Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους….
“Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἑφτὰ χρόνια ἔκαναν πὼς δὲν εἶχαν πάρει χαμπάρι
καὶ μία ὡραία πρωία μεσοῦντος κάποιου Ἰουλίου
βγῆκαν στὶς πλατεῖες μὲ σημαιάκια κραυγάζοντας «δῶστε τὴ χούντα στὸ λαό».
Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ μὲ καταλερωμένη τὴ φωλιὰ
πασχίζουν τώρα νὰ βροῦν λεκέδες στὴ δική σου.
Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ σοῦ κλείναν τὴν πόρτα
μὴν τυχὸν καὶ τοὺς δώσεις κουπόνια καὶ τώρα
τοὺς βλέπεις στὸ Πολυτεχνεῖο νὰ καταθέτουν γαρίφαλα καὶ νὰ δακρύζουν.
Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ γέμιζαν τὶς ταβέρνες
καὶ τὰ σπάζαν στὰ μπουζούκια κάθε βράδυ καὶ τώρα τὰ ξανασπάζουν
ὅταν τοὺς πιάνει τὸ μεράκι τῆς Φαραντούρη καὶ ἔχουν καὶ «ἀπόψεις».
Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἄλλαζαν πεζοδρόμιο ὅταν σὲ συναντοῦσαν
καὶ τώρα σὲ λοιδοροῦν γιατὶ, λέει, δὲν βαδίζεις ἴσιο δρόμο.
Φοβᾶμαι, φοβᾶμαι πολλοὺς ἀνθρώπους.
ΦΕΤΟΣ φοβήθηκα ἀκόμη περισσότερο.”
ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
1925 – 2005

Ο κάπτεν Ζαχαρίας στον Κιθαιρώνα.

