Το παιχνίδι δεν έχει ίδιους κανόνες για όλους

Το παιχνίδι δεν έχει ίδιους κανόνες για όλους

Ξεφυλλίζοντας ένα παλιό βιβλίο management, στάθηκα σε μια απλή αλλά συνάμα και ενοχλητική ιδέα :

οι κανόνες του παιχνιδιού δεν είναι ίδιοι για όλους — και σίγουρα δεν μένουν ίδιοι για πάντα.

Στη ζωή, όπως και στις επιχειρήσεις, μεγαλώνουμε πιστεύοντας ότι αν δουλέψουμε σωστά, αν είμαστε έντιμοι και συνεπείς, το αποτέλεσμα θα μας δικαιώσει.

Και συχνά έτσι είναι. Όχι όμως πάντα.

Υπάρχει και ένα άλλο επίπεδο — πιο περίπλοκο , πιο αθέατο.

Εκεί όπου οι αποφάσεις δεν παίρνονται μόνο με βάση τα δεδομένα, αλλά με βάση τις σχέσεις, τη δύναμη, τη χρονική συγκυρία.

Εκεί όπου το «σωστό» δεν είναι πάντα το «αποτελεσματικό».

Δεν είναι λόγος αυτός για απογοήτευση.

Είναι λόγος όμως για κατανόηση των αθέατων όρων του παιγνιδιού.

Γιατί ο κόσμος δεν είναι μόνο ένα σύστημα θεσμοθετημένων κανόνων· είναι ένα πεδίο παιχνιδιού.

Και στο παιχνίδι αυτό, άλλοι παίζουν με ένστικτο, άλλοι με στρατηγική, και άλλοι απλώς ακολουθούν.

Ο πραγματικός «νικητής» — αν υπάρχει τέτοιος — δεν είναι εκείνος που κερδίζει πάντα.

Είναι εκείνος που καταλαβαίνει πότε άλλαξε το παιχνίδι.

Και προσαρμόζεται χωρίς να χάνει τον εαυτό του.

Ο Βάρναλης για τους Συνταξιούχους

Ο Βάρναλης για τους Συνταξιούχους

K’ έλεα: όταν μιαν ημέρα

παρασφίξουνε τα γέρα,

θα ξεκουραστώ κ’ εγώ,

του θεού τ’ αβασταγό!

Όχι ξύλο! Φόρτωμα όχι!

Θα μου δώσουνε μια κόχη,

λίγο πιόμα και σανό,

σύνταξη τόσω χρονώ!

Kι όταν ένα καλό βράδι

θα τελειώσει μου το λάδι

κι αμολήσω την πνοή

(ένα πουφ! είν’ η ζωή),

η ψυχή μου θενά δράμει

στη ζεστή αγκαλιά τ’ Aβράμη,

τ’ άσπρα, τ’ αχερένια του

να φιλάει τα γένια του!…

Γέρασα κι ως δε φελούσα

κι αχαΐρευτος κυλούσα,

με πετάξανε μακριά

να με φάνε τα θεριά……..

― “Φως ζητάνε τα χαϊβάνια

κ’ οι ραγιάδες απ’ τα ουράνια,

μα θεοί κι οξαποδώ

κει δεν είναι παρά δω…….

Κώστας Βάρναλης από την μπαλάντα του κυρ Μέντιου

Η Βίβλος και οι ελληνικοί μύθοι

Ο Ρενέ Ζιράρ έκανε μια ριζοσπαστική ανάλυση των κειμένων της Ιουδαϊκής και Χριστιανικής παράδοσης. Υποστήριξε ότι, σε αντίθεση με τους αρχαίους μύθους που δικαιώνουν τον όχλο, η Βίβλος (και ειδικά τα Πάθη του Χριστού) παίρνει το μέρος του αθώου θύματος.

Αποκαλύπτοντας ότι ο αποδιοπομπαίος τράγος είναι αθώος, ο Χριστιανισμός “αχρηστεύει” τον μηχανισμό της θυσίας, αφήνοντας την ανθρωπότητα αντιμέτωπη με τη δική της βία.

Συνέχεια περί κυβερνητικής ..

