Στου Γκίκα
Ότι σου συμβαίνει είναι για το καλό σου
Με τα τελευταία γεγονότα σχολικού εκφοβισμού (bullying) που συγκλόνισαν όλη τη χώρα και την πρωτοβουλία της ασφαλιστικής εταιρείας νομικής προστασίας ARAG HELLAS, να θέσει στην διάθεση των θυμάτων, των οικογενειών τους, αλλά και όλων όσων είναι μάρτυρες τέτοιων γεγονότων τις νομικές συμβουλευτικές της υπηρεσίες, προκειμένου να υπάρξει μια υποστηρικτική βάση για την καταπολέμηση του φαινομένου, θα ασχοληθεί η εκπομπή «Ώρα Ασφάλισης» που θα προβληθεί την Πέμπτη 26 Μαρτίου στις 8 το βράδυ στο Extra Channel.Καλεσμένος της εκπομπής θα είναι ο Γενικός Διευθυντής της ARAG HELLAS, κ. Δημ. Τσεκούρας.Η «Ώρα Ασφάλισης» είναι η μοναδική εκπομπή της ελληνικής τηλεόρασης που ασχολείται με τα θέματα της δημόσιας και της ιδιωτικής ασφάλισης.Συντονιστείτε με την «Ώρα Ασφάλισης»:
- Κάθε Πέμπτη στις 20:00 και κάθε Κυριακή στις 18:30 σε επανάληψη στο Extra Channel
- Κάθε Παρασκευή στις 18.00 στη Θεσσαλονίκη στο τηλεοπτικό κανάλι Extra
- Κάθε Κυριακή στις 18.30 στην Δυτική Ελλάδα στο τηλεοπτικό κανάλι ΝΕΤ Πελοποννήσου
Ο Ευάγγελος Σπύρου, ο Κώστας Μπερτσιάς, και η δημοσιογραφική ομάδα του nextdeal.gr και του «Ασφαλιστικού ΝΑΙ» με τον Λάμπρο Καραγεώργο, τον Κωστή Σπύρου και τους υπόλοιπους συνεργάτες, παρουσιάζουν επίκαιρα και χρηστικά θέματα της κοινωνικής και ιδιωτικής ασφάλισης.Στείλτε ερωτήσεις, απορίες, καταγγελίες, προτάσεις, απόψεις, γνώμες στο info@nextdeal.gr και στο oraasfalisis@gmail.com.
Ο Μάρκος, ο Λόντος και ο Κόλα Κβαριάνι (ή Κοριάνι)
Λες να μιμηθούν τον Πρωτοπαπαδάκη οι σημερινοί κυβερνήτες μας;
Το Αναγκαστικό Δάνειο του 1922
Στις αρχές του 1922 οι οικονομικοί πόροι της Ελλάδας είχαν εξαντληθεί από το πόλεμο. Η χρηματοδότηση της Μικρασιατικής Εκστρατείας βρισκόταν σε κίνδυνο. Ήταν η περίοδος που οι Τούρκοι υπό τον Κεμάλ Ατατούρκ άρχισαν να έχουν το πάνω χέρι στις στρατιωτικές επιχειρήσεις.Η περιοδεία του πρωθυπουργού Δημητρίου Γούναρη (1867-1922) και του Υπουργού Εξωτερικών Γεωργίου Μπαλτατζή (1868-1922) στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες για τη σύναψη δανείου δεν καρποφόρησε. Σε μία ύστατη προσπάθεια, στις 11 Φεβρουαρίου1922 ο Γούναρης συμφώνησε με ομάδα άγγλων κεφαλαιούχων για δάνειο ύψους 15.000.000 δραχμών, που όμως δεν εκταμιεύτηκε ποτέ.Μετά την επιστροφή του στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου, ο Γούναρης έσπευσε να ενημερώσει τους στενούς συνεργάτες του σχετικά με την αποτυχία του ταξιδιού του στην Ευρώπη. Τους τόνισε ότι η χώρα χρειαζόταν επειγόντως πόρους, που δεν μπορούσαν να προέλθουν από τη χρονοβόρο διαδικασία της αύξησης της φορολογίας ή των δασμών.