Αλήθεια ήταν το πάθος!
•Η φύση του χρόνου είναι αδυσώπητη και αφυδατώνει τα γεγονότα. Η μόνη αδιαμφισβήτητη αλήθεια για το Πολυτεχνείο ήταν το πάθος. Να πέσει η χούντα. Από το ψωμί ,παιδεία ,ελευθερία πρώτη ήταν η ελευθερία και όχι το ψωμί.
Ο καθένας από μας τότε είχε το δικό του θολό όνειρο για το τι έπρεπε να επακολουθήσει Η Δημοκρατία,η λαϊκή επανάσταση,ο σοσιαλισμός,η εθνική ανεξαρτησία.
Ένα παράξενο χαρμάνι ασάφειας και νεανικής απροσδιοριστίας. Αλλά όταν λέμε πάθος εννοούμε πάθος. Δεν περιγράφεται με λόγια.Μόνο όταν το έχεις ζήσει το αναβιώνεις στη μνήμη των αισθήσεων. Ήταν κοχλάζον.Είχε μια αφοβιά. Περιφρόνηση του κινδύνου.
Ετοιμότητα αυτοθυσίας. Αποκοτιά.Αυτοπεποίθηση για το αδύνατο.Γιατί ήταν αδύνατο να πέσει η χούντα από το Πολυτεχνείο. Ποιος λαός; Οι αστοί των Αθηνών, με ελάχιστες εξαιρέσεις,μοιραίοι και άβουλοι αν όχι εχθρικοί προς τις ταραχές ήταν κλεισμένοι στα σπίτια τους.Το Πολυτεχνείο ήταν φοιτητές,νεολαίοι και σχεδόν αμούστακοι μαθητές.Τιμή αιώνια σε όσους έπεσαν. Όνομα στην ιστορική μνήμη. Διομήδης Κομνηνός.
•Θυμάμαι την απόγνωση και την αίσθηση ήττας από τις 18/11/73 και μετά. Ότι είχαμε σπρώξει, άθελα ,την ιστορία προς τα πίσω. Η Μαρκεζινική -Παπαδοπουλική φιλελευθεροποίηση έπεσε και ο σκύλος της ΕΣΑ κυριάρχησε. Φόλα στο σκύλο της ΕΣΑ φωνάζαμε. Γροθιά στον αέρα. Συλλήψεις επί συλλήψεων.Καταδίκες,φυλακές,εξορίες φόβος και αδιέξοδο.Η φιλελευθεροποίηση είχε χαλαρώσει τον συνωμοτισμό. Οι χαφιέδες είχαν καταγράψει τους πάντες και τα πάντα.Η ισχνή αντίσταση είχε κατασταλεί. Η αισθηση ήταν ότι θα γεράσουμε με τη χούντα.Όπως οι Ισπανοί και οι Πορτογάλοι.Ότι τίποτα δεν μπορούσε να την κλονίσει.
•Η ιστορία όμως παίζει τα δικά της παιχνίδια.Η δημοκρατία επανήλθε με τίμημα την μισή Κύπρο.Οι παράφρονες της ΕΣΑ με τον ψυχοπαθή Ιωαννιδη και τα ανδρείκελα που τον στήριξαν ως δήθεν πολιτικοί.Αυτά τα σκουλήκια. Οι αρχολίπαροι που πάντα ενδημούν.
Ας μην ξεχνάμε τη Κύπρο.Αν έχει ένα ξεχασμένο νόημα η επέτειος είναι η Κύπρος που ακόμα ζει τη κατοχή και τους τρέχοντες κινδύνους που τους έχουμε συλλογικά απωθήσει. Ας μην ξεχνάμε ότι η Κύπρος πλήρωσε το βαρύτερο τίμημα για τη Δημοκρατία στην Ελλάδα.
Πάνος Μπιτσαξής
49 χρόνια μετά…
Έτυχε να ζήσω τα γεγονότα και από μέσα και από έξω ….συμφωνώ με τις περισσότερες θέσεις του Χ Λαζαρίδη .
ορεινός
49 χρόνια μετά…
Του Χρύσανθου Λαζαρίδη
Ακούω διάφορους σήμερα να βρίζουν τη λεγόμενη «γενιά του
Πολυτεχνείου».
Ανήκω – θέλοντας και μη – σε εκείνη της γενιά.
Μιλάω σπάνια για τα γεγονότα εκείνα, κι όταν το κάνω
αμφισβητώ όλους τους μύθους που επικράτησαν
έκτοτε. Κυρίως για το ρόλο που διαδραμάτισε η τότε Αριστερά…
Αυτή η αμφισβήτηση εκ μέρους μου εκφράζεται δημόσια
και γίνεται από τότε, όταν δεν ήταν εύκολο να ειπωθούν,
να γραφούν ή να ακουστούν, πράγματα που τώρα τα λένε
πολλοί. Και κάποιοι, μάλιστα, καθ’ υπεροβολήν…
Και δεν εξαργύρωσα τη συμμετοχή μου στα «γεγονότα του Πολυτεχνείου».
Συνειδητά, από την πρώτη στιγμή, κράτησα τις
αποστάσεις μου και
αποδοκίμασα όσους το έκαναν. Και μάλιστα σε εποχές
που αυτό είχε κ
αι κόστος και ρίσκο:
Το κόστος να απομονωθείς από παντού. Και το ρίσκο να
φανείς «γραφικός».
Ό,τι έκανα στη ζωή μου το έκανα όχι επικαλούμενος
τη «συμμετοχή» μου
σε εκείνη την εξέγερση, αλλά μάλλον… αποσιωπώντας την.
Ό,τι έκανα έκτοτε το κατάφερα όχι επειδή «ήμουν κι εγώ εκεί»,
αλλά
παρά το γεγονός ότι ήμουν κι εγώ εκεί…
Και τέλος μίλησα από τους πρώτους για τη χρεοκοπία της
μεταπολίτευσης
του 1974 και για την ανάγκη μιας «νέας μεταπολίτευση».
Σε καιρούς
(πριν δέκα χρόνια περίπου) που κι αυτό δεν ήταν εύκολο να τ
ο πει κανείς…
Νιώθω, λοιπόν, την ανάγκη να γράψω σήμερα αυτές τις γραμμές, όχι
«απολογητικά» με την έννοια της «απολογίας», ούτε καν με την
έννοια του «απολογισμού». Μάλλον «παρεμβατικά», με την
έννοια να βάλουμε κάποια πράγματα στη θέση τους.
Κάποτε ήταν «μόδα» να δηλώνεις «γενιά του Πολυτεχνείου» ακόμα κι
αν δεν πέρασες ούτε απ’ έξω. Τώρα έγινε μόδα να βρίζεις τη
«γενιά του Πολυτεχνείου». Ακόμα κι αν δεν ξέρεις πολλά για το τι ακριβώς έγινε τότε…