Από τον φίλο ΝΠ ή πιο κάτω ανάρτηση

Και  στη  δική  μου  βιβλιοθήκη  η  διάσημη  “Κυβερνητική”  του  πριν  50  χρόνια  προφητικου  Wiener  φίλε  Κωστα . Τι  μου  θύμησες !  Ήμασταν  νιοί  και  γεράσαμε  φίλε  και  τα  πρωτοποριακά  τότε  βιβλία  που  μας  εντυπωσίαζαν  και  μας  γέμιζαν  ερωτήσεις  κι  αμφιβολιες  ξεπερνιουνται  πλέον  απ’  την  πραγματικότητα !

      Χαίρε  και  υγιείαινε .

ΝΠ

Απλά για την ιστορία αγαπητέ Νίκο ..εγώ άκουσα την λέξη Κυβερνητική από κάποιον νεοπροσληφθέντα συνάδελφο μου, όταν των ρώτησα τι έχει σπουδάσει . Μου λέει με στόμφο Κυβερνητική στη Οξφόρδη!

Έτρεξα στον εκδοτικό οίκο Παπαζήση και βρήκα το σχετικό βιβλίο . Το παράδοξο ήταν ότι ο συνάδελφος μου δεν είχε σπουδάσει αυτή την επιστήμη και χρησιμοποίησε ένα ψέμα για να εντυπωσιάσει! Αυτό είναι μια άλλη ιστορία που μπορεί κάποτε να την γράψω ..

ΚΜ

Βράχοι  και Καρυοφίλια

Δεν μιλούσανε πολύ για το βυζαντινό

 το Διδυμότειχο οι αρματωλοί του 21.

 Μ αγωνίζονταν και για κείνου τη λευτεριά

στης Ρούμελης και του Μοριά τα καταράχια.

Και είχαν κι από το καριοφίλι τους

πιο δυνατό ένα σύμμαχο στην μάχη:

της βαρύτητας τα βράχια,που ίγδιζαν  

απ’ τις βουνοκορφές του Οθωμανού τη ράχη.

Από την συλλογή: η αυτοκτονία του Χρόνου

Του Τάκη Σκανάτοβιτς

Ο Τάκης Σκανάτοβιτς, φίλος από τα χρόνια της Ιντεραμέρικαν, είχε μια βαθιά, σχεδόν σωματική σχέση με την ελληνική γλώσσα και την ιστορία. Η επιλογή λέξεων όπως το «ίγδιζαν» δείχνει έναν δημιουργό που δεν έψαχνε την εύκολη ή την «ποιητική» λέξη με την καθωσπρέπει έννοια, αλλά τη λέξη που έχει βάρος, που κάνει θόρυβο, που μεταφέρει την τραχύτητα της πέτρας και του αγώνα.

Το γεγονός ότι αναφέρει το Διδυμότειχο σε ένα ποίημα για το ’21, ίσως κρύβει και μια προσωπική του ευαισθησία ή μια δική του «ενωτική» οπτική για τον ελληνισμό: ότι ο αγώνας που ξεκίνησε στον Μοριά και τη Ρούμελη είχε ως τελικό πνευματικό προορισμό και τις πιο μακρινές βυζαντινές εστίες, όπως το Διδυμότειχο.

Είναι σαν να ήθελε να πει ότι η ελευθερία δεν έχει σύνορα και ότι η «βαρύτητα» της ιστορίας μας (τα βράχια που ίγδιζαν) είναι ίδια σε κάθε βουνοκορφή, από τον Ταΰγετο μέχρι τα τείχη του Έβρου.

Ο χρόνος ως πλάνη

Να κάτι που ακούγεται σαν παραδοξολογία, αλλά ίσως είναι αλήθεια: ο χρόνος δεν υπάρχει όπως νομίζουμε.

Το παρελθόν δεν υπάρχει — έχει ήδη χαθεί.

Το μέλλον δεν υπάρχει — δεν έχει ακόμη γεννηθεί.

Μένει το παρόν.

Κι όμως, αν το κοιτάξεις πιο προσεκτικά, ούτε αυτό στέκει.

Γλιστρά πριν το αδράξεις.

Αυτοκτονεί τη στιγμή που το ονομάζεις.

Σαν να στηρίζεται σε ένα μηδέν.

Ένα μηδέν που απλώθηκε από μια πρώτη, ακατανόητη στιγμή

και ταξιδεύει διαρκώς ανάμεσα σε αυτό που πέρασε και σε αυτό που έρχεται —

μέχρι να σβήσει κι αυτό,

όπως ίσως θα σβήσει μια μέρα και το ίδιο το σύμπαν,

σαν να μην υπήρξε ποτέ.

Κι αν όλα αυτά είναι μια πλάνη, τότε πού κρύβεται ο χρόνος;

Στην κίνηση, θα έλεγε κανείς.

Εκεί όπου όλα αλλάζουν.

Κι όμως —

μέσα στην ίδια την κίνηση, στον πυρήνα της,

κατοικεί μια ελλοχεύουσα αταξία

Ένα αιώνιο παρόν

που δεν το αντιλαμβανόμαστε,

αλλά είναι το μόνο που, ίσως, υπάρχει

Έμπνευση-διασκευή από την ποιητική συλλογή: η αυτοκτονία του χρόνου του Τάκη Σκανάτοβιτς

Η Τραγική Σύζευξη: Έρωτας και Θάνατος από τον Πλάτωνα στον Λιαντίνη

Μικρό δοκίμιο (επανάληψη παλιότερης ανάρτησης)

Στην ιστορία της ελληνικής σκέψης, ο έρωτας δεν υπήρξε ποτέ ένα απλό αίσθημα, αλλά μια κοσμογονική δύναμη, ένας δρόμος που συνδέει το εφήμερο με το αιώνιο. Αν τοποθετήσουμε τη φιλοσοφία του Δημήτρη Λιαντίνη δίπλα στο πλατωνικό οικοδόμημα, ανακαλύπτουμε δύο όψεις της ίδιας υπαρξιακής αγωνίας: την προσπάθεια του ανθρώπου να νοηματοδοτήσει τη γύμνια του απέναντι στον χρόνο.

Για τον Πλάτωνα, ο έρωτας είναι ο γιος της Πενίας και του Πόρου. Είναι η ενσάρκωση της έλλειψης που αναζητά την πλήρωση. Ο πλατωνικός εραστής χρησιμοποιεί το κάλλος ως σκάλα· ξεκινά από το ωραίο σώμα για να φτάσει στην αιώνια Ιδέα, επιζητώντας τον «τόκο εν καλώ». Ο έρωτας εδώ είναι η ορμή για αθανασία, μια απόπειρα του ανθρώπου να δραπετεύσει από τον κόσμο της φθοράς και να επιστρέψει στο θείο.

Ο Λιαντίνης, ωστόσο, προσγειώνει αυτή την ορμή στην τραχιά πραγματικότητα της βιολογίας. Για εκείνον, το σεξ και ο θάνατος δεν είναι αντίπαλοι, αλλά οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος: της θνητότητας. Ενώ στον Πλάτωνα ο έρωτας είναι η έξοδος από τον θάνατο, στον Λιαντίνη ο έρωτας είναι το σύμπτωμα του θανάτου. Η ένταση της επιθυμίας δεν πηγάζει από την ανάμνηση ενός υπερπέραν, αλλά από την επίγνωση του τέλους. Ερωτευόμαστε με πάθος ακριβώς επειδή ο χρόνος μας είναι σπάνιος. Αν ο άνθρωπος ήταν αθάνατος, ο έρωτας θα κατέληγε μια μηχανική πράξη, στερημένη από το τραγικό βάθος που του χαρίζει η προοπτική της απώλειας.

Εκεί που ο Πλάτων προσφέρει τη σωτηρία μέσω της υπέρβασης, ο Λιαντίνης προσφέρει την αξιοπρέπεια μέσω της αποδοχής. Η «μικρή έκσταση» της ερωτικής πράξης είναι μια πρόβα θανάτου, μια στιγμή όπου το «εγώ» διαλύεται, υπενθυμίζοντας πως κάθε ένωση είναι προσωρινή. Ο άνθρωπος του Λιαντίνη δεν βαδίζει προς τη λύτρωση, αλλά στέκεται ανάμεσα στον πόθο και το τέλος, παίζοντας τη μοίρα του με «ανοιχτά μάτια».

Συνελόντι ειπείν, ο έρωτας παραμένει η ισχυρότερη κατάφαση της ζωής, όχι γιατί νικά τον θάνατο, αλλά γιατί αντλεί το φως του από τη σκιά του. Είτε ως πλατωνική δίψα για το αιώνιο είτε ως λιαντινική κραυγή στο παρόν, ο έρωτας είναι αυτό που καθιστά τον άνθρωπο τραγικό — και, ως εκ τούτου, αληθινά μεγάλο.