
Αρχές δεκαετίας 90

Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.

Αρχές δεκαετίας 90


Ο Βάρναλης για τους Συνταξιούχους
K’ έλεα: όταν μιαν ημέρα
παρασφίξουνε τα γέρα,
θα ξεκουραστώ κ’ εγώ,
του θεού τ’ αβασταγό!
Όχι ξύλο! Φόρτωμα όχι!
Θα μου δώσουνε μια κόχη,
λίγο πιόμα και σανό,
σύνταξη τόσω χρονώ!
Kι όταν ένα καλό βράδι
θα τελειώσει μου το λάδι
κι αμολήσω την πνοή
(ένα πουφ! είν’ η ζωή),
η ψυχή μου θενά δράμει
στη ζεστή αγκαλιά τ’ Aβράμη,
τ’ άσπρα, τ’ αχερένια του
να φιλάει τα γένια του!…
Γέρασα κι ως δε φελούσα
κι αχαΐρευτος κυλούσα,
με πετάξανε μακριά
να με φάνε τα θεριά……..
― “Φως ζητάνε τα χαϊβάνια
κ’ οι ραγιάδες απ’ τα ουράνια,
μα θεοί κι οξαποδώ
κει δεν είναι παρά δω…….
Κώστας Βάρναλης από την μπαλάντα του κυρ Μέντιου

Ο Ρενέ Ζιράρ έκανε μια ριζοσπαστική ανάλυση των κειμένων της Ιουδαϊκής και Χριστιανικής παράδοσης. Υποστήριξε ότι, σε αντίθεση με τους αρχαίους μύθους που δικαιώνουν τον όχλο, η Βίβλος (και ειδικά τα Πάθη του Χριστού) παίρνει το μέρος του αθώου θύματος.
Αποκαλύπτοντας ότι ο αποδιοπομπαίος τράγος είναι αθώος, ο Χριστιανισμός “αχρηστεύει” τον μηχανισμό της θυσίας, αφήνοντας την ανθρωπότητα αντιμέτωπη με τη δική της βία.
Από τον φίλο ΝΠ ή πιο κάτω ανάρτηση
ΝΠ
Απλά για την ιστορία αγαπητέ Νίκο ..εγώ άκουσα την λέξη Κυβερνητική από κάποιον νεοπροσληφθέντα συνάδελφο μου, όταν των ρώτησα τι έχει σπουδάσει . Μου λέει με στόμφο Κυβερνητική στη Οξφόρδη!
Έτρεξα στον εκδοτικό οίκο Παπαζήση και βρήκα το σχετικό βιβλίο . Το παράδοξο ήταν ότι ο συνάδελφος μου δεν είχε σπουδάσει αυτή την επιστήμη και χρησιμοποίησε ένα ψέμα για να εντυπωσιάσει! Αυτό είναι μια άλλη ιστορία που μπορεί κάποτε να την γράψω ..
ΚΜ


Δεν μιλούσανε πολύ για το βυζαντινό
το Διδυμότειχο οι αρματωλοί του 21.
Μ αγωνίζονταν και για κείνου τη λευτεριά
στης Ρούμελης και του Μοριά τα καταράχια.
Και είχαν κι από το καριοφίλι τους
πιο δυνατό ένα σύμμαχο στην μάχη:
της βαρύτητας τα βράχια,που ίγδιζαν
απ’ τις βουνοκορφές του Οθωμανού τη ράχη.
Από την συλλογή: η αυτοκτονία του Χρόνου
Του Τάκη Σκανάτοβιτς
Ο Τάκης Σκανάτοβιτς, φίλος από τα χρόνια της Ιντεραμέρικαν, είχε μια βαθιά, σχεδόν σωματική σχέση με την ελληνική γλώσσα και την ιστορία. Η επιλογή λέξεων όπως το «ίγδιζαν» δείχνει έναν δημιουργό που δεν έψαχνε την εύκολη ή την «ποιητική» λέξη με την καθωσπρέπει έννοια, αλλά τη λέξη που έχει βάρος, που κάνει θόρυβο, που μεταφέρει την τραχύτητα της πέτρας και του αγώνα.
Το γεγονός ότι αναφέρει το Διδυμότειχο σε ένα ποίημα για το ’21, ίσως κρύβει και μια προσωπική του ευαισθησία ή μια δική του «ενωτική» οπτική για τον ελληνισμό: ότι ο αγώνας που ξεκίνησε στον Μοριά και τη Ρούμελη είχε ως τελικό πνευματικό προορισμό και τις πιο μακρινές βυζαντινές εστίες, όπως το Διδυμότειχο.
Είναι σαν να ήθελε να πει ότι η ελευθερία δεν έχει σύνορα και ότι η «βαρύτητα» της ιστορίας μας (τα βράχια που ίγδιζαν) είναι ίδια σε κάθε βουνοκορφή, από τον Ταΰγετο μέχρι τα τείχη του Έβρου.

