Αχ Ελλάδα σ’ αγαπώ και βαθιά σ’ ευχαριστώ
γιατί μ’ έμαθες και ξέρω
ν’ ανασαίνω όπου βρεθώ να πεθαίνω όπου πατώ
και να μη σε υποφέρω
Μανώλης Ρασούλης

Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.
Αχ Ελλάδα σ’ αγαπώ και βαθιά σ’ ευχαριστώ
γιατί μ’ έμαθες και ξέρω
ν’ ανασαίνω όπου βρεθώ να πεθαίνω όπου πατώ
και να μη σε υποφέρω
Μανώλης Ρασούλης


Στη ζωή και στις επιχειρήσεις, η επιτυχία μπορεί να σε κάνει να «τυφλωθείς» και να σταματήσεις να υπολογίζεις τους γύρω σου, κάτι που προετοιμάζει την πτώση σου.
Όταν αντιμετωπίζεις μια δυσκολία στην καθημερινότητα, αντί να ρωτήσεις «Γιατί συμβαίνει αυτό σε μένα;», δοκίμασε την ερώτηση : «Τι ζητάει η ζωή από μένα αυτή τη στιγμή; Ποιο νόημα μπορώ να δώσω σε αυτή τη δυσκολία;»
Bertrand Russel: “το πρόβλημα της Ανθρωπότητας έγκειται στο ότι οι ευφυείς είναι γεμάτοι αμφιβολίες, ενώ οι ηλίθιοι είναι γεμάτοι αυτοπεποίθηση”.



Σκέψου ένα αντίστοιχο ελληνικό ….
Κάθε τέλος κουβαλά μέσα του μια σιωπηλή υπόσχεση. Μπορεί να μοιάζει με απώλεια, όμως είναι κυρίως χώρος που αδειάζει για να γεννηθεί κάτι νέο. Τίποτα δεν αρχίζει πραγματικά αν κάτι άλλο δεν ολοκληρωθεί.
Ο άνθρωπος φοβάται τα τέλη, γιατί του θυμίζουν φθορά και αποχωρισμό. Κι όμως, εκεί ακριβώς δοκιμάζεται η δύναμη της ζωής: στη στιγμή που κλείνει ένας κύκλος και ανοίγει, δειλά, ένας άλλος. Όπως η νύχτα προετοιμάζει το φως, έτσι και το τέλος προετοιμάζει την αρχή.
Ίσως γι’ αυτό αξίζει να μαθαίνουμε να τα αποδεχόμαστε. Γιατί κάθε τέλος δεν είναι ένα κλείσιμο, αλλά μια μεταμόρφωση. Και κάθε αρχή, ένα βήμα συνέχειας.


Καθηγητές


Ευάγγελος


(Επανάληψη)
Υπάρχουν στιγμές που ο κόσμος δεν αλλάζει σχήμα· αλλάζει βάρος. Κάτι κατεβαίνει —όχι απαλά, όχι απροειδοποίητα— και στέκεται ανάμεσά μας. Τότε θαρρείς πως η πραγματικότητα πυκνώνει, πως ο αέρας γίνεται πιο βαρύς, σαν πριν από καταιγίδα. Σε μια τέτοια στιγμή ταιριάζει η φράση: Ἄναρχος θεός καταβεβήκεν.
Ο άναρχος θεός δεν έχει αρχή, άρα δεν επιδέχεται εξήγηση. Δεν υπακούει σε σχέδιο, δεν ζητά άδεια, δεν χωρά σε συστήματα. Είναι εκείνος που διαρρηγνύει τη γραμμικότητα του χρόνου και εισβάλλει στο «τώρα» χωρίς προειδοποίηση. Η κάθοδός του δεν είναι εορταστική· είναι αποκαλυπτική. Όχι γιατί αποκαλύπτει κάτι νέο, αλλά γιατί αναγκάζει ό,τι υπήρχε κρυμμένο να φανερωθεί.
Ο θεός αυτός δεν είναι κατ’ ανάγκην μεταφυσικός. Μπορεί να είναι η αλήθεια που αρνιόμασταν να δούμε. Ο έρωτας που καταλύει λογικές άμυνες. Στην τέχνη, είναι η στιγμή που η μορφή δεν υπακούει πια στον δημιουργό της. Είναι η λέξη που γράφεται μόνη της, η πινελιά που απαιτεί έναν χώρο που δεν της δόθηκε. Εκεί, η δημιουργία παύει να είναι διακόσμηση και γίνεται εισβολή. Ο καλλιτέχνης δεν «παράγει» έργο· υποτάσσεται στο βάρος μιας ιδέας που κατέβηκε για να γκρεμίσει την αισθητική του ασφάλεια και να τον αφήσει έκθετο μπροστά στο ανέκφραστο.
Γι’ αυτό είναι άναρχος: όχι επειδή αγαπά το χάος, αλλά επειδή δεν ανέχεται το ψεύδος της βολικής ισορροπίας.
Το καταβεβήκεν δηλώνει τετελεσμένο γεγονός. Ο θεός έχει ήδη κατέβει. Δεν βρισκόμαστε στην προσμονή, αλλά στα απόνερα. Κι εδώ βρίσκεται το βάρος της φράσης: δεν μας ρωτά αν είμαστε έτοιμοι. Μας βρίσκει όπως είμαστε. Με τις βεβαιότητές μας, τις άμυνες, τις μικρές μας τάξεις. Και τις δοκιμάζει.
Ίσως τελικά ο άναρχος θεός να μην έρχεται για να κυβερνήσει, αλλά για να αποχωρήσει, αφήνοντας πίσω του ένα ερώτημα: τι από όσα θεωρούσαμε σταθερά θα αντέξει μετά την κάθοδό του; Και τι από εμάς θα επιβιώσει — ίσως όχι αλώβητο, αλλά επιτέλους αληθινό.