3ο Ράλλυ Βοιωτίας: Θρίαμβος Κεχαγιά-Κουζιώνη!

by Μάρκος Καπετανάκης/automotopatras.gr

Οι Γιώργος Κεχαγιάς-Χρήστος Κουζιώνης οδήγησαν αλάνθαστα το Skoda Fabia Rally2 Evo και αναδείχθηκαν νικητές στο 3ο Ράλλυ Βοιωτίας που διεξήχθη την Κυριακή 5 Μαρτίου με επίκεντρο τα Σκούρτα. Το πρώτο χωμάτινο ραντεβού της χρονιάς διοργανώθηκε από το Σωματείο “Ελληνική Λέσχη Αυτοκινήτου Δυτικής Αττικής” (ΕΛ.Λ.Α.Δ.Α.), ενώ αρωγοί στη διοργάνωση ήταν ο Δήμος Τανάγρας και ηΚοινότητα Σκούρτων. Πεδίο δράσης ήταν οι ειδικές διαδρομές Δαφνούλα και Σκούρτα, με τις βροχές των τελευταίων ημερών και την ολιγόλεπτη βροχόπτωση της Κυριακής να δυσκολεύει το έργο των οδηγών, εξαιτίας της λάσπης.

Πρωτοπόροι με το «καλημέρα» τέθηκαν οι Κύπριοι, Αλέξανδρος Τσουλόφτας-Στέλιος Ηλία, οι οποίοι έδειχναν πως θα έχουν εύκολο έργο στις ειδικές της Βοιωτίας. Τα μισά του αγώνα βρήκε τους Πρωταθλητές Ελλάδος του 2021, να έχουν χτίσει διαφορά μεγαλύτερη του μισού λεπτού, ωστόσο στο τελείωμα της τρίτης διαδρομής ένα πρόβλημα με την αντλία βενζίνης του Volkswagen Polo R5 είχε ως αποτέλεσμα να μείνουν χωρίς υδραυλικό τιμόνι και να έχουν μικροέξοδο. Η προσπάθεια του πληρώματος έληξε άδοξα, καθώς προτίμησαν να μη συνεχίσουν ώστε να μην πληγώσουν τον κινητήρα του γερμανικού αυτοκινήτου. Την ατυχία αυτή εκμεταλλεύτηκαν οι τελικοί νικητές, Γιώργος Κεχαγιάς-Χρήστος Κουζιώνης στην πρώτη τους απόπειρα ως πλήρωμα. Το δίδυμο του Skoda Fabia Rally2 Evo οδήγησε μυαλωμένα, έχοντας κατά νου να κάνει όλα τα χιλιόμετρα του αγώνα και δικαιώθηκε. Αν και ταλαιπωρήθηκε στην εναρκτήρια ειδική από τα θολωμένα τζάμια, στη συνέχεια βελτίωσε αρκετά τους χρόνους του, πετυχαίνοντας μια «νίκη-ψυχολογίας», ενόψει της πρεμιέρας του Πανελληνίου Πρωταθλήματος ράλλυ στον Πύργο. Δεύτεροι τερμάτισαν οι Πρωταθλητές Κύπρου του 2019, Πέτρος Παντελή-Πάμπος Λαός με Citroen DS3 R5. Ο 42χρονος οδηγός, εάν και πέτυχε το καλύτερό του αποτέλεσμα εκτός νησιού, δεν έμεινε ευχαριστημένος με την απόδοσή του, καθώς η λάθος επιλογή ελαστικών καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας δεν του επέτρεψε να πιέσει όσο θα ήθελε. Στο βάθρο του Ράλλυ Βοιωτίας ανέβηκαν και φέτος οι Παναγιώτης Παραδείσης-Μιχάλης Φράγκου με το Mitsubishi Lancer Evo IX, κερδίζοντας παράλληλα την κατηγορία C2. Αν και ο οδηγός δεν έμεινε ευχαριστημένος με την απόδοσή του, το αποτέλεσμα ήρθε για ένα πλήρωμα, που με αυτή του την επίδοση τέθηκε επικεφαλής του Κυπέλλου Ράλλυ Χώματος. Τέταρτοι γενικής και δεύτεροι στη C2 οι βελτιωμένοι οδηγικά Πάνος Ισμαήλος-Κωνσταντίνος Σούκουλης με Mitsubishi Lancer ένατης γενιάς, οι οποίοι ανέβασαν ρυθμό ειδική με ειδική, πραγματοποιώντας την τρίτη καλύτερη επίδοση στο δεύτερο πέρασμα από τη Δαφνούλα. Χωρίς αντίπαλο ήταν οι θριαμβευτές της F2, Σάββας Λευκαδίτης-Ευάγγελος Ακράτος που με το Peugeot 208 Rally4 κέρδισαν την κατηγορία τους. Ήταν ταχύτεροι σε όλες τις διαδρομές, δεν κοίταξαν ποτέ πίσω τους, τερμάτισαν πέμπτοι γενικής, κερδίζοντας και τη C5. Εντυπωσιακός στην επιστροφή του στο χώμα, έπειτα από 15 χρόνια ήταν ο Μάριος Ξανθάκος, τερματίζοντας στην έκτη θέση γενικής και στην τρίτη της κατηγορίας C2. Με συνοδηγό τον 26χρονο Νίκο Καραθανάση, ο γνωστός από τη συμμετοχή του στις αναβάσεις, οδηγός, έδειξε να εξοικειώνεται γρήγορα με τη χωμάτινη επιφάνεια, βελτιώνοντας αρκετά τις επιδόσεις του στο δεύτερο σκέλος. Χάρμα ιδέσθαι ήταν οι «Sassos»-Θεόδωρος Βαββάς που με το Peugeot 206 XS ανέβηκαν στο δεύτερο σκαλί του βάθρου στην F2 και στη C5, με τον οδηγό να αφήνει στο παρελθόν τις ατυχίες που αντιμετώπισε στους τελευταίους αγώνες και να εντυπωσιάζει με την απόδοσή του. Στην όγδοη θέση γενικής ολοκλήρωσε την προσπάθειά του στο 3ο Ράλλυ Βοιωτίας ο Νίκος Ντάβαρης, έχοντας την πολύτιμη καθοδήγηση του έμπειρου Μανώλη Μακρινού από το δεξί μπάκετ ενός Mitsubishi Lancer Evo IX. Τρίτοι στην F2 και στη C5 τερμάτισαν οι Λαμιώτες Θεόδωρος Τσάκαλος-Απόστολος Κοτρώνης με Ford Fiesta R2. Τη δεκάδα συμπλήρωσαν οι Γιώργος Αγαθοκλέους-Σάββας Ζάκου, που δείχνουν να μαθαίνουν το Peugeot 208 Rally4 που είχαν στα χέρια τους για δεύτερο αγώνα φέτος. Στην κατηγορία C3 πρώτευσαν οι Λαμιώτες Ντίνος Αντωνίου-Μάκης Μπουραζάς πραγματοποιώντας θεαματικά περάσματα με το Ford Escort MKII και αποσπώντας το χειροκρότημα των θεατών. Πίσω τους βρέθηκαν οι Τρικαλινοί Γιώργος και Χρήστος Χατζηγάκης με ίδιο αυτοκίνητο, αφήνοντας τρίτους τους Ανδρέα Μπάσδελη-Κώστα Ζωτιάδη με Volkswagen Golf δεύτερης γενιάς.

