Κάθε Κυριακή στον Ορεινό
1. Όταν το Χάνι ξέμεινε από διαβάτες..

Το μεσημέρι είχε γείρει πάνω στις πέτρες του αυλόγυρου κι ο ήλιος του φθινοπώρου ζέσταινε όσο χρειαζόταν για να βγουν οι άνθρωποι έξω. Στον αέρα πλανιόταν η μυρωδιά του φρεσκοψημένου ελληνικού καφέ και το άρωμα του βρεγμένου χώματος που έφερνε το αεράκι από τις όχθες του Κόκκινου ποταμού, του παραπόταμου του Μόρνου.
Οι δυο παίκτες είχαν σκύψει πάνω από το τάβλι σαν να έπαιζαν την τύχη τους ολόκληρη. Τα πούλια χτυπούσαν νευρικά πάνω στο ξύλο και τα ζάρια έτρεχαν με εκείνον τον γνώριμο ήχο που μόνο στα χωριά ακούγεται σαν μουσική.
— Εξάρες, μπάρμπα Μήτσο! Τύχη βουνό!
φώναξε ο ένας, ήταν ο γαμπρός του.
Κι εκείνος αποκρίθηκε μόνο με ένα αργό κούνημα του κεφαλιού, ξέροντας πως η τύχη δεν μετριέται στα ζάρια, αλλά στους ανθρώπους που σου απομένουν στο τέλος της ημέρας.
Ακουμπισμένος στην ψάθινη καρέκλα του, ο μπάρμπα Μήτσος Καραπιστόλης, κλεισμένα τα ογδόντα πέντε παρακολουθούσε σιωπηλός. Τα χέρια του, ροζιασμένα από τον μόχθο δεκαετιών, αναπαύονταν τώρα στα γόνατά του σαν παλιά εργαλεία που βρήκαν επιτέλους τη θέση τους στη σκιά. Τα μάτια του ήταν στο παιχνίδι, μα ο νους του ταξίδευε αλλού…
Έβλεπε ακόμη μπροστά του το παλιό του χάνι στην ένδοξη εποχή του. Τότε που οι δρόμοι ήταν χωμάτινοι, η απόσταση μετριόταν με τον ιδρώτα και ο κόσμος ταξίδευε με τα πόδια, με μουλάρια και κάρα. Θυμόταν τους διαβάτες να φτάνουν νύχτα κουρασμένοι, να ζητούν νερό και σανό για τα ζώα, φωτιά για να ζεσταθούν και μια κουβέντα για να ξορκίσουν τη μοναξιά του δρόμου.
Άλλοι πήγαιναν στο Λιδωρίκι για υποθέσεις, άλλοι τραβούσαν για Άμφισσα ή Ναύπακτο. Όλοι όμως έβρισκαν λιμάνι στο χάνι του.
Εκεί έμαθε ο μπάρμπα Μήτσος πως ο κόσμος είναι ένα ατέλειωτο πέρασμα· οι άνθρωποι έρχονται, κάθονται λίγο, αφήνουν την ιστορία τους και φεύγουν πάλι.
Τώρα τα αυτοκίνητα είχαν μικρύνει τις αποστάσεις. Οι οδηγοί προσπερνούν με μια ταχύτητα που δεν τους αφήνει να δουν ούτε το χρώμα της πέτρας, και οι δρόμοι έχουν αδειάσει από φωνές. Το χάνι είχε σιωπήσει εδώ και χρόνια.
Μονάχα όταν τα παιδιά του έρχονται να το δουν, η ζωή επιστρέφει ορμητική. Με ένα τάβλι ανοιγμένο στην αυλή και τον ήλιο να πέφτει γλυκά πάνω στις πέτρες, είναι σαν να ξαναγυρίζει για λίγο ο παλιός κόσμος.
Ένα αδιόρατο χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό του.
Γιατί σκέφτηκε πως, όσο κι αν αλλάζουν οι μηχανές και οι τρόποι, η ανάγκη του ανθρώπου παραμένει η ίδια: να σταματά κάπου για λίγο, να ξαποσταίνει, να μιλά και να νιώθει πως δεν είναι ένας μοναχικός διαβάτης σε τούτον τον κόσμο.
