Νικόλας Σεβαστάκης – Ζούμε έναν πολιτισμικό πόλεμο

Τι μπορεί να αντιταχθεί στους αρνητές του ιού, τους εχθρούς της μάσκας, τον μηδενιστικό κυνισμό και την παντογνώστρια ημιμάθεια;
Ο Νικόλας Σεβαστάκης αναλύει το φλέγον ζήτημα της επέλασης των ψευδοπροφητών.

Το φάντασμα ενός πολιτισμικού πολέμου κυκλώνει τη χώρα και πολλές άλλες που πέρασαν δύσκολα το πρώτο, φονικό κύμα της επιδημίας. Μπορεί μερικές λέξεις να τρομάζουν δυσκολεύομαι όμως να προτείνω άλλη για αυτό που συμβαίνει με τις δοξασίες και τη στάση πολλών συμπολιτών μας. Κανείς φυσικά δεν μπορεί να ξέρει τον αριθμό των αρνητών, ούτε την αναλογία των εχθρών της μάσκας σε επιμέρους κοινωνικές κατηγορίες, ηλικιακές κλίμακες και επίπεδα εκπαίδευσης. Σε μεγάλο βαθμό οι εικασίες μας για αυτά τα μεγέθη είναι επηρεασμένες από το καθημερινό βίωμα και τις (αναπόφευκτες) προκαταλήψεις του. Και έπειτα είναι το μεγάλο κάτοπτρο των social media που διαθλά τις τελικές εντυπώσεις και τους όρους της αντιπαράθεσης.

Σε αυτόν πάντως τον πολιτισμικό πόλεμο η παρουσία του ιού και οι συνέπειές του είναι μόνο η αφορμή. Θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί διάφορα σενάρια για αυτή τη νέα φάση εχθροπάθειας στην κοινωνική μας ζωή: πως έχουμε να κάνουμε με μια καινούρια ενσάρκωση της Αγανάκτησης ή με μια ακόμα ένδειξη της χρόνιας κρίσης εμπιστοσύνης στις «ελίτ». Κάτι όμως που είχε φανεί και στην οικονομική κρίση του 2010 μοιάζει σήμερα να γίνεται όλο και πιο ακραίο: η απουσία εμπιστοσύνης σε οτιδήποτε προβάλλει ως «επίσημη», κυρίαρχη ή εγκεκριμένη αλήθεια.

Τότε όμως, στις απαρχές της οικονομικής κρίσης, μπορούσε να πει κανείς πως αμφισβητούνταν μια ερμηνεία της χρεοκοπίας και των αντίστοιχων πολιτικών αποφάσεων. Τώρα συμβαίνει κάτι διαφορετικό: η διασπορά της καχυποψίας για τα ίδια τα πρωτόκολλα της επιστήμης και για τα σκληρά ιατρικά δεδομένα. Ακόμα και αν στο ιδεολογικό μίξερ του αντιμνημονίου μπορούσε να συναντήσει κανείς και όσους αρνούνταν το ίδιο το συμβάν της χρεοκοπίας (κάποιοι έλεγαν ότι η δημοσιονομική κρίση είναι μια φούσκα για να «πουληθεί η χώρα στους ξένους» κλπ), τώρα έχουμε την άρνηση της πραγματικότητας του ιού και των αποτελεσμάτων του: ένα τμήμα της κοινωνίας που υποθέτω πως είναι πολύ μεγαλύτερο από όσο εκδηλώνεται, «δεν πιστεύει». Για την ακρίβεια, κινείται με την ιδέα πως όλο αυτό είναι μια κατασκευή των media και κάποιων κέντρων εξουσίας ώστε να πειθαρχήσουν τις ανήσυχες ψυχές και να επιτύχουν διάφορα χρηματικά και ιδεολογικά οφέλη.

Στη σκιά του covid και αυτού του παράξενου ελληνικού καλοκαιριού ζούμε μια ανατροπή: έχει διαμορφωθεί ένα στρατόπεδο εναντίωσης στην πραγματικότητα της υγειονομικής απειλής στο όνομα κάποιας βαθύτερης και αυθεντικής αλήθειας. Η μυθολογία διεκδικεί την αλήθεια και μάλιστα ισχυρίζεται πως μόνο αυτή ξεσκεπάζει τα επίσημα ψέματα. Όπως και σε άλλα ζητήματα, υφάνθηκε ένα πλεκτό δοξασιών που συνδυάζει τον παραδοσιακό συντηρητισμό με τον μικροαστικό αντικρατισμό.

