Πιερρακάκης …Ουαου

•Έχουν γραφτεί τα πάντα και όλοι το σημείωσαν.Urbi et orbi.( στη πόλη και το κόσμο ) ,για να θυμηθώ τα ξεχασμένα μου λατινικά. Το να συντονίζει και να καθοδηγεί την ευρωπαϊκή οικονομική πολιτική ο Έλληνας υπουργός Εθνικής Οικονομίας δεν θέλει πολλά λόγια.Ενα μόνο επιφώνημα Ουαου.

Οχι όπως αυτό του 2015 του ,σκιαμαχουντος με τον Τσίπρα ,Γιανη.Ελαφρα διαφορετικό με λίγα «Α» παραπάνω Ουααααου.Δεν αρκεί το ουαου.Και ασφαλώς αυτό το πιστώνεται η κυβέρνηση,όση μικροψυχία και αν εκδηλωθεί στην υπόγεια μουρμούρα.

Μπροστα στον Πιερρακάκη η πρωτοφανής για πρόεδρο του Eurogroup καυτή πατάτα.Το ξεπάγωμα και η κατανομή των δεσμευμένων ρωσικών κεφαλαίων.Πιο δύσκολο δεν γίνεται.Ας τον φωτίσει ο Ύψιστος.Με τις ευχές μας.
•Ο Πιερρακάκης πορεύεται και πολιτεύεται με το δόγμα της ορχήστρας των μικρών πραγμάτων.Οι αλλαγές είναι μάχες μικρών βημάτων και συγκεκριμένων στόχων.Τα μικρά και τα συγκεκριμένα, όταν εντάσσονται ρεαλιστικά σε σχέδιο ,φέρνουν τα μεγάλα που έρχονται σχεδόν ανεπαίσθητα και καθορίζουν τον ρου.Μ αρέσει ιδιαίτερα ο τρόπος που λειτουργεί και ότι το βαθύ ποτάμι δεν βουίζει.
•Τι να κάνουμε συμβαίνουν αυτά.Αν κάτι είναι καλό στη ΝΔ είναι οι πασοκικές μεταγραφές της με scouter τον Μητσοτάκη .Χαρις σε αυτές αντέχει ακόμα.Αλλοιως θα κυβερνούσε μόνο με τους δικούς της αγκαλιά και σε σύμπνοια με τους φραπέδες ,τους νταβατζηδες ,τις μαφίες και τις λερναίες ύδρες.Οχι όλοι μην τους αδικώ αλλά πολλοί αδερφέ μου,πολλοί.Καιροσκοπικες θα μου πείτε οι μεταγραφές.Ναι δεν λέω αλλά ουδείς είναι τέλειος και ουδείς Άσφαλτος έλεγε η αοιδός.

Πάνος Μπιτσαξής

«Το μεγάλο πλήθος έχει μάτια και αυτιά και σχεδόν τίποτε άλλο – αυτό που κυρίως το διακρίνει είναι η έλλειψη κριτικού πνεύματος και επίσης η βραχεία μνήμη.»

ο κόσμος δεν αλλάζει από τις μάζες…

«Ένας αρκεί στων πολλών την ύπαρξη να δώσει νόημα»

Ο Παλαμάς, με τη διαίσθηση του ποιητή που βλέπει πέρα από το πλήθος, υπενθυμίζει μια αλήθεια παλιά σαν την ανθρώπινη ιστορία: δεν χρειάζεται μια λεγεώνα για να κινηθεί ο κόσμος· συχνά αρκεί ένας. Μια σκέψη, μια ψυχή, μια φωνή που τολμά να διαφοροποιηθεί από τον βόμβο της μάζας.

Στους πολλούς, η ύπαρξη απλώνεται σαν μια πεδιάδα αχανής: καθημερινές πράξεις, επαναλήψεις, συνήθειες που φθείρουν χωρίς να φωτίζουν. Μα έρχεται κάποτε ένας άνθρωπος —οραματιστής, δημιουργός, δάσκαλος, ή και απλώς ένας ταπεινός εργάτης του καλού— και ξαφνικά η πεδιάδα αποκτά ανάγλυφο. Εκεί που υπήρχε μόνο πλήθος, γεννιέται κατεύθυνση. Εκεί που υπήρχε βουή, σχηματίζεται νόημα.