Αλέξανδρος Χαλιβελάκης

Οι Κωνσταντίνος Μυλωνάς-Νίκος Παραπέρας επέστρεψαν στα θετικά αποτελέσματα, επικρατώντας στη C4 με Toyota Corolla AE101, τερματίζοντας εμπρός από τον νεαρό Αριστείδη Μαυραγάνη που είχε δίπλα του στην Toyota Corolla AE92 τον Αθανάσιο Κατσά. Οι Στέλιος και Παναγιώτης Κόκκινοςσυμπλήρωσαν την τριάδα της κατηγορίας με Toyota Starlet KP61.

Συνεχίστε την ανάγνωση του “3ο Ράλλυ Βοιωτίας: Θρίαμβος Κεχαγιά-Κουζιώνη!”

…εκεί που τελειώνει η Φύση αρχίζει η Ύβρις και πως η Νέμεση, μαζί με την Άτη, έχουν χίλιους δυο τρόπους να τιμωρήσουν, (μέχρι δωδεκάτης γενεάς, έτσι δεν λέγανε οι παλιοί;) τον Υβριστή Άνθρωπο….

Δεν μπορείτε να εμποδίσετε τη ζωή να σας να σας φέρει δυσκολίες. Δεν μπορείτε να εμποδίσετε το απροσδόκητο να παρεμβαίνει στους στόχους και τα όνειρά σας. Μπορείτε όμως να επιλέξετε πώς θα αντιδράσετε…

Ο φίλος μας ο Μιχάλης Τζιώτης μού έστειλε ένα διήγημά του που κινείται στο κλίμα των ημερών, για ένα ταξίδι με τρένο, που μπορούμε να το δούμε και σαν διαφυγή. 

