
«Το εθελοντικό» του Σ Μυριβήλη πρωτοδημοσιεύτηκε το 1913 στο πρωτοποριακό μυτιληνιό περιοδικό Χαραυγή, με τίτλο «Ο προφήτης».
ΤΟ ΕΘΕΛΟΝΤΙΚΟ
Eφτά ώρες τώρα ασάλευτοι μέσα στο πρόχωμα. Τα όπλα γιομάτα. Σφιχτοκουμπωμένοι μέσα στη μαντύα, με το γιακά σηκωμένο ώς τ’ αφτιά, και τα υποσάγωνα κατεβασμένα. Η νύχτα αστρύφεγγη μα πολύ κρύα. Ένα φεγγάρι κίτρινο και σαρακιασμένο- σαν ποντικοφαγωμένη κουραμάνα. Το πνίγουν τ’ άστρα. Η κάνη του τουφεκιού και το φηκάρι της λόχης μουσκεμένα από τ’ αγιάζι. Οι άντρες ακουμπώντας τη ράχη στο γυλιό, ξαπλωμένοι όπως όπως. Μερικοί, ανασκελωμένοι, έχουνε στηριγμένα τα πόδια τους όρθια στο χείλος του χαντακιού, και τα χοντρά καρφιά της αρβύλας κάποτε γυαλίζουν σαν ασημένια.
Βουβαμάρα.
Τα σιτάρια μονάχα, που παρωρίμασαν και απομένουν αθέριστα, θροΐζουν σαν σιγοφυσήξει, και θαρρείς πως ένα μεγάλο μυστικό λένε το ’να στ’ άλλο, και το ψιθύρισμα ξαπλώνεται σαν ήρεμο κύμα σ’ όλη τη σταροθάλασσα του κάμπου, ώσπου σβήνει πέρα μακριά, σιγαλινά όπως άρχισε.
Κάπου κάπου και οι άντρες ψιθυρίζουν σαν τα σιτάρια, δίχως ν’ αλλάξουν θέση, δίχως μορφασμούς και χειρονομίες, ξυλιασμένοι, και μέσα στην κομμάρα της αγρύπνιας δεν καλοξεχωρίζεις αν τα σιτάρια μουρμουρίζουν για οι σύντροφοι μου.
Θ’ αστειεύουνται πάλι μ’ αυτόνε το βλάκα το Δωρόπουλο.
Εθελοντής απ’ την Πόλη. Δεν ξέρω γιατί τόνε δέχτηκαν. Στον πρώτο πόλεμο είχε χάσει το κινητό του ουραίο. Ένα χαμένο κορμί εκεί πέρα. Πολλοί λένε πως έγινε έτσι από ένα βρώμικο πάθος που έχει, και τώρα παραλύσσαξε μακριά από κάθε γυναικογλέντι. Ώρες μπορεί να στέκεται όρθιος, αφαιρεμένος, με τα χέρια στις τσέπες της μαντύας και τα μάτια καρφωμένα στις αρβύλες του, που ’ναι πάντα χωρίς δεσίδια. Τότες έχει το ύφος εμπνευσμένου φιλόσοφου χαμένου μέσα στο ξεδιάλυμα των σκοτεινών προβλημάτων της ζωής. Και είμαι βέβαιος πως δε σκέφτεται τίποτα. Όλο τον παίρνει ο ύπνος μες το πρόχωμα, και κάνας αστείος του παίρνει το όπλο μες απ’ τα παραλυμένα χέρια ή τον αλείβει φούμο από την καραβάνα του. Οι ψείρες προέλασαν ώς μέσα στο σακίδιο του ψωμιού του.
