Το μίσος κατά της αιολικής ενέργειας


Θ.Π. ΤΑΣΙΟΣ*/Καθημερινή

Oταν, πριναπο 2.000 χρόνια περίπου, ο Ηρων ο Αλεξανδρεύς αντικατέστησε τη μυϊκή ενέργεια του δούλου που λειτουργούσε την εμβολοφόρο αντλία του Κτησιβίου, με μια κινητήρια ανεμοφτερωτή, δεν μπορούσε να φαντασθεί τις προχωρημένες «αισθητικές» αντιλήψεις των μελλοντικών Ελλήνων ενάντια σ’ αυτό το πανέμορφο κινητό γλυπτό – χάρμα ιδέσθαι.

Διότι, πράγματι, κάμποσοι συμπολίτες μας, ενώ θαυμάζουν την κοντόχοντρη σιλουέτα ενός ανεμομύλου, απεχθάνονται (λέει) τον υψηλόφρονα συμβολισμό μιας ανεμογεννήτριας – κι άντε να βρεις εσύ ερμηνείαν αυτής της απίστευτης «ευαισθησίας» που μας έλαχε. Αλλά δεν πρόκειται περί αυτού: Στον βαθμό όπου αυτή η απαρέσκεια είναι ειλικρινής (και αποκλείεται να οφείλεται σε ενδεχόμενα πολιτικού αμοραλισμού, που θα θέσω στην κρίση σας σε λίγο), μπορεί απλώς να ερμηνευθεί όπως ερμηνεύεται και η πλειοψηφική προτίμηση προς ορισμένες κατηγορίες μουσικής. Κι άλλωστε, τα μείζονα πολιτικά-οικονομικά προβλήματα της χώρας (και του πλανήτη) δεν είναι δυνατόν να λύνονται με αποκλειστικώς… «αισθητικά» κριτήρια – ακόμα κι αν υποθέσομε ότι υπήρχε τέτοιο πρόβλημα, κι αν δεν είχε αυξηθεί κατά 30% η τουριστική επισκεψιμότητα των πάρκων αιολικής ενεργείας της Μ. Βρετανίας…

Το ουσιώδες όμως θέμα είναι να σταματήσομε να εκμεταλλευόμαστε την υγεία εκατοντάδων χιλιάδων κατοίκων των λιγνιτοφόρων περιοχών (που πνίγονται απ’ τους ρύπους του άνθρακος), κι εκατομμυρίων κατοίκων πόλεων που αδυνατούν να απολαύσουν καθαρή και φθηνή ενέργεια ηλεκτρικών αυτοκινήτων, λόγω της δουλείας μας στο πετρέλαιο ή το φυσικό αέριο.

Το θέμα επίσης είναι ν’ απαλλαγούμε από την εξωφρενική ενεργειακή εξάρτηση της χώρας από το εξωτερικό: 70% της ενέργειάς μας έρχεται απέξω – κατά 50% υψηλότερο από τον μέσον ευρωπαϊκό όρο. Το σκάνδαλο τούτο συνιστά κίνδυνον εθνικόν, συγκρίσιμο με τα χειρότερα σενάρια του εξ ανατολών κινδύνου.

Το θέμα, τέλος, είναι να κάνομε πράξη τη βούληση του ελληνικού λαού να πολεμήσει την επερχόμενη τραγωδία της Κλιματικής Αλλαγής. Πώς θα το πετύχομε, όταν σέρνομε τη χώρα στην υπανάπτυξη των μόνων καθαρών πηγών, που είναι οι ανανεώσιμες, και στον μελλοντικό κίνδυνο να μη σεβασθούμε και τις δεσμεύσεις μας προς την Ε.Ε. – πάλι;

Και κυρίως, εύχομαι να μην ξανακουσθεί το αφελές επιχείρημα «ας πάνε να τις βάλουνε τις ανεμογεννήτριες “αλλού” ή, βρε παιδί μου, στη μέση της θάλασσας». Οποιος αγνοεί στοιχειώδη τεχνικο-οικονομικά δεδομένα, θα έπρεπε να αισθάνεται δισταγμόν να πετάει κουβέντες: α) Υπάρχουν λεπτομερείς χάρτες και αυστηρές προϋποθέσεις αποδοτικότητας για την επιλογή των θέσεων των αιολικών πάρκων. Δεν μπορούν να εγκατασταθούν όπου να ’ναι. β) Στοιχειώδης προϋπόθεση βιομηχανικής εκμετάλλευσης είναι η οικονομική αποδοτικότητα: Αν το κόστος εγκατάστασης, λειτουργίας και μεταφοράς είναι δυσανάλογα υψηλό, κανείς δεν δικαιούται να το φορτώσει στις πλάτες του λαού μας. γ) Υστερα από δεκάδες χρόνια διαλόγων, αντιδικιών και αναζήτησης ισόρροπων κριτηρίων, διαθέτομε επιτέλους μιαν από τις αυστηρότερες νομοθεσίες περί το όλον θέμα.

