζει τά προ­βλή­μα­τα πού συ­ναν­τᾶ κά­θε δε­κα­ο­κτά­χρο­νο κο­ρί­τσι.

       Ἦταν ἕνα ὑπέ­ρο­χο φυλ­λά­διο.

       Εἶ­σαι δέ­κα ὀκτώ χρο­νῶν κο­ρί­τσι; Πά­ρε πα­ρά­δειγ­μα τήν Ἰω­άν­να τῆς Λω­ραί­νης. Πά­ρε πα­ρά­δειγ­μα τόν Μπέρ­ναρ Σῶ. Πά­ρε πα­ρά­δειγ­μα τῆς Μπέ­τσυ Ρός(6).

       Σκέ­ψου αὐ­τά τά πράγ­μα­τα τό 1925 – Ὑπῆρ­ξε κά­ποια τολ­μη­ρή σε­λί­δα στήν Που­ρι­τα­νι­κή Ἱστο­ρία; Εἶ­χε δυό πλευ­ρές ἡ Πο­κα­χόν­τας(7); Εἶ­χε τήν τέ­ταρ­τη διά­στα­ση;

       Εἶ­ναι οἱ μο­ντέρ­νοι πί­να­κες—καί ἡ ποί­η­ση—Τέ­χνη; Ναί καί Ὄχι. Πά­ρε πα­ρά­δειγ­μα τόν Πι­κά­σο.

       Ἔχουν οἱ ἀλῆ­τες δι­κούς τους κώ­δι­κες δε­ον­το­λο­γί­ας; Ἄσε τό μυα­λό σου νά πε­ρι­πλα­νη­θεῖ.

       Ὑπάρ­χει ρο­μαν­τι­σμός παν­τοῦ. Οἱ γρα­φιά­δες τοῦ Φό­ρουμ μι­λοῦν ξε­κά­θα­ρα, ἔχουν χιοῦ­μορ, εἶ­ναι πνευ­μα­τώ­δεις. Ἀλ­λά δέν προ­σπα­θοῦν νά τό παί­ξουν ἔξυ­πνοι καί πο­τέ δέν φλυα­ροῦν.

       Ζῆ­σε τήν πλή­ρη ζωή τοῦ νοῦ, συ­νε­παρ­μέ­νος ἀπό νέ­ες ἰδέ­ες, με­θυ­σμέ­νος ἀπό τόν Ρο­μαν­τι­σμό τοῦ ἀσυ­νή­θι­στου.

       Ἄφη­σε κά­τω τό φυλ­λά­διο. Κι ἐν τῷ με­τα­ξύ, ξα­πλω­μέ­νος ἀ­νά­σκε­λα στό κρε­βά­τι σ’ ἕνα σκο­τει­νό δω­μά­τιο τοῦ σπι­τιοῦ του στήν Τριά­να, ὁ Μα­νουέλ Γκαρ­θία Μα­έ­ρα(8) βρι­σκό­ταν μ’ ἕναν σω­λή­να σέ κά­θε πνεύ­μο­να, σέ ἀσφυ­ξία ἀπό τήν πνευ­μο­νία. Ὅλες οἱ ἐφη­με­ρί­δες στήν Ἀν­δα­λου­σία ἀφιέ­ρω­σαν εἰ­δι­κά ἔν­θε­τα στό θά­να­τό του, ὁ ὁποῖ­ος ἀνα­με­νό­ταν ἐδῶ καί με­ρι­κές ἡμέ­ρες. Ἄν­τρες καί ἀγό­ρια ἀγό­ρα­ζαν ἔγ­χρω­μες ὁλό­σω­μες φω­το­γρα­φί­ες του γιά νά τόν θυ­μοῦν­ται, κι ἡ εἰ­κό­να ποὔ­χαν γι’ αὐ­τόν χά­θη­κε ἀπό τή μνή­μη τους κα­θώς κοι­τοῦ­σαν τίς λι­θο­γρα­φί­ες.

