Ritschl: Αν η Ελλάδα επιτεθεί, μας τα παίρνει όλα! Ritschl: Αν η Ελλάδα επιτεθεί, μας τα παίρνει όλα! Διαδώστε το!

Για το ελληνικό χρέος μίλησε Γερμανός καθηγητής Ιστορίας-Οικονομίας στο Spiegel σε σκληρή γλώσσα για τη Γερμανία. Ο Γερμανός καθηγητής της Ιστορίας της Οικονομίας Albrecht Ritschl (LSE) τα λέει έξω από τα δόντια για το ελληνικό χρέος στο έξαλλα ανθελληνικό Spiegel, ο δημοσιογράφος του οποίου δεν πιστεύει στα αυτιά του.

Spiegel: Κύριε Ritschl, η Γερμανική κυβέρνηση ενεργεί με ακαμψία στο θέμα της Ελλάδας, στη λογική «λεφτά θα πάρετε μόνο αν κάνετε ό,τι σας λέμε». Κρίνετε δίκαιη αυτή τη συμπεριφορά;

Ritschl: Όχι, είναι απολύτως αδικαιολόγητη. Η Γερμανία έζησε τις μεγαλύτερες χρεοκοπίες της νεότερης ιστορίας. Την σημερινή οικονομική ανεξαρτησία της και το ρόλο του «Δασκάλου της Ευρώπης» η Γερμανία τα χρωστάει… στις ΗΠΑ, οι οποίες μετά τον Α΄ αλλά και τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο παραιτήθηκαν από το δικαίωμά τους για τεράστια χρηματικά ποσά. Αυτό το ξεχνούν όλοι.

Spiegel: Θα μας πείτε τι ακριβώς συνέβη τότε;

Ritschl: Η δημοκρατία της Βαϊμάρης κατόρθωσε να επιζήσει από το 1924 μέχρι το 1929 αποκλειστικά με δανεικά. Μάλιστα για τις αποζημιώσεις του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου δανείστηκε από τις ΗΠΑ. Επρόκειτο για μια «δανειακή Πυραμίδα», η οποία κατέρρευσε με την κρίση του 1931. Τα χρήματα των δανείων των ΗΠΑ είχαν εξαφανιστεί, η ζημιά για τις ΗΠΑ ήταν τεράστια, οι συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία καταστροφικές. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο οι ΗΠΑ φρόντισαν να μην θέσει κανείς από τους συμμάχους αξιώσεις για αποζημίωση. Εκτός από μερικές εξαιρέσεις, ματαιώθηκαν όλες οι αξιώσεις μέχρι μια μελλοντική επανένωση της Ανατολικής με τη Δυτική Γερμανία. Αυτό ήταν πολύ ζωτικό για την Γερμανία. Στην ουσία πάνω σε αυτό στηρίχθηκε το περίφημο γερμανικό μεταπολεμικό θαύμα! Παράλληλα όμως, τα θύματα της γερμανικής κατοχής όπως οι Έλληνες, ήταν αναγκασμένα να αποποιηθούν τα δικαιώματα τους για αποζημίωση.

Spiegel: Πόσο μεγάλα ήταν τότε τα ποσά από τις γερμανικές χρεοκοπίες;

Ritschl: Με βάση την οικονομική επιφάνεια που είχαν οι ΗΠΑ κατά την εποχή εκείνη, αναλογικά τα γερμανικά χρέη της δεκαετίας του ‘30 ισοδυναμούν με το κόστος της κρίσης του 2008. Αν τα συγκρίνουμε λοιπόν με τα ελληνικά χρέη, τότε, πιστέψτε, με τα χρέη της Ελλάδας είναι μηδαμινά. Σε σχέση με την οικονομική επιφάνεια της χώρας, η Γερμανία είναι ο μεγαλύτερος αμαρτωλός του 20ου αιώνα και ίσως της νεότερης οικονομικής ιστορίας.