Επίκεντρο αυτής της στάσης είναι η επίκληση της ζωής ως αντίστασης στους άχαρους και διαβολικούς (ανάλογα με το κοινό)  νόμους και τις αποφάσεις «εκείνων». Ο χώρος της ανυπακοής έχει πλαστεί με ετερόκλητες συμμαχίες υπερμοντέρνων διασκεδαστών (διασκέδαση μέχρι θανάτου) και προπαγανδιστών της «αυθεντικής» λαϊκής σοφίας που είναι πιο φωτισμένη από τους εξωνημένους επιστήμονες της νέας τάξης πραγμάτων. Στο πεδίο αυτό συναντάς ανθρώπους των πέντε βιβλίων (και ζήτημα ) στη ζωή τους που καταγγέλλουν ως αδαείς τους επιστήμονες και τους ερευνητές. Σαν να έχουν αποστηθίσει τον Ζακ Ρανσιέρ, δασκαλεύουν και αποκαλύπτουν, απειλούν και ορκίζονται εκδίκηση στο όνομα της δικής τους «κριτικής σκέψης».

Εδώ βρίσκεται και το παράδοξο αυτού του πολιτισμικού πολέμου. Το στρατόπεδο των αρνητών (αυτό που αποκαλούμε κοινώς «οι ψεκασμένοι») σφετερίζεται το ρόλο του υπερ-ορθολογιστή και του καχύποπτου απέναντι στις αυθεντίες. Δεν εμφανίζεται ως αντιδιαφωτισμός αλλά ως ένας παράδοξος ριζοσπαστικός και αντικαθεστωτικός διαφωτισμός με τα δικά του μυθολογικά σύμβολα και τη δική του μάχη κατά της Απολυταρχίας (όπου Απολυταρχία είναι η κυρίαρχη θεσμικά εκτίμηση για τον κορωνοϊό και τους τρόπους ανάσχεσής του). Το ειρωνικό βλέμμα στα «πρόβατα» έχει γίνει σήμα κατατεθέν μιας επεκτεινόμενης αναρχο-δεξιάς και αντισυστημικής επικράτειας όπου στοιχίζονται οικογένειες, νεανικά κοινά, καλλιτέχνες και διάφορες περσόνες

Τι μπορεί να αντιταχθεί σε αυτόν τον ιό του μηδενιστικού κυνισμού και της παντογνώστριας ημιμάθειας;

Δεν μπορώ να σκεφτώ παρά την επιμονή στην αλήθεια αναλυτικά, με αποδεικτική τεκμηρίωση και αυστηρότητα απέναντι στον ανορθολογισμό και στην ψευδοπροφητεία. Και αυτή η αυστηρότητα χρειάζεται όλα τα μέσα, και την κρατική καταστολή και τον διάλογο, όπου όμως αυτός είναι δυνατός. Υπάρχει φυσικά η άποψη πως ο «στιγματισμός» θα ενισχύσει την ναρκισσιστική πεποίθηση των αρνητών πως αποτελούν τον ανθό της απελευθερωτικής συνείδησης της εποχής. Όμως σε έναν πολιτισμικό πόλεμο σαν αυτόν δεν έχουμε μια συνηθισμένη διαμάχη διαφορετικών απόψεων και αξιών.

Σε αντίθεση με άλλους πολιτισμικούς πολέμους του παρελθόντος όπου η μία πλευρά φανέρωνε την οπτική της δίχως να περνάει το όριο (όπως, για παράδειγμα, στη διαμάχη για το θρήσκευμα στις ταυτότητες), ο χώρος των σημερινών αρνητών ενθαρρύνει επικίνδυνες στάσεις και συμμετέχει, κατά πάσα πιθανότητα, στην όξυνση του προβλήματος της επιδημίας. Η διεκδίκηση, για παράδειγμα, από ομάδες γονέων και κηδεμόνων μιας δικής τους κοπής ιατρικής και επιστημονικής «σοφίας» σε αντιπαράθεση με τις υποδείξεις των επιστημόνων και τον ίδιο τον νόμο δεν είναι απλώς μια ανορθόδοξη ή εναλλακτική πεποίθηση: έχει μέσα της μια άμεση προτροπή για στάσεις που απειλούν τη σωματική ακεραιότητα των άλλων και υγεία μιας κοινότητας (όπως θα ήταν μια σχολική τάξη όπου κάποια παιδιά ή και καθηγητές θα εμφανιζόταν δίχως μάσκα για να δείξουν το ανυπότακτο του φρονήματός τους).