Πολλοί θα έχετε κάνει το ταξίδι με τον οδοντωτό. Κι εγώ το έχω κάνει, αλλά όχι τη σχετική πεζοπορία -ή τουλάχιστον όχι ακόμα. Ίσως κάποτε ν’ αξιωθώ.

Πηγή: sarantakos.Wordpress.com

Ο λόγος στον Μιχάλη:

ΤΟ ΦΑΡΑΓΓΙ ΤΟΥ ΒΟΥΡΑΪΚΟΥ

Ναι! Θα το έκανε κι αυτός το ταξίδι αυτό όταν θα μεγάλωνε, σίγουρα θα το έκανε! Όχι! Δεν ήταν στην Έκτη δημοτικού που είχαν διαβάσει στο σχολικό βιβλίο αυτό το κείμενο, στην Έκτη τούς είχαν στις πάνω αίθουσες, που ήταν ηλιόλουστες, θυμάται που έψαχνε τον ήλιο που διάβαζε στο κείμενο και η ματιά του σκόνταφτε όλο σε ντουβάρια. Ούτε στην Πρώτη και τη Δευτέρα τάξη μπορούσε να είναι, η γλώσσα του κειμένου ήταν υπερβολικά πλούσια για να είναι στα βιβλία των πρώτων τάξεων. Για τον ίδιο λόγο δε μπορούσε να είναι ούτε στο βιβλίο της Τρίτης. Ή στην Τετάρτη, ή στην Πέμπτη δημοτικού θα ήταν, δεν θυμόταν ακριβώς… Πάντως ήταν μετά που είχε διαβάσει στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων που κρέμονταν στην παράγκα-ψιλικατζίδικο του Μπαρμπα-Τζίμη την είδηση για την εκτέλεση του Μπελογιάννη. Ήταν χαμογελαστός ο εκτελεσμένος σε κάποια φωτογραφία στο περίπτερο, και ο νους του είχε απορήσει: Να τον σκοτώνουν κι αυτός να χαμογελάει!

Ούτε το όνομα του συγγραφέα θυμόταν. Ο δάσκαλος τούς είχε πει πως το κείμενο ήταν παλιό. Τότε που πήγαινε αυτός στο Δημοτικό, παλιό σήμαινε προπολεμικό. Ποιοι γράφανε τόσο ωραία κείμενα σε τόσο ωραία σπαρταριστή δημοτική στις αρχές του 20ου αιώνα; Τρέχα γύρευε! Το ενδιαφέρον του για το όνομα των συγγραφέων των κειμένων ξύπνησε αργότερα, πολύ αργότερα, τότε, με την έμφυτη κλίση του προς τη γλώσσα, ήταν τα ίδια τα κείμενα που τον συνέπαιρναν και τον ταξίδευαν. Όπως αυτό, που δεν μπορούσε να φύγει από τη μνήμη του ούτε πριν, που έτρεχε γι’ άλλα, ούτε τώρα, που πάσχιζε να το ξεχάσει γιατί η θύμησή του τον πονούσε.

Ένα κείμενο γεμάτο ομορφιά, ένα κείμενο-σταθμός για τη μύησή του στη γλώσσα των γλωσσών. Γεμάτο νέες εικόνες και νέες σεπτές λέξεις γι’ αυτόν, το παιδί της στερημένης προσφυγικής συνοικίας της Αθήνας. Ένα κείμενο σαν πλούσια στρωμένο πασχαλιάτικο τραπέζι! Δέντρα, ζώα, πουλιά, βράχια, γκρεμνοί, χωριουδάκια ταπεινά, όλα με τ’ όνομά τους, έδεναν αρμονικά με την τεχνολογική ορολογία του τρένου, άλλου ζώου αυτού, σιδερένιου, σαματατζίδικου, αλλά δαμασμένου, υπάκουου, εξυπηρετικού.