Μια μέρα κάτι Πειραιώτες τον έδεσαν με σκοινοκαθαρτήρες μέσα σ’ ένα αντίσκηνο και τον εκουβαλούσαν ψαλμουδώντας τάχα να τόνε θάψουν. Μόνο το κεφάλι του ήταν απ’ όξω. Ένα συμπαθητικό μούτρο, κατακόκκινο απ’ το σκληρό λιοπύρι και ιδροστάζον απ’ την αγωνία και τη ζέστη. Οι φλέβες του λαιμού του φουσκωμένες σαν στριμμένα σκοινάκια. Παραπονιούντανε ικετεύοντας σιγά-σιγά και φοβισμένα σαν μωρό παιδί:
– Αφήστε με βρε παιδιά… αφήστε με πια…
Κάποιος στο πλάι μου άναψε με τρόπο ένα τσιγάρο στο κούφωμα της φούχτας του. Ο ανθυπολοχαγός τόνε μυρίστηκε:
– Σβήσ’ το, διάβολε, σβήσ’ το…
Το σβήνει κάτι μουρμουρίζοντας, και το κρύβει στο γύρισμα του μανικιού της μαντύας.
Ένας Ηπειρώτης γέρος εθελοντής, αψηλός και ξεραγκιανός σαν φουρνόφκυαρο, αρχίζει να διηγάται πως στο ’97 μπορούσε πολύ καλά να καπνίζει κανένας στη γραμμή, ακόμα και διπλοσκοπός σαν ήτανε, γιατί είχανε τότες «τις καημένες τις παλιογκραδάρες» που έβαζαν το τσιγάρο στη φαρδιά μπούκα τους μέσα και δε φέγγιζε στον οχτρό. Μα τώρα μ’ αυτά τα «μακαρόνια» που μας έδωκαν στο χέρι! Ούτε καν βροντάνε αθρωπινά, αδερφέ μου…
Τι φλύαρος άνθρωπος, Θε μου! Μπορεί να σου διηγάται απ’ το πρωί ώς το βράδυ κι απ’ το βράδυ ως το πρωί, φτάνει να τον ακούς, και ξεχνά και το συσσίτιό του ακόμα…
– Αλτ! τις ει;
– Περίπολος!
Σηκώνω το κεφάλι.
Εκεί κάπου μια λόχη αστράφτει μες τα σιτάρια, πάνω από ένα μαύρο σημαδάκι —το κεφάλι του σκοπού- που επιπλέει σαν γελοίο νεροκολόκυθο πάνω στη θάλασσα των ασταχυών.
Σε λίγο ο κρότος των χόρτων που παραμερίζονται.
– Εμπρός το τρίτο νούμερο!
Διατάζει σιγά ο ανθυπολοχαγός. Δέκα άντρες σηκώνουνται από το λήθαργο, τεντώνοντας τα μπράτσα σε ξεμουδιαστικό χασμούρημα. Οι καραβάνες βροντολογάνε.
– Περιπολάρχη, το σύνθημα;
– Το ξέρω, κύριε ανθυπολοχαγέ.
Το λένε σιγά.
– Εφ’ όπλου λόχη, κι εμπρός. Προσέχετε μέσα στις θημωνιές. Είναι σαν τα φίδια οι Βούλγαροι. Αραιωμένοι χωρίς να χάνεται η συνοχή, τα όπλα ασφαλισμένα και στο χέρι…
Η περίπολο φεύγει.
Ακούεται ο ξερός κρότος της λόχης που κουμπώνεται στο όπλο, και ο θόρυβος που κάνουν οι άντρες που επέστρεψαν και ολοένα μετατοπίζονται μέσα στο πρόχωμα, για να πετύ- χουν πιο αναπαυτική θέση. Κοντολογά να φέξει.
Κάποια ζωή σα να ραντίστηκε πάνω στους άντρες. Μια κουβεντούλα άναψε πέρα-πέρα, και κει στην άκρη κάποια πνιγμένα γέλια ακούστηκαν. Και άξαφνα πάνω απ’ όλες, η φωνή του «Προφήτη»:
– Σας το λέω: 0 πόλεμος θα γίνει. Θα νικήσουμε μα θα πάμε στο διάολο όλοι!
– Σκασμός, ρε «Προφήτη»!
– Κοφ’ το βρωμιάρη!
– Σαλιαρίνα!
