Παλιές Ρίζες 2021

LA TOUR MELAS

Παλιές Ρίζες 2021

Το 2000 άρχισαν να φυτεύονται οι αµπελώνες του La Tour Melas που βρίσκονται στην περιοχή του Αχινού στην Φθιώτιδα. Το 2006 χτίστηκε ένα µοντέρνο οινοποιείο για να καλύψει τις ανάγκες της απαιτητικής οινολογικής οµάδας. Τα τελευταία χρόνια έχουν προστεθεί και αµπελώνες από την Νεµέα µέσα στους οποίους βρίσκεται και ένα αιωνόβιο τεµάχιο. Μάλιστα όπως αναφέρει ο επικεφαλής Κύρος Μελάς στη συνέντευξή του The Top50 by Wine Trails, «αυτή η στροφή, αποτέλεσε την αφετηρία για ένα νέο κεφάλαιο στην ιστορία του οινοποιείου µας».

Ο επικεφαλής του La Tour Melas Κύρος Μελάς

Οι Παλιές Ρίζες είναι 100% Αγιωργίτικο από αυτόριζους αµπελώνες µε απόδοση 15 hl/ha. Τα εδάφη αποτελούνται από άµµο, πηλό, ασβεστόλιθο µε βότσαλα. Ακολουθείται µια παραδοσιακή οινοποίηση µε γηγενείς ζύµες, το 80% σε ανοξείδωτες δεξαµενές και το 20% σε βαρέλια ενώ ακολουθεί και µηλογαλακτική. Η ωρίµανση γίνεται σε αυστριακά βαρέλια 400lt για 15 µήνες. Ένα εξαιρετικά αρωµατικό κρασί, µε φρέσκο ζουµερό κόκκινο φρούτο, ανθικές νότες και γλυκά µπαχαρικά. Πληθωρικό στο στόµα, µε µπόλικες αλλά βελούδινες τανίνες, αφήστε το για ώρες σε καράφα αν είστε ανυπόµονοι, αλλιώς αφήστε το για κάποια χρόνια ακόµα σε κάποιο σκοτεινό ράφι.

Η λιμνοθάλασσα της Γεωργικής Σχολής και άλλες αφηγήσειςτου Καρόλου Τσίζεκ

Η λιμνοθάλασσα της Γεωργικής Σχολής και άλλες αφηγήσεις
του Καρόλου Τσίζεκ
Εκδόσεις Κίχλη, σελ.: 221, τιμή: €13,00

Το ύφος του Τσίζεκ, ενός συγγραφέα οικείου και εξίσου ξένου, παρά το γεγονός ότι έζησε και έγραψε στη Θεσσαλονίκη, θυμίζει τον χαρακτηρισμό «άνθρωπος για όλες τις εποχές». Γεννιέται στην Μπρέσια της Ιταλίας από Τσέχους γονείς, εγκαθίσταται στη Θεσσαλονίκη και, χωρίς να χάσει την επαφή του με τη χώρα του, το ’87 αποκτά την ελληνική ιθαγένεια. Αν σκεφτούμε λίγο ότι η περιοχή της Αυστροουγγαρίας κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου διαλύθηκε κυριολεκτικά από την προέλαση των γερμανικών στρατευμάτων και κατόπιν από την κυριαρχία των Σοβιετικών, μπορούμε να καταλάβουμε γιατί πάσα δυστυχία αποζητά τον αφηγητή της. Ποια αφήγηση ακριβώς; Αν ο (εσωτερικά) εξόριστος Τσίζεκ στρεφόταν στην αφήγηση των συντριπτικών χτυπημάτων που δέχτηκε η χώρα του, πιθανότατα θα είχαμε να κάνουμε με μια παραλλαγή γνωστών αφηγήσεων.