Spiegel: Πόσες φορές έχει χρεοκοπήσει η Γερμανία;

Ritschl : Εξαρτάται πως το υπολογίζει κανείς. Τον τελευταίο αιώνα τουλάχιστον τρεις φορές. Μετά την τελευταία στάση πληρωμών στη δεκαετία του ‘30, ανακουφίστηκε η Γερμανία από τις ΗΠΑ με το γνωστό πλέον haircut, σαν να μετατρέπεις ένα afro look σε φαλάκρα. Από τότε κρατάει η χώρα την οικονομική λάμψη της. Στο ίδιο διάστημα όμως οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι δούλευαν σαν τα σκυλιά για να σηκώσουν κεφάλι από τις καταστροφές του πολέμου και τη γερμανική κατοχή. Κι ακόμη το 1990 είχαμε επίσης μια στάση πληρωμών.

Spiegel: Είστε βέβαιος;

Ritschl: Φυσικά! Ήταν όταν ο τότε καγκελάριος Kohl αρνήθηκε να υλοποιήσει τη Συμφωνία του Λονδίνου, του 1953. Η συμφωνία έλεγε ότι οι γερμανικές πολεμικές αποζημιώσεις στην περίπτωση της επανένωσης των δύο Γερμανιών, θα πρέπει να τεθούν υπό επαναδιαπραγμάτευση. Η Γερμανία όμως πλήρωσε ελαχιστότατες αποζημιώσεις μετά το 1990, ούτε τα αναγκαστικά δάνεια που είχε συνάψει, ούτε τα έξοδα κατοχής. Η Ελλάδα είναι ένα από τα κράτη, που δεν πήραν δεκάρα. Μην κρυβόμαστε! Η Γερμανία στον 20ο αιώνα άρχισε δυο πολέμους, ο δεύτερος μάλιστα ήταν πόλεμος αφανισμού και εξολόθρευσης. Στη συνέχεια οι εχθροί της αποποιήθηκαν το δικαίωμά τους εν μέρει ή και καθολικά για αποζημιώσεις. Το περίφημο «γερμανικό θαύμα» συντελέστηκε πάνω στις πλάτες άλλων Ευρωπαίων. Αυτό δεν το ξεχνούν οι Έλληνες.

Spiegel: Αυτή τη στιγμή συζητιέται η διάσωση της Ελλάδας μέσω μιας παράτασης του χρόνου πληρωμής των κρατικών ομολόγων, δηλαδή μιας ελεγχόμενης αναπροσαρμογής των χρεών. Μπορούμε εδώ να μιλάμε για επαπειλούμενη χρεοκοπία;

Ritschl: Βεβαίως! Ακόμη κι αν ένα κράτος δεν είναι εντελώς ανίκανο να ικανοποιήσει τους πιστωτές του, μπορεί να είναι υπό χρεοκοπία. Όπως και στην περίπτωση της Γερμανίας τη δεκαετία του ’50. Είναι ψευδαίσθηση να πιστεύουμε ότι η Ελλάδα θα μπορέσει μόνη της να πληρώσει τα χρέη. Άρα είναι εξ ορισμού χρεοκοπημένη. Επιτέλους θα πρέπει να καθοριστεί, ποια χρηματικά ποσά είναι έτοιμοι οι πιστωτές να θυσιάσουν.

Spiegel: Ναι, αλλά το κράτος που πληρώνει τα περισσότερα είναι η Γερμανία.

Ritschl: Νομίζω πως έτσι θα πρέπει να γίνει. Έχουμε υπάρξει στο παρελθόν υπερβολικά ανέμελοι. Η βιομηχανική μας παραγωγή κέρδισε πολλά από τις υπέρογκες εξαγωγές. Οι ανθελληνικές θέσεις που προβάλλουν τα γερμανικά ΜΜΕ είναι πολύ επικίνδυνες. Μην ξεχνάτε ότι ζούμε μέσα σε ένα γυάλινο σπίτι: Το οικονομικό μας θαύμα έγινε δυνατό αποκλειστικά και μόνο επειδή δεν αναγκαστήκαμε να πληρώσουμε αποζημιώσεις. Οι Έλληνες γνωρίζουν πολύ καλά την εχθρική στάση των γερμανικών ΜΜΕ. Αν η διάθεση των Ελλήνων γίνει πιο επιθετική, μπορεί να αναβιώσουν οι παλιές διεκδικήσεις! Αν αρχίσει η Ελλάδα και αν ποτέ αναγκαστεί η Γερμανία να πληρώσει, τότε θα μας τα πάρουν όλα.