Μόλις ολοκληρώθηκε η ενημέρωση, έμεινε μόνος στο πρωθυπουργικό γραφείο με τον Υπουργό Οικονομικών και Επισιτισμού Πέτρο Πρωτοπαπαδάκη (1860-1922). Σύμφωνα με τον βιογράφο του, Αλέξανδρο Οικονόμου, ο Πρωτοπαπαδάκης σηκώθηκε από τη θέση του και απευθυνόμενος στον Γούναρη του είπε: «Δημητράκη, τα ηύρα τα λεπτά». Ο Γούναρης έμεινεν εμβρόντητος και τον εκοίταζε με ολάνοιχτα μάτια, χωρίς να αρθρώνη λέξιν. Ο Πρωτοπαπαδάκης, αντί άλλης εξηγήσεως, έβγαλε από το πορτοφόλι του εν εκατοντάδραχμον χαρτονόμισμα, το έκοψε εις δύο και επέδειξε τα τεμάχια κρατών αυτά προ των εκστατικών οφθαλμών του φίλου του. Ο Γούναρης δεν εκαταλάβαινε τι συμβαίνει. – Ενόμισα πως τρελλάθηκε, έλεγε κατόπιν. Αφού, λοιπόν, ο Πρωτοπαπαδάκης απήλαυσε το θέαμα, το οποίο παρείχε ο φίλος του, αποφάσισε να του εξηγήση το σχέδιόν του. Πλήρης θαυμασμού ο Γούναρης δια την ευφυά και απλουστάτην επινόησιν προσεπάθησεν εν τούτοις να εύρη κάθε πιθανήν αντίρρησιν διά την ορθότητα της εφαρμογής της. Και ηύρε, ως έλεγε, πολλάς, αλλ’ ουδεμία ηδύνατο να σταθή προ των επιχειρημάτων του Πρωτοπαπαδάκη. Απεδέχθη λοιπόν πλήρως το σχέδιόν του. Αμφότεροι ετήρησαν απόλυτον εχεμύθεια…». Επρόκειτο για ένα είδος εσωτερικού αναγκαστικού δανεισμού, με το πρωτότυπο μέτρο της διχοτόμησης του νομίσματος, της δραχμής εν προκειμένω.Ένα μήνα αργότερα, στις 21 Μαρτίου 1922, ο Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, μιλώντας από το βήμα της Βουλής για τον προϋπολογισμό του 1921-1922, αποκάλυψε το σχέδιό του για τη σύναψη αναγκαστικού εσωτερικού δανείου, επαναλαμβάνοντας την παράσταση που είχε δώσει ένα μήνα νωρίτερα ενώπιον του πρωθυπουργού Δημητρίου Γούναρη. Έβγαλε από την τσέπη του ένα χαρτονόμισμα και το επέδειξε στη Βουλή λέγοντας: «Ιδού κύριοι, έν εκατοντάδραχμον. Προς τα δεξιά είναι η εικών του Γεωργίου Σταύρου, προς τα αριστερά το Βασιλικόν Στέμμα. Ευθύς ως το νομοσχέδιον ψηφισθή θα διχοτομήσω το εκατοντάδραχμον (ο κύριος υπουργός βγάζει από το χαρτοφυλάκιόν του μίαν ψαλλίδα γραφείου και προ της εκθάμβου Βουλής κόπτει εις δύο το εις χείρας του χαρτονόμισμα). Και το τεμάχιον το φέρον την εικόνα του Γ. Σταύρου θα εξακολουθήση κυκλοφορούν ως νόμισμα 50 δραχμών, το δε έτερο ήμισυ-αφού το στέμμα-θα αποτελή ομολογίαν 50 δραχμών». Η έκπληκτη Βουλή δέχθηκε την αγόρευση Πρωτοπαπαδάκη με «διαμαρτυρίας, γέλωτας και ραγδαία χειροκροτήματα», όπως αναφέρονται στα Πρακτικά της σώματος.Το μέτρο της διχοτόμησης του χαρτονομίσματος προκάλεσε ζωηρή συζήτηση, τόσο εντός, όσο και εκτός του κοινοβουλίου. Υποστηρίχθηκε ότι εκλόνιζε την εμπιστοσύνη στο νόμισμα, ενώ σύμφωνα με τον Ριζοσπάστη έπληττε τα λαϊκά στρώματα του πληθυσμού. Ο πρωθυπουργός Δημήτριος Γούναρης παραδέχθηκε ότι το μέτρο παρουσίαζε πολλές αδυναμίες, αλλά ήταν το πιο ενδεδειγμένο για τις κρίσιμες στιγμές που περνούσε η χώρα, αφού εξωτερικό δάνειο δεν είχε εξασφαλισθεί και εσωτερικό δάνειο δεν μπορούσε να επιδιωχθεί με κλονισμένη την αξία του νομίσματος. Η φιλελεύθερη αντιπολίτευση ετάχθη κατά του νομοσχεδίου, αν και ο έμπειρος περί τα οικονομικά Εμμανουήλ Τσουδερόςπαραδέχθηκε τη «σοβαρότητα και το πολύπλοκο του θέματος».