Γράφει ο Τσίζεκ: «Ήρθε η Κατοχή και παραδώσαμε κι εμείς το κυνηγετικό μας όπλο. Ο πατέρας μου, ωστόσο, μπόρεσε να το ξαναπάρει –όχι ακριβώς το δικό του, αλλά το δωδεκάρι κάποιου άλλου– από την αποθήκη όπου ήταν στοιβαγμένα, χάρις στις ενέργειες ενός Γερμανού συναδέλφου του, του Βίνκλερ, που εργαζόταν κι αυτός ως μηχανικός στην καλτσοβιομηχανία των αδελφών Μοδιάνο, στο νεότερο όμως τμήμα της, όπου πλέκονταν κατά δωδεκάδες σε νέου τύπου μηχανήματα γυναικείες κάλτσες με ραφή. Τα επερχόμενα γεράματα, μαζί με την έλλειψη τροφίμων, είχαν ξυπνήσει στην ψυχή του Βίνκλερ, που ελάχιστες φορές μας είχε επισκεφθεί με την πανέμορφη γυναίκα του στη μονοκατοικία με κήπο που νοικιάζαμε στην οδό Τζαβέλλα, το ένστικτο του κυνηγού. Ήταν, όμως, πέρα για πέρα άπειρος και του χρειαζόταν δάσκαλος και συνοδός. Σε ποιον άλλον να αποταθεί αν όχι στον πατέρα μου; Μπορεί, βέβαια, η ηλικία και οι κατοχικές στερήσεις να είχαν αρχίσει να τον καταβάλλουν, αλλά το κυνήγι εξακολουθούσε να τον ελκύει όπως παλιά, χώρια που μας έδινε τώρα την ευκαιρία να φάμε λίγο κρέας, που από καιρό είχε εξαφανιστεί απ’ το τραπέζι μας. Από ανάγκη μαγειρεύαμε πότε-πότε καμιά χελώνα, αντάξιο υποκατάστατο της κότας».

Κάρολος Τσίζεκ
Κυλώντας τη χιονόμπαλα της αφήγησης, ο Τσίζεκ θα επιδείξει μερικές σπάνιες αρετές. Όταν η πρόζα έχει προκύψει από εσωτερική ανάγκη και όχι από αναγνωστική πείρα, τα πιο κοινά πράγματα μοιάζουν πρωτοφανή και η παρουσία του αφηγητή δανείζεται χρόνο για να φτιάξει τον ιδιωτικό της κόσμο. Η πρόζα δεν γεννιέται από μεστωμένη πρόθεση, αντίθετα κερδίζει τον εαυτό της από αράδα σε αράδα, για να διαβάσει τελικά το πρόσωπό της στην ολοκλήρωση του κειμένου. Το τάλαντο, με άλλα λόγια, δεν είναι χρυσάφι μόνο, είναι και ζυγαριά όπου τα πάντα ζυγιάζονται από τη γραφίδα του γραφιά.

Τις απίθανες καταστάσεις, όπως τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως και τους φούρνους, ο Τσίζεκ δεν τα έζησε παρά από δεύτερο (αφηγηματικό χέρι). «Ο φίλος μου Ντάνυ Μπεναχμίας γύρισε απ’ το στρατόπεδο συγκεντρώσεως, όπου τον είχαν βάλει να δουλεύει στους φούρνους. Δεν ζει πια σήμερα, όμως μια Αμερικανίδα δημοσιογράφος, η Ρεμπέκκα Καμχί Φρόμερ, κατέγραψε την οδύσσειά του. Εγώ θυμάμαι, δυστυχώς όλο και πιο αμυδρά, τις αφηγήσεις του, με πρώτη τη διαπίστωση ότι στο στρατόπεδο από άνθρωπος γίνεσαι αριθμός, καθώς και μερικά χαρακτηριστικά περιστατικά της ναζιστικής κτηνωδίας, όπως εκείνο με την Εβραιοπούλα που, σε ένα παραλήρημα αγωνίας ή πρόκλησης μπροστά στον επικείμενο θάνατο, άρχισε να τραγουδά το βαλς του Στράους “Ο ωραίος γαλάζιος Δούναβης” και ο φρουρός που την εκτέλεσε με το οπλοπολυβόλο συνέχισε τον λικνιστικό σκοπό απ’ το σημείο που είχε διακοπεί».

Ο Τσίζεκ μπορεί να ανασύρει θηριωδίες και άγρια περιστατικά, μόνο που επιτυγχάνει να τις περιγράψει με ιδιωτικές συγχορδίες, άνευ των οποίων το γεγονός θυμίζει προσωπογραφία χωρίς μάτια. Απόδειξη η ακόλουθη παράγραφος: «… τα μάτια θεωρούνται καθρέφτες της ψυχής, έτσι άφηνε να πλανιέται στον αέρα η αόριστη εντύπωση ότι αυτή η ψυχή έκρυβε μέσα της κάτι βαθύτερο και μυστηριώδες, που ωστόσο δεν ήταν εύκολο να το αντιληφθείς».