Spiegel: Τι προτείνετε δηλαδή να κάνουμε στο θέμα της Ελλάδας;

Ritschl: Θα έπρεπε να είμαστε ευγνώμονες και να εξυγιάνουμε την Ελλάδα με τα λεφτά μας. Αν εμείς συνεχίζουμε το παιγνίδι των ΜΜΕ, παριστάνοντας τον χοντρό Εμίλ, που καπνίζει το πούρο του και αρνείται να πληρώσει, ίσως κάποιοι μας στείλουν τους παλιούς λογαριασμούς. Οι χρεοκοπίες της Γερμανίας τα περασμένα χρόνια δείχνουν τη λύση: πρέπει τώρα να συμφωνηθεί μια μείωση του χρέους. Όποιος δάνεισε λεφτά στην Ελλάδα, πρέπει να χάσει ένα μεγάλο μέρος τους! Ξέρω πως αυτό θα ήταν καταστροφικό για τις τράπεζες, γι’ αυτό και είναι απαραίτητο ένα πρόγραμμα βοήθειας. Δυστυχώς, η λύση αυτή είναι ακριβή για τη Γερμανία, αλλά πρέπει να καταλάβουμε ότι τελικά θα πρέπει να πληρώσουμε. Μόνο έτσι θα είχε και η Ελλάδα μια ευκαιρία για μια νέα αρχή.

