
Χρόνια πολλά Αλέξανδρε!


Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.


Η φράση του Αριστοφάνη από τους Ιππής («οὐ γὰρ φαῦλον τὸ κυβερνᾶν… πρῶτα δ᾽ ἐρέτην χρῆναι γενέσθαι πρὶν πηδαλίοις ἐπιχειρεῖν») συμπυκνώνει μια διαχρονική αλήθεια για την ουσία της εξουσίας και της ηγεσίας. Μέσα από τη ναυτική μεταφορά της αρχαίας αθηναϊκής πραγματικότητας, ο κωμωδιογράφος δεν διατυπώνει απλώς έναν πρακτικό κανόνα ναυτοσύνης, αλλά μια βαθιά πολιτική και ηθική αρχή: κανείς δεν δικαιούται να κυβερνά, αν δεν έχει προηγουμένως βιώσει τον μόχθο της βάσης.
Το να γίνει κανείς «κωπηλάτης» σημαίνει να γνωρίσει την πραγματικότητα από τα κάτω. Ο απλός ναύτης νιώθει το βάρος του κουπιού, την εξάντληση της τρικυμίας, την αγωνία της επιβίωσης και την άμεση εξάρτηση από τους διπλανούς του. Αυτή η εμπειρία προσφέρει στον μελλοντικό κυβερνήτη:
Ρεαλιστική αντίληψη των ορίων: Κατανοεί τις αντοχές των ανθρώπων και δεν απαιτεί ανέφικτα πράγματα.
Ενσυναίσθηση: Αντιλαμβάνεται τον αντίκτυπο των αποφάσεών του σε εκείνους που καλούνται να τις εκτελέσουν.
Γνώση του μηχανισμού: Μαθαίνει πώς λειτουργεί το σύνολο πριν αναλάβει να το κατευθύνει.
Στη σύγχρονη εποχή, το φαινόμενο της ηγεσίας που προκύπτει μέσα από «θερμοκήπια» —κληρονομικά, κομματικά ή τεχνοκρατικά— είναι σύνηθες. Όταν κάποιος αναλαμβάνει το πηδάλιο χωρίς να έχει ιδρώσει στο κουπί, το αποτέλεσμα είναι συχνά η αλαζονεία, η αποκοπή από την κοινωνική βάση και η αδυναμία διαχείρισης κρίσεων. Ο κυβερνήτης που δεν υπήρξε κωπηλάτης τείνει να βλέπει τους ανθρώπους ως απλούς αριθμούς ή μέσα για την επίτευξη του σκοπού του, αγνοώντας το πραγματικό κόστος των επιλογών του.
Η ουσιαστική ηγεσία δεν επιβάλλεται μέσω τίτλων, αλλά κερδίζεται μέσω της κατανόησης και της αξιοπιστίας. Ο κυβερνήτης που πέρασε από το κουπί εμπνέει σεβασμό, επειδή οι κωπηλάτες γνωρίζουν ότι μοιράζεται τις ίδιες δοκιμασίες και κατανοεί τον πόνο τους.
Το αριστοφανικό πρόσταγμα παραμένει επίκαιρο: η πραγματική σοφία στη διακυβέρνηση δεν αποκτάται από θεωρητικά εγχειρίδια ούτε από την πρόωρη κατοχή εξουσίας, αλλά σφυρηλατείται στην πράξη, στην πειθαρχία και στον μόχθο της συλλογικής προσπάθειας.


«Έχω κι εγώ ένα θλιβερό παρελθόν, αλλά δεν το χρησιμοποιώ ως δικαιολογία για να είμαι κακός άνθρωπος».
Δεν ξέρουμε ποιος είπε πρώτος αυτή τη φράση και δεν έχει και σημασία.
Όλοι έχουμε ένα παρελθόν. Και κανενός δεν είναι ανέφελο. Άλλος κουβαλά μια αδικία, άλλος μια εγκατάλειψη, μια προδοσία, μια στέρηση, έναν άνθρωπο που τον πλήγωσε. Μερικοί κουβαλούν τόσα, που θα μπορούσαν να γεμίσουν ολόκληρο βιβλίο με παράπονα.
Και κάποτε το κάνουν.
Μόνο που οι πληγές μας δεν μας δίνουν το δικαίωμα να πληγώνουμε. Το ότι κάποιος μας αδίκησε δεν μας δίνει άδεια να αδικούμε. Ούτε η σκληρότητα που γνωρίσαμε είναι κληρονομιά που οφείλουμε να παραδώσουμε στον επόμενο.
Το παρελθόν εξηγεί πολλά. Τους φόβους μας, τις ανασφάλειες, τις άμυνες, ακόμη και κάποιες από τις κακές στιγμές μας. Δεν μπορεί όμως να γίνεται ισόβιο άλλοθι.
Ίσως, μάλιστα, η πραγματική νίκη απέναντι σε ένα θλιβερό παρελθόν να μην είναι να το ξεχάσεις. Είναι να μην του επιτρέψεις να αποφασίσει τι άνθρωπος θα γίνεις.
Γιατί στο τέλος δεν μας χαρακτηρίζουν μόνο όσα μας έκαναν οι άλλοι.
Μας χαρακτηρίζει κυρίως αυτό που εμείς επιλέξαμε να κάνουμε στους άλλους.