Τρελός χορός λέξεων, έτσι το είχε συγκρατήσει στη μνήμη του: Φαράγγι, χαράδρα, αγκομαχητό της μηχανής, στρίγκλισμα των φρένων, γκρεμός, άβυσσος, πρωινό πούσι, κροτάλισμα των βοηθητικών τροχών, κελαηδίσματα, πηγές, νάματα, βρύσες, νεροτριβές, νεροσυρμές, θάμα, πετρόχτιστα γιοφύρια, σήραγγες σκαμμένες με σφυροκάλεμο… και μετά ονόματα, κύρια ονόματα, Χελμός, Βούρα, Βουραϊκός, Ηρακλής, Τρικούπης, Ζαχλωρού, Νιάματα, Καλάβρυτα, Διακοφτό (Διακοφτό, όχι Διακοπτόν, να γελάνε απαξιωτικά ακόμα κι οι καθαρευουσιάνοι), Αστρίτης, Σαΐνι, Αητός, Κοτσύφια, Πλατάνια, Σφενδάμια, Οξιές, Πεύκα, Έλατα, Αφάνες, Μέλισσες, Μπούμπουρες, Καρδερίνες, Φλώροι, Αηδόνια, Παπαδίτσες, Καλογιάννοι, Κοκκινολαίμηδες… όλα μπλέκονταν, μαστορικά υφαίνονταν, λιθαράκι-λιθαράκι χτίζονταν για να φτιάξουν εκείνο το αριστουργηματικό κείμενο που ΕΠΡΕΠΕ να είναι τέτοιο, αλλιώς πώς να τολμήσει να αποπειραθεί να περιγράψει την ποίηση της Συνάντησης της Δημιουργίας του Θεού με την Δημιουργία του Ανθρώπου: Τον Οδοντωτό σιδηρόδρομο μέσα στη χαράδρα του Βουραϊκού.

Ήταν ο Χαρίλαος Τρικούπης που τον έφτιαξε, είπε ο δάσκαλος. Ο ίδιος νόμιζε πως ο Τρικούπης ήταν ο μηχανικός, ο δάσκαλος όμως τους εξήγησε πως ήταν ο πρωθυπουργός, ο ίδιος που είχε φτιάξει και τον Ηλεκτρικό (που έπαιρναν από την Ομόνοια με τον πατέρα όποτε έπρεπε να κατέβουν μαζί στον Πειραιά όπου ήταν η δουλειά του πατέρα). Είχε φτιάξει και άλλα τρένα, προς τη Θεσσαλονίκη και προς την Πελοπόννησο, μα και ένα σωρό άλλα έργα, αλλά ο λαός δεν τον είχε ξανακάνει πρωθυπουργό και κείνος έφυγε, εξορίστηκε (αυτοεξορίστηκε είχε πει ο δάσκαλος) και πέθανε μακριά από την πατρίδα λίγο πριν γίνουν τα εγκαίνια του Οδοντωτού. Πέθανε ή τον σκότωσαν όπως τον Μπελογιάννη; είχε ρωτήσει, αλλά ο δάσκαλος άλλαξε γρήγορα θέμα χωρίς να του απαντήσει, πράμα περίεργο για το δάσκαλό τους που τους εξηγούσε τα πάντα με τόσες λεπτομέρειες που, φορές, τον βαριόταν. Στο κείμενο υπήρχαν και ένα σωρό άλλες λεπτομέρειες: ότι στο τρένο υπήρχαν και τροχοί με δόντια, ατσάλινα δόντια, κάτω από τη μηχανή, και οδοντωτές ράγες στις γραμμές που πάνω τους «δάγκωναν» τα δόντια των τροχών και έτσι το τρενάκι μπορούσε να σκαρφαλώνει ανηφόρες και να κατεβαίνει κατηφόρες πολύ απότομες, χωρίς τα δόντια του θα ήταν αδύνατο να ταξιδέψει. Γι’ αυτό τον είχαν ονομάσει «Οδοντωτό». Αυτό το Ο μπροστά στο δόντι το είχε μάθει, με οδυνηρό τρόπο, νωρίτερα, όταν είχε πάει επίσκεψη στον οδοντίατρο και δεν χρειαζόταν παραπέρα διευκρινίσεις.

Και αγκομαχούσε το τρενάκι, και ξεφυσούσε τον καυτόν ατμό που το κινούσε, και σφύριζε για να ειδοποιήσει για τον ερχομό του ή για να φύγουν τα ζωάκια από τις γραμμές του, και φιδοσέρνονταν στις στροφές της διαδρομής του, και δρασκέλιζε τα πετρόχτιστα γιοφύρια του, και χωνόταν σαν αχνιστός τυφλοπόντικας στις σμιλεμένες στοές του και τις μικρές του σήραγγες (άλλο σήραγγα κι άλλο σύριγγα, τους είχε επισημάνει ο δάσκαλος, κι αυτός είχε απορήσει, είχε θαυμάσει, ένα γράμμα αλλάζεις και η σήραγγα γίνεται σύριγγα; ΔΥΟ γράμματα αλλάζεις, του παρατήρησε ο δάσκαλος, ή σκοπεύεις να μου γράφεις τη σήραγγα με ύψιλον; τον ρώτησε και το μάτι του ήταν γελαστό, οπότε γέλασε κι αυτός και αγάπησε το δάσκαλο ακόμα πιο πολύ!)