Φώτης Κόντογλου – Ὁ Ἅγιος Μελέτιος καὶ τὸ Μοναστήρι του στὸν Κιθαιρῶνα

(ἀπὸ τὸ Ἀσάλευτο Θεμέλιο, Ἀκρίτας 1996)Πολλοὶ ἀπὸ μᾶς ἔχουνε ἀκουστὰ τὸ μοναστήρι τοῦ ἁγίου Μελετίου ποὺ εἶναι στὸν Κιθαιρώνα, πλὴν δὲν γνωρίζουνε ποιὸς ἤτανε αὐτὸς ὁ ἅγιος ποὺ τὄχτισε.Ὁ ἅγιος Μελέτιος δὲν εἶναι ντόπιος, ἀλλὰ ἦρθε ἀπὸ τὴν Ἀνατολή. Γεννήθηκε στὸ Μουταλάσκι τῆς Καππαδοκίας κατὰ τὰ 1035. Ὅπως ὁ κάθε ἄνθρωπος ποὺ θὰ γεννηθεῖ στὸν κόσμο ἔχει κάποια κλίση, ὁ ἕνας στὰ γράμματα, ὁ ἄλλος στ᾿ ἄρματα, ὁ ἄλλος στὸ ἐμπόριο, κι᾿ ὁ ἄλλος σὲ ἄλλο, ἔτσι κι ὁ Μελέτιος ἀπὸ παιδὶ εἶχε ἔμφυτη κλίση στὰ θρησκευτικά. Ἀγαποῦσε τὴν ἐκκλησία περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο πρᾶγμα, δείχνοντας πὼς ἤτανε ἀπὸ κείνους ποὺ λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Εὐαγγελιστὴς «ποὺ δὲν γεννηθήκανε ἀπὸ αἵματα, οὔτε ἀπὸ θέλημα σάρκας, οὔτε ἀπὸ θέλημα ἄνδρα, ἀλλὰ ποὺ γεννηθήκανε ἀπὸ τὸ Θεό». Γράμματα ἔμαθε λιγοστά. Κ᾿ ἐπειδὴ θελήσανε οἱ γονιοί του νὰ τὸν παντρέψουνε, ἔφυγε ἀπὸ τὸν τόπο του ἀφήνοντας γονιούς, συγγενεῖς, φίλους, χωράφια κι᾿ ὅ,τι ἄλλο εἶχε, καὶ πῆγε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ γίνηκε καλόγερος σ᾿ ἕνα μοναστήρι τοῦ Χρυσοστόμου. Ἀφοῦ κάθισε τρία χρόνια σ᾿ αὐτὸ τὸ μοναστήρι, μίσεψε καὶ πῆγε στὴ Θεσσαλονίκη καὶ προσκύνησε τὸν τάφο τοῦ ἁγίου Δημητρίου. Ἀπὸ κεῖ πῆγε στὰ μέρη τῆς Θήβας, καὶ βρῆκε ἕνα μικρὸ μοναστηράκι τοῦ ἁγίου Γεωργίου κ᾿ ἐκειπέρα ἡσύχασε. Μὲ τὸν καιρὸ μαθεύτηκε ἡ εὐσέβειά του καὶ πήγανε κοντά του κάμποσοι ἀπὸ τὰ γύρω χωριὰ καὶ βάλανε ράσο ἀπὸ γιδότριχα καὶ κάνανε κοινόβιο μοναστήρι κυβερνημένο ἀπὸ τὸν ἅγιο Μελέτιο. Μετὰ καιρό, ἄφησε στὸ πόδι τοῦ ἕνα γέροντα καὶ τράβηξε νὰ πάγει στὴ Ρώμη νὰ προσκυνήσει τὸν ἅγιο Πέτρο καὶ τὸν ἅγιο Παῦλο, κι᾿ ἀπὸ ἐκεῖ πῆγε στὰ Ἱεροσόλυμα. Ἀφοῦ ἔκανε τὸν πόθο του, γύρισε πίσω στὸ μοναστήρι καὶ τὸν καλωσορίσανε οἱ πατέρες μὲ χαρὰ μεγάλη καὶ μὲ δάκρυα στὰ μάτια. Γιατὶ δὲν ἐλπίζανε νὰ ἀξιωθοῦνε πιὰ τέτοιον ἡγούμενο, πατέρα πονετικόν, ποὺ νὰ σηκώνει ἀπάνω τοῦ ὅλα τὰ βάρη καὶ νὰ μὴν ξεχωρίζει ὁλότελα τὸ ἀξίωμά του ἀπὸ τοὺς ἄλλους πατέρες. Ἀλλὰ ἴσια ἴσια ἤτανε σὲ ὅλα ὁ πιὸ ταπεινὸς ἀπ᾿ ὅλους, πρῶτος σὲ κάθε σκληρὴ δουλειά, πρῶτος στὴ νηστεία, πρῶτος στὴν πραότητα. Φρόντιζε γιὰ τοὺς ἀδελφοὺς νὰ μὴ στερηθοῦνε, τοὺς οἰκονομοῦσε ροῦχα καὶ παπούτσια καὶ κεῖνος φοροῦσε ἐπὶ χρόνια ἕνα παληόρασο ἀπὸ κατσικότριχα κι᾿ ἕνα ζευγάρι παληοπάπουτσα, κι᾿ ὁλοένα τὰ μπάλωνε καὶ τάραβε μὲ τὰ χέρια του δίχως νὰ τὸν δεῖ κανένας. Ἔτρωγε λιγοστὸ ψωμὶ ξερὸ κ᾿ ἔπινε νερό. Ὡστόσο καθότανε πάντα στὴν τράπεζα μαζὶ μὲ τοὺς ἀδελφοὺς καὶ βίαζε τοὺς ἀρρώστους καὶ τοὺς