Ο Τσίζεκ ήταν άριος, αβάπτιστος και αθρήσκευτος, κατά τη γραπτή δήλωση του πατέρα του. Πιθανότατα γι’ αυτό παρακολουθούμε έναν άνθρωπο συνετό που ανταλλάσσει τις περιγραφές του με εκρήξεις μαύρου χιούμορ που παρά ταύτα αποδίδουν δευτερευόντως μιαν εκπληκτική σοβαρότητα. «Εμείς θάλασσα δεν έχουμε», λέει στον διπλανό του, «ωστόσο έχουμε έναν εφευρέτη της προπέλας!». «Μα, ούτε και οι Ούγγροι έχουν θάλασσα» μου απαντά. «Ο Στέφανος Τυρ, που συμπολέμησε με τον Γαριβάλδη, εκπόνησε τα σχέδια για την κατασκευή της κλιμακωτής διώρυγας του Παναμά, ενώνοντας τον Ατλαντικό με τον Ειρηνικό Ωκεανό. Επίσης, ένας συμπατριώτης του Τυρ, ονόματι Μπέλα Γέρστερ, κατόρθωσε να δώσουν τα χέρια το Ιόνιο με το Αιγαίο χάρη στον Ισθμό της Κορίνθου… Έτσι εξηγείται και το πάθος των Κεντροευρωπαίων για τη θάλασσα». Και προσθέτει: «Θα δίναμε ευχαρίστως τη Σλοβακία για λίγη θάλασσα». Οι Τσέχοι έχουν ένα ιδιότυπο χιούμορ…

Ιδού το παράδειγμα του χαράκτη Γιόζεφ Σάσκα, ο οποίος δεν ήθελε να γίνει μέλος του Kομμουνιστικού Kόμματος. Ο λόγος ήταν απλός: ο πατέρας του ήταν κομμουνιστής, αλλά, επειδή σε κάποια συνεδρίαση διαφώνησε, τον ξαπόστειλαν. «Πώς θέλετε, λοιπόν, εγώ να γίνω μέλος του κόμματος;».

Αν θέλεις να είσαι σπουδαίος άνθρωπος, πρέπει να κάνεις το λόγο σου μια δεύτερη θρησκεία και να κρατιέσαι πάνω του σαν να βρίσκεται σ’ αυτόν όλη η τιμή σου.

Ονορε ντε Μπαλζάκ

 Η ιδιοφυία του Μπαλζάκ έγκειται στην ικανότητά του να αποστάζει το μέγεθος της πολυπλοκότητας της ζωής σε προτάσεις που μοιάζουν απλές.

Μερικά από τα πιο ακριβά κόκκινα κρασιά στον πλανήτη

Όταν μιλάμε για πολυτέλεια, λίγα πράγματα αποπνέουν την αίσθηση της σπανιότητας και της υψηλής κοινωνικής θέσης όσο ένα μπουκάλι από τα πιο ακριβά και συλλεκτικά κρασιά. Ορισμένα από τα πιο ακριβά κόκκινα κρασιά στον κόσμο ξεχωρίζουν για την περιορισμένη παραγωγή τους, την ιστορική τους σημασία και την αξεπέραστη ποιότητά τους.

Ακολουθούν κάποια από τα πιο ακριβά κόκκινα κρασιά που έχουν πουληθεί ποτέ, αποδεικνύοντας την αξία τους στην αγορά του οίνου υψηλής κατηγορίας.

Domaine Leroy Musigny Grand Cru

Το συγκεκριμένο κρασί από τη φημισμένη Domaine Leroy της Βουργουνδίας αποτελεί ένα από τα ακριβότερα κρασιά στον κόσμο. Είναι γνωστό για τα περίπλοκα αρώματα και την πλούσια γεύση του, καθιστώντας το ένα από τα πιο περιζήτητα κρασιά από τους συλλέκτες.

Domaine de la Romanée-Conti Romanée-Conti Grand Cru

Πρόκειται για το απόλυτο σύμβολο πολυτελούς κρασιού, με την ποιότητα του Pinot Noir από τη Βουργουνδία να φτάνει σε αξεπέραστα επίπεδα. Το Domaine de la Romanée-Conti είναι σημείο αναφοράς για κάθε συλλέκτη κρασιών.

Cheval Blanc 1947 St. Emilion

To Cheval Blanc 1947 είναι από τα πιο ακριβά κρασιά από την περιοχή του Σαιντ Εμιλιόν. Η σπανιότητα και η αξία του το καθιστούν ανεκτίμητο για τους λάτρεις του καλού κρασιού.