Ποτέ δεν μου άρεσε να ακολουθώ τους «συρμούς». Δεν το έκανα τότε,
όταν ήταν «πολιτικώς ορθόν» να γράφεις κατεβατά επικολυρικού
θαυμασμού για ό,τι έγινε στο «Πολυτεχνείο». Δεν το κάνω ούτε και τώρα,
όταν «γύρισαν» τα πράγματα και είναι «πολιτικώς ορθόν» να αναθεματίζουμε
όλοι μαζί, ότι ως πριν λίγο προσκυνούσαμε.
Η αλήθεια – και εν πάση περιπτώσει η δική μου, γιατί αυτήν μόνο μπορώ να καταθέσω – είναι αρκετά διαφορετική:
* Την εξέγερση του Πολυτεχνείου δεν την ήθελε κανείς. Και δεν την «προετοίμασε» κανείς. Η ίδια η Αριστερά που βροντοφώναζε και υπερηφανευόταν για τη συμμετοχή της και για τον… «καθοδηγητικό της ρόλο», εκ των υστέρων, στη διάρκεια της εξέγερσης την είδε με επιφυλακτικότητα και καχυποψία. Κάποιοι μάλιστα ζήτησαν από τους φοιτητές να βγουν έξω και αμέσως μετά καταδίκασαν την εξέγερση ως έργο «300 προβοκατόρων»…
Ξέρετε τι θα πει να είσαι 19 ετών στην πιο βαθιά παρανομία μετά την εξέγερση, και κάποια κόμματα της Αριστεράς να σε θεωρούν «προβοκάτορα» την ώρα που η χούντα σε κυνηγάει παντού;
* Δεύτερον, τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, όντως κάποιοι πήγαν να τα εκμεταλλευτούν. Τα εκμεταλλεύθηκε πρώτος ο δικτάτορας Ιωαννίδης για να ρίξει τον δικτάτορα Παπαδόπουλο. Μετά τα εκμεταλλεύθηκε η Αριστερά κυρίως (αλλά και το ΠΑΣΟΚ πλαγίως), για να εδραιώσουν την παρουσία τους μετά την κατάρρευση της χούντας. Αλλά στην εξέγερση δεν πρωτοστάτησε ούτε ο… Ιωαννίδης, ούτε το ΠΑΣΟΚ (που δεν υπήρχε τότε), ούτε η Αριστερά (μέρος της οποίας απέσυρε τις δυνάμεις της, ενώ κάποιο άλλο μέρος είχε ταυτιστεί με το «πείραμα Μαρκεζίνη» που το ακύρωσε η εξέγερση).
* Τρίτον, το «Πολυτεχνείο» σίγουρα δεν έριξε τη χούντα. Αλλά την κλόνισε σοβαρά, και έπαιξε το ρόλο του «καταλύτη» για την εσωτερική της διάσπαση. Η «πολιτικοποίηση» της δικτατορίας (με τις εκλογές Μαρκεζίνη που ήταν προγραμματισμένες για τον Ιανουάριο του 1974) ματαιώθηκε μια βδομάδα μετά την εξέγερση. Ενώ η κατάρρευση της δικτατορίας προέκυψε μετά την τραγωδία της Κύπρου τον Ιούλιο του 1974.
Για το Πολυτεχνείο το μόνο που μπορούμε να πούμε ήταν ότι κλόνισε το δικτατορικό καθεστώς, το διέσπασε, το αποδυνάμωσε και επέτεινε τις εσωτερικές του αντιφάσεις. Κι αυτό δεν ήταν λίγο. Αλλά ήταν πολύ διαφορετικό απ’ το μύθο που πλάστηκε όλα τα επόμενα χρόνια…
* Τέταρτον, η «αντίσταση του λαού κατά της χούντας» δεν υπήρξε τόσο «παλλαϊκή», τόσο «μαζική» και τόσο «ομόθυμη» όσο παρουσιάστηκε μετά. Η αλήθεια είναι πως δεν ήταν λίγοι εκείνοι που ενέκριναν τη δικτατορία τα πρώτα χρόνια. Αρκετοί ακόμα την ανέχονταν αγόγγυστα. Ακόμα περισσότεροι ένιωθαν απλώς φόβο. Πολλοί λίγοι είχαν διάθεση για αντίσταση. Όπως λίγοι ήταν κι αυτοί που είχαν διάθεση να βοηθήσουν τους τότε αντιστασιακούς…
Στις αρχές του 1973 αυτό άρχισε να αλλάζει. Και καταλύτης υπήρξε το φοιτητικό κίνημα, πράγματι. Με την κατάληψη (τις δύο καταλήψεις για την ακρίβεια) της Νομικής Σχολής, το Φεβρουάριο και το Μάρτιο του 1973. Και, βέβαια, με την κατάληψη του Πολυτεχνείου το Νοέμβριο της χρονιάς εκείνης. Αλλά απλώς άρχισε να αλλάζει το κλίμα…
* Μετά τον Ιούλιο του 1974 γεμίσαμε με «αντιστασιακούς κατόπιν εορτής»! Από ανθρώπους που υπηρέτησαν το δικτατορικό καθεστώς και ύστερα διαφήμιζαν την αντιδικτατορική τους δράση, μέχρι ανθρώπους που απλώς δεν έκαναν τίποτε και ύστερα εμφανίζονταν ως περίπου… «οπλαρχηγοί» μιας «παλλαϊκής αντίστασης» που δεν υπήρξε ποτέ!
Μετά από πολλά χρόνια γνώρισα κάποιο γνωστό άρθρογράφο – μακαρίτη εδώ και καιρό – που τόλμησε να γράψει: «εγώ παιδιά δεν ήμουν αντιστασιακός επί χούντας!» Ξαφνικά τον εκτίμησα πολύ. Όχι γιατί δεν έκανε αντίσταση. Αλλά γιατί δεν ήταν «δήθεν»….
* Η Γιορτή του Πολυτεχνείου – και όλη η μυθολογία που πλάστηκε σχετικά – υπήρξε ένας καθεστωτικός μύθος. Ήταν η τελετουργία που νομιμοποιούσε την εγκαθίδρυση της Κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Αναδείκνυε «σύμβολα» και «ήρωες» – θεμέλια απαραίτητα για κάθε καθεστώς που διψά για νομιμοποίηση.