Να κάτι που ακούγεται σαν παραδοξολογία, αλλά ίσως είναι αλήθεια: ο χρόνος δεν υπάρχει όπως νομίζουμε.
Το παρελθόν δεν υπάρχει — έχει ήδη χαθεί.
Το μέλλον δεν υπάρχει — δεν έχει ακόμη γεννηθεί.
Μένει το παρόν.
Κι όμως, αν το κοιτάξεις πιο προσεκτικά, ούτε αυτό στέκει.
Γλιστρά πριν το αδράξεις.
Αυτοκτονεί τη στιγμή που το ονομάζεις.
Σαν να στηρίζεται σε ένα μηδέν.
Ένα μηδέν που απλώθηκε από μια πρώτη, ακατανόητη στιγμή
και ταξιδεύει διαρκώς ανάμεσα σε αυτό που πέρασε και σε αυτό που έρχεται —
μέχρι να σβήσει κι αυτό,
όπως ίσως θα σβήσει μια μέρα και το ίδιο το σύμπαν,
σαν να μην υπήρξε ποτέ.
Κι αν όλα αυτά είναι μια πλάνη, τότε πού κρύβεται ο χρόνος;
Στην κίνηση, θα έλεγε κανείς.
Εκεί όπου όλα αλλάζουν.
Κι όμως —
μέσα στην ίδια την κίνηση, στον πυρήνα της,
κατοικεί μια ελλοχεύουσα αταξία
Ένα αιώνιο παρόν
που δεν το αντιλαμβανόμαστε,
αλλά είναι το μόνο που, ίσως, υπάρχει
Έμπνευση-διασκευή από την ποιητική συλλογή: η αυτοκτονία του χρόνου του Τάκη Σκανάτοβιτς




Μικρό δοκίμιο (επανάληψη παλιότερης ανάρτησης)
Στην ιστορία της ελληνικής σκέψης, ο έρωτας δεν υπήρξε ποτέ ένα απλό αίσθημα, αλλά μια κοσμογονική δύναμη, ένας δρόμος που συνδέει το εφήμερο με το αιώνιο. Αν τοποθετήσουμε τη φιλοσοφία του Δημήτρη Λιαντίνη δίπλα στο πλατωνικό οικοδόμημα, ανακαλύπτουμε δύο όψεις της ίδιας υπαρξιακής αγωνίας: την προσπάθεια του ανθρώπου να νοηματοδοτήσει τη γύμνια του απέναντι στον χρόνο.
Για τον Πλάτωνα, ο έρωτας είναι ο γιος της Πενίας και του Πόρου. Είναι η ενσάρκωση της έλλειψης που αναζητά την πλήρωση. Ο πλατωνικός εραστής χρησιμοποιεί το κάλλος ως σκάλα· ξεκινά από το ωραίο σώμα για να φτάσει στην αιώνια Ιδέα, επιζητώντας τον «τόκο εν καλώ». Ο έρωτας εδώ είναι η ορμή για αθανασία, μια απόπειρα του ανθρώπου να δραπετεύσει από τον κόσμο της φθοράς και να επιστρέψει στο θείο.
Ο Λιαντίνης, ωστόσο, προσγειώνει αυτή την ορμή στην τραχιά πραγματικότητα της βιολογίας. Για εκείνον, το σεξ και ο θάνατος δεν είναι αντίπαλοι, αλλά οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος: της θνητότητας. Ενώ στον Πλάτωνα ο έρωτας είναι η έξοδος από τον θάνατο, στον Λιαντίνη ο έρωτας είναι το σύμπτωμα του θανάτου. Η ένταση της επιθυμίας δεν πηγάζει από την ανάμνηση ενός υπερπέραν, αλλά από την επίγνωση του τέλους. Ερωτευόμαστε με πάθος ακριβώς επειδή ο χρόνος μας είναι σπάνιος. Αν ο άνθρωπος ήταν αθάνατος, ο έρωτας θα κατέληγε μια μηχανική πράξη, στερημένη από το τραγικό βάθος που του χαρίζει η προοπτική της απώλειας.
Εκεί που ο Πλάτων προσφέρει τη σωτηρία μέσω της υπέρβασης, ο Λιαντίνης προσφέρει την αξιοπρέπεια μέσω της αποδοχής. Η «μικρή έκσταση» της ερωτικής πράξης είναι μια πρόβα θανάτου, μια στιγμή όπου το «εγώ» διαλύεται, υπενθυμίζοντας πως κάθε ένωση είναι προσωρινή. Ο άνθρωπος του Λιαντίνη δεν βαδίζει προς τη λύτρωση, αλλά στέκεται ανάμεσα στον πόθο και το τέλος, παίζοντας τη μοίρα του με «ανοιχτά μάτια».
Συνελόντι ειπείν, ο έρωτας παραμένει η ισχυρότερη κατάφαση της ζωής, όχι γιατί νικά τον θάνατο, αλλά γιατί αντλεί το φως του από τη σκιά του. Είτε ως πλατωνική δίψα για το αιώνιο είτε ως λιαντινική κραυγή στο παρόν, ο έρωτας είναι αυτό που καθιστά τον άνθρωπο τραγικό — και, ως εκ τούτου, αληθινά μεγάλο.