       Οἱ ταυ­ρο­μά­χοι ἔνιω­σαν με­γά­λη ἀνα­κού­φι­ση πού πέ­θα­νε, ἐπει­δή μές στήν ἀρέ­να ἔκα­νε πάν­τα ἐκεῖ­να πού οἱ ἴδιοι μπο­ροῦ­σαν νά κά­νουν μό­νο κά­ποιες ἐλά­χι­στες φο­ρές. Ὅλοι πα­ρέ­λα­σαν ὑπό βρο­χή πί­σω ἀπό τό φέ­ρε­τρό του κι ἦσαν ἑκα­τόν σα­ράν­τα ἑπτά οἱ ταυ­ρο­μά­χοι πού τόν συ­νό­δευ­σαν στό κοι­μη­τή­ριο, ὅπου τόν ἔθα­ψαν δί­πλα στόν τά­φο τοῦ Χο­σε­λί­το. Με­τά τήν κη­δεία ὅλοι κά­θι­σαν στά κα­φέ ἔξω στή βρο­χή καί πολ­λές ἔγ­χρω­μες εἰ­κό­νες τοῦ Μα­έ­ρα που­λή­θη­καν σέ ἄν­τρες, οἱ ὁποῖ­οι τίς δί­πλω­ναν καί τίς ἔβα­ζαν στίς τσέ­πες τους.