Penfolds Grange Hermitage 1951

Το Penfolds Grange 1951 είναι ένα σπάνιο κόκκινο κρασί που παράχθηκε στην Αυστραλία σε περιορισμένο αριθμό φιαλών. Πουλήθηκε το 2021 για 142.000 δολάρια, καταγράφοντας μια από τις υψηλότερες τιμές που έχει πιάσει αυστραλιανό κρασί.

Château Lafite Rothschild 1869

Ένα από τα πιο ιστορικά κρασιά του Μπορντό, το Lafite Rothschild του 1869 έσπασε τα ρεκόρ το 2010 όταν πουλήθηκε για 233.972 δολάρια. Η ηλικία και η καταγωγή του αυξάνουν την αξία του, το καθιστούν ένα από τα πιο περιζήτητα κρασιά

Henri Jayer Vosne-Romanée Cros Parantoux 1999

Αυτό το κρασί από τη Βουργουνδία είναι γνωστό για την εξαιρετική του ποιότητα και την τελειότητα στη δημιουργία του. Μερικές φιάλες του έχουν φτάσει τα 136.000 δολάρια στην αγορά.

Ampoule From Penfolds

Το Penfolds Ampoule είναι ένα έργο τέχνης που δημιουργήθηκε ως περιορισμένη έκδοση το 2012. Η φιάλη του είναι χειροποίητη και το κρασί μέσα της προέρχεται από την κορυφή της αυστραλιανής παραγωγής.

© Steve Lupton / Getty Images / Ideal Image

Ειδικά χαρακτηριστικά και σπανιότητα

Η τιμή αυτών των κρασιών δεν είναι τυχαία, καθώς κάθε φιάλη εκφράζει τη σπανιότητα, την τεχνική των παραγωγών και την παλαιότητα του προϊόντος. Κρασιά όπως το Château Lafite Rothschild από το 1869 ή το Penfolds Grange Hermitage 1951 είναι αναγνωρισμένα για την εξαιρετική ποιότητά τους που βελτιώνεται με την πάροδο των χρόνων.

Συλλεκτική αξία

Αυτά τα κρασιά αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη αξία λόγω της περιορισμένης παραγωγής τους και της ιστορικής τους σημασίας. Για πολλούς συλλέκτες, η απόκτηση ενός μπουκαλιού από αυτές τις σοδειές δεν αφορά μόνο την απόλαυση, αλλά και την επένδυση σε ένα αντικείμενο με ιστορική αξία.

Με την αύξηση της ζήτησης για σπάνια και πολυτελή προϊόντα, η αγορά του ακριβότερου κρασιού συνεχώς εξελίσσεται. Πλέον, τα κρασιά υψηλής αξίας θεωρούνται επενδύσεις εξίσου με άλλους πολύτιμους πόρους, όπως τα έργα τέχνης και οι πολύτιμοι λίθοι.

Αναμφίβολα, ο κόσμος των σπανίων και ακριβών κρασιών προσφέρει μοναδικές ευκαιρίες για τους γευσιγνώστες και συλλέκτες που αναζητούν τη θαυμάσια συνύπαρξη ποιότητας, ιστορίας και πολυτέλειας.

Τζορτζ Μπέρναρντ Σω

Λογικοί είναι αυτοί που προσπαθούν να προσαρμόσουν τον εαυτό τους στον κόσμο. Παράλογοι, αυτοί που προσπαθούν να προσαρμόσουν τον κόσμο στον εαυτό τους. Γι’ αυτό, το μέλλον της ανθρωπότητας εξαρτάται από τους παράλογους!

Τζορτζ Μπέρναρντ Σω.

Τζορτζ Μπέρναρντ Σο γεννήθηκε στις 26 Ιουλίου 1856 και μεγάλωσε σε μια ατμόσφαιρα «ευγενικής φτώχειας», καθώς ο πατέρας του τυπικά άνηκε σε γενιά «ευγενών». Απέκτησε ευρεία γνώση της μουσικής, της τέχνης και της λογοτεχνίας ως αποτέλεσμα της επιρροής της μητέρας του και των επισκέψεών του στην Εθνική Πινακοθήκη της Ιρλανδίας. Το 1876, αποφάσισε να γίνει συγγραφέας και πήγε να ζήσει στο Λονδίνο. Ωστόσο, η πρώτη του συγγραφική απόπειρα απέτυχε. Το ίδιο και τα επόμενα τέσσερα μυθιστορήματά του, τα οποία επίσης απορρίφθηκαν από τους εκδοτικούς οίκους.