Με αυτά τα δεδομένα, παρά ταύτα, είμαι έτοιμος να δεχθώ τα εξής ελαφρυντικά για τους εχθρούς της αιολικής ενεργείας στην Ελλάδα: 1) Εμένα δεν μ’ αρέσει να βλέπω ανεμογεννήτρια. (Ωστόσο σε θερμοπαρακαλούμε να κάνεις μια μικρή παραχώρηση για το καλό των άλλων – αφού μάλιστα έχετε «ανεχθεί» όλη την ασχήμια των πετρελαϊκών εγκαταστάσεων). 2) Εγώ ήθελα άλλες αξιοποιήσεις αυτών των περιοχών. (Ωστόσο, πέρασε πια η εποχή των αυθαιρέτων. Κι αν πράγματι παραβλάπτεται το προσωπικό μου επιτήδευμα, προβλέπονται αποζημιώσεις και αποκαταστάσεις από το 2010). 3) Εμείς θέλομε σε αυτά τα κορφοβούνια να πηγαίνουνε τουρίστες: Ε, λοιπόν, ρωτήστε να ιδείτε ότι όντως πηγαίνουν. 4) Ξέρετε, η μακρινή θέα αυτών των φτερωτών, παραβλάπτει την ιστορικότητα των αρχαιολογικών χώρων. (Εδώ αρκεί η πληροφορία ότι οι Ελληνες αρχαιολόγοι μεριμνούν). 5) Και με το ορνιθολογικό ζήτημα τι θα γίνει; Οι μετρήσεις όμως άλλα έχουν αποδείξει, εν συγκρίσει και με τους ψυκτικούς πύργους και τις καπνοδόχους και τα καλώδια υψηλής τάσεως της ΔΕΗ – αλλά και με την κυκλοφορία των αυτοκινήτων στους αυτοκινητοδρόμους. 6) Ναι, αλλά οι δρόμοι προσπέλασης αποψιλώνουν. (Εχομε όμως ανάγκη κι από εκατοντάδες χιλιόμετρα ζωνών δασικής πυρασφαλείας…).

Είμαι ωστόσο έτοιμος και να αποδεχθώ την ακρίβεια όλων αυτών των ενστάσεων, και να θυμίσω ότι τα πολιτικά προβλήματα σύγκεινται από συγκρούσεις Αξιών – κι ότι η υγεία, η οικονομία των συμπολιτών μας καθώς κι η μελλοντική Πλανητική ευστάθεια, απαιτούν να κάνετε κι εσείς αγαπητοί συμπατριώτες έναν συμβιβασμό υπέρ σκοπού τεραστίως μεγαλύτερης σημασίας.

Και διότι ποτέ δεν θα δεχόμουν ότι μπορεί να υπάρξει (έστω και κατ’ ελάχιστον) φαινόμενο πολιτικού αμοραλισμού σ’ αυτή την προοδευτική χώρα μας.

* Ο κ. Θ.Π. Τάσιος είναι συγγραφέας, ομότιμος καθηγητής στο ΕΜΠ.

Άγιος Νικόλαος Αρτέμιδας

Και το όνομα αυτής:Νίκα-Μαρίνα!

Καλότυχη η μικρούλα να την χαίρομαι γονείς και παππούδες !

Μια αλήθεια που λες με κακή πρόθεση, επηρεάζει πιο πολύ απ’ όλα τα ψέματα που μπορείς να επινοήσεις

Γουίλιαμ Μπλέικ Άγγλος ποιητής και ζωγράφος


Δεν είναι ο κόσμος που σε απογοητεύει αλλά οι προσδοκίες σου από αυτόν

Μα ποιος ήταν ο Γιάννης ο φονιάς;


Μα ποιος ήταν ο Γιάννης ο φονιάς;

ma-poios-itan-o-giannis-o-fonias-2386314

Ο Μανώλης Μητσιάς ερμήνευσε το έξοχο «Ο Γιάννης ο φονιάς» του Μάνου Χατζιδάκι, σε στίχους Νίκου Γκάτσου, για το άλμπουμ «Αθανασία», που κυκλοφόρησε το 1976, με τη συμμετοχή και της Δήμητρας Γαλάνη.

Ηλίας Μαγκλίνης/Καθημερινή (πηγή)

Ο κύριος Γκρι διαβάζει τη χορταστική συνέντευξη που δίνει στο σημερινό φύλλο ο Μανώλης Μητσιάς στην καλή συνάδελφο Γιώτα Συκκά και θυμάται πόσο τον είχε σημαδέψει στα νιάτα του το περίφημο «Ο Γιάννης ο φονιάς» του Μάνου Χατζιδάκι και του Νίκου Γκάτσου.