ἀδύνατους νὰ φᾶνε λάδι, ἐξὸν ἀπὸ τὶς νηστήσιμες μέρες. Ὁ ἴδιος ὅμως τὸν περισσότερο καιρὸ περνοῦσε μὲ ξηροφαγία, καὶ πολλὲς μέρες δὲν ἔβαζε στὸ στόμα του τίποτα ὁλότελα. Ὅσο γιὰ τὴν ἐργασία, ὁ ἴδιος σήκωνε μὲ τ᾿ ἁγιασμένα χέρια του τὶς πιὸ βαριὲς πέτρες γιὰ νὰ χτίσουνε τὰ κελλιά, ὁ ἴδιος ἔσκαβε καὶ φυτουργοῦσε τὰ πιὸ πολλὰ κηπουρικὰ κατὰ τὸν ἀπόστολο Παῦλο ποὺ λέγει στοὺς Κορινθίους: «κοπιάζουμε δουλεύοντας μὲ τὰ χέρια μας». Μὲ τέτοιον κυβερνήτη, ἐκεῖνο τὸ μοναστήρι ἔμοιαζε σὰν ἁγιασμένη κιβωτός, ποὺ καθόντανε μέσα οἱ πατέρες φυλαγμένοι ἀπὸ τὸν κατακλυσμὸ τοῦ κόσμου, κ᾿ ὑμνούσανε τὸ Θεὸ μὲ ἀγαλλίαση, ἀκολουθώντας τὸν ἡγούμενο ποὺ εἶχε ὁλοένα τὴν ὑμνωδία στὸ στόμα του κ᾿ ἔλεγε πρὶν μπεῖ στὴν ἐκκλησιά: «Ἀνοίξατέ μοι πύλας δικαιοσύνης, εἰσελθῶν ἐν αὐταῖὶς ἐξομολογήσομαι τῷ Κυρίῳ. Ἐν ἐκκλησίαις εὐλογήσω σε, Κύριε. Ἑσπέρας καὶ πρωὶ καὶ μεσημβρίας διηγήσομαι καὶ ἀπαγγελῶ τὰ θαυμάσιά σου. Ἑπτάκις τῆς ἡμέρας ἤνεσά σε. Ὅλην τὴν ἡμέραν διεπέτασα πρὸς σὲ τὰς χεῖρας μου». Τὴ νύχτα ξαγρυπνοῦσε μὲ τὴν προσευχὴ κι᾿ ὅποτε τὸν βίαζε ἡ ἀνάγκη τῆς φύσης, ξάπλωνε σὲ μία ψάθα γιὰ λίγη ὥρα κ᾿ ὕστερα σηκωνότανε κ᾿ ἔλεγε τὸν ψαλμὸ τοῦ Δαυΐδ: «Μεσονύκτιον ἐξεγειρόμην τοῦ ἐξομολογεῖσθαί σοι ἐπὶ τὰ κρίματα τῆς δικαιοσύνης σου». Ὀχτὼ χρόνια κάθισε ὁ ἅγιος σ᾿ αὐτὸ τὸ μοναστήρι τοῦ ἁγίου Γεωργίου, κ᾿ ἔτρεχε κόσμος πολὺς ἀπὸ κοντινοὺς καὶ μακρινοὺς τόπους, κ᾿ ἔβλεπε θαύματα πολλά. Ἀλλὰ ὁ ἅγιος Μελέτιος στενοχωριότανε ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ δόξα τοῦ κόσμου καὶ γιατὶ δὲν μποροῦσε νὰ παραδοθεῖ στὴν ἀγαπημένη του τὴν ἡσυχία. Γιὰ τοῦτο ἀποφάσισε νὰ φύγει ἀπὸ τὸ μοναστήρι καὶ νὰ πάγει σὲ κάποιο μέρος πιὸ ἐρημικό.Ἄφησε λοιπὸν γιὰ ἡγούμενο ἕναν ἀδελφὸ ποὺ τὸν λέγανε Νικόλαο, καὶ τράβηξε νὰ βρεῖ κάποιον ἔρημον τόπο, ὡς ποὺ ἔφταξε σ᾿ ἕνα βουνὸ ποὺ τὸ λέγανε Φιλάγριον κι᾿ ἄρχισε νὰ χτίζει κάποιο κελλί. Πλὴν ἄλλαξε γνώμη, καὶ σηκώθηκε καὶ περπατοῦσε σὲ βουνὰ κακοτράχαλα, κατὰ τὰ μέρη ποὺ βρίσκεται τὸ σημερινὸ χωριὸ τὸ λεγόμενο Βίλλια, ἀπάνω στὸ βουνὸ τοῦ Κιθαιρῶνα. Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ τὸ λέγανε «ὄρος τῆς Μυουπόλεως». Ἐκειπέρα ἤτανε χτισμένο κάποιο μοναστήρι λεγόμενο Σύμβολον, στὄνομα τῶν Ἀσωμάτων Ταξιαρχῶν. Ὁ ἅγιος πῆγε σ᾿ αὐτὸ τὸ μοναστήρι καὶ παρακάλεσε τὸν ἡγούμενο Θεοδόσιο νὰ τὸν πάρει στὴ συνοδεία του. Κ᾿ ἐκεῖνος τούδωσε ἕνα παρεκκλήσι τοῦ Σωτῆρος νὰ ἡσυχάζει. Ἅμα κοιμήθηκε ὁ Θεοδόσιος, οἱ πατέρες κάνανε ἡγούμενο τὸν ἅγιο Μελέτιο στὸ μοναστήρι τῶν Ἀσωμάτων. Κ᾿ ἐπειδὴ πρόστρεχε πλῆθος πολὺ γιὰ νὰ καλογερέψουνε, μεγάλωσε τὸ μοναστήρι καὶ γίνηκε λαύρα μεγάλη, ἔχτισε κι᾿ ἄλλα μετόχια γύρω στὸ μοναστήρι, τὰ λεγόμενα παραλαύρια, καὶ μαζευθήκανε ὡς τριακόσιοι πατέρες. Κι᾿ ὁ Θεὸς τὰ οἰκονομοῦσε ὅλα καὶ δὲν τοὺς ἔλειψε τίποτα, ζωντας τοῦ ἁγίου καὶ μετὰ τὴν κοίμησή του, μ᾿ ὅλο ποὺ δὲν εἴχανε μήτε χωράφια, μήτε ἀμπέλια, παρεκτὸς ἕνα μικρὸ λαχανόκηπο. Γιατὶ ὁ ἅγιος δὲν παραδεχότανε διάφορα κτήματα ποὺ θέλανε νὰ τ᾿ ἀφιερώσουνε πολλοὶ χριστιανοὶ στὸ μοναστήρι, γιὰ νὰ μὴ γίνουνε οἱ ἀδελφοὶ μὲ τὸν καιρὸ φιλοχρήματοι. Δέχτηκε μονάχα κάποια δωρεὰ ποὺ ἔκανε στὸ μοναστήρι ὁ βασιλιὰς Ἀλέξης Κομνηνὸς γιὰ συντήρηση τῆς μονῆς. Ἤθελε νὰ ζοῦνε οἱ πατέρες ἀπὸ τὰ χέρια τους, νὰ δίνουνε καὶ στοὺς φτωχοὺς ὅ,τι μπορούσανε ἀπὸ τὸν κόπο τους. Καταστάθηκε λοιπὸν αὐτὸ τὸ μοναστήρι τὸ θησαυροφυλάκιο τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τὸ σχολειὸ τῆς ἀρετῆς, σεβάσμιο κάστρο τῆς εἰρηνικῆς ζωῆς καταπάνω στὴν ταραχὴ τοῦ κόσμου καὶ στὶς ἀκαταστασίες ἐκεινοῦ τοῦ καιροῦ, ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ πεῖ κανένας γιὰ τοὺς πατέρες ποὺ ἤτανε μέσα: «τοῖς ἐρημικοὶς ζωὴ μακαρία ἐστι, θεϊκῷ ἔρωτι πτερουμένοις». Ὁ ἅγιος Μελέτιος ἔκανε πολλὰ θαύματα, ἀρρώστους ἕγιανε, ἄγριες καρδιὲς ἡμέρεψε, τὰ μυστικά της καρδιᾶς διάβαζε. Καὶ μὲ ὅλα τοῦτα, ἤτανε πάντα ταπεινὸς καὶ ἁπλός. Κοιμήθηκε ἑβδομήντα χρονῶν, στὰ 1105 τὴν 1 Σεπτεμβρίου, καὶ τὸ κουρασμένο λείψανό του τὸ θάψανε στὸ νάρθηκα τῆς ἐκκλησίας τῶν Ἀσωμάτων.Τὸ μοναστήρι τοῦ ἁγίου Μελετίου στέκεται ὡς τὰ σήμερα. Τὸ μέρος ποὺ βρίσκεται τὸ λένε Πάστρα, κ᾿ ἔχει κοντά του μιὰ κορυφὴ ποὺ τὴ λένε Μπουζούριζα. Νοτινὰ τοῦ μοναστηριοῦ βρίσκουνται κάποια θεμέλια καὶ παληὰ λιθάρια καὶ λένε πὼς ἐκειπέρα βρισκότανε ἡ Μυούπολις. Σὲ μίαν ὥρα δρόμο ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ μέρος εἶναι ἕνα κάστρο ποὺ τὸ λένε Γυφτόκαστρο. Ἡ τοποθεσία ποὺ εἶναι χτισμένο τὸ μοναστήρι εἶναι ἔμορφη καὶ θρησκευτική. Σώζεται ἡ παληὰ ἐκκλησία, κουμπεδωτή, ἀλλὰ δὲν εἶναι πιὰ στολισμένη μὲ τὴν ἀρχαία ἁγιογραφία, γιατὶ χάλασε ἀπὸ τὴν πολυκαιρία. Μοναχὰ στὸ νάρθηκα βρίσκουνται ἀκόμα κάποιες εἰκόνες στὸν τοῖχο, ζωγραφισμένες κατὰ τὰ 1600 ἀπάνω κάτω, καὶ παριστάνουνε κάποια μαρτύρια ἁγίων, τοὺς δικαίους Ἀβραάμ, Ἰσαάκ, Ἰακώβ, Λάμεχ κ.λπ., καθὼς καὶ λιγοστοὺς ὁσίους, ἀνάμεσα στοὺς ὁποίους εἶναι ὁ ἅγιος Μελέτιος, ὁ ἅγιος Μωυσῆς ὁ Αἰθίοψ καὶ λίγοι ἄλλοι. Ἐκεῖ εἶναι ἱστορημένη καὶ ἡ Κοίμησις τοῦ ἁγίου Μελετίου. Ὑπάρχει καὶ μία εἰκόνα του ἀπάνω σὲ σανίδι, ἱστορημένη κατὰ τὰ 1700. Στὰ Μετέωρα, στὸ μοναστήρι τοῦ Βαρλαάμ, βρίσκεται ζωγραφισμένος μὲ κατανυχτικὴ τέχνη ὁ ἅγιος Μελέτιος «ὁ ἐν τῷ ὄρει τῆς Μυουπόλεως», διὰ χειρὸς Γεωργίου ἱερέως καὶ σακελλαρίου Θηβῶν, ἐν ἔτει 1566.