Ο Παλαμάς δεν υμνεί τον «ήρωα» με τη ρομαντική έννοια· υμνεί την εσωτερική πυξίδα που διαθέτουν ορισμένοι άνθρωποι. Αυτοί που μέσα στην ασάφεια βρίσκουν έναν σκοπό. Αυτοί που δεν συμβιβάζονται με τη μετριότητα της πλειονότητας, αλλά στέκουν όρθιοι, θέτοντας τον εαυτό τους ως σημείο αναφοράς.

Η φράση γίνεται έτσι μια υπόμνηση ότι η ιστορία —και η καθημερινή ζωή— προχωρούν από φωτεινές ατομικότητες, όχι από ανώνυμα πλήθη. Κι ακόμη περισσότερο: μας καλεί να αναρωτηθούμε αν μπορούμε κι εμείς, έστω για έναν άνθρωπο, να γίνουμε «ο ένας» που δίνει νόημα, έμπνευση ή κατεύθυνση.

Γιατί στο τέλος, ο κόσμος δεν αλλάζει από τις μάζες· αλλά από εκείνους που έχουν μέσα τους κάτι που αξίζει να ακουστεί. Ένας αρκεί —όταν ξέρει πού πηγαίνει και όταν το φως του αρκεί να το δει κι άλλος ένας!

Μια προσωπική ιστορία του Κ. Πιερρακάκη

Όπως ειπώθηκε από τον ίδιο από το βήμα της Βουλής

Κυριάκος Πιερρακάκης

Ο Κυριάκος Πιερρακάκης, σε μια ομιλία του, από το βήμα της Βουλής, αναφέρθηκε στην ακόλουθη προσωπική ιστορία του:

Πολύ σύντομα, η ιστορία αυτή, είναι η ιστορία που αφορά τον καθένα και την καθεμιά σας λίγο πολύ, το έχουμε βιώσει όλοι.

Όταν συνέχισα,  τις σπουδές μου μετά το Οικονομικό Πανεπιστήμιο, στην Αμερική, ένας συγγενής μου, μου είχε δώσει μία φωτογραφία.

Και στη φωτογραφία αυτή ήταν ο συνονόματος παππούς μου με τα αδέρφια του, στην Αρεόπολη, το 1934.

Και ήταν τέσσερα ξυπόλητα παιδιά.

Και προσπαθούσε χοντρικά να μου πει το πρόσωπο που μου έδωσε, συγκινησιακά φορτισμένα, μου είπε και να το ανοίξω στο αεροπλάνο, δες το άλμα που κάνει η κάθε οικογένεια στην Ελλάδα, πώς από τον ξυπόλητο παππού σου στην Αρεόπολη, εσύ πας να σπουδάσεις σε μία άλλη ήπειρο, εμείς δεν είχαμε καν επισκεφθεί την Αμερική οικογενειακώς, και σκεφτόμουν αυτό το πράγμα.

Και δεν σας κρύβω, με συγκινούσε.

Και έτυχε να αναφέρω λοιπόν, ότι δείτε πόσο μεγάλη απόσταση έχει καλύψει αυτή η χώρα, ας πούμε, μετά τον πόλεμο, τα εγγόνια των ξυπόλητων παππούδων να μπορούν να πάνε και να συνεχίσουν οπουδήποτε θέλουν, είτε σπουδές είτε δουλειά, είτε  ο,τιδήποτε.

Αυτή είναι μία συνθήκη που αφορά τον καθέναν και την καθεμία σ’ αυτήν την αίθουσα, αυτό το μοιραζόμαστε.

Είναι η κοινωνική κινητικότητα η οποία παρήχθη κυρίως από την εκπαίδευση.

Είναι ο μηχανισμός, μέσω του οποίου η κάθε οικογένεια πέτυχε κάτι καλύτερο για τον εαυτό της.

Το θέμα είναι ότι ο τρόπος που αυτό εξελίσσεται μέσα στο χρόνο είναι οφείλει να αλλάζει.

Στη γενιά των γονιών μου αρκούσε το ένα πτυχίο.

Όταν εγώ μπήκα στο πανεπιστήμιο ήταν το ένα μεταπτυχιακό.