0 «Προφήτης» ήτανε ένας στρατιώτης Παριανός, που όλοι τον σιχαινούμαστε μέσα στο λόχο. Σχεδόν τόνε μισούσαμε. Αψηλός, με φαρδιές πλάτες κοκαλιάρικες και πολύ μακριά χέρια. Κι απάνω στους γιγάντινους ώμους ένα κεφαλάκι νάνου, κακοφκιασμένο και χωρίς λαιμό. Το μούτρο του αηδιαστικό. Σαν αναποδογυρισμένο χουνί, με κορφή τη σουβλερή και προέχουσα ως έμβολο μύτη του. Μυξιάρης, και όλο σκουπιζότανε με το αντίστροφο της παλάμης του. Κάτι ματάκια μικρά σαν χάντρες και αχρωμάτιστα, και στόμα πολύ μεγάλο. Είχε ψαλιδίσει τη μαντύα του πάνου από τα γόνατα, μια φορά που την είχε καψαλίσει στον πρώτο πόλεμο, και τώρα κρεμότανε πίσω σαν ρετιγκότα. Όλες του οι κίνησες φοβερά άνοστες και αποκρουστικές. Μιλάει συχνά για κάτι ανόητα και παράξενα πράματα, χωρίς νόημα και συνέχεια, και τον είχανε βαφτίσει πρώτα «Δάσκαλο». Μα τώρα τελευταία του κόλλησαν το παρατσούκλι «Προφήτης» γιατί όλο έλεγε προφητείες. Και τις έλεγε σοβαρά, χωρίς να γελά, και μονότονα, δίχως να χρωματίζει τη φωνή του. Σα να πίστευε πολύ σε όσα έλεγε. Και επισφράγιζε πάντοτε την προφητεία του έτσι:
– Ο Αγαθάγγελος το λέει· και θα γίνει έτσι που σας βλέπω και με βλέπετε…
Και τώρα πάλι είχε αρχίσει:
– Θα τους φάμε το μάτι τους Βουργάρους, μα θα σκοτωθούμε όλοι… Ακούτε με που σας το λέω… 0 Αγαθάγγελος τα γράφει αυτά.
Ένας νέος απ’ την Αντριανούπολη πετάχτηκε θυμωμένος. Μιλούσε σχεδόν δυνατά:
– Να σκάσεις βρωμόσκυλο, μη σου τσακίσω το μύτο με τον υποκόπανο. Για να σκοτωθούμε, βρε, ήρταμε εμείς οι εθελοντές, κιοτή!
Όλοι επιδοκιμάσανε ψιθυριστά.
Ο ανθυπολοχαγός θύμωσε:
– Σκασμός, βρε, κει πέρα! Τώρα ηύρατε να φαγωθείτε!
Ο «Προφήτης» μάζεψε το κεφαλάκι του κάτω απ’ την κουλούρα του αντίσκηνου. Εκοίταξα τους συντρόφους μου. Όλοι τους βλέπανε με κακό μάτι τον «Προφήτη». Η αλήθεια είναι πως αιστανόμουνα πάντα μια ταραχή μέσα μου από τα λόγια του, και καταλάβαινα πολύ καλά πως την ίδια ανησυχία έφερναν σε όλους. Μιλούσε έτσι σοβαρά! Η φωνή του έπαιρνε αληθινά κάτι το επίσημο. Σε τέτοιες ώρες…
Άρχιζε πια να χαράζει.
Τ’ αντικρινά βουνά ξανάπαιρναν τις γραμμές τους, κι όλοι μας καρφώσαμε τα κοκκινισμένα μάτια μας εκεί κάτου στον ορίζοντα, θεατές ενός παράξενου μετεωρολογικού φαινόμενου, που κάθε πρωί το παρακολουθούσαμε για να σκοτώνουμε την ώρα. Εκεί που άρχιζαν να θαμποφεγγίζουν οι πρώτες αμφίβολες φωτεινάδες της αυγής, στο πιο καθαρό μέρος του ορίζοντα, πάνω στο χρυσό φόντο ξεφύτρωνε ξαφνικά ένα στρογγυλό συννεφάκι, σαν τόπι από πίσσα. Αμέσως κατόπι του ξεπήδαγαν απ’ το κενό κι άλλα, κι άλλα, σα μια σειρά αποσιωπητικά.. Έπειτα άρχιζε το παιχνίδι. Άλλα χανόντουσαν άξαφνα, σα να βουλίαζαν μέσα στον ουρανό. Άλλα κόλναγαν το ένα με το άλλο σαν μαύρες σφαίρες του μπιλιάρδου, και πάλι ξεχώριζαν. Άλλα ενώνουνταν σε μια μεγάλη σφαίρα κι άλλα έπαιρναν λογής-λογής σκέδια.
