Σπύρος Σκούρας: Ο έλληνας μεγαλοπαράγοντας του Χόλιγουντ

Σπύρος Σκούρας (1893 – 1971)

Σπύρος Σκούρας (1893 – 1971) 

Ο Σπύρος Σκούρας με την παρουσία και το έργο του σημάδεψε την κινηματογραφική βιομηχανία των ΗΠΑ. Ξεκίνησε φτωχόπαιδο από την Ελλάδα των αρχών του 20ού αιώνα και με σκληρή δουλειά και διορατικό πνεύμα αναδείχθηκε σε μεγαλοπαράγοντα του Χόλιγουντ.

Ο Σπύρος Σκούρας γεννήθηκε 28 Μαρτίου 1893 στο Σκουροχώρι Ηλείας και ήταν ένα από δέκα παιδιά του βοσκού Παναγιώτη Σκούρα. Μαζί με δύο από τα αδέλφια του μετανάστευσε στις ΗΠΑ το 1910 κι εγκαταστάθηκε στο Σεντ Λούις (τον Άγιο Λουδοβίκο των παλαιοτέρων) της πολιτείας Μιζούρι, που ήταν εκείνα τα χρόνια η τέταρτη σε πληθυσμό πόλη των ΗΠΑ.

Εργάστηκε αρχικά με τα αδέλφια του στον τομέα της εστίασης και με τις οικονομίες που συγκέντρωσαν αγόρασαν ένα κινηματογράφο στο Σεντ Λούις, τον οποίον ονόμασαν «Ολύμπια». Μέσα σε λίγα χρόνια είχαν υπό τον έλεγχό τους όλους τους κινηματογράφους της αμερικανικής μεγαλούπολης. To 1920 παντρεύτηκε την ιταλοαμερικανίδα Σαρούλα Μπρουίλια, με την οποία απέκτησε πέντε παιδιά (τρία κορίτσι και δύο αγόρια).

Προς τα τέλη της δεκαετίας του ’20, τα τρία αδέλφια πούλησαν τα δικαιώματά τους στην εταιρεία Warner Bros και ο Σπύρος Σκούρας ανέλαβε τη διεύθυνση ολόκληρου του δικτύου διανομής ταινιών της εταιρείας. Το 1932 μεταπήδησε στην κλυδωνιζόμενη Fox, σώζοντάς την από την πτώχευση και το 1935 συνέβαλε στη συγχώνευσή της με την 20th Century.

To 1942, ο Σκούρας έγινε πρόεδρος της 20th Century Fox και με τη βοήθεια τού μεγαλοπαραγωγού Ντάριλ Ζανούκ κατάφερε στη δεκαετία που ακολούθησε το τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου να μετατρέψει την εταιρεία σε μία από τις πιο σημαντικές του αμερικανικού κινηματογράφου. Το 1953 λάνσαρε το σύστημα προβολής ευρείας οθόνης, γνωστό ως Cinemascope, σε μία προσπάθειά του ν’ ανταγωνιστεί την τηλεόραση που είχε αρχίσει να «κλέβει» θεατές από τον κινηματογράφο. Η επιτυχία του αυτή του χάρισε κύρος και αίγλη στο Χόλιγουντ.

Ο Σπύρος Σκούρας επέβλεψε προσωπικά την παραγωγή κλασικών ταινιών του Χόλιγουντ, όπως «Φλογισμένα Χείλη» («Don’t Bother to Knock», 1952), «Οι άνδρες προτιμούν τις ξανθιές» («Gentlemen Prefer Blondes», 1953), «Ο Χιτών» («The Robe», 1953), «Εφτά χρόνια φαγούρα» («The Seven Year Itch», 1955), «Ο Βασιλιάς κι Εγώ» («The King and I», 1956) και «Ο κόσμος είναι δικός μου» («The Hustler», 1961).ική του επιλογή ήταν η υπογραφή συμβολαίου με ένα νεαρό μοντέλο ονόματι Νόρμα Τζιν Μπέικερ, που ως Μέριλιν Μονρόε θα γράψει τη δική της ξεχωριστή ιστορία στον κινηματογράφο και θα αναχθεί στο απόλυτο σύμβολο του σεξ. Η Μονρόε, που δεν είχε γνωρίσει ποτέ τον πατέρας της, θα τον αποκαλεί με σεβασμό «Μπαμπά Σκούρα».

Τα μεγάλα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε η εταιρεία στη δεκαετία του ’60 και το φιάσκο τής παραγωγής της ταινίας «Κλεοπάτρα» («Cleopatra», 1963), που στοίχισε στην εταιρεία 30 εκατομμύρια δολάρια, καταλογίστηκαν στον Σκούρα, με αποτέλεσμα να παραιτηθεί τελικά το 1962. Τα επόμενα χρόνια ο Σκούρας ασχολήθηκε με τη ναυτιλία κι έχτισε ένα σεβαστό εμπορικό στόλο μέσα από την εταιρεία του Prudential Lines.