 
Σημ.τ.μ.:
(1) Τὸ Forum ἦταν ἕνα ἀμε­ρι­κα­νι­κὸ πε­ριο­δι­κὸ ποὺ ἰδρύ­θη­κε τὸ 1885 ἀπὸ τὸν Isaac Rice. Ὑπῆρ­χε μὲ διάφο­ρα ὀνόμα­τα καὶ μορ­φὲς μέ­χρι ποὺ στα­μά­τη­σε νὰ ἐκ­δί­δε­ται τὸ 1950. Ἐκ­δι­δό­ταν στὴ Νέα Ὑὸρ­κη καὶ ἡ πιὸ ἀξιο­ση­μεί­ωτη μορ­φή του (1885 ἕως 1902) βα­σι­ζό­ταν σὲ σύμ­πό­σια. Ἂλ­λες φορές, δη­μο­σί­ευε μυ­θι­στο­ρή­μα­τα καὶ ποί­η­ση, καὶ δη­μο­σί­ευε ἄρ­θρα ποὺ πα­ρή­γα­γαν οἱ ἀρ­θρο­γρά­φοι τοῦ προ­σω­πι­κοῦ σὲ μο­ρφὴ «news roundup» («ση­μα­ντι­κό­τε­ρες εἰ­δή­σεις»).
(2) Ὁ Τζὰκ Μπρί­τον (14 Ὄκτω­βρί­ου 1885 – 27 Μαρ­τί­ου 1962) ἦταν Ἄμε­ρι­κα-νὸς πυγ­μά­χος, ὁ πρῶ­τος τρεῖς φο­ρὲς παγ­κό­σμιος πρω­τα­θλη­τὴς πυγ­μα­χί-ας στὴν κα­τη­γο­ρία ἡμι­με­σαί­ων βα­ρῶν. Γεν­νη­μέ­νος ὡς Γουί­λιαμ Τζ. Μπρέ­σλιν στὸ Κλίν­τον τῆς Νέ­ας Ὑόρ­κης , ἡ ἐπαγ­γελ­μα­τι­κή του κα­ριέ­ρα δι­ήρ­κε­σε 25 χρό­νια, ξε­κι­νών­τας ἀπὸ τὸ 1905. Κα­τέ­χει τὸ παγ­κό­σμιο ρε­κὸρ γιὰ τὸν ἀριθ­μὸ τῶν 37 ἀγώ­νων τί­τλου ποὺ δό­θη­καν στὴν κα­ριέ­ρα του (18 ἀπὸ τοὺς ὁποί­ους ἔλη­ξαν χω­ρὶς ἀπο­φά­σεις), πολ­λοὶ ἐναν­τί­ον τοῦ αἰώ­­νιου ἀν­τι­πά­λου του Τὲντ “Κὶντ” Λιού­ις , ἐναν­τί­ον τοῦ ὁποί­ου ἀγω­νί­στη­κε 20 φορές.
(3) Ὁ Τζὸν Κάλβιν Κούλιτζ ἦταν Ἀμερι­κανὸς πολιτικὸς καὶ δικη­γόρος, ποὺ ὑπηρέ­τησε ὡς ὁ 30ος Πρό­εδρος τῶν Ἡνω­μένων Πολι­τειῶν ἀπὸ τὸ 1923 ἕως τὸ 1929. Ἦ­ταν μέ­λος τοῦ Ρε­που­μπλι­κανι­κοῦ Κόμ­ματος.
(4) Ὁ Χὲν­ρι Τζάκ­σον βὰν Ντάϊκ Τζοῦ­νιορ (10 Νο­εμ­βρί­ου 1852 – 10 Ἀπρι­λί­ου 1933) ἦταν Ἀμε­ρι­κα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας, ἐκ­παι­δευ­τι­κός, δι­πλω­μά­της καὶ κλή­ρι­κὸς τῆς Πρε­σβυ­τε­ρια­νῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.
(5) Ὁ William Lawrence Stribling Jr., γνω­στὸς ὡς Young Stribling, ἦταν ἕνας Ἀμε­ρι­κα­νὸς ἐπαγ­γελ­μα­τί­ας πυγ­μά­χος ποὺ πά­λε­ψε ἀπὸ τὶς κα­τη­γο­ρί­ες φτε­ροῦ ἕως βα­ρέ­ων βα­ρῶν. Ὁ ἀγώ­νας του τὸ 1931 ἐναν­τί­ον τοῦ Μὰξ Σμέ­λινγκ γιὰ τὸ παγ­κό­σμιο πρω­τά­θλη­μα βα­ρέ­ων βα­ρῶν τοῦ Σμέλινγκ ὀνο­μά­στη­κε ἀγώ­νας τῆς χρο­νιᾶς ἀπὸ τὸ πε­ριο­δι­κὸ Ring.
(6) Ἡ Μπέτσι Ρος (Betsy Ross, γεννημένη Elizabeth Griscom, 1752-1836) εἶναι ἡ Ἀμερι­κα­νίδα μοδίστρα ποὺ συνδέ­εται μὲ τὴ δημι­ουργία τῆς πρώ­­της ἀ­μερικα­νικῆς «σημαίας» – μιᾶς ἱστορίας ποὺ ἔχει ἀ­μφι­σβη­τηθεῖ ἀπὸ τοὺς ἱστο­ρι­κούς, ἀλλὰ ἔχει κα­θιερω­θεῖ ὡς ἐθνικὸς μύθος.
(7) Ἡ Ποκαχό­ντας (Poca­hontas, πραγματικὸ ὄνομα: Amonute, γνωστὴ καὶ ὡς Ματοάκα, 1596 – Μάρτιος 1617) ἦταν Ἰνδιάνα ἀπὸ τὴ Βιρτζί­νια, ποὺ ἀνῆκε στὴ φυλὴ τῶν Ποου­χατάν καὶ ἐκ­χρι­στι­ανί­στηκε.
(8) Ὁ ταυ­ρο­­μά­χος Μα­νουέλ Γκαρ­θία Μα­έ­ρα τὸ 1924 συμ­με­τεῖ­χε σὲ 56 ἀγῶ­νες καὶ κέρ­δι­σε τὸ χρυ­σὸ αὐ­τὶ στὴν ταυ­ρο­μα­χία τοῦ Press Association στὴ Μα­δρί­τη, καὶ στὶς 11 Δε­κεμ­βρί­ου τοῦ ἴδιου ἔτους πέ­θα­νε στὴ Σε­βίλ­λη ἀπὸ πνευ­μο­νι­κὴ ἐπι­πλο­κὴ ποὺ προ­κλήθη­κε ἀπὸ γρί­πη. Ὁ «Μα­έ­ρα» πα­ρα­μέ­νει μιὰ τρα­γι­κὴ μορφὴ στὶς ταυ­ρο­μα­χί­ες καὶ μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ πα­ρά­ξε­νες φι­γοῦ­ρες τῆς λὰ φιέ­στα. Ὁ Χέ­μιν­γουέϊ τὸν ἐπαί­νε­σε στὸ «Θά­να­τος τὸ ἀπό­γευ­μα» καὶ ὁ Μπάρ­ναμ­πι Κόν­ραντ ἔκα­νε τὸ ἴδιο στὸ «Πῶς νὰ πο­λε­μή­σεις ἕναν ταῦρο».

