Home » » Άνθρωποι κι ανθρωπάκια..

Άνθρωποι κι ανθρωπάκια..

Θυμάμαι, κάποια χρόνια πρίν, τότε που είχαμε πρωτοξεκινήσει με δειλά βήματα, να ασχολούμαστε με το Blogging, είχαμε και κάποιους “ποιητές”, που το “δεν με διαβάζει κανένας” το μετέτρεπαν ποιητική τη αδεία, στο: “δεν με ενδιαφέρει το αν η πόσοι με διαβάζουνγράφω μόνο για μένα“.

Να όμως και τα “Disclaimers”, κατεβατά ολόκληρα, με τις απαγορευτικές ορολογίες του στιλ “μην τολμήσεις και αντιγράψεις δικό μου κείμενο σε έσκισα, κι αν το κάνεις και δεν σε σκίσω, μην τολμήσεις και δεν αναφέρεις ότι είναιδικό μου.. γιατί θα σε ξανασκίσω” και λοιπά φαιδρά, ποιητικά και λουλουδάτα παρασάνταλα.
Μάλιστα..

Και αφού γράφεις μονάχα για σένα, ρώτησα εύλογα κάποιον τότε, γιατί τα αναρτείς στο διαδίκτυο;
Και αφού τόσο φοβάσαι μην στα “κλέψουν”, γιατί δεν τα κρύβεις σε κανένα συρτάρι σπίτι σου, η σε κάποιο χρηματοκιβώτιο;
Περιμένω ακόμα να μου απαντήσει..

Υπήρχαν όμως κι οι άλλοι, που δεν είχαν ποιητική φλέβα. Που κι αυτούς όμως δεν τους διάβαζε κανείς. Αυτοί ήταν οι τελείως ..κρίμα. Οι “να τους λυπάσαι πολύ”. Οι πραγματικά μίζεροι.
Και δεν είναι ότι δεν τους διάβαζε κανείς, επειδή δεν τους συμπαθούσε. Απλά κούραζαν.
Μονότονοι, επίπλαστα ευγενικοί, μέχρι που σχολίαζαν οι ίδιοι ανώνυμα στα κείμενά τους για να δείξουν πως δήθεν τους διαβάζουν πολλοί, και συνήθως σαν ανώνυμοι έγραφαν πολύ πιο τολμηρά, από ότι όταν έγραφαν φανερά, έστω και με ψευδώνυμο. Έφτασαν να “συνεργάζονται” ακόμα και με τον εαυτό τους, πως τάχα τους στέλνει γράμματα για δημοσίευση.
Διχασμένες προσωπικότητες να πω;

Και το χειρότερο ήταν, ότι φθονούσαν άγαρμπα όλους τους άλλους. Τόσο άγαρμπα, που έκανε μπαμ η αγαρμποσύνη τους και το έπαιρναν είδηση ακόμη κι οι άσχετοι.
Όταν φθονούσαν τον τάδε πολύ, φθονούσαν και τον δείνα το ίδιο. Αν όμως δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι, άρχιζαν να γλείφουν τον δείνα, για να “σκάσει” ο τάδε από τη ζήλεια του και καλά..
Τα παιδία παίζει..

Έκαναν παρέα μόνο με άτομα που θεωρούσαν ότι μπορούσαν να τους προσφέρουν “υλικό, έτοιμο στο πιάτο”, χωρίς να βρέξουν κώλο. Πλάκα είχαν, εξαρτάται φυσικά πως το βλέπει ο καθ’ ένας.
Πάντως, εμένα με διασκέδαζαν από ανέκαθεν..

Τώρα βέβαια, θα μου πεις εσύ που με διαβάζεις, και με το δίκιο σου, “Νικόλα, μιλάς σε “παρελθοντικό” χρόνο, άρα δηλαδή, σήμερα.. δεν υπάρχουν; “
Ω! ναι.. Υπάρχουν! Και ευτυχώς δηλαδή. Δεν μας έμειναν άλλωστε και πολλές διασκεδάσεις.
Αν δεν υπήρχαν και οι αστείοι.. Να ‘ναι καλά τα ανθρωπάκια.. Να ‘ναι καλά!