Ο Σκούρας δεν ξέχασε την πρώτη του πατρίδα. Τα δύσκολα χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου Πολέμου ηγήθηκε της αποστολής οικονομικής βοήθειας της ελληνοαμερικανικής κοινότητας μέσω του «Greek War Relief Association».

Παρότι χρόνια στην Αμερική, ο Σκούρας μιλούσε αγγλικά με ελληνική προφορά. Ο γνωστός κωμικός Μπομπ Χοπ αστειευόμενος μαζί του τού είπε κάποτε: «Σπύρο είσαι 20 χρόνια εδώ, αλλά ακούγεσαι σαν να πρόκειται να έλθεις την επόμενη εβδομάδα».

Ο Σπύρος Σκούρας πέθανε στην πόλη Μαμαρόνεκ της πολιτείας της Νέας Υόρκης στις 16 Αυγούστου 1971, σε ηλικία 78 ετών.


Πηγή: https://www.sansimera.gr/

Από τον αγαπητό φίλο το Σπύρο Καραδήμα στάλθηκε η παραπάνω ανάρτηση

Καλημέρα Σπύρο!!

Έκανα 19 παρουσιάσεις και πήρα 19 όχι…

Γνωστές και άγνωστες λεπτομέρειες για την μακρόχρονη πορεία του στο χώρο των τροφίμων και των επενδύσεων αποκάλυψε ο Σπύρος Θεοδωρόπουλος στο πλαίσιο των Innovative Greeks Talks του ΣΕΒ.

Ο σημερινός επικεφαλής της Bespoke που περιλαμβάνει επιχειρήσεις όπως η ΙΟΝ και η Νίκας, που στοχεύει στη δημιουργία ενός μεγάλου ομίλου τροφίμων, μίλησε στον Μάρκο Βερέμη για τα πρώτα του βήματα στον επιχειρηματικό στίβο, το δαιμόνιο και το dna που είχε από μικρός, την τόλμη αλλά και τα γυρίσματα της τύχης που τον οδήγησαν στην απόκτηση της Chipita και στο λανσάρισμα καινοτομιών.

Μια ιδέα, ένα προϊόν και η καινοτομία

«Η ιδέα δεν ήταν δική μου», εξομολογείται ο Σπύρος Θεοδωρόπουλος.

«Είχα μια μικρή βιοτεχνία πραλίνας φουντουκιού και υπήρχε μια κρουασαντερί στην Πατησίων, η οποία αγόραζε από μένα μεγάλες ποσότητες. Ήμουν ακόμη φοιτητής στην Ανωτάτη Εμπορική, όταν αποφάσισα να πάω στο μαγαζί εκείνο για να δω τι τις κάνει τις ποσότητες αυτές. Πράγματι, άνοιγε τα φρέσκα κρουασάν και τα γέμιζε με την πραλίνα».

Η εικόνα αυτή του έμεινε στο μυαλό και όταν αργότερα ως ιδιοκτήτης πλέον της Chipita, που έβγαζε μόνο γαριδάκια -ένα προϊόν που όπως χαρακτηρίζει ο ίδιος άλλοτε ήταν «δόξα τω Θεώ» και άλλοτε «βοήθα Παναγιά»- αποφάσισε να βιομηχανοποιήσει και να τυποποιήσει το προϊόν που είχε δει τότε στην κρουασαντερί της Πατησίων. «Δεν ήταν εύκολο, καθώς έπρεπε ένα φρέσκο προϊόν να το κάνω μακράς διάρκειας αλλά το κυριότερο ήταν ότι δεν είχα τα χρήματα».

Αυτή η κατάσταση τον ανάγκασε να δημιουργήσει μια παρουσίαση για το προϊόν και να επισκέπτεται βιομηχάνους της εποχής για να προσελκύσει το επενδυτικό τους ενδιαφέρον. «Έκανα 19 παρουσιάσεις και πήρα 19 όχι. Κάποιος με ρώτησε κιόλας πώς μου ήρθε να κάνω ένα τέτοιο προϊόν. Ε, και στο τέλος πείστηκα και εγώ ότι ήταν όντως μια κακή ιδέα και το εγκατέλειψα», εξηγεί ο κ. Θεοδωρόπουλος για τον 25χρονο τότε εαυτό του. «Ένα χρόνο μετά ο άνθρωπος που μου είχε φτιάξει το υποτυπώδες business plan, με ενημέρωσε για ένα fund που δημιουργήθηκε από τον De Benedetti από την Ιταλία με το Olayan Group και την Alpha Bank, την ΤΙΤΑΝ και κάναμε εκεί ακόμη μια παρουσίαση που έφερε το πολυπόθητο “ναι”. Μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία και να πάρουμε τα λεφτά, δεν πίστευα ότι θα ολοκληρωνόταν η επένδυση αυτή. Η 20η προσπάθεια ήταν τελικά και η τυχερή».

