Δεν μιλούσανε πολύ για το βυζαντινό
το Διδυμότειχο οι αρματωλοί του 21.
Μ αγωνίζονταν και για κείνου τη λευτεριά
στης Ρούμελης και του Μοριά τα καταράχια.
Και είχαν κι από το καριοφίλι τους
πιο δυνατό ένα σύμμαχο στην μάχη:
της βαρύτητας τα βράχια,που ίγδιζαν
απ’ τις βουνοκορφές του Οθωμανού τη ράχη.
Από την συλλογή: η αυτοκτονία του Χρόνου
Του Τάκη Σκανάτοβιτς
Ο Τάκης Σκανάτοβιτς, φίλος από τα χρόνια της Ιντεραμέρικαν, είχε μια βαθιά, σχεδόν σωματική σχέση με την ελληνική γλώσσα και την ιστορία. Η επιλογή λέξεων όπως το «ίγδιζαν» δείχνει έναν δημιουργό που δεν έψαχνε την εύκολη ή την «ποιητική» λέξη με την καθωσπρέπει έννοια, αλλά τη λέξη που έχει βάρος, που κάνει θόρυβο, που μεταφέρει την τραχύτητα της πέτρας και του αγώνα.
Το γεγονός ότι αναφέρει το Διδυμότειχο σε ένα ποίημα για το ’21, ίσως κρύβει και μια προσωπική του ευαισθησία ή μια δική του «ενωτική» οπτική για τον ελληνισμό: ότι ο αγώνας που ξεκίνησε στον Μοριά και τη Ρούμελη είχε ως τελικό πνευματικό προορισμό και τις πιο μακρινές βυζαντινές εστίες, όπως το Διδυμότειχο.
Είναι σαν να ήθελε να πει ότι η ελευθερία δεν έχει σύνορα και ότι η «βαρύτητα» της ιστορίας μας (τα βράχια που ίγδιζαν) είναι ίδια σε κάθε βουνοκορφή, από τον Ταΰγετο μέχρι τα τείχη του Έβρου.