ΜΗΝ ΥΠΟΤΙΜΑΤΕ ΤΗ ΖΩΗ ΣΑΣ

 

Ένας καθηγητής κρατούσε ένα χαρτονόμισμα των 20 ευρώ και ρώτησε τους μαθητές «Ποιός θέλει αυτό το χαρτονόμισμα των 20 ευρώ;» Όλοι στην αίθουσα σήκωσαν πάνω το χέρι.Τότε ο καθηγητής το τσαλάκωσε και ξαναρώτησε… «Υπάρχει κάποιος που θέλει ακόμη αυτό το τσαλακωμένο χαρτονόμισμα;» Όλοι στην αίθουσα σήκωσαν πάλι πάνω το χέρι.Έπειτα έριξε το χαρτονόμισμα στο πάτωμα και άρχισε να το κλωτσά και να χοροπηδά πάνω στο 20ευρω με τα παπούτσια του. Το μάζεψε από το πάτωμα τσαλακωμένο, λερωμένο, λασπωμένο.Και τους ξανάκανε την ίδια ερώτηση: «Ποιός θέλει αυτό το τσαλακωμένο, λερωμένο, λασπωμένο, χαρτονόμισμα των 20 ευρώ;» Όλοι ξανά στην αίθουσα σήκωσαν πάνω το χέρι.«Παιδιά μου» τους είπε «Σήμερα παίρνετε ένα μεγάλο μάθημα. «Ότι και να έκανα στο χαρτονόμισμα εσείς πάλι το θέλετε γιατί δεν έχασε την αξία του. Ακόμη αξίζει 20 Ευρώ!Πολλές φορές στην ζωή, μάς τσαλακώνουν, μάς κτυπούν, μάς ρίχνουν κάτω στο πάτωμα, μάς ποδοπατούν, άνθρωποι και γεγονότα.Έτσι, πιστεύετε πως πλέον δεν έχετε καμία αξία, αλλά η πραγματική σας αξία δε θα έχει αλλάξει στα μάτια αυτών που σας αγαπούν πραγματικά. Ακόμη και τις μέρες που δεν είμαστε στα καλύτερα μας, η αξία μας παραμένει».Μήπως κι εμείς οι τσαλαπατημένοι Έλληνες πρέπει να σκεφθούμε ότι δεν έχουμε χάσει την αξία μας;