Όπως είναι γνωστό στους πολιτισμικούς πολέμους γίνεται άβολη η θέση της κυβέρνησης και των πολιτικών δυνάμεων της αντιπολίτευσης. Ιδίως στις πλουραλιστικές κοινωνίες όπου επικρατεί ο πολυθεϊσμός των αξιών είναι δύσκολη η πολιτική παρέμβαση στο λεπτό πεδίο των ανταγωνιζόμενων αξιών και οραμάτων. Η κυβέρνηση φοβάται το πολιτικό κόστος μιας δυσφορίας όπου οι οικονομικές ζημιές ανακατεύονται με πολιτισμικούς φόβους και ανασφάλειες. Η αντιπολίτευση και ιδίως η αριστερή, δεν θέλει να ασκήσει κριτική σε κοινωνικές στάσεις ή να αναγνωρίσει ευθύνες που μπορεί να έχουν πολίτες και ιδίως από τις λαϊκές τάξεις γιατί πιστεύει πως όλα τα δεινά ανάγονται στις διαβολικές νεοφιλελεύθερες ελίτ.

Ίσως όμως αυτό που ζούμε να λειτουργήσει σαν προειδοποιητικό σήμα. Αν τα κρούσματα πολλαπλασιαστούν – και μαζί τους οι θάνατοι – μπορεί ο χώρος της άρνησης και των παρανοϊκών μυθολογιών να ξεφουσκώσει σαν μια άλλη εποχιακή Αγανάκτηση. Μπορεί όμως να δούμε και χειρότερες στάσεις, για παράδειγμα συγκρούσεις στα σχολεία ή σε άλλους κοινωνικούς χώρους της καθημερινότητας.

Σε αυτή την περίπτωση θα πρέπει να αφήσουμε πίσω την αυταπάτη πως μπορούμε να μείνουμε ουδέτεροι περιμένοντας πως στο τέλος θα βασιλεύσει η αρμονική αλληλοκατανόηση και ο αμοιβαίος σεβασμός. Ας πούμε πως ανάμεσα σε αυτόν που σέβεται την αλήθεια και σε εκείνον  που θαυμάζεται στον καθρέφτη της «άποψής του» δεν χωρούν ίσες αποστάσεις κι ούτε καν η σύγκριση. Υπάρχουν περιστάσεις όπου ο μοναδικός τρόπος να τερματιστεί ένας πολιτισμικός πόλεμος είναι μια ξεκάθαρη νίκη στις ιδέες και στο πρακτικό αποτέλεσμα. Υποθέτω πως αυτό ισχύει και στη σημερινή περίπτωση των αρνητών και μυθολόγων του κορονοϊού.

***

Πηγή: lifo.gr

Αντικλείδι , https://antikleidi.com

Και οι φιλόσοφοι έχουν τις παραξενιές τους !

Ιμάνουελ Καντ

Οι εμμονές ήταν τρόπος ζωής για τον σπουδαίο γερμανό φιλόσοφο Ιμάνουελ Καντ (1724-1804). Το 1783, όταν απέκτησε το δικό του σπίτι, αποφάσισε ότι ήταν η ώρα να οργανώσει με αυστηρό τρόπο τον καθημερινότητά του. Έτσι, σηκωνόταν πάντα λίγο πριν από τις 5 το πρωί, έπινε μια κούπα τσάι, κάπνιζε στα γρήγορα την πίπα του και στη συνέχεια προετοίμαζε τις πανεπιστημιακές παραδόσεις της ημέρας, που άρχιζαν στις 7. Μετά τις 11 το πρωί επέστρεφε στο σπίτι του και ασχολιόταν με το φιλοσοφικό του έργο. Στη 1 έτρωγε μεσημεριανό και κατόπιν, βρέξει – χιονίσει, έκανε τον ωριαίο του περίπατο στην καρδιά του Κένιξνμπεργκ (σημερινό Καλίνινγκραντ). Τέτοια ήταν η συνέπεια στο ωράριο του, που οι περίοικοι ρύθμιζαν τα ρολόγια, μόλις έβγαινε για τον καθιερωμένο του περίπατο. Η διαδρομή που ακολουθούσε ονομάστηκε αργότερα «Ο δρόμος του φιλοσόφου». Μετά τον περίπατό του δεχόταν γνωστούς και φίλους και εν συνεχεία εργαζόταν έως τις 10 το βράδυ, που είχε προγραμματίσει τη βραδινή του κατάκλιση.

Εβδομήντα ένα χρόνια…

Εβδομήντα ένα χρόνια αργότερα συμβαίνουν τα εξής.