Τα παιδιά μου, τα παιδιά μας, θα είναι σε αυτόν τον κόσμο ή σε ένα κόσμο που θα πρέπει συνεχώς να εξελίσσονται, να κάνουν πολλές καριέρες, άλλα πράγματα;

Οι στόχοι είναι ίδιοι, τα μέσα αλλάζουν! Και έτσι, μαζί τους, πρέπει να αλλάζουμε κι εμείς.

Δεν υπήρχε περίπτωση να ήμουν σε αυτό το βήμα (της Βουλής) αν δεν φανταζόμουν τους ανθρώπους σ’ αυτή τη φωτογραφία σήμερα, από κει που είναι, να χαμογελάνε. 

«Δεν θα ’πρεπε να ’χες γεράσει προτού γίνεις σοφός»

Υπάρχει μια βαθιά ανθρώπινη ειρωνεία στη φράση του Σαίξπηρ: η σοφία, αυτό το πολυτιμότερο απόκτημα της ζωής, έρχεται συχνά αργά· τόσο αργά, που ο άνθρωπος έχει ήδη πληρώσει το τίμημά της με λάθη, απώλειες και χρόνους που δεν επιστρέφουν.

Ο Σαίξπηρ βλέπει καθαρά μια διαχρονική αλήθεια: η σοφία δεν είναι φυσικό επακόλουθο των χρόνων, αλλά των συνειδητοποιήσεων. Τα χρόνια προσθέτουν εμπειρίες, αλλά μόνο ο στοχασμός τις μετατρέπει σε γνώση· μόνο η αυτογνωσία τις μετατρέπει σε σοφία.

Κι όμως, οι περισσότεροι φτάνουμε στη μέση ή και στο τέλος της διαδρομής για να καταλάβουμε όσα θα μας προστάτευαν στην αρχή της. Μαθαίνουμε να διακρίνουμε τους ανθρώπους όταν έχουμε ήδη εμπιστευτεί τους λάθος. Μαθαίνουμε την αξία του χρόνου όταν έχουν ήδη χαθεί χρόνια. Μαθαίνουμε την ουσία της αγάπης όταν έχουν ήδη σωπάσει στόματα που αγαπήσαμε.

Η φράση δεν είναι μομφή· είναι πρόσκληση.

Μας καλεί να βιαστούμε να μάθουμε, να μην αναβάλουμε την εσωτερική μας καλλιέργεια για «αργότερα». Η σοφία δεν είναι υπόθεση ηλικίας αλλά προσοχής· δεν είναι προνόμιο των γερόντων, αλλά των αφυπνισμένων.

Στον πυρήνα της, η σαιξπηρική ρήση μας υπενθυμίζει ότι η ζωή μάς προσφέρει μαθήματα καθημερινά. Το ερώτημα είναι αν θα τα ακούσουμε εγκαίρως ή αν θα χρειαστεί να γερνάμε για να καταλαβαίνουμε.

Ίσως, λοιπόν, το αληθινό ζητούμενο να είναι αυτό:

να γίνουμε σοφοί πριν το απαιτήσει η ηλικία μας·

να ωριμάσουμε πριν το επιβάλει ο χρόνος·

να μάθουμε πριν πονέσουμε.

 Η φιλοσοφία σου δίνει την πεποίθηση ότι ποτέ δεν μπορεί να είσαι σίγουρος πως έχεις δίκιο. Αυτή η αμφιβολία είναι δημιουργική — σε σπρώχνει να σκεφτείς παραπάνω!*

*Αλέξανδρος Νεχαμάς, από τους πιο επιδραστικούς στοχαστές της εποχής μας.

Η Σφεντόνα του Θανάση

.

Η Σφεντόνα του Θανάση

Ο Θανάσης, άνθρωπος ήσυχος, δουλευταράς και γεμάτος ανθρωπιά, είπε μια μέρα να πάρει την ανηφόρα για τα Δερβενοχώρια να δει τον παλιόφιλό του, τον Κώστα. Είχε φτιάξει ο Κώστας ένα μικρό αγρόκτημα εκεί πάνω, κι ο Θανάσης το ’χε τάξει καιρό τώρα πως θα περάσει να τον δει.