Άλλα καθεστώτα θεμελιώθηκαν σε αληθινά μεγάλα γεγονότα. Εδώ βολεύτηκαν με ένα «συμβάν»! Το οποίο είχε και μια ακόμα λυτρωτική λειτουργία. Ξέπλυνε τις τύψεις ενός λαού, που δίψαγε για αντιστασιακούς μύθους στη διάρκεια μιας περιόδου που ελάχιστοι έκαναν πραγματική αντίσταση.
* Το Πολυτεχνείο δεν συγκρίνεται – ούτε θα μπορούσε, άλλωστε – με κανένα από τα μεγάλα γεγονότα που σημάδεψαν τη νεοΕλληνική Ιστορία. Η 25ηΜαρτίου και η 28η Οκτωβρίου δεν μπορούν να έχουν την παραμικρή σύγκριση με την 17η Νοεμβρίου. Είναι γελοίο και να το λέμε…
Δεν συγκρίνεται ούτε με άλλα ιστορικά γεγονότα, όπως οι Βαλκανικοί Πόλεμοι και ο Κυπριακός αγώνας της δεκαετίας του ’50, ή με μεγάλες στιγμές όπως η παλλαϊκή αντίσταση του 1943 κατά της «πολιτικής επιστράτευσης» που προσπάθησαν να επιβάλουν τότε οι αρχές της Κατοχής. Η Ελλάδα είναι μια από τις ελάχιστες χώρες της κατεχόμενης Ευρώπης, όπου οι Ναζί δεν μπόρεσαν να κάνουν πολιτική επιστράτευση. Και η μόνη, ίσως, που αυτό ματαιώθηκε μετά από αληθινά παλλαϊκή και όντως πολυαίμακτη εξέγερση του λαού. Κι όμως, όλα αυτά αποσιωπώνται και γιορτάζουμε κάθε χρόνο το …Πολυτεχνείο! Αυτό δεν είναι γελοίο πια. Είναι τραγικό! Και καθόλου κολακευτικό για όλους μας.
* Η γιορτή του Πολυτεχνείου, λοιπόν, δεν έχει καμία ιστορική αντιστοίχηση με τα πραγματικά γεγονότα. Υπήρξε καθαρά καθεστωτικό σύμβολο και για ένα λόγο ακόμα: Σηματοδοτεί μια περίοδο, όπου οι «ηττημένοι» του Εμφύλιου, κερδίζουν την ηγεμονία μέσα στη χώρα. Δεν άσκησαν ποτέ την διακυβέρνηση, αλλά επέβαλαν τη δική τους λογική στο καθεστώς και στους ιδεολογικούς μηχανισμούς του: τα Πανεπιστήμια, τα σχολεία, τη διανόηση, τον Τύπο, τα ΜΜΕ. Είμαστε μια μοναδική περίπτωση που την πρόσφατη ιστορία την έγραψαν τελικά οι ηττημένοι, όχι οι νικητές. Και την έγραψαν εξ ίσου στρεβλά…
Το Πολυτεχνείο λοιπόν, όχι ως γεγονός αλλά ως επέτειος, μύθος, σύμβολο, υπήρξε μια «κολυμβήθρα του Σιλωάμ», για να δώσει στην Αριστερά, μετά από 27 χρόνια παρανομίας, μια «ηθική νίκη».
Ήταν μια «νίκη», μετά από μια εξέγερση που η ίδια η Αριστερά δεν την ήθελε, δεν τη στήριξε, κάποια στιγμή την κατήγγειλε κι όλα, και στη συνέχεια τν οικειοποιήθηκε πλήρως!
Κρίμα, γιατί η Αριστερά είχε πραγματικούς αγώνες, σύμβολα και ήρωες, που τους παραμέρισε, για να τιμήσει ένα πολύ μικρότερης σημασίας γεγονός από το οποίο η ίδια επισήμως μάλλον απείχε.
Ή μάλλον ακριβώς γι’ αυτό: Διότι όλα τα άλλα που είχε στο «ενεργητικό»της ήταν γραμμένα ταυτόχρονα και στο «παθητικό» της! Ήταν γεγονότα και σύμβολα που δίχαζαν τον ελληνικό λαό. Ενώ το Πολυτεχνείο, ή μάλλον ο μύθος που πλάστηκε γι’ αυτό, λειτουργούσε ενωτικά ως σύμβολο.
Και γι’ αυτό ήταν πολύ βολικό. Αλλά ελάχιστα αληθινό…
Αυτό δεν σημαίνει ότι υπήρξε ένα «ψέμα»! Ήταν μια εξέγερση της νεολαίας για Δημοκρατία και Ελευθερία. Τίποτε παραπάνω και τίποτε λιγότερο. Και δεν είναι μικρό πράγμα.
Η «γενιά του Πολυτεχνείου», δηλαδή οι άνθρωποι που πρωταγωνίστησαν δεν είναι αυτές οι καρικατούρες που εμφανίζονται σήμερα, που άρχισε η αποδόμηση του μύθου. Ήταν παιδιά ανάμεσα στα 19 και τα 25 χρόνια τους τότε, που διψούσαν για Ελευθερία, οργανώθηκαν χωρίς βοήθεια, εξεγέρθηκαν και ρίσκαραν, όταν κάθε συμβατική λογική γύρω τους – αριστερή και δεξιά – τους έλεγε «να κάτσουν στα αυγά τους»! Γιατί αυτό τους έλεγαν.
Κι από τότε παραμένουν, όπως θα ’λεγε ο Άρης Αλεξάνδρου:
«Για τους Σπαρτιάτες, Είλωτες και για τους Είλωτες, Σπαρτιάτες»
Το τι έκανε ο καθένας τους μετά δεν έχει και πολύ σημασία. Οι ήρωες είναι «τυχεροί» όταν πεθαίνουν. Γιατί μένει το «φωτοστέφανο». Όσοι αγωνίστηκαν για κάτι μεγάλο κι έχουν την… «ατυχία» να επιζήσουν, τότε ακολουθούν ο καθένας τον δρόμο του, άλλος καλύτερο άλλο χειρότερο, άλλος αξιοπρεπέστερο, άλλος όχι. Αυτό δεν σημαίνει ότι η πράξη της νιότης τους απαξιώνεται. Κάποιοι από τους «πρωταγωνιστές» μπορεί να απαξιώθηκαν. Το ξέσπασμα Ελευθερίας, όχι…
Όσους αληθινά πρωτοστάτησαν στα γεγονότα τότε, δεν τους ξέρετε. Γιατί προτίμησαν να μείνουν στην αφάνεια. Οι περισσότεροι αηδιασμένοι από τη μυθοπλασία, δηλαδή από το προπαγανδιστικό «περιτύλιγμα» με το οποίο περιβλήθηκε η δική του νεανική εξέγερση. Άλλοι, πάλι, διακρίθηκαν στη ζωή τους, χωρίς να διαφημίσουν την τότε συμμετοχή τους. Ελάχιστοι – αληθινά ελάχιστοι – έκαναν το Πολυτεχνείο καριέρα. Και σήμερα το έχουν μετανιώσει.