«Δεν υπήρχε δυνατότητα για τεστ κιόλας, αφού το τελικό προϊόν δεν το είχαμε στα χέρια μας, οπότε το ρίσκο ήταν μεγάλο και πλήρες. Έπρεπε να φτιάξουμε το εργοστάσιο, να ξεκινήσει η παραγωγή και να έχουμε το προϊόν, ώστε να γίνει το consumer test – που δεν έχει και τόση σημασία στο σημείο εκείνο, αφού έχουν επενδυθεί τα χρήματα. Οπότε βγήκαμε πρώτα στην αγορά και μετά μάθαμε πως αρέσει στους καταναλωτές. Και όχι μόνο στους Έλληνες».

Για να φτάσεις στην επιτυχία πρέπει να κάψεις τις «βάρκες» σου

Για να φτάσεις στην επιτυχία πρέπει να κάψεις τις «βάρκες» σου: Μια τακτική από τα παλιά που θα σε βοηθήσει να πάρεις μεγάλα ρίσκα

Πολλοί είναι οι άνθρωποι που σκέφτονται να κάνουν μια μεγάλη αλλαγή στην καριέρα τους ή μια τολμηρή κίνηση γενικότερα. Ωστόσο, ο φόβος κάνει την εμφάνιση του σε αρκετούς από αυτούς. Το αποτέλεσμα είναι να μην εστιάζουν στο νέο τους βήμα, αλλά συνεχώς να κοιτούν πίσω. Και φυσικά να είναι γεμάτοι αμφιβολίες για το αν έκαναν σωστά ή αν πρέπει να γυρίσουν πίσω. Στην προηγούμενη δουλειά- καθημερινότητα- ζωή τους.

Το αμερικανικό Success.com, παραθέτει την τακτική με το κάψιμο των «βαρκών» η οποία μπορεί να σε φτάσει στην επιτυχία. Η τακτική αυτή πηγάζει από το μακρινό παρελθόν. Και είναι μια από τις μεγαλύτερες ηγετικές κινήσεις που έχουμε δει ποτέ. Το 1519 ο Hernán Cortés οδήγησε μια μεγάλη αποστολή που περιελάμβανε 600 Ισπανούς, 16 περίπου άλογα και 11 πλοία στο Μεξικό. Ο στόχος: να βρουν έναν μεγάλο θησαυρό που φημολογούνταν ότι υπήρχε εκεί. Κατά την άφιξη, ο Cortés έγραψε ιστορία καταστρέφοντας τα πλοία του! Γιατί; Αυτό έστειλε ένα σαφές μήνυμα στους άντρες του: Δεν υπάρχει επιστροφή. Ή θα κερδίσουν ή θα χαθούν. Και ενώ θα περίμενε κάποιος ότι οι άντρες του Hernán Cortés θα θυμώσουν ή θα αποσυντονιστούν, αυτοί έμειναν στο πλάι του ηγέτη τους και εργάστηκαν όσο πιο σκληρά μπορούσαν. Το αποτέλεσμα: Ο Hernán Cortés μέσα σε δύο χρόνια κατάφερε να κατακτήσει την αυτοκρατορία των Αζτέκων.

Στην ουσία, το κάψιμο των «βαρκών» αντιπροσωπεύει την μη επιστροφή. Πρέπει να κοιτάς μόνο μπροστά και στο πως θα πετύχει το νέο σχέδιο σου. ‘Η όλα ή τίποτα. Δεν έχει νόημα να κοιτάς πίσω. Το ίδιο ισχύει στην επαγγελματική και την προσωπική μας ζωή.

Μάλιστα, το αμερικανικό site συνδέει την παραπάνω ιστορία με τους νέους επιχειρηματίες. Και λέει ότι πολλοί από αυτούς κρατούν την καθημερινή δουλειά τους ενώ ξεκινούν ένα επιχειρηματικό project. Κάτι που δείχνει ότι μάλλον δεν πιστεύουν 100% σε αυτό που έχουν φτιάξει. Θέλουν να έχουν και μια… έξοδο διαφυγής.

Υπάρχουν στιγμές στην ζωή μας, κατά τις οποίες πρέπει να πάρουμε μεγάλα ρίσκα ακόμα κι αν δεν είμαστε βέβαιοι για τον δρόμο στον οποίο βαδίζουμε. Ακόμα και αν το τελικό αποτέλεσμα δεν είναι σίγουρο. Απλά συλλέγεις όσο περισσότερα στοιχεία μπορείς, ζυγίζεις τους κινδύνους, και κάνεις το μεγάλο «άλμα». Τότε τα δίνεις όλα για να φτάσεις στην μεγάλη επιτυχία. Χωρίς να κοιτάς πίσω.

Πηγή:it’s possible.gr