Μόλις έφτασε κι αντίκρισε το τοπίο—το κόκκινο χώμα, κουμαριές, τα πουρνάρια ,τα χαμηλά πεύκα, τον αέρα τον καθαρό—του ’ρθε στο νου το Σταροχώρι. «Έτσι ήτανε κι εκεί…» μουρμούρισε. Κι αμέσως οι μνήμες άρχισαν να ξετυλίγονται μόνες τους, σαν κουβάρι που βρήκε άκρη.

Στην αυλή, κάτω απ’ το πράσινο στέγαστρο, ο Κώστας κρατούσε κάτι.

«Για δες εδώ, Θανάση. Βρέθηκε στην αποθήκη. Σαράντα χρόνια τη ’χω».

Ήταν σφεντόνα. Από σκληρό ξύλο, δουλεμένο, γυαλισμένο απ’ τις παλάμες του χρόνου. Το λάστιχο, καινούριο. Μα η ψυχή της παλιά.

Ο Θανάσης την πήρε στα χέρια του. Την κράτησε όπως κρατάς κάτι ιερό. Κι αμέσως όλα γύρισαν πίσω.

Τα πέτρινα χρόνια

«Αχ, Κώστα…» ψιθύρισε.

«Αυτή εδώ… είναι όλη η παιδική μου ηλικία».

Στα μέσα του ’40 ήτανε, όταν η φτώχεια δεν ήταν κουβέντα—ήταν τρόπος ζωής. Στο σπίτι τους, στο Σταροχώρι, δεν περίσσευε τίποτα. Κι όταν λέμε τίποτα, εννοούμε τίποτα. Το κυνήγι δεν ήταν για χαβαλέ. Ήταν για να μπει λίγο κρέας στο τσουκάλι.

Με τέτοια σφεντόνα ανέβαινε στις πλαγιές με τον μεγαλύτερο αδερφό του, τον Άγγελο. Το κρύο τρύπαγε κόκαλο. Τα πόδια βούλιαζαν στο χώμα, τα ρούχα λεπτά, μα δεν παραπονιόταν κανείς. Άκουγαν τον αέρα, περίμεναν για ένα θρόισμα. Ένας κότσυφας, μια τσίχλα, μια πέρδικα αν είχαν ρέντα. Θησαυρός ολάκερος.

Κι όταν γύριζαν σπίτι με ένα μικρό πουλάκι, η μάνα τους, η Γιαννούλα, που όλη μέρα ήταν βουβή από τη φροντίδα, άστραφτε. Ένα χαμόγελο έπαιρνε το πρόσωπό της. Ανακούφιση, όχι χαρά. «Ένα βράδυ ακόμα την βγάλαμε», αυτό έλεγε εκείνο το χαμόγελο.

Κι ο πατέρας τους, ο μπάρμπα Γιάννης, σοφός μέσα στη σιωπή του, τους έλεγε πάντα:

«Πρόσεχε πού σημαδεύεις, Θανάση. Δεν είναι όλα για σκότωμα. Σεβασμός θέλει το ζωντανό. Κυνηγάμε για να φάμε—όχι για να χαιρόμαστε το κυνήγι».

Λόγια φτωχά, μα πλούσια όσο δέκα βιβλία.

Ο Κώστας τον κοίταξε, βλέποντας τα μάτια του να ’χουν ταξιδέψει αλλού.

«Τι σου θύμισε;» τον ρώτησε.

Κι ο Θανάσης χαμογέλασε εκείνο το μειλίχιο, το παλιό, που ανακατεύει πίκρα και ευλογία.

«Όλη μου την παιδική ηλικία, Κώστα… κι εκείνη τη φτώχεια. Την αληθινή. Αυτή που όσο κι αν πονάει, σε φτιάχνει άνθρωπο. Σου μαθαίνει την αξία του λίγου και τον σεβασμό στο καθετί ζωντανό».

Κι έτσι, στην αυλή ενός σπιτιού στα Δερβενοχώρια, μια παλιά σφεντόνα δεν έμεινε πια ένα κομμάτι ξύλο με λάστιχο. Έγινε γέφυρα· ένωσε τον μικρό, πεινασμένο Θανάση του ’40 με τον ώριμο άντρα που στεκόταν σήμερα εκεί — κι ας είχαν περάσει εξήντα χρόνια κι ένας κόσμος ολόκληρος ανάμεσά τους.

Γιατί μέσα στο ξύλο της, αναστέναζε ακόμα ένας ολόκληρος τρόπος ζωής.