ΠΗ­ΓΉ: SHORT STORIES.COM

 

Ἡ «ΣΥ­ΝΗ­ΘΙ­ΣΜΈ­ΝΗ ἹΣΤΟ­ΡΊΑ» ΕἾ­ΝΑΙ ΜΙΆ ΣΎΝ­ΤΟ­ΜΗ ΠΑ­ΡΩ­ΔΊΑ ΠΟΎ ἜΓΡΑ­ΨΕ Ὁ ἜΡ­ΝΕΣΤ ΧΈ­ΜΙΝ­ΓΟΥΕΪ ΚΑΊ ΠΡΩ­ΤΟ­ΔΗ­ΜΟ­ΣΙΕΎ­ΤΗ­ΚΕ ΣΤΌ ΤΕΥ͂­ΧΟΣ ΤΗ͂Σ ἌΝΟΙ­ΞΗΣ/ΚΑ­ΛΟ­ΚΑΙ­ΡΙΟΥ͂ ΤTHE LITTLE REVIEW ΤΌ 1926 ΚΑΊ ΤΉΝ ἙΠΌ­ΜΕ­ΝΗ ΧΡΟ­ΝΙΆ ΣΤΉ ΣΥΛ­ΛΟ­ΓΉ MEN WITHOUT WOMEN.

ἜΡ­ΝΕΣΤ ΧΈ­ΜΙΝ­ΓΟΥΈΪ (ERNEST HEMINGWAY, 1899-1961): Ὁ ἜΡ­ΝΕΣΤ ΧΈ­ΜΙΝ­ΓΟΥΈΪ ὙΠΗ͂Ρ­ΞΕ ἝΝΑΣ ἈΠΌ ΤΟΎΣ ΣΗ­ΜΑΝ­ΤΙ­ΚΌ­ΤΕ­ΡΟΥΣ ΠΕ­ΖΟ­ΓΡΆ­ΦΟΥΣ ΤΟΥ͂ 20ΟΥ͂ ΑἸ­Ώ­ΝΑ, ΒΡΑ­ΒΕΥ­ΜΈ­ΝΟΣ ΜΈ ΤΌ ΒΡΑ­ΒΕΙ͂Ο ΝΌ­ΜΠΕΛ (1954). ΤΌ ἜΡ­ΓΟ ΤΟΥ ἘΠΗ­ΡΈ­Α­ΣΕ ΚΑΊ ΣΥ­ΝΕ­ΧΊ­ΖΕΙ ΝΆ ἘΠΗ­ΡΕ­Ά­ΖΕΙ ἈΝΑ­ΡΊΘ­ΜΗ­ΤΟΥΣ ΣΥΓ­ΓΡΑ­ΦΕΙ͂Σ ΤΌ­ΣΟ ΣΤΉ ΓΕ­ΝΈ­ΤΕΙ­ΡΆ ΤΟΥ, ΤΊΣ ΗΠΑ, ὍΣΟ ΚΑΊ ΣΤΌΝ ὙΠΌ­ΛΟΙ­ΠΟ ΚΌ­ΣΜΟ. ὉΡΙ­ΣΜΈ­ΝΑ ἈΠΌ ΤΆ ΓΝΩ­ΣΤΌ­ΤΕ­ΡΑ ΜΥ­ΘΙ­ΣΤΟ­ΡΉ­ΜΑ­ΤΆ ΤΟΥ ΕἾὉ ΓΈ­ΡΟΣ ΚΑΊ Ἡ ΘΆ­ΛΑΣ­ΣΑ (THE OLD MAN AND THESEA, 1951), ἈΠΟ­ΧΑΙ­ΡΕ­ΤΙ­ΣΜΌΣ ΣΤΆ ὍΠΛΑ (AFAREWELL TO ARMS, 1929), ΓΙΆ ΠΟΙΌΝ ΧΤΥ­ΠΑ͂ Ἡ ΚΑΜ­ΠΆ­ΝΑ (FOR WHOM THE BELLTOLLS, 1940), Ὁ ἭΛΙΟΣ ἈΝΑ­ΤΈΛ­ΛΕΙ ΞΑ­ΝΆ (THE SUN ALSO RISES, 1926) Κ.Ἄ. ΜΕ­ΓΆ­ΛΟ ΜΈ­ΡΟΣ ΤΟΥ͂ ἜΡ­ΓΟΥ ΤΟΥ ἜΧΕΙ ΜΕ­ΤΑ­ΦΡΑ­ΣΤΕΙ͂ ΣΤΆ ἙΛ­ΛΗ­ΝΙ­ΚΆ.

Πηγή: neoplanodion.gr

Like1

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *