Συνέχεια περί κυβερνητικής ..

Από τον φίλο ΝΠ ή πιο κάτω ανάρτηση

Και  στη  δική  μου  βιβλιοθήκη  η  διάσημη  “Κυβερνητική”  του  πριν  50  χρόνια  προφητικου  Wiener  φίλε  Κωστα . Τι  μου  θύμησες !  Ήμασταν  νιοί  και  γεράσαμε  φίλε  και  τα  πρωτοποριακά  τότε  βιβλία  που  μας  εντυπωσίαζαν  και  μας  γέμιζαν  ερωτήσεις  κι  αμφιβολιες  ξεπερνιουνται  πλέον  απ’  την  πραγματικότητα !

      Χαίρε  και  υγιείαινε .

ΝΠ

Απλά για την ιστορία αγαπητέ Νίκο ..εγώ άκουσα την λέξη Κυβερνητική από κάποιον νεοπροσληφθέντα συνάδελφο μου, όταν των ρώτησα τι έχει σπουδάσει . Μου λέει με στόμφο Κυβερνητική στη Οξφόρδη!

Έτρεξα στον εκδοτικό οίκο Παπαζήση και βρήκα το σχετικό βιβλίο . Το παράδοξο ήταν ότι ο συνάδελφος μου δεν είχε σπουδάσει αυτή την επιστήμη και χρησιμοποίησε ένα ψέμα για να εντυπωσιάσει! Αυτό είναι μια άλλη ιστορία που μπορεί κάποτε να την γράψω ..

ΚΜ

Βράχοι  και Καρυοφίλια

Δεν μιλούσανε πολύ για το βυζαντινό

 το Διδυμότειχο οι αρματωλοί του 21.

 Μ αγωνίζονταν και για κείνου τη λευτεριά

στης Ρούμελης και του Μοριά τα καταράχια.

Και είχαν κι από το καριοφίλι τους

πιο δυνατό ένα σύμμαχο στην μάχη:

της βαρύτητας τα βράχια,που ίγδιζαν  

απ’ τις βουνοκορφές του Οθωμανού τη ράχη.

Από την συλλογή: η αυτοκτονία του Χρόνου

Του Τάκη Σκανάτοβιτς

Ο Τάκης Σκανάτοβιτς, φίλος από τα χρόνια της Ιντεραμέρικαν, είχε μια βαθιά, σχεδόν σωματική σχέση με την ελληνική γλώσσα και την ιστορία. Η επιλογή λέξεων όπως το «ίγδιζαν» δείχνει έναν δημιουργό που δεν έψαχνε την εύκολη ή την «ποιητική» λέξη με την καθωσπρέπει έννοια, αλλά τη λέξη που έχει βάρος, που κάνει θόρυβο, που μεταφέρει την τραχύτητα της πέτρας και του αγώνα.

Το γεγονός ότι αναφέρει το Διδυμότειχο σε ένα ποίημα για το ’21, ίσως κρύβει και μια προσωπική του ευαισθησία ή μια δική του «ενωτική» οπτική για τον ελληνισμό: ότι ο αγώνας που ξεκίνησε στον Μοριά και τη Ρούμελη είχε ως τελικό πνευματικό προορισμό και τις πιο μακρινές βυζαντινές εστίες, όπως το Διδυμότειχο.

Είναι σαν να ήθελε να πει ότι η ελευθερία δεν έχει σύνορα και ότι η «βαρύτητα» της ιστορίας μας (τα βράχια που ίγδιζαν) είναι ίδια σε κάθε βουνοκορφή, από τον Ταΰγετο μέχρι τα τείχη του Έβρου.

Ο χρόνος ως πλάνη

Να κάτι που ακούγεται σαν παραδοξολογία, αλλά ίσως είναι αλήθεια: ο χρόνος δεν υπάρχει όπως νομίζουμε.

Το παρελθόν δεν υπάρχει — έχει ήδη χαθεί.

Το μέλλον δεν υπάρχει — δεν έχει ακόμη γεννηθεί.

Μένει το παρόν.

Κι όμως, αν το κοιτάξεις πιο προσεκτικά, ούτε αυτό στέκει.

Γλιστρά πριν το αδράξεις.

Αυτοκτονεί τη στιγμή που το ονομάζεις.

Σαν να στηρίζεται σε ένα μηδέν.

Ένα μηδέν που απλώθηκε από μια πρώτη, ακατανόητη στιγμή

και ταξιδεύει διαρκώς ανάμεσα σε αυτό που πέρασε και σε αυτό που έρχεται —

μέχρι να σβήσει κι αυτό,

όπως ίσως θα σβήσει μια μέρα και το ίδιο το σύμπαν,

σαν να μην υπήρξε ποτέ.

Κι αν όλα αυτά είναι μια πλάνη, τότε πού κρύβεται ο χρόνος;

Στην κίνηση, θα έλεγε κανείς.

Εκεί όπου όλα αλλάζουν.

Κι όμως —

μέσα στην ίδια την κίνηση, στον πυρήνα της,

κατοικεί μια ελλοχεύουσα αταξία

Ένα αιώνιο παρόν

που δεν το αντιλαμβανόμαστε,

αλλά είναι το μόνο που, ίσως, υπάρχει

Έμπνευση-διασκευή από την ποιητική συλλογή: η αυτοκτονία του χρόνου του Τάκη Σκανάτοβιτς

Η Τραγική Σύζευξη: Έρωτας και Θάνατος από τον Πλάτωνα στον Λιαντίνη

Μικρό δοκίμιο (επανάληψη παλιότερης ανάρτησης)

Στην ιστορία της ελληνικής σκέψης, ο έρωτας δεν υπήρξε ποτέ ένα απλό αίσθημα, αλλά μια κοσμογονική δύναμη, ένας δρόμος που συνδέει το εφήμερο με το αιώνιο. Αν τοποθετήσουμε τη φιλοσοφία του Δημήτρη Λιαντίνη δίπλα στο πλατωνικό οικοδόμημα, ανακαλύπτουμε δύο όψεις της ίδιας υπαρξιακής αγωνίας: την προσπάθεια του ανθρώπου να νοηματοδοτήσει τη γύμνια του απέναντι στον χρόνο.

Για τον Πλάτωνα, ο έρωτας είναι ο γιος της Πενίας και του Πόρου. Είναι η ενσάρκωση της έλλειψης που αναζητά την πλήρωση. Ο πλατωνικός εραστής χρησιμοποιεί το κάλλος ως σκάλα· ξεκινά από το ωραίο σώμα για να φτάσει στην αιώνια Ιδέα, επιζητώντας τον «τόκο εν καλώ». Ο έρωτας εδώ είναι η ορμή για αθανασία, μια απόπειρα του ανθρώπου να δραπετεύσει από τον κόσμο της φθοράς και να επιστρέψει στο θείο.

Ο Λιαντίνης, ωστόσο, προσγειώνει αυτή την ορμή στην τραχιά πραγματικότητα της βιολογίας. Για εκείνον, το σεξ και ο θάνατος δεν είναι αντίπαλοι, αλλά οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος: της θνητότητας. Ενώ στον Πλάτωνα ο έρωτας είναι η έξοδος από τον θάνατο, στον Λιαντίνη ο έρωτας είναι το σύμπτωμα του θανάτου. Η ένταση της επιθυμίας δεν πηγάζει από την ανάμνηση ενός υπερπέραν, αλλά από την επίγνωση του τέλους. Ερωτευόμαστε με πάθος ακριβώς επειδή ο χρόνος μας είναι σπάνιος. Αν ο άνθρωπος ήταν αθάνατος, ο έρωτας θα κατέληγε μια μηχανική πράξη, στερημένη από το τραγικό βάθος που του χαρίζει η προοπτική της απώλειας.

Εκεί που ο Πλάτων προσφέρει τη σωτηρία μέσω της υπέρβασης, ο Λιαντίνης προσφέρει την αξιοπρέπεια μέσω της αποδοχής. Η «μικρή έκσταση» της ερωτικής πράξης είναι μια πρόβα θανάτου, μια στιγμή όπου το «εγώ» διαλύεται, υπενθυμίζοντας πως κάθε ένωση είναι προσωρινή. Ο άνθρωπος του Λιαντίνη δεν βαδίζει προς τη λύτρωση, αλλά στέκεται ανάμεσα στον πόθο και το τέλος, παίζοντας τη μοίρα του με «ανοιχτά μάτια».

Συνελόντι ειπείν, ο έρωτας παραμένει η ισχυρότερη κατάφαση της ζωής, όχι γιατί νικά τον θάνατο, αλλά γιατί αντλεί το φως του από τη σκιά του. Είτε ως πλατωνική δίψα για το αιώνιο είτε ως λιαντινική κραυγή στο παρόν, ο έρωτας είναι αυτό που καθιστά τον άνθρωπο τραγικό — και, ως εκ τούτου, αληθινά μεγάλο.

Dilbert* !!

Κάπου ανάμεσα σε μια σύσκεψη χωρίς τέλος και σε ένα email που δεν έπρεπε ποτέ να σταλεί, ζει και βασιλεύει ο Dilbert. Όχι ως σκίτσο πια, αλλά ως καθημερινή εμπειρία.

Δεν χρειάζεται να ψάξεις πολύ. Θα τον βρεις σε ένα γραφείο με χαμηλό φωτισμό, μπροστά σε μια οθόνη γεμάτη παρουσιάσεις που εξηγούν τα αυτονόητα. Δίπλα του, ένας προϊστάμενος που μιλάει πολύ, χωρίς να λέει τίποτα — μια πιο κομψή εκδοχή του «Pointy-Haired Boss».

Στο ελληνικό γραφείο, το φαινόμενο έχει τη δική του ιδιαιτερότητα.

Δεν είναι μόνο η γραφειοκρατία. Είναι και η συνήθεια. Η ανοχή. Εκείνη η αόρατη συμφωνία ότι «έτσι γίνονται τα πράγματα».

Και κάπως έτσι, το παράλογο αποκτά διάρκεια.

Συσκέψεις για να αποφασίσουμε αν θα κάνουμε άλλη σύσκεψη.

Στρατηγικές που αλλάζουν πριν προλάβουν να εφαρμοστούν.

Λέξεις μεγάλες — «όραμα», «μετασχηματισμός», «καινοτομία» — που μικραίνουν μόλις πάρουν το δρόμο της υλοποίησης .

Κι όμως, μέσα σε όλο αυτό, υπάρχει και κάτι πιο ενδιαφέρον.

Ο Dilbert δεν είναι ο ήρωας. Είναι ο μάρτυρας.

Βλέπει το παράλογο, το καταγράφει, το αντέχει. Δεν το αλλάζει — αλλά δεν το νομιμοποιεί κιόλας. Και ίσως εκεί βρίσκεται η πρώτη ρωγμή: στη συνείδηση ότι «κάτι δεν πάει καλά».

Γιατί κάθε οργανισμός, αν δεν προσέξει, γλιστράει προς τη γελοιοποίηση χωρίς να το καταλάβει. Όχι από κακή πρόθεση, αλλά από αδράνεια. Από την ευκολία του «έτσι το βρήκαμε».

Και τότε, ο Dilbert παύει να είναι αστείο.

Γίνεται καθρέφτης.

Ίσως, τελικά, η διαφορά δεν είναι ανάμεσα σε καλές και κακές εταιρείες.

Αλλά ανάμεσα σε εκείνες που γελούν με τον Dilbert —

και σε εκείνες που δεν καταλαβαίνουν ότι μιλούν για τον εαυτό τους

Dilbert είναι ένας φανταστικός χαρακτήρας κόμικ — ένας μηχανικός που εργάζεται σε ένα τυπικό, συχνά παράλογο εταιρικό περιβάλλον.

Ο πιο γνωστός χαρακτήρας μετά τον Dilbert είναι ο Pointy-Haired Boss (ο «διευθυντής με το μυτερό μαλλί»), σύμβολο του κακού manager.

«Ο άνθρωπος είναι το ον που δεν ξέρει τι να επιθυμήσει και γι’ αυτό στρέφεται στους άλλους για να αποφασίσει.» — Ρενέ Ζιράρ

Ο νόμος του Gordon Moore*ως μάθημα ζωής και στρατηγικής.

Ξεφυλλίζοντας παλιές σημειώσεις, έπεσα ξανά πάνω στον νόμο του Gordon Moore. Μια απλή παρατήρηση: η ισχύς της τεχνολογίας διπλασιάζεται κάθε τόσο. Μια φράση σχεδόν τεχνική — κι όμως, πίσω της κρύβεται μια βαθύτερη αλήθεια για τον κόσμο μας.

Δεν αλλάζουν μόνο τα μηχανήματα. Αλλάζει ο ίδιος ο ρυθμός της ζωής.

Ο άνθρωπος είναι φτιαγμένος να σκέφτεται γραμμικά: λίγο περισσότερο σήμερα, λίγο καλύτερα αύριο. Όμως η πραγματικότητα, όλο και πιο συχνά, κινείται εκθετικά. Και εκεί αρχίζουν τα λάθη. Υποτιμούμε την αρχή — όταν τίποτα δεν φαίνεται να συμβαίνει. Και αιφνιδιαζόμαστε στο τέλος — όταν όλα έχουν ήδη αλλάξει.

Σε έναν τέτοιο κόσμο, ο ανταγωνισμός μοιάζει με μάχη σε κινούμενη άμμο. Προσπαθείς να βελτιωθείς λίγο, ενώ το έδαφος μετακινείται κάτω από τα πόδια σου πολύ πιο γρήγορα. Οι «κόκκινοι ωκεανοί» γεμίζουν αίμα, αλλά και αυταπάτες: ότι με περισσότερη προσπάθεια θα έρθει η νίκη.

Κι όμως, η απάντηση βρίσκεται αλλού.

Όχι στο να τρέξεις πιο γρήγορα από τους άλλους, αλλά στο να καταλάβεις προς τα πού κινείται ο ίδιος ο χρόνος. Να δεις νωρίς εκεί που οι άλλοι βλέπουν αργά. Να επενδύσεις εκεί που σήμερα φαίνεται μικρό, αλλά αύριο θα είναι κυρίαρχο.

Σαν το αμπέλι.

Στην αρχή, τίποτα δεν προδίδει τη δύναμή του. Λίγα κλήματα, λίγη φροντίδα, πολλή υπομονή. Αν το δεις γραμμικά, θα το εγκαταλείψεις. Αν το δεις εκθετικά, θα επιμείνεις.

Και τότε, κάποια στιγμή, ο πλούσιος τρύγος έρχεται σχεδόν ξαφνικά.

Ο νόμος του Moore δεν είναι απλώς ένας τεχνολογικός κανόνας. Είναι μια υπενθύμιση:

ότι ο κόσμος δεν προχωρά με βήματα — αλλά κάποιες φορές με άλματα.

Και όποιος το καταλάβει εγκαίρως, δεν χρειάζεται να τρέχει.

Απλώς φροντίζει να βρίσκεται στο σωστό χωράφι.

*Ο Γκόρντον Μουρ (1929–2023) ήταν Αμερικανός μηχανικός, επιχειρηματίας και συνιδρυτής της Intel Corporation, γνωστός παγκοσμίως για τη «Νομοθεσία του Μουρ» (Moore’s Law). Η πρόβλεψή του για την εκθετική αύξηση της υπολογιστικής ισχύος επηρέασε βαθιά τη σύγχρονη τεχνολογική επανάσταση και τη διαμόρφωση της Σίλικον Βάλεϊ. 

Η Στρατηγική των Γαλάζιων Ωκεανών

Ξεφυλλίζοντας τη «Στρατηγική των Γαλάζιων Ωκεανών», θυμήθηκα πόσο εύκολα παγιδευόμαστε σε μάχες που δεν αξίζει να δοθούν. Αγορές κορεσμένες, ακραίοι ανταγωνισμοί, μικρές νίκες που κοστίζουν πανάκριβα.

Οι συγγραφείς λένε κάτι απλό αλλά δύσκολο:

μην προσπαθείς να κερδίσεις τον ανταγωνισμό — ξεπέρασέ τον, όπως έκαναν οι Γερμανοί με τη γραμμή Μαζινό.

Τι σημαίνει αυτό;

Ψάξε τον χώρο που δεν έχει ακόμη ανακαλυφθεί.

Το πεδίο που δεν έχει κορεστεί.

Το «αμπελοτόπι» που δεν το έχουν πατήσει πολλοί.

Στη ζωή και στη δουλειά, οι περισσότεροι μαθαίνουμε να ανταγωνιζόμαστε. Λίγοι μαθαίνουν να δημιουργούν χώρο, να ανοίγουν νέες αγορές.

Κι όμως, εκεί βρίσκεται η διαφορά:

όχι στο πόσο καλά παίζεις το παιχνίδι,

αλλά στο αν έχεις το θάρρος να αλλάξεις το ίδιο το παιχνίδι.

Γιατί, στο τέλος,

οι μεγάλες διαδρομές χαράσσονται εκεί που πριν δεν υπήρχε δρόμος.