Οι εφημερίδες, κυρίως της συμπολίτευσης, τήρησαν αμήχανη στάση και η κυβέρνηση αναγκάστηκε να τις δωροδοκήσει για να υποστηρίξουν το αναγκαστικό δάνειο, όπως αναφέρει στο Ημερολόγιό του ο Ιωάννης Μεταξάς (Πέμπτη 24 Μαρτίου): «Αι εφημερίδες επληρώθησαν αδρότατα εκατό χιλιάδες εκάστη, αι βενιζελικαί, αφού εφάνησαν δεχόμεναι κατ’ αρχάς, ηρνήθησαν έπειτα. Το μέτρο της διχοτόμησης του νομίσματος χαρακτηρίστηκε «ηρωική δημοσιονομία» από τον διάσημο οικονομολόγο και κοινωνιολόγο Βιλφρέντο Παρέτο, ενώ επαινέθηκε από τον βρετανό πρωθυπουργό Ντέιβιντ Λόιντ Τζορτζ.Το νομοσχέδιο ψηφίσθηκε στις 25 Μαρτίου 1922 με ψήφους 151 έναντι 148 και η διχοτόμηση του νομίσματος έγινε νόμος του κράτους με αριθμό 2749. Από το αναγκαστικό δάνειο εξαιρέθηκαν οι ξένοι υπήκοοι και οι ξένες εταιρείες. Σύμφωνα με το νόμο, το μέτρο της διχοτόμησης του νομίσματος θα λειτουργούσε ως εξής: Οι κάτοχοι των χαρτονομισμάτων θα κρατούσαν το αριστερό κομμάτι (που ονομαζόταν στην καθομιλουμένη «Σταύρος», επειδή είχε χαραγμένο πάνω του το κεφάλι του Γεωργίου Σταύρου), το οποίο θα είχε την αξία των 50 δραχμών, και το δεξιό κομμάτι (που ονομαζόταν αντιστοίχως «στέμμα») θα επιστρεφόταν στην Εθνική Τράπεζα, η οποία θα έδινε μιαν απόδειξη (αργότερα θα τυπώνονταν κανονικοί τίτλοι που θα αντικαθιστούσαν την απόδειξη) για τη συμμετοχή τους στο αναγκαστικό δάνειο.Το επιτόκιο των ομολογιών ήταν αρκετά υψηλό, στο 7% (έναντι 4% των καταθέσεων ταμιευτηρίου), και αργότερα κατέβηκε στο 6,5%, ώστε τα χρήματα που θα εξοικονομούνταν, να μοιραστούν μέσω κληρώσεως, εν είδει λαχείου. Την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν τυχερά παιχνίδια κι έτσι η κλήρωση αυτή είχε θετική απήχηση στα λαϊκά στρώματα του πληθυσμού.Το αναγκαστικό δάνειο του Πρωτοπαπαδάκη απέφερε στο Δημόσιο το σημαντικό ποσό των 1.550.000.000 δραχμών. Βοήθησε να αντιμετωπισθούν οι άμεσες ανάγκες έως το φθινόπωρο του 1922, αλλά δεν έλυσε το οικονομικό πρόβλημα της χώρας. Μετά τη μικρασιατική καταστροφή και την άφιξη των προσφύγων, ο εξωτερικός δανεισμός της χώρας έγινε επιτακτικός.ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/articles/490#ixzz3VOGVUv1N
Η Αγία Ελληνική Οικογένειαby Αντικλείδι |
Σασά Γκιτρύ: Τα δηλητηριώδη μανιτάρια κι η κλεψιά