«Θυμάμαι τη ρυθμική, επιθετική σχεδόν, ένταση του μπουζουκιού στην εκπληκτική πρωτότυπη εκτέλεση του Μητσιά. Και τη φωνή του: θυμωμένη, στοιχειωμένη, λες και αφηγείται την ιστορία από τη μεριά του φονιά. Θυμάμαι και την πιο λυρική διασκευή για τον διπλό δίσκο της “Λαϊκής Αγοράς”, στην ενορχήστρωση του Νίκου Κυπουργού. Το γλυκόπικρο πιάνο αντικαθιστά το μπουζούκι με τρόπο εξαίσιο. Το κελαρυστό πιάνο και η θλιμμένη φωνή του Βασίλη Λέκκα με κάνουν να νιώθω ότι αυτή τη φορά ακούμε το τραγούδι από τη σκοπιά του κοριτσιού που σερβίρει τον αποφυλακισμένο φονιά. Είναι τώρα σαν να μιλάει το αμίλητο Φροσί». Πώς ένα τραγούδι εγκιβωτίζει μιαν αφήγηση σαν να ήταν διήγημα. Η ασύλληπτη οικονομία και ο αριστοτεχνικός υπαινιγμός του Γκάτσου.

«Και, βέβαια, η περιέργειά μου», λέει ο κύριος Γκρι, «αν ο Γιάννης ο φονιάς υπήρξε ποτέ». Με αφορμή την ωραία συνέντευξη στη σημερινή σελίδα 4, λοιπόν, βάλθηκε να κάνει μιαν υποτυπώδη έρευνα. Ετσι ανακάλυψε, στον ιστότοπο ilialive.gr, ότι ο παραγωγός της ΕΡΑ Γιώργος Μητρόπουλος διηγήθηκε στον Γκάτσο το φθινόπωρο του 1974, στον Φλόκα της Πανεπιστημίου (όπου εργάσθηκε για ένα διάστημα όταν φοιτούσε στη Νομική), ένα έγκλημα τιμής που συνέβη το 1960 στο χωριό του στην Ηλεία.

Τον αληθινό φονιά δεν τον έλεγαν Γιάννη, αλλά δεν έχει σημασία. Ο «Γιάννης», λοιπόν, είχε με τη γυναίκα του έξι αγόρια και μία κόρη, το Φροσί. Ο «Γιάννης» έπαιζε βιολί σε πανηγύρια, όταν ανακάλυψε πως ο κολλητός του βιολιστής διατηρούσε σχέση με τη γυναίκα του.

Ο «Γιάννης» σκοτώνει τη γυναίκα του, μα αθωώνεται λόγω «βρασμού ψυχής». Οπως διηγείται ο Γιώργος Μητρόπουλος, «ο “Γιάννης” ήταν ο μικρός αδελφός του παππού μου και μετά την αθώωση τον υποδέχτηκαν στη σάλα του πατρικού μου μαζί με τα παιδιά του όλοι οι συγγενείς· ήρθε και το 16χρονο Φροσί από την Αθήνα και την ίδια μέρα έφυγε ξανά για την Αθήνα όπου εργαζόταν». Το Φροσί, μην αντέχοντας τον χαμό της μάνας του, αυτοκτόνησε στα 18 του.

Ο Γ. Μητρόπουλος σχολιάζει πως για τους Πελοποννήσιους η σάλα του σπιτιού είναι ο ανοιχτός χώρος κάθε οικογένειας· εκεί η κοινότητα μοιράζεται τις χαρές και τις λύπες της. «Ο Γκάτσος γνωρίζει αυτή τη διάσταση της σάλας από τα γεννοφάσκια του. Στην αποστροφή του λόγου του “μονάχα το Φροσί, με δάκρυ θαλασσί στα μάτια τα μεγάλα του φίλησε βουβά τα χέρια τ’ ακριβά και βγήκε από τη σάλα” δεν υπάρχει άλλη ερμηνεία: όποιος “βγαίνει” από τη σάλα αφήνει διά παντός πίσω του τον κόσμο – και η λογική συνέπεια “κι ο Γιάννης ο φονιάς στην άκρη της γωνιάς με του καημού τ’ αγκάθι, θυμήθηκε ξανά φεγγάρια μακρινά και τ’ όνειρο που εχάθη”».

Ο Γιάννης ο φονιάς, παιδί μιας πατρινιάς
κι ενός μεσολογγίτη
Προχτές την Κυριακή μετά απ’ τη φυλακή
επέρασ’ απ’ το σπίτι

Του βγάλαμε γλυκό, του βγάλαμε και μέντα
μα για το φονικό δεν είπαμε κουβέντα

Μονάχα το Φροσί με δάκρυ θαλασσί
στα μάτια τα μεγάλα
Τού φίλησε βουβά τα χέρια τ’ ακριβά
και βγήκε από τη σάλα

Δεν μπόρεσε κανείς τον πόνο της ν’ αντέξει
Κι ούτε ένας συγγενής να πει δεν βρήκε λέξη

Κι ο Γιάννης ο φονιάς στην άκρη της γωνιάς
με του καημού τ’ αγκάθι
Θυμήθηκε ξανά φεγγάρια μακρινά και τ’ όνειρο που εχάθη

youtube.com/watch