• η «σπουδάζουσα» της Νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ οργανώνει στον Γράμμο «αγωνιστικό κάμπινγκ».

• το ΚΚΕ οργανώνει επίσης στον Γράμμο «διήμερο εκδηλώσεων τιμής στον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας» – τον στρατό των κομμουνιστών, δηλαδή.

• η Ενωση Αποστράτων Αξιωματικών Στρατού διοργανώνει εκδήλωση «υπέρ των πεσόντων του ελληνικού στρατού» στον Γράμμο και το Βίτσι.

Πολύς Γράμμος έπεσε καλοκαιριάτικα.

Προσωπικά η κουβέντα δεν με ενδιαφέρει.

Θεωρώ ότι η Ιστορία ανήκει στους ιστορικούς κι ότι η λήθη αποτελεί συστατικό στοιχείο της συμφιλίωσης. Διαφορετικά οι εμφύλιοι διαιωνίζονται.

Θα μου επιτρέψετε μια προσωπική αναφορά. Ο πατέρας μου υπηρέτησε στα ΛΟΚ και πολέμησε στον Γράμμο. Ηταν παρών στις τελευταίες μάχες του Εμφυλίου.

Αν και νικητής όμως ποτέ δεν μιλούσε για «τότε». Επρεπε να πιεστεί πολύ να διηγηθεί δυο κουβέντες, πάντα μετριοπαθείς και καθόλου ηρωικές. Ο πόλεμος είχε λήξει γι’ αυτόν. Εκανε το καθήκον του προς την πατρίδα, γύρισε σπίτι, τέλος.

Αλλά φυσικά έχουμε δημοκρατία. Ο καθένας μπορεί να τα βλέπει όπως θέλει και να τιμά ό,τι θέλει. Τον Γράμμο, την Παναγία Σουμελά ή το έπος του Γουέμπλεϊ.

Με μια διευκρίνιση: η δημοκρατία δεν έχει δύο μέτρα και δύο σταθμά.

Αν οι ηττημένοι του Εμφυλίου αρέσκονται να γιορτάζουν την ήττα, τότε και οι νικητές δικαιούνται να γιορτάζουν τη νίκη.

Αν ισχύουν τα περί «εμφυλιοπολεμικού κλίματος» και «γιορτών μίσους», τότε αφορούν και τις δύο πλευρές. Οχι μόνο τη μία.

Κι αν ένας πολιτικός διαπράττει «πολιτικό ολίσθημα πρώτου μεγέθους» όταν τιμά τους νικητές («ΕφΣυν», 24/8), τότε το ίδιο ολίσθημα ιδίου μεγέθους διαπράττουν όσοι χειροκροτούν τους ηττημένους.

Στον Εμφύλιο άλλωστε δεν νίκησαν οι «ακροδεξιοί». Νίκησε όλη η Ελλάδα πλην κομμουνιστών.

Στο ίδιο στρατόπεδο βρέθηκαν ο βασιλιάς κι ο Παπάγος, ο Πλαστήρας κι ο Σοφοκλής Βενιζέλος, ο Παπανδρέου κι ο Κανελλόπουλος, ο Καρτάλης κι ο Ζέρβας.

Αλλά έχω και μια πρόσθετη απορία. Καταλαβαίνω γιατί οι νικητές τιμούν την επιτυχία τους.

Για ποιον λόγο όμως οι ηττημένοι μαζοχίζονται να δοξάζουν μια ήττα που τους εξαφάνισε για εξήντα χρόνια από τον πολιτικό χάρτη;

Υποθέτω επειδή κολακεύονται να νομίζουν ότι πολέμησαν για «καλό σκοπό».

Αλλά ούτε αυτό ισχύει. Πολέμησαν για έναν άθλιο σκοπό με άθλιες μεθόδους και άθλια ηγεσία.

Και τα τρία τα έχει κρίνει η Ιστορία. Και τα τρία τα έχουν κρίνει ακόμη κι οι ίδιοι. «Ευτυχώς ηττηθήκαμε σύντροφοι!» είναι δική τους παραδοχή.

Τι γιορτάζουν λοιπόν;

πηγή:in.gr

Ο ιδιωτικός τομέας με έλλειμα πόρων προσπαθεί να επιβιώσει “πετώντας κάτω από τα ραντάρ” … χωρίς δυνάμεις να παράγει και να δημιουργήσει κάτι σημαντικό.