Υπάρχουν λέξεις που παλιώνουν μαζί με τις εποχές που τις γέννησαν. Σιγά σιγά αποσύρονται από την καθημερινή ομιλία, μένουν στα παλιά βιβλία και στις αναμνήσεις των μεγαλύτερων. Μια τέτοια λέξη είναι το «σέβας».
Οι παλιότεροι τη χρησιμοποιούσαν συχνά. «Έχε σέβας», έλεγαν. Σέβας στους γονείς, στους μεγαλύτερους, στον δάσκαλο, στα ιερά, στους νεκρούς. Σήμερα προτιμούμε τη λέξη «σεβασμός». Και ίσως κάποιος αναρωτηθεί: τι σημασία έχει; Οι λέξεις αλλάζουν.
Μόνο που το σέβας δεν ήταν ακριβώς σεβασμός.
Είχε μέσα του κάτι από δέος και ευλάβεια. Σήμαινε πως απέναντι σε ορισμένα πράγματα ο άνθρωπος αναγνώριζε ένα όριο. Δεν αισθανόταν ότι όλα μπορούσε να τα κρίνει, να τα αμφισβητήσει, να τα χλευάσει ή να τα χρησιμοποιήσει.
Βεβαίως, εκείνος ο παλιός κόσμος δεν ήταν ιδανικός. Πίσω από το σέβας κρυβόταν κάποιες φορές ο φόβος. Τα παιδιά δεν μιλούσαν μπροστά στους μεγάλους, οι μαθητές έτρεμαν τον δάσκαλο και οι αυθεντίες σπάνια αμφισβητούνταν. Ευτυχώς πολλά από αυτά άλλαξαν. Η ελευθερία να ρωτάς, να διαφωνείς και να αμφισβητείς είναι μεγάλη κατάκτηση.
Άλλο όμως η απελευθέρωση από τον φόβο και άλλο η απώλεια του δέους.
Γιατί υπάρχει και κάτι ανάμεσα στην υποταγή και στην ασέβεια. Είναι η αναγνώριση ότι δεν αρχίζουν και δεν τελειώνουν όλα στο εγώ μας. Ότι υπάρχουν πράγματα μεγαλύτερα από εμάς: η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, η γνώση, η φύση, η μνήμη, η εμπειρία των ανθρώπων που προηγήθηκαν, το μυστήριο της ίδιας της ζωής.
Υπάρχει κίνδυνος χάνοντας το «σέβας» από το καθημερινό μας λεξιλόγιο, να χάςουμε και κάτι βαθύτερο. Όχι επειδή μια λέξη μπορεί από μόνη της να αλλάξει μια κοινωνία, αλλά επειδή οι λέξεις που εγκαταλείπουμε καμιά φορά φανερώνουν και τις αξίες που αρχίζουμε να παραμελούμε.
Δεν χρειάζεται να επιστρέψουμε στον φόβο για να ξαναβρούμε το σέβας. Ούτε να ξαναστήσουμε στα βάθρα τις παλιές αυθεντίες.
Χρειάζεται ίσως κάτι πολύ απλούστερο και πολύ δυσκολότερο: να θυμηθούμε ότι δεν είναι όλα για γκρέμισμα, δεν είναι όλα για χλεύη και, κυρίως, δεν περιστρέφονται όλα γύρω από εμάς.
Γιατί μια κοινωνία χωρίς φόβο είναι πρόοδος.
Μια κοινωνία όμως χωρίς σέβας κινδυνεύει να γίνει μια κοινωνία χωρίς όρια.




Ιντεραμέρικαν δεκαετία 90
«Ο ζωγράφος ζωγραφίζει ό,τι πουλάει. Ο καλλιτέχνης πουλάει ό,τι ζωγραφίζει». — αποδίδεται στον Πάμπλο Πικάσο
Και έχει ενδιαφέρον ότι η σκέψη αυτή δεν αφορά μόνο τη ζωγραφική. Αφορά κάθε δημιουργό — ακόμη και τον συγγραφέα: γράφεις αυτό που πιστεύεις ή αυτό που πιστεύεις ότι θα αρέσει; Εκεί βρίσκεται ολόκληρο το δίλημμα ανάμεσα στη δημιουργία και στην αγορά.
Στις 25 Φεβρουαρίου 1956, σε κλειστή συνεδρίαση του 20ού Συνεδρίου του ΚΚΣΕ, ο Νικίτα Χρουστσόφ εκφώνησε την περίφημη «Μυστική Ομιλία», καταγγέλλοντας τη σταλινική προσωπολατρία, τις μαζικές διώξεις, τα βασανιστήρια και τις εκτελέσεις στελεχών του κόμματος. Ήταν πράγματι μια ιστορική τομή.
Κάποιος από τους συνέδρους τού έστειλε ανώνυμα την ερώτηση «Και εσύ τι έκανες όταν ο Στάλιν διέπραττε αυτά τα εγκλήματα;».
Ο Χρουστσόφ ζήτησε από τον συντάκτη της ερώτησης να σηκωθεί και να δηλώσει το όνομά του. Κανείς δεν σηκώθηκε.
Και τότε είπε το αμίμητο: «Αυτό ακριβώς έκανα κι εγώ».