Αλλά, το κείμενο συνεχιζόταν. Ο συγγραφέας είχε παρασυρθεί σε απέραντο θαυμασμό για ό,τι είχε δει στο ταξίδι του με τον Οδοντωτό και είχε καταφέρει, γράφοντας γι’ αυτόν, να μεταφέρει όλη την τάξη στον παράδεισο. Μια οργιαστικά ανοιξιάτικη φύση να δέχεται μέσα της ένα δημιούργημα του ανθρώπου που την είχε σεβαστεί, δεν την είχε βιάσει για να κάνει το γούστο του, δεν είχε μπαζώσει ποταμάκια, δεν είχε ξεκοιλιάσει βουνά για να κόψει δρόμο, αλλά κοπιαστικά, σεβαστικά, προσκυνητικά, ΣΟΦΑ (αυτή τη λέξη την είχε τονίσει ο δάσκαλος) είχε χαράξει ένα δρομάκι τόσο δα στενό για το πιο στενό τρένο στην Ελλάδα, ίσως και την Ευρώπη, ώστε να μπορέσουν οι Καλαβρυτινοί ν’ ανεβοκατεβαίνουν, οι ίδιοι και τα προϊόντα τους, από το ορεινό χωριό τους στην παραλία της Πελοποννήσου, το Διακοφτό. Χρώματα, ήχοι, αρώματα, γεύσεις, αγγίγματα, χόρευαν πανάρχαιο χορό διονυσιακό, λουλούδια, έντομα, πουλιά, νερά, δέντρα, το παιγνίδισμα του ζωοδότη ήλιου ανάμεσα στις φυλλωσιές, η αγωνία του μηχανοδηγού μη και πάει κάτι στραβά και πάρει στο λαιμό του τόσες ψυχές γιατί, βαθιά μέσα του, από πάππου προς πάππου, γνώριζε πως εκεί που τελειώνει η Φύση αρχίζει η Ύβρις και πως η Νέμεση, μαζί με την Άτη, έχουν χίλιους δυο τρόπους να τιμωρήσουν, (μέχρι δωδεκάτης γενεάς, έτσι δεν λέγανε οι παλιοί;) τον Υβριστή Άνθρωπο.

Συνεχίστε την ανάγνωση του “”

Κοσμάς Πολίτης, «Τα τσερκένια»

Posted by il Notaro

*

Αναδρομές : Μια στήλη του ΝΠ αφιερωμένη σε αξιομνημόνευτες στιγμές της ελληνικής και ξένης λογοτεχνίας και σκέψης.

~ . ~

Θα σου μιλήσω για τα τσερκένια.

Δε χώραγε το μυαλό σου πώς μπόραγε να μείνει κολλημένη χάμω στη γης, ύστερ’ από τόσο τράβηγμα στα ύψη. Kαι όπως κοιτάγαμε όλο ψηλά, τα μάτια μας γεμίζανε ουρανό, ανασαίναμε ουρανό, φαρδαίνανε τα στέρνα μας και κάναμε παρέα με αγγέλοι. Ίδια αγγέλοι κι αρχαγγέλοι κορωνίζανε. Θα μου πεις, κι εδώ, την Kαθαρή Δευτέρα, βγαίνουνε κάπου εδώ γύρω κι αμολάρουνε τσερκένια. Eίδες όμως ποτέ σου τούτη την πολιτεία ν’ αρμενίζει στα ουράνια; Όχι. Eκεί, ούλα ήταν λογαριασμένα με νου και γνώση, το κάθε σοκάκι δεμένο με τον ουρανό. Kαι χρειαζότανε μεγάλη μαστοριά και τέχνη για ν’ αμολάρεις το τσερκένι σου.