Υστερα από όλα αυτά, τη δεκαετία του 1880, ο Σο θα άλλαζε προσανατολισμούς. Διαδραμάτισε κεντρικό ρόλο στη Fabian Society, μια μεσοαστική σοσιαλιστική ομάδα η οποία επεδίωκε τον μετασχηματισμό της αγγλικής κοινωνίας μέσω της «διείσδυσης» στην πνευματική και πολιτική ζωής της χώρας. Το 1885, ο επίδοξος συγγραφέας θα ξεκινούσε τη δημοσιογραφική του καριέρα, η οποία αφορούσε από κριτικές βιβλίων μέχρι μουσικές στήλες. Ωστόσο, ξεχώρισε για τις κριτικές θεάτρου στη Saturday Review. Αυτές θα αποτελούσαν και το έναυσμα για τη συγγραφή των δικών του θεατρικών έργων.

Το 1897 παρουσιάστηκε η Κάντιντα, της οποίας η επιτυχημένη παραγωγή ενθάρρυνε τους H. Granville-Barker και J.E. Vedrenne να δημιουργήσουν μια συνεργασία που οδήγησε σε μια σειρά από λαμπρές παραγωγές. Ωστόσο, το άγχος της συγγραφής των θεατρικών αυτών έργων, ενώ η κριτική και πολιτική του δράση συνεχιζόταν αμείωτη, θα επηρέαζε την υγεία του για ένα μικρό διάστημα.

Η επόμενη συλλογή θεατρικών έργων του Σο παρουσιάστηκε στις αρχές του 20ού αιώνα. Ανάμεσα σε αυτά ξεχωρίζει το Καίσαρ και Κλεοπάτρα, που αποτελεί ίσως το πρώτο σημαντικό έργο του. Ο Σο συνέχισε να εξερευνά τη θρησκευτική συνείδηση ​​και να επισημαίνει τη συνενοχή της κοινωνίας στα δικά της κακά. Το 1913, παρουσίασε το έργο Πυγμαλίων, ένα διδακτικό δράμα που ταυτόχρονα σχολίαζε τα ταξικά χαρακτηριστικά της αγγλικής κοινωνίας. Το συγκεκριμένο έργο μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 1938, κερδίζοντας Οσκαρ σεναρίου, ενώ μία ακόμη προσαρμογή του αποτελεί το ιδιαίτερα δημοφιλές μιούζικαλ Ωραία μου Κυρία.

Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος υπήρξε ορόσημο για τον θεατρικό συγγραφέα. Σταμάτησε να γράφει θεατρικά έργα, δημοσιεύοντας το αμφιλεγόμενο φυλλάδιο, «Κοινή Λογική για τον Πόλεμο», το οποίο αποκαλούσε τη Μεγάλη Βρετανία και τους συμμάχους της εξίσου υπαίτιους με τους Γερμανούς.

Για να μην περιέλθει και πάλι στη φτώχεια, κάτι που φοβόταν, σύντομα ο Σο θα ξεκινούσε εκ νέου τη συγγραφή θεατρικών έργων. Η αγιοποίηση της Ιωάννας της Λορραίνης το 1920 θα οδηγούσε στη συγγραφή του αριστουργήματος Αγία Ιωάννα, το 1923, που του απέφερε την απονομή του Νόμπελ Λογοτεχνίας του 1925, αν και ο ίδιος αρνήθηκε το βραβείο.

Στα μεταγενέστερα έργα του, ενέτεινε τις εξερευνήσεις του σε τραγικοκωμικούς και μη ρεαλιστικούς συμβολισμούς. Εργάστηκε στη συλλογή του «1930-8» και στο πολιτικό φυλλάδιο «Οδηγός της ευφυούς γυναίκας στον σοσιαλισμό και στον καπιταλισμό». Στη συνέχεια, μέσα στις δεκαετίες 1930 και 1940, θα έγραφε ακόμα κάποια έργα, αλλά δευτερεύουσας σημασίας.

Πολλές φορές υπήρξε αυθάδης και ασεβής, όμως πάντα χρησιμοποίησε την εξυπνάδα του για να καταφέρει να παραμείνει στη δημοσιότητα. Εν μέσω του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και έχοντας χάσει τη γυναίκα του, εγκατέλειψε το Λονδίνο και απομακρύνθηκε στο εξοχικό του στο Χερτφορντσάιρ, όπου και τελικά πέθανε το 1950.