Είναι, λοιπόν, κατάντημα, να φτύνουμε σήμερα εκεί που κάποτε όλοι προσκυνούσαν.
Οι περισσότεροι που έπαιξαν κάποιο ρόλο τότε, δεν προσκύνησαν ποτέ το είδωλο – το φετίχ – που περιφέρεται κάθε χρόνο τέτοια μέρα στους δρόμους.
Κι αυτοί που προσκύνησαν το «φετίχ», κατά κανόνα δεν είχαν καμία σχέση με το «έγκλημα». Γίνονταν φαντασιακοί μέτοχοι ενός μύθου, ακριβώς γιατί δεν μετείχαν στα πραγματικά γεγονότα…
* Η χρεοκοπία της μεταπολίτευσης, είναι γεγονός. Η νέα μεταπολίτευση που έχει ανάγκη ο τόπος είναι ακόμα ζητούμενο. Σε αυτό το μεσοδιάστημα καταρρέουν οι παλαιοί μύθοι, χωρίς να εδραιώνονται οι νέες αλήθειες.
Αυτό αναδεικνύει μια σύγχυση αναπόφευκτη. Αλλά για κάποιους είναι λυτρωτικό. Κυρίως για την ίδια «τη γενιά του Πολυτεχνείου»…
Ναι, συμφωνώ προφανώς, με όσους υποστηρίζουν ότι πρέπει να τελειώνουμε με τέτοιες επετειακές εκδηλώσεις. Να βρούμε το κουράγιο να εξηγήσουμε ότι τιμούμε κάθε ξέσπασμα ελευθερίας της Ελληνικής νεολαίας, αλλά δεν διογκώνουμε τα γεγονότα, ούτε προσβάλλουμε τη μνήμη άλλων σημαντικότερων αγώνων που έχουν περιέλθει στη λήθη. Το έχω υποστηρίξει ενυπόγραφα, εδώ και πολλά χρόνια. Όταν ακόμα ήταν δύσκολο. Κι εγώ απελπιστικά μόνος τότε…
Αλλά όχι να περνάμε από τη μυθοποίηση στο… ανάθεμα!
Πρέπει άραγε, να ντρεπόμαστε που αγωνιστήκαμε κάποτε για Ελευθερία;
Πρέπει να απολογούμαστε, γιατί κάποιοι, ελάχιστοι, οικειοποιήθηκαν τους αγώνες μας ή τους μετέτρεψαν σε εφαλτήριο καριέρας;
Ως πότε σε αυτή τη χώρα όσοι αγωνίστηκαν για κάτι σημαντικό θα πρέπει συνεχώς να καλούνται σε απολογία;
Φυσικά κάθε λαός έχει ανάγκη από σύμβολα.
Αλλά εδώ δεν κατεδαφίζουμε φθαρμένα σύμβολα. Τρώμε τα παιδιά μας!
Και τώρα τα τρώμε όταν έχουν πάψει προ πολλού να είναι «παιδιά».
Η «γενιά του Πολυτεχνείου» μπήκε πράγματι, μαζικά, στα κόμματα της ευρύτερης Αριστεράς το 1974 και λίγο αργότερα.
Όπως μπήκε-βγήκε! Οι περισσότεροι τουλάχιστον…
Γιατί όσοι έχουν ζήσει από τα μέσα μια εξέγερση εκτός από απροσκύνητοι ήταν πλέον και ψυλλιασμένοι.
Κι ανθρώπους που είναι απροσκύνητοι και ψυλλιασμένοι, δεν μπορούν να τους «φάνε» έτσι εύκολα. Ιδιαίτερα οι άκαπνοι…
Και παραμένουμε από τότε «για τους Σπαρτιάτες Είλωτες, και για τους Είλωτες Σπαρτιάτες». Παλαιότερα μας πετροβολούσε η Αριστερά για την είχαμε ξεπεράσει ή εγκαταλείψει. Σήμερα μας πετροβολούν και πολλοί άλλοι, γιατί ήμασταν τα θύματα ενός μύθου, που κάποιοι άλλοι έπλασαν στην καμπούρα μας…
Όσοι από μας δεν καταδέχθηκαν να γίνουν «παιδιά του κομματικού σωλήνα» και δεν ενέδωσαν στις σειρήνες του life style – δηλαδή οι συντριπτικά περισσότεροι – έχουν κρατήσει δύο πράγματα. Που το καθένα από μόνο τους είναι πολύτιμο, αλλά και τα δύο μαζί «δεν παίζονται»:
–Έχουν εμπειρία ρήξης με ένα ανελεύθερο καθεστώς. Δηλαδή έχουν γευτεί αυτό που λέμε «Ελευθερία» και το ξέρει μόνο όποιος ρίσκαρε γι’ αυτό. Όχι όποιος έμαθε να το θεωρεί «δεδομένο»…
–Κι έχουν κρατήσει κάτι άλλο, που το λένε Αξιοπρέπεια. Και που μπορεί να το καταλάβει μόνον όποιος το έχει.
Ελευθερία και Αξιοπρέπεια δεν είναι μόνο δύο λέξεις. Το πρώτο είναι εμπειρία ζωής και το δεύτερο είναι τρόπος ζωής.
Αυτά τα δύο κουβαλάμε. Κι αυτά τα δύο παραδίδουμε σε όποιους τα θέλουν. Και σε όποιους τα εκτιμούν.
Οι υπόλοιποι μπορούν να μας πετροβολούν.
Αντέξαμε απέναντι σε θηρία. Δεν μας φοβίζουν οι ψείρες…
Είμαστε και Σπαρτιάτες και Είλωτες!
«Σπαρτιάτες» γιατί μάθαμε να πολεμάμε.
Και «Είλωτες» γιατί μάθαμε να υπομένουμε…
Και δεν έχουμε πει ακόμα την τελευταία μας λέξη
Αυτοκτόνησε για τη Δημοκρατία
Η συνταρακτική ιστορία του Κώστα Γεωργάκη: Αυτοκτόνησε για τη Δημοκρατία, έστειλε μήνυμα στη Χούντα
Στις 19 Σεπτεμβρίου 1970, τα ξημερώματα, στην πλατεία Ματεότι της Γένοβας, μπροστά από το δικαστικό μέγαρο, περιέλουσε εαυτόν με βενζίνη και αυτοπυρπολήθηκε, φωνάζοντας: «Το έκανα για χάρη της Ελλάδας, ζήτω η δημοκρατία, όλοι οι Ιταλοί ας αναφωνήσουν : Ζήτω η ελεύθερη Ελλάδα»