Οι γονείς μου ήταν έμποροι αποικιακών προϊόντων, έκαναν δηλαδή μια δουλειά πού τούς άφηνε γύρω στις 5000 φράγκα κέρδος το χρόνο. Ή οικογένεια μας ήταν πολυάριθμη. ’Από τον πρώτο της γάμο ή μητέρα μου είχε δυο παιδιά, ενώ με τον πατέρα μου είχε αποκτήσει ένα γιό και τέσσερα κορίτσια. Ό πατέρας μου είχε τη μητέρα του,’ ή μητέρα μου είχε τον πατέρα της και επί πλέον έμενε μαζί μας ένας θείος κωφάλαλος.Και όμως μέσα σε μια μέρα, χάρις σ’ ένα πιάτο μανιτάρια έμεινα μόνος στον κόσμο.’Εκείνη την ημέρα είχα κλέψει ένα πενηνταράκι από το συρτάρι πού συνήθιζαν οι δικοί μου να βάζουν τα ψιλά, για να αγοράσω βόλους. Ό πατέρας μου κόκκινος από το θυμό του μου φώναξε :—Επειδή έκλεψες, δε θα φας σήμερα μανιτάρια.”Αχ αυτά τα Θανατηφόρα μανιτάρια, πού τα είχε μαζέψει ο κωφάλαλος Θείος μου. ’Εκείνο το βράδυ υπήρχαν στο σπίτι μου έντεκα νεκροί.Όποιος δεν έχει ίδει έντεκα πτώματα ταυτοχρόνως, δεν μπορεί να καταλάβει τι σημαίνει αυτό το θέαμα.Να μιλήσω για τη λύπη πού ένιωσα;Ας πούμε καλλίτερα την αλήθεια. ’Ήμουν τότε μόνο δώδεκα χρόνων και δεν πήρα το πράγμα πολύ βαριά. “Άλλωστε μπορεί να κλάψει κανείς για τον πατέρα του ή για τον αδελφό του, αλλά πώς να μπορέσει να κλάψει για , έντεκα πρόσωπα. Δεν ξέρει για πιο πρόσωπο να πονέσει. Υπάρχει ένα είδος αμηχανίας εκλογής. Ό πόνος μου πηγαίνοντας πότε προς το ένα πρόσωπο και πότε προς το άλλο εξατμιζότανε τελικά.Ό γιατρός Λαβινιό, πού τον φώναξα τ’ απόγευμα, προσέφερε επί ώρες και ώρες τις πολύτιμες υπηρεσίες του στους αρρώστους. Πολύτιμες μα αλλοίμονο και άχρηστες. Ή οικογένεια μου χάθηκε μια για πάντα.Ό εφημέριος Μ… πού γευμάτιζε εκείνη την ημέρα στο Μαρκήσιο ντε Μποβουάρ, έφτασε με την μοτοσυκλέτα του στις 4 το απόγευμα. Στις 5 όλο το χωριό είχε μαζευτεί στο σπίτι μας. Ό μπάρμπα-Ρουσώ, πού ήταν παράλυτος εδώ και είκοσι χρόνια, ήρθε πάνω στην πολυθρόνα του. “Αν και ήταν τυφλός επαναλάμβανε σπρώχνοντας τούς άλλους.—Αφήστε με να δώ ! ’Αφήστε με να δώ !Οι γείτονες πότε με έστελναν στο ένα δωμάτιο και πότε στο άλλο. Μη ξέροντας πια που να κρυφτώ, πήγα και χώθηκα φοβισμένος κάτω από ένα πάγκο του καταστήματος. Από κει άκουγα ποικίλα σχόλια των συγχωριανών μου.Οι πρώτοι θάνατοι, όπως άλλωστε ήταν και φυσικό, δημιούργησαν μία απέραντη λύπη. Άλλα από τον τέταρτο θάνατο οι αναγγελίες τους άρχισαν να γίνονται με λίγα λόγια και αργότερα με τη λακωνική φράση:«Ακόμα ένας» !Και όλοι αυτοί οι κατάκοποι και καρτερικοί χωρικοί ξανάπαιρναν ζωή βλέποντας τόσους νεκρούς. Θα πίστευαν αναμφίβολα πώς από δώ και μπρος θα είχαν πολύ περισσότερο αέρα να αναπνέουν.Από την κρύπτη μου άκουγα τούς πιο καταπληκτικούς διαλόγους.— Και ή γιαγιά ;—Δεν πέθανε ακόμα. Δεν αντέχει όμως περισσότερο από είκοσι λεπτά.—Μένουν πολλοί ακόμα ;—Περισσότεροι από τέσσερις.Ό δολοφόνος θείος μου, ό κωφάλαλος, πέθανε τελευταίος μέσα σε τρομερούς πόνους—Ποιος είναι αυτός πού φωνάζει τόσο δυνατά ;—Είναι ο μουγγός, απαντούσαν.Όταν κατά τις επτά ή ώρα είχαν πεθάνει όλοι, βγήκα από την κρύπτη μου και βρέθηκα πρόσωπο με πρόσωπο με το γιατρό, πού κατακουρασμένος σκούπιζε το πρόσωπό του.