Κάπου ανάμεσα σε μια σύσκεψη χωρίς τέλος και σε ένα email που δεν έπρεπε ποτέ να σταλεί, ζει και βασιλεύει ο Dilbert. Όχι ως σκίτσο πια, αλλά ως καθημερινή εμπειρία.
Δεν χρειάζεται να ψάξεις πολύ. Θα τον βρεις σε ένα γραφείο με χαμηλό φωτισμό, μπροστά σε μια οθόνη γεμάτη παρουσιάσεις που εξηγούν τα αυτονόητα. Δίπλα του, ένας προϊστάμενος που μιλάει πολύ, χωρίς να λέει τίποτα — μια πιο κομψή εκδοχή του «Pointy-Haired Boss».
Στο ελληνικό γραφείο, το φαινόμενο έχει τη δική του ιδιαιτερότητα.
Δεν είναι μόνο η γραφειοκρατία. Είναι και η συνήθεια. Η ανοχή. Εκείνη η αόρατη συμφωνία ότι «έτσι γίνονται τα πράγματα».
Και κάπως έτσι, το παράλογο αποκτά διάρκεια.
Συσκέψεις για να αποφασίσουμε αν θα κάνουμε άλλη σύσκεψη.
Στρατηγικές που αλλάζουν πριν προλάβουν να εφαρμοστούν.
Λέξεις μεγάλες — «όραμα», «μετασχηματισμός», «καινοτομία» — που μικραίνουν μόλις πάρουν το δρόμο της υλοποίησης .
Κι όμως, μέσα σε όλο αυτό, υπάρχει και κάτι πιο ενδιαφέρον.
Ο Dilbert δεν είναι ο ήρωας. Είναι ο μάρτυρας.
Βλέπει το παράλογο, το καταγράφει, το αντέχει. Δεν το αλλάζει — αλλά δεν το νομιμοποιεί κιόλας. Και ίσως εκεί βρίσκεται η πρώτη ρωγμή: στη συνείδηση ότι «κάτι δεν πάει καλά».
Γιατί κάθε οργανισμός, αν δεν προσέξει, γλιστράει προς τη γελοιοποίηση χωρίς να το καταλάβει. Όχι από κακή πρόθεση, αλλά από αδράνεια. Από την ευκολία του «έτσι το βρήκαμε».
Και τότε, ο Dilbert παύει να είναι αστείο.
Γίνεται καθρέφτης.
Ίσως, τελικά, η διαφορά δεν είναι ανάμεσα σε καλές και κακές εταιρείες.
Αλλά ανάμεσα σε εκείνες που γελούν με τον Dilbert —
και σε εκείνες που δεν καταλαβαίνουν ότι μιλούν για τον εαυτό τους
*Ο Dilbert είναι ένας φανταστικός χαρακτήρας κόμικ — ένας μηχανικός που εργάζεται σε ένα τυπικό, συχνά παράλογο εταιρικό περιβάλλον.
Ο πιο γνωστός χαρακτήρας μετά τον Dilbert είναι ο Pointy-Haired Boss (ο «διευθυντής με το μυτερό μαλλί»), σύμβολο του κακού manager.