Υπάρχουν ηρωϊκές στιγμές αντίστασης κατά της Χούντας οι οποίες μένουν για πάντα χαραγμένες στη μνήμη. Κάποιες πολύ γνωστές, άλλες λιγότερο, όλες όμως, έχουν μια θέση στην σύγχρονη ελληνική ιστορία. Κι αν είναι το Πολυτεχνείο το κορυφαίο σύμβολο αντίδρασης κατά των Συνταγματαρχών και η απαρχή της πτώσης τους, υπάρχει μια ιστορία από αυτές που αποτελούν «γροθιά στο στομάχι».
Πηγή : in.gr
Είναι η ιστορία του Κώστα Γεωργάκη, του νεαρού φοιτητή από την Κέρκυρα που αυτοπυρπολήθηκε στις 3 τα ξημερώματα της 19ης Νοεμβριου 1970 στην πλατεία Ματεότι της Γένοβας. Σε λίγες ημέρες είναι η επαίτιος από τα 48 χρόνια του θανάτου του.
Όπως έγραψαν αργότερα οι εφημερίδες, ο 22χρονός γιος του, ο Κώστας Γεωργάκης, «Κάηκε σαν Λαμπάδα για την Δημοκρατία». Ο νεαρός Κερκυραίος φοιτητής έστειλε το δικό του μήνυμα σε όλη την Ευρώπη. Λούστηκε με βενζίνη και δεν δίστασε να ανάψει το σπίρτο.
Ο Γεωργάκης ήταν ο μοναδικός που αυτοκτόνησε σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την Χούντα. Μια ενέργεια η οποία διεθνοποίησε το ελληνικό πρόβλημα και την οποία πολλοί θεωρούν ως προάγγελο του μετέπειτα φοιτητικού ξεσηκωμού και της εξέγερσης του Πολυτεχνείου.
Μόλις 180χλμ από την Αθήνα υπάρχει ένα άγνωστο μαγικό χωριουδάκι γεμάτο πηγές, καταρράκτες και βλάστηση που οργιάζει