0 πρώτος που το είδε είπε:
– Αρχίζει η παράσταση!
Όλοι ξέραμε για τι επρόκειτο, και όσοι είχαν γυρισμένες τις πλάτες κατά την ανατολή άλλαξαν θέση.
Κάποιος είπε:
– Να! να! έξι αεροπλάνα στη γραμμή…
– Αλήθεια, έξι αεροπλάνα!
Επεβεβαίωσαν όλοι. Οι μαύροι βόλοι επήραν ορισμένως το σχήμα αεροπλάνων, που επετούσανε εκεί μακριά σε μια μεγαλόπρεπη γραμμή. Ο «Προφήτης» επρόβαλε το κεφαλάκι του κάτω απ’ το γυλιό, που του είχε ανέβει πιο ψηλά απ’ το πηλήκιο, έτσι που ήτανε ξαπλωμένος. Μου φάνηκε σα μια τεράστια άσκημη χελώνα, που ξεμύτιζε κάτω απ’ το καβούκι της. Κοίταξε στον ορίζοντα τα φανταστικά σκοτεινά αεροπλάνα και είπε ψαλμουδιστά με την ξεσυρτή του φωνή, τραβώντας πάλι το κεφάλι του μέσα:
— Αυτά εκεί… είναι σαν τα μαύρα κοράκια που θα ξεσκίσουν τα κορμιά μας!
Κανένας δεν τον έβρισε.
Όλοι ανατριχιάσαμε, και τα μάτια μας πρησμένα, καίγοντας απ’ τ’ αδιάκοπο στύλωμα, εκοίταξαν πέρα με αγωνία.
Αλήθεια!
Έξι τερατώδικα κατάμαυρα πουλιά, με ανοιγμένες πλατιά τις φτερούγες επλανιύντουσαν κει πάνου, σα να τους μύριζαν κουφάρια. Και τα βλέπαμε να μεγαλώνουν, να μεγαλώνουν… Και ξάφνου σε μια στιγμή έγιναν πάλι έξι μεγάλα κουβάρια από μαύρο μαλλί.
Ένας στεναγμός εβγήκε απ’ ολονών τα στήθια, σα να ξαλάφρωναν από κάποιον κακό βραχνά.
Ενώθηκαν ύστερα τρία-τρία και κυλίστηκαν δυο μεγάλοι μαύροι λεκέδες, ώσπου έγιναν μιαν άμορφη μάζα.
0 ορίζοντας είχε ροδίσει και τα σιτάρια λαφροκυμάτιζαν κοκκινόξανθα. Οι δροσοσταλίδες της νύχτας λαμπύριζαν στις βελονωτές άκριες σαν στάλες τριανταφυλλί αίμα.
– Εε-γέρθητε!
Πρόσταξε ο ανθυπολοχαγός.
Η διμοιρία μας πετάχτηκε από το οχύρωμα, απογέμισε τα όπλα και βάδισε προς τον καταυλισμό. Στο δρόμο κι άλλα τμήματα του Συντάγματος ξεφύτρωναν απ’ τα χαρακώματα, σα να ’βγαιναν απ’ τα βάθη της γης.
Σαν μεγάλες κίτρινες κάμπιες, τεράστιες σαρανταποδαρούσες, εσάλευαν μέσα στα σιτάρια οι διμοιρίες…
Πριν στήσουμε καλά-καλά τ’ αντίσκηνα, ένας καβαλάρης τρεχάτος σταμάτησε όξω απ’ το μεγάλο τσαντίρι, του ταγματάρχη, κι έφερε τη μεγάλη είδηση.