Νίκος Ράμμος

Το δίλημμα «Ούζο ή Τσίπουρο;»

Ακούω φίλους και γνωστούς να αναπτύσσουν απόψεις σχετικές με τις προτιμήσεις τους για το εκλεκτό Εθνικό απόσταγμα. Είναι πολλοί, κυρίως βορειοελλαδίτες, που μετά μανίας υποστηρίζουν την αποκλειστική κατανάλωση Τσίπουρου και αντίθετα πολλοί και αυτοί που υποστηρίζουν αυτήν του Ούζου.Φυσικά και δεν υπάρχει ποδοσφαιρική ή πολιτική αντιπαλότητα, μια που και τα δύο αποστάγματα είναι της παρέας και του μεζέ. Ένα μεγάλο δίλημμα λοιπόν «Ούζο ή Τσίπουρο» γεννιέται. Για να δούμε ποιες διαφορές υπάρχουν και ποια κοινά.Ως προς την διαδικασία παρασκευής θα αναφερθούμε μόνον στο ότι το Τσίπουρο ή ρακί παρασκευάζεται από την απόσταξη των στέμφυλων που απομένουν κατά την διαδικασία οινοποίησης και με προσθήκη ή όχι διαφόρων αρωματικών σπόρων ή βοτάνων κατά την δεύτερη απόσταξη.Το ούζο παράγεται από απόσταξη καθαρού οινοπνεύματος κατά την διάρκεια της οποίας προστίθενται και πάλι τα ανάλογα αρωματικά και στις δύο περιπτώσεις κυριαρχεί το άρωμα του γλυκάνισου. Το τσίπουρο γευστικά και αρωματικά υπερτερεί του ούζου μια και μεταφέρει στην ψυχή του και τα αρώματα της ποικιλίας του σταφυλιού που το γέννησε, αυτό όμως δεν το καθιστά πάντα καταλληλότερο συνοδευτικό, για όλες τις εποχές ή τις διαθέσεις. Ούτε σημαίνει ότι όλες οι ποικιλίες έχουν αρώματα του γούστου μας, της κάθε στιγμής.Τα μεσημέρια του χειμώνα με κανένα παστό ή καπνιστό, με κάποιο έντονο τυρί ακόμα και με τα δυνατά τουρσιά ή με αυγοτάραχο, πολύ ευχάριστα πίνω με τα φιλαράκια μου τσιπουράκι. Το καλοκαιράκι με καμιά αντσούγια, κολιό, ντοματούλα, κρεμμυδάκι και ψαράκια τηγανιτά, θαρρείς και το ουζάκι κατεβαίνει καλύτερα. Κάθε φορά όμως κυρίαρχος παράγοντας είναι η παρέα και το ζητούμενο είναι η ευχάριστη χαλάρωση και η ψυχική ανάταση που προσφέρει το μαγικό υγρό. Η κουβεντούλα οι αναμνήσεις οι διηγήσεις συνταιριάζονται με τα απλά ή σύνθετα μεζεδάκιαΕίναι λοιπόν το δίλημμα μεγάλο αλλά η απάντηση δεν θέλει και πολύ σκέψη, ανάλογα με την διάθεση, τον τόπο και την παρέα αυτόματα θαρρείς και σου έρχεται το τι θα διαλέξεις. Το δίλημμα για πρώτη φορά μου το έθεσε ο αγαπητός φίλος Ανέστης Μπαμπατζιμόπουλος.Γαρίδες με ούζο.

  • Γαρίδες μεγάλες ολόκληρες 10 τεμ.
  • Βούτυρο φρέσκο 60 γρ.
  • Ούζο 25 ml
  • Αλεύρι
  • Αλάτι
  • πιπέρι

Καθαρίζουμε τις γαρίδες τραβώντας με μία οδοντογλυφίδα το αντεράκι από το άνοιγμα που σχηματίζεται μεταξύ κεφαλιού και κορμού., πλένουμε και στραγγίζουμε καλά. Αλατοπιπερώνουμε Αλευρώνουμε τις γαρίδες ολόκληρες. Λιώνουμε το βούτυρο σε τηγάνι και σοτάρουμε σε δυνατή φωτιά τόσο ώστε να ροδίσει το πανάρισμα. Σβήνουμε με το ούζο, το οποίο συνήθως ανάβει, μόλις κάτσει η φλόγα σερβίρουμε. Παναγιώτης Κουκουβίτης