Αρκετοί στο πολιτικό σύστημα διαχειρίζονται το χρήμα με στόχο τη μακροημέρευση τους και πολύ δευτερευόντως την εξυπηρέτηση του κοινωνικού συνόλου για το οποίο εκλέγονται ως οι καταλληλότεροι κατά την κρίση των πολιτών.

Απαιτείται μικρό ποιοτικό κράτος που θα διευκολύνει τον υγιή ανταγωνισμό και ένταξη του συνόλου στην ψηφιακή εποχή που θα λειτουργεί με υψηλού επιπέδου γνώση για να λυθούν τα προβλήματα και να βελτιωθεί το βιοτικό επίπεδο.

Έτσι με τον εξορθολογισμό του κρατιστικού συστήματος θα μειωθεί το κόστος λειτουργίας και θα αυξηθεί το εισόδημα για τους πολύ περισσότερους , ενώ θα βελτιωθεί και ο τρόπος ζωής.

Η αριστερά που πρεσβεύει το μεγάλο κράτος , φαίνεται ότι διευκολύνει τους πάσης φύσεως κρατιστές , αφού επιδιώκονται τα ίδια .

Η αντιπαραγωγική χρηματοδότηση του κρατισμού με τα λεφτά των φορολογουμένων συγχέεται με την φιλανθρωπία και τον ανθρωπισμό.

Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις με πολύ μικρό αριθμό εργαζομένων αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία . Θα πρέπει να δημιουργηθεί οικονομία κλίμακας για να είναι ανταγωνιστικές και να μπορούν να επιβιώσουν, και να προσανατολισθούν σε σύγχρονους τομείς.

Οι επιχειρηματίες ζητούν επιχορήγηση με στόχο να παραμείνουν επιχειρηματίες επιχορηγούμενοι από φόρους των υπαλλήλων, και για να συντηρήσουν τους υπαλλήλους τους.

Οι επιχειρήσεις είναι ο αποδιοπομπαίος τράγος για κάθε κακό.

Όμως το σύστημα της ελεύθερης αγοράς της Αμερικής έδινε στους επιχειρηματίες έναν ανοιχτό δρόμο να πειραματισθούν, να καινοτομούν και να ανταγωνίζονται . Αυτή η δυνατότητα μεταμόρφωσε τη χώρα αυτή σε μια οικονομική δύναμη και μεγάλο σύμβολο της ιστορίας της ελευθερίας και της ευημερίας .

Ο κρατισμός είναι δημοφιλής στη χώρα μας σε όλους τους πολιτικούς χώρους , και σε αυτούς που θέλουν να εκφράζουν την ελεύθερη οικονομία.

Η εναλλαγή των παρατάξεων στην εξουσία ακολουθείται από την εναλλαγή χιλιάδων φίλων σε διαφόρων επιπέδων θέσεις εξουσίας που υποτίθεται θα ανταποκριθούν καλύτερα, κάτι που ορισμένες φορές ισχύει και άλλες όχι , και δεν θα πρέπει να υφίσταται με κόστος του κοινωνικού συνόλου που υποτίθεται ότι εξυπηρετεί.

Η δυνατότητα αυτή θα πρέπει να εξαλειφθεί ή να περιορισθεί στην τοποθέτηση μιας ελάχιστης ελίτ με αντικειμενικά κριτήρια που δεν θα μπορούν να αμφισβητηθούν και θα είναι γενικότερα αποδεκτά . Και βεβαίως δεν θα πρέπει να έχουν καμιά σχέση οι διαδικασίες αυτές με επαγγελματική αποκατάσταση σύμφωνα με πολύ παλιές πρακτικές «φίλων » με κόστος των υπολοίπων για να εξυπηρετούν αυτούς που τους τοποθετούν .

Ορισμένα φαινόμενα της μορφής αυτής έχουν καθιερώσει μια νοοτροπία / κουλτούρα ότι είναι δημοκρατικό ο οποιοσδήποτε να μπορεί να τοποθετείται σε οποιαδήποτε θέση ανεξάρτητα από τα αν διαθέτει τις απαιτούμενες ακόμη και βασικές προϋποθέσεις. Καταλήγει σε μεγάλο κόστος για τους υπόλοιπους τους οποίους επιπλέον ταλαιπωρούν ποικιλότροπα.

Από την Τράπεζα Παροχών στην Τράπεζα Πίστεως

( για ποια ανάληψη μιλάς αδελφέ μου;)

εγώ πυροβατώ κι αυτοί πυροδοτούν
έμποροι πυρομαχικών και ονειροδίκες

Μετ’ ανωνύμων τετελειωμένος.
Γ.Δ.