Ο πόλεμος κηρύχτηκε.
Ένα μεγάλο «ζήτω»!
Ξαναφορτωθήκαμε τον οπλισμό κι έγινε μια βιαστική επιθεώρηση. Πριν βαδίσουμε μας μοίρασαν από μια κουραμάνα. 0 «Προφήτης» έτυχε αγγαρειά στο μοίρασμα. Όταν επέρασε από κοντά μου με κοίταξε δυνατά με τα μικρά του μάτια και πρόφταξε να μου σφυρίξει:
– Δε σας το ’λεγα; Το ντουφέκι άνοιξε. Κανένας μας δε θα μείνει. Το ’πε ο Αγαθάγγελος.
Σα να διέκρινα κάποια παράξενη οργή στη φωνή του, και το πρόσωπό του ήτανε υπερβολικά κίτρινο…
Η μάχη στη βράση της.
Είχαμε ανοίξει γερή φωτιά για να ξετοπίσουμε τον οχτρό από ένα πρόχωμα. Κόντευε μεσημέρι. 0 ορίζοντας γύρω καιγότανε. Ένα στεφάνι από χωριά που κάπνιζαν σα φριχτά θυμιατήρια ενός ανθρωποφάγου Βάαλ.
Είχα αδειάσει τη μια μου παλάσκα κι έψαχνα να βγάλω κάτι φυσίγγια απ’ το σακίδιό μου, όταν αντιλήφτηκα κάποι- ονε να σέρνεται πίσω μου στο χώμα.
Ήταν ο «Προφήτης» που προχωρούσε με την κοιλιά μες το σιτάρι. Πάλι μου φάνηκε σα μια μεγάλη βρωμερή χελώνα. Ήρθε δίπλα μου και, χωρίς να πει τίποτα, άνοιξε ντουφέκι.
Δεν είχε κάψει δυο γεμιστήρες όταν μια σφαίρα τόνε βρήκε κατάστηθα.
-Ωωχ!
Φώναξε δυνατά.
Κυλίστηκε προς το μέρος μου πατώντας την πληγή με την παλάμη. Μεσ’ απ’ τ’ ακάθαρτα δάχτυλά του κοκκίνισε το αίμα του.
– Νεράκι… νεράκι…
Ψιθύρισε ξεψυχώντας.
– Δεν έχω.
Του είπα. Και αναποδογύρισα το παγούρι μου για να δει πως δεν του λέγω ψέματα.
Ανεστέναξε βαθιά και παρατεταμένα, και στις άκρες του μεγάλου του στόματος φάνηκε ρόδινος αφρός. Είχε ξεψυχήσει.
Χωρίς να το θέλω, τόνε κοίταξα κάμποσην ώρα μες τα πηγμένα μάτια. Με κοίταζαν επίμονα και μου ’λεγαν φοβερά λόγια:
-Όλοι θα σκοτωθούμε. Δε σου το ’πα; Δε σου το ’πα;
Ένας θρίαμβος, αλήθεια, ήτανε ζωγραφισμένος στην κρύα ματιά του. Το άσκημο κουφάρι επιβεβαίωνε την προφητεία του. Σα να μου ’λεγε ακόμα:
-Έννοια σου! Και συ σε λίγο! Κανένας δε θα γυρίσει!
Μια δυνατή ομοβροντία κανονιών έκανε τα σιτάρια να προστριβούνε. Το πυροβολικό μας άρχιζε τη δουλειά του προστατεύοντας την προέλαση.
– Εφ’ όπλου λόχη! Εμπρός τροχάδην! Πάνω τους παιδιά!
Το σπαθί του ανθυπολοχαγού άστραψε πάνω απ’ τα σιτάρια.
Όρμησα, αλαλάζοντας ωσάν τρελός. Η έφοδος μού ήταν ανακούφιση.
Άφηνα πίσω μου τον πεθαμένο «Προφήτη»!
Μυτιλήνη, 1914
Πηγή: neoplanodion.gr