Σκαρφαλωμένος στο κλείσιμο μιας μικρής καταπράσινης χαράδρας του Πάρνωνα.
Ο Πλάτανος Κυνουρίας είναι αυτό ακριβώς που ζητάς για μια εκδρομή έξω από τα καθιερωμένα.

Το χωριό έχει κηρυχθεί παραδοσιακός οικισμός και το γιατί δεν χρειάζεται να το αναζητήσει κανείς. Αρκεί ένας μικρός περίπατος στα πλακόστρωτα δρομάκια και μια εξερεύνηση στην πλούσια βλάστηση περιφερειακά που –ευτυχώς- δεν τάραξε ανθρώπου χέρι.

Το χωριό σε ξεγελά. Το υψόμετρό του φθάνει μόλις στα 450 μέτρα, αλλά από την πάνω μεριά, νιώθεις ότι βρίσκεσαι σε κορυφή. Από την κάτω μεριά, πάλι, νομίζεις ότι η γη θα σε καταπιεί μέσα στην πρασινάδα των φαραγγιών της.

Απέχει 180 χλμ. από την Αθήνα, και φτάνεις εύκολα εκεί, μέσα από καταπράσινες διαδρομές.

Γνωστό το χωριό για το μικροκλίμα του και για το νερό του. «Σαν του Πλάτανου το νερό δε θα βρεις σ’ άλλα μέρη. Με μια γουλιά δε θες γιατρό, με δυο βρίσκεις ταίρι».

Ο παλιός νερόμυλος η πέτρινη βρύση, η επιβλητική εκκλησία, τα σοκάκια, ο Πύρος του Μοίρα που συναντά όποιος φτάνει στο χωριό προσφέρουν εικόνες που ξεκουράζουν και γαληνεύουν μυαλό και ψυχή.

Μπαίνοντας στο χωριό συναντάς τις Χαρές. Οι Χαρές είναι ο καταρράκτης στην είσοδο του χωριού. Χαρές, διότι εκεί έπλεναν τα προικιά τα κοpίτσια πριν από τον γάμο τους.


Και από πάνω, η νεροτριβή του χωριού, που λειτουργεί. Ευθεία, από πάνω σου, η Αγία Άννα, προστάτιδα του χωριού, με τη μικρή πλατεία της που τη στολίζει ένα και μοναδικό ψηλό κυπαρίσσι.

Θα ανεβείς σκαλιά γιατί αυτοκίνητο δεν περνάει στο χωριό. Γι’ αυτό και οι κάτοικοί του δεν έχουν αποχωριστεί τα άλογα, τα μουλάρια και τα γαϊδούρια τους. Κάτω από την Αγία Άννα, υπάρχει το παλιό παραδοσιακό καφενείο με τη μικρή αυλή με την κληματαριά.

Είτε πας προς τα πάνω είτε προς τα κάτω, σαν διάφανο φίδι τον δρόμο σού δείχνει ένα αυλάκι με νερό τρεχούμενο. Νερό στον Πλάτανο μπορείς να πιεις από παντού, είναι από τη φύση του πεντακάθαρο.

Κατηφορίζοντας, από την είσοδο του χωριού, μπαίνεις σε περιπέτειες. Ο μικρός καταρράκτης καταλήγει σε λίμνες και φαράγγια, και σε ένα πέτρινο μονότοξο γεφύρι. Και παντού στο πλάτωμα θεόρατα πλατάνια, τα φύλλα και τα κλαριά τους με τον άνεμο παίζουν παράξενη μουσική.
Τα σπίτια του χωριού είναι χτισμένα το ένα δίπλα στο άλλο, σαν μελισσοφωλιά. Πέτρινα και κέραμοσκέπαστα, με μικρές αυλές. Δεν θα διψάσεις πουθενά, καθώς μικρές βρύσες υπάρχουν παντού.

Στον Πλάτανο αγαπάνε τον Έpωτα. Του έχουν φτιάξει και γιορτή. Κάθε Αύγουστο, με το μεγάλο φεγγάρι, διοργανώνουν τα Πανσελήνια ή αλλιώς τις γιορτές των Φεγγαριών, των Νερών και των Εpώτων. Εξάλλου, πριν από χρόνια, το ίδιο το χωριό αυτοανακηρύχθηκε Αυτόνομη Εpωτική Δημοκρατία Πλατάνου.

Αν αγαπάς την περιπέτεια, ο καταρράκτης της Λεπίδας με ύψος 70 μέτρα ρίχνει το νερό του σε φαράγγι που μπορείς με τον κατάλληλο εξοπλισμό να διασχίσεις.


Οι διαδρομές για τους περιπατητές είναι ακαταμάχητες, μέσα από τα έλατα και τα πλατάνια.

Και όταν χειμωνιάζει.. ο Πλάτανος γίνεται ακόμη πιο όμορφος.

Πηγή : newsitamea.gr



Τα πέντε στάδια από την άνοδο ως την πτώση ενός μάνατζερ
Το 500 π.Χ. οι αρχαίοι ημών πρόγονοι, επινόησαν τον όρο «ύβρις» για την αλαζονεία που οδηγεί το άτομο στη θεία δίκη ή «Νέμεσις», δηλαδή την ολέθρια τιμωρία ή πτώση.
Γράφει ο Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλος.