O Σταυράκης, ο Σταυράκης του Aμανατζή, θα γινότανε σπουδαίος τσερκενάς. Mα χαραμίστηκε η ζωή του. Aς είναι… Που λες, θα γινότανε σπουδαίος τσερκενάς. Παιδί ακόμα, ήτανε μάνα στις μυρωδιές. Nα σου εξηγηθώ. Συμφωνούσες μ’ έναν άλλον που αμόλαρε τσερκένι —όλα γίνονταν με συμφωνία, τίμια, δίχως χιανετιά — συμφωνούσες μαζί του να παίρνετε μυρωδιές. Δηλαδή ποιος θα ξούριζε την οριά του αλλουνού. O Σταυράκης άφηνε σπάγγο, έφερνε το τσερκένι του πιο πέρα και λίγο πιο κάτω από το τσερκένι τ’ αλλουνού, τράβαγε τότε σπάγγο με δυνατές χεριές, και χραπ! του ξούριζε την οριά. Ήξερε κι άλλα κόλπα ο Σταυράκης. Kαι τα τσιγαροχαρτάκια της οριάς γινόντουσαν άσπρα πουλάκια, πεταρίζανε στα ουράνια, ώσπου τα ’χανες από τα μάτια σου. Tο κολοβό τσερκένι αρχίναγε να παίρνει τάκλες —να, όπως γράφουνε τώρα κάποιες φορές οι εφημερίδες για τ’ αεροπλάνα— και σαν ήπεφτε με το κεφάλι, δεν είχε γλιτωμό: χτύπαγε κάπου, ήσπαζε ο γιαρμάς στη μέση, και το τσερκένι σωριαζότανε ίδιο κορμί με τσακισμένη ραχοκοκαλιά. Ήτανε μάνα ο Σταυράκης.

Mα εξόν από τις μυρωδιές, ήτανε και τα παρσίματα. Mπλέκανε τα δυο τσερκένια, τράβαγες σπάγγο, τεζάρανε, κι όποιος ήσπαζε το σπάγγο τ’ αλλουνού του ’παιρνε το τσερκένι. Kι αυτό με τίμια συμφωνία. Φώναζες, να τα παίρνομε; Nαι, σου αποκρινότανε ο άλλος, μα τι σπάγγο έχεις; Γιατί, αν είχες σπάγγο σιτζίμι ή διμισκί, κι ο άλλος είχε σπάγγο τσουβαλίσιο, σίγουρα τον έκοβες. Έπρεπε να ’ναι ισοπαλία, που λένε. Bέβαια, γινόντουσαν και χιανετιές καμιά φορά. Σπάνια όμως.

Tα τσερκένια δεν ήτανε σαν τα εδώ, τετράγωνα ή με πολλές γωνίες. Nα σου εξηγηθώ. Φαντάσου ένα καλαμένιο τόξο —μισό τσέρκι, δηλαδή— με την κόρδα και με τη σαΐτα του. H σαΐτα του —αυτός είναι ο γιαρμάς του τσερκενιού— ήτανε μια ξύλινη βέργα. O γιαρμάς, λοιπόν, περίσσευε κάτω από την κόρδα, δυο φορές πιο μακρύς παρά από την κόρδα ώσαμε τη μέση του τσερκιού. Aυτό, για την ισορροπία. Ήτανε δεμένος στην κορφή του τσερκιού, το ίδιο και καταμεσής στην κόρδα. Kάτω, η μύτη του είχε μια χαρακιά. Ένας σπάγγος ξεκίναγε από την μιαν άκρη του τσερκιού, πλάι στην κόρδα, κατέβαινε, χωνότανε στη χαρακιά ή δενότανε γύρω στη μύτη, ανέβαινε από την άλλη, και ξαναδενότανε στην άλλη άκρη του τσερκιού. Tο τσερκένι, λοιπόν, ήτανε ένα τόξο, που τέλειωνε κάτω μυτερό, σε σφήνα. Aυτός ήτανε ο σκελετός. Tον ντύνανε ύστερα με χαρτί, χοντρό ή πιο λιανό, ανάλογα με το μπόι του τσερκενιού. Bέβαια, το καλό τσερκένι, ήπρεπε να ’ναι καλοζυγιασμένο, να μη γέρνει ούτε από τη μια μπάντα ούτε από την άλλη. Mα, να σου πω την αμαρτία μου, εμένα μ’ άρεσε να γέρνει λιγάκι από τη μια. Tου κρέμαγα σκουλαρίκι από την άλλη, και σαν κορώνιζε ψηλά, καμάρωνε ίδια κοπέλα.

Συνεχίστε την ανάγνωση του “Κοσμάς Πολίτης, «Τα τσερκένια»”