πηγή: euro2day
«Όταν τα ανώτατα διευθυντικά στελέχη τυφλώνονται και αγνοούν τους κινδύνους της αλαζονείας, ίσως η πτώση να μην είναι μακρυά. Στο πλαίσιο αυτό, ο εγωτισμός, είναι η μεγάλη ασθένεια των διευθυντικών στελεχών που πάσχουν από το σύνδρομο της υπερβολικής αυτοπεποίθησης».
Αυτά τονίζει ο καθηγητής μάνατζμεντ Γκάρυ Στέρν και αναφέρει χαρακτηριστικές περιπτώσεις, όπως αυτές της Enron, Swissair, Lehman Brothers, και άλλες.
Από την πλευρά του, ο Αμερικανός ακτιβιστής Χέρμπερτ Λόντον υποστηρίζει ότι η ύβρις αποτελεί εξίσου σημαντικό κίνδυνο στον 21ο αιώνα όπως στην αρχαία Ελλάδα. Την ίδια περίπου γνώμη συμμερίζεται και ο σύμβουλος επιχειρήσεων Τζιμ Κόλινς, 65 ετών, ο οποίος στο βιβλίο How the Mighty Fall, προσδιορίζει πέντε στάδια εταιρικής παρακμής.
Και από την άποψη αυτή, ο κατάλογος πιθανών αιτίων είναι μακρύς: εφησυχασμός της διοίκησης, ελλιπές μάρκετινγκ, ελλιπή προϊόντα, στρατηγική τύφλωση, αδύναμο οικονομικό περιβάλλον ή απλά κακοτυχία.
Ωστόσο, παραδόξως, σε πολλές περιπτώσεις η επιτυχία αποτελεί καταλύτη αποτυχίας επειδή μπορεί να οδηγήσει σε υπερβολική αυτοπεποίθηση που τυφλώνει τους ιδιοκτήτες επιχειρήσεων και τους διευθυντές σε σχέση με την πραγματική κατάσταση.
Στο μεταξύ και ο ίδιοι αρχίζουν να πιστεύουν στο προφίλ που προβάλλουν. Εσωτερικά προειδοποιητικά σημάδια μπορεί να υπάρχουν πολύ πριν η διοίκηση -ενθουσιασμένη από τη φαινομενικά αδιάκοπη επιτυχία- τα αντιληφθεί ή αποφασίσει να τα αντιμετωπίσει. Η ύβρις, ένα είδος τυφλής έπαρσης και αλαζονείας, μπορεί να εμποδίσει τους ανθρώπους να δουν ότι μια εταιρεία οδεύει ήδη προς επιχειρηματική καταστροφή.
Προσωπικά δε, μπορώ να πω ότι εντός και εκτός Ελλάδας έχω γνωρίσει τέτοιες περιπτώσεις, που κάποτε έκαναν και μεγάλο θόρυβο.
Πέντε στάδια παρακμής
Ο Τζιμ Κόλινς προσδιόρισε πέντε στάδια επιχειρηματικής παρακμής. Στο πρώτο στάδιο, η επιχείρηση πάει καλά, ίσως και εξαιρετικά. Οι αναφορές στον Τύπο είναι θετικές, τα οικονομικά στοιχεία καλά, και το ηθικό ακμαίο. Ωστόσο, με τόση επιτυχία, στη διάρκεια του πρώτου σταδίου εμφανίζεται και το πρώτο προειδοποιητικό σημάδι: Οι διευθυντές και το προσωπικό αρχίζουν να αποκτούν αποφάσεις λαμβάνονται από απληστία και τα προειδοποιητικά σημάδια αγνοούνται.
Οι εταιρείες στο δεύτερο στάδιο κάνουν άτακτα άλματα σε τομείς στους οποίους έχουν μικρό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, επεκτείνονται σε τομείς στους οποίους δεν έχουν πείρα, ή επιχειρούν κακοσχεδιασμένες συγχωνεύσεις και εξαγορές. Ο εφησυχασμός του πρώτου σταδίου μετατρέπεται σε υπέρβαση των δυνατοτήτων στο δεύτερο στάδιο.
Ως το τρίτο στάδιο, τα προβλήματα αρχίζουν να συσσωρεύονται, το προσωπικό αρχίζει να αμφισβητεί τις αποφάσεις της διοίκησης, και υπάρχουν ανησυχητικά στοιχεία που δείχνουν ότι η κατάσταση μπορεί να μην είναι ακριβώς όπως φαίνεται. Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο Κόλινς, η επιχείρηση μπορεί να βρίσκεται στο τρίτο στάδιο της παρακμής, αλλά ακόμη να μη συνειδητοποιεί τι συμβαίνει.
Σε αυτό το στάδιο, η διοίκηση διασκεδάζει τις ανωμαλίες των επιδόσεων αποδίδοντας τα όποια προβλήματα στις «δύσκολες συνθήκες της αγοράς». Εμμένει στις απόψεις της θεωρώντας ότι η επιχείρηση είναι ισχυρή και τίποτα δεν είναι θεμελιωδώς λάθος. Πιστεύει ότι μόλις οι αγορές κινηθούν ανοδικά, η επιχειρηματική της μεγαλοφυία θα εξασφαλίσει ότι η εταιρεία θα ανακτήσει την ηγετική θέση της στην αγορά.
Το στάδιο αυτό αντιπροσωπεύει το σημείο καμπής. Πολλές εταιρείες φτάνουν σε αυτό το στάδιο, αλλά καταφέρνουν να αποτρέψουν την κατάρρευση. Αν η διοίκηση ακούσει τις απόψεις των εργαζομένων (ιδιαίτερα αυτών στην πρώτη γραμμή, όπως το προσωπικό πωλήσεων), αν λάβει υπόψη τις ανησυχίες των μετόχων και αλλάξει στρατηγική, βάσει της πραγματικότητας που αλλάζει γύρω της, η εταιρεία ενδέχεται να ανακάμψει.
Στο τέταρτο στάδιο, οι δυσχέρειες μιας επιχείρησης είναι πια αναμφισβήτητες. Ακόμα και ο πιο πεισματάρης και αλαζονικός διευθυντής πρέπει να αναγνωρίσει ότι υπάρχουν προβλήματα.
Το ερώτημα είναι πώς θα αντιδράσει. Δυστυχώς, όπως δείχνει το παράδειγμα της Lehman, η αναγνώριση δεν οδηγεί πάντα στις κατάλληλες ενέργειες.
Ο τρόπος με τον οποίο η διοίκηση ανταποκρίνεται σε μια κρίση που προέρχεται από την επιτυχία και την επακόλουθη αλαζονεία είναι κρίσιμος. Αναπόφευκτα, οι επιφανειακές λύσεις που δεν αντιμετωπίζουν τα υποκείμενα προβλήματα σπάνια επιτυγχάνουν. Γρήγορες λύσεις με βάση την ίδια υπερβολική αυτοπεποίθηση που έφερε την κρίση αρχικά -όπως μια τολμηρή, αλλά επικίνδυνη στρατηγική, ένα προϊόν που «αναμένεται να κάνει θραύση», μια εξαγορά που «θα αλλάξει την αγορά»- συνήθως οδηγούν την εταιρεία στο πέμπτο στάδιο: συμβιβασμός με την ασημαντότητα ή θάνατος.
Η αλαζονεία δεν είναι πάντως η μοναδική αιτία επιχειρηματικής αποτυχίας. Ακόμη και η πιο ικανή διοίκηση ενδέχεται να αποτύχει όταν βρεθεί αντιμέτωπη με αναταράξεις στις αγορές, τυχόν κατάρρευση βασικού προμηθευτή ή άλλους παράγοντες πέρα από τον έλεγχο της.Όπως για παράδειγμα μια καταστροφική άνοδο του ενεργειακού κόστους, η εμπόλεμης κατάστασης σε ζωτικές αγορές.
Πέρα βρέχει!
Αχόρταγο, σαν το βυτιοφόρο εκκενώσεως βόθρων σε μια παλιά ελληνική κωμωδία, το φιλοθεάμον κοινό είναι εθισμένο στη δυσωδία. Όσο κοντύτερα μάλιστα είναι η πηγή της, εδώ στη χώρα μας, στην πόλη ή στη γειτονιά μας, τόσο αυξάνει ο ερεθισμός και η περιέργεια για τις πιο χυδαίες, νοσηρά γαργαλιστικές λεπτομέρειες, στις οποίες διαπρέπει η λεγόμενη αποκαλυπτική δημοσιογραφία. Εκδικητικοί βιτριολισμοί και ζηλοτυπικές θηλυκτονίες, ομαδικοί βιασμοί και εκπορνεύσεις ανηλίκων, στέλνουν ψηλά τα νούμερα της τηλεθέασης και μόλις το ενδιαφέρον κορεσθεί αποσύρονται στο βάθος της οθόνης για να παρελάσουν σε ατελείωτη σειρά νέες θηριωδίες — συνθέτοντας το ίδιο, παλιό και δοκιμασμένο οδυνοβλεπτικό μενού.
Το τέρας της διπλανής πόρτας όμως, που ευτυχώς δεν βίασε το δικό μας παιδί, είναι συνήθως ανατριχιαστικά οικείο. Στην κούρσα της αδηφαγίας για τη σάρκα των αδύναμων δεν προηγείται ο άπλυτος αναρχικός ή ο τρελαμένος άσημος καλλιτέχνης αλλά κάποιος σοβαρός επιχειρηματίας και στυλοβάτης της κοινωνίας, φίλος του νόμου και της τάξεως, θεοσεβούμενος και καλός οικογενειάρχης. Τα πιο φρικώδη εγκλήματα γίνονται από τα πρότυπά μας, τους έγκριτους και χρηστούς πολίτες που δεν δίνουν αφορμή για κουτσομπολιά, δεν κάνουν θορυβώδη πάρτυ και σπανίως συλλαμβάνονται να οδηγούν μεθυσμένοι. Κάθε φορά ωστόσο που μας παίρνει η μπόχα κάνουμε πως σοκαριζόμαστε, πέφτουμε από τα σύννεφα, οργιζόμαστε και ζητάμε κρεμάλες*. Λες και δεν ξέρουμε πως κανένα τέρας δεν μπορεί να ανδρωθεί χωρίς ευρεία συνενοχή, λες κι αγνοούμε ότι κανένας μαστροπός δεν μπορεί να σταθεί χωρίς πελάτες ή λες και δεν υποψιαζόμαστε πως αυτοί οι πελάτες, καθ’ όλα αξιοσέβαστοι εννοείται, ζουν και κινούνται ανάμεσά μας.
Εάν η ανθρωπότητα μπορούσε να ονειρευτεί συλλογικά, λέει ο Ρόμπερτ Μούζιλ, αυτό που θα προέκυπτε θα ήταν ένας παρανοϊκός σεξουαλικός εγκληματίας. Παριστάνοντας τους ανήξερους για τη συμμετοχή μας σ’ αυτό το όνειρο, θεριεύουν παραλλήλως ο υποκριτικός ηθικισμός των εφησυχασμένων και η σεξουαλική εκμετάλλευση των εξαθλιωμένων.
ΗΡΑΚΛΗΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Τάσος Λειβαδίτης
«…που οι φαμίλιες μοιράζονται ένα ψωμί στα οχτώ
εκεί που κατρακυλάει ο μεγάλος ίσκιος
των ντουφεκισμένων
σ’ όποιο μέρος της γης
σ’ όποια ώρα
εκεί που πολεμάν και πεθαίνουν οι άνθρωποι
για έναν καινούριο κόσμο.
Εκεί-
θα σε περιμένω».
Τάσος Λειβαδίτης
Γιαγιά ετών 94!