Μόλις με είδε με κοίταξε προσεκτικά, με αναγνώρισε και σα να μη πίστευε στα μάτια του μου είπε.—Έ! Καλά… και συ ;Και υπήρχε στη φωνή του μια απέραντη έκπληξη μαζί μ ένα τόνο μομφής.Ύστερα πρόσθεσε ‘·—Τί κάνεις εσύ εκεί ;Και αυτό το «τί κάνεις εσύ εκεί ;» δεν σήμαινε «τί κάνεις εσύ κάτω απ’ τον πάγκο», όχι, σήμαινε «τί κάνεις εσύ πάνω στη γη ;» Πραγματικά με ποιό δικαίωμα δεν είχα πεθάνει όπως όλος ό κόσμος ;—Δεν αισθάνεσαι άσχημα ;—Όχι, καθόλου.—Μα πως γίνεται αυτό ;Και με κοίταζε σα να ήμουνα ένα περίεργο φαινόμενο ή μάλλον ένας διάβολος. Αυτό το αγόρι των δώδεκα χρόνων, πού έφαγε ατιμώρητα δηλητηριώδη μανιτάρια, πού μόνο αυτό ζούσε από όλους τούς δικούς του, αποκτούσε ένα ξεχωριστό ενδιαφέρον. Τί πεδίο επιστημονικών παρατηρήσεων ! Και όπως μου φαινότανε πώς με παρατηρούσε, μέσα στα σπλάχνα μου, ομολόγησα την αλήθεια.—Δεν έφαγα μανιτάρια.—Γιατί;Κι αυτό το «γιατί» πού τόπε πολύ γρήγορα, ήταν απίθανο κι ορκίζομαι πώς είχε ένα τόνο επιτιμητικό.Και όπως επαναλάμβανε: «Γιατί; Γιατί ;» προτίμησα να τα ομολογήσω όλα. ’Αφηγήθηκα το έγκλημά μου και ανέφερα το είδος της τιμωρίας μου.Ή ιστορία γρήγορα διαδόθηκε στο χωριό και σάς αφήνω να μαντεύσετε τί είδους σχόλια δημιούργησε.Την ημέρα της κηδείας ακλουθώντας αυτά τα έντεκα φέρετρα, με το κεφάλι χάμω και τα μάτια ξερά, διερωτόμουνα εάν το γεγονός ότι είχα σωθεί ως εκ θαύματος, δεν με έκανε κάπως υπεύθυνο για όλους αυτούς τούς θανάτους, την ώρα μάλιστα πού άκουγα πίσω από την πλάτη μου να μουρμουρίζουν.—Ξέρετε γιατί ό μικρός δεν πέθανε Γιατί έκλεψε.Ναι, ζούσα γιατί είχα κλέψει. Από αυτό έβγαινε το συμπέρασμα ότι οι άλλοι είχαν πεθάνει γιατί ήταν τίμιοι… Και κείνο το βράδυ, την ώρα πού είχα πέσει στο κρεβάτι μου μόνος μέσα σ’ ένα έρημο σπίτι, απέκτησα για τη δικαιοσύνη και για την κλεψιά μια γνώμη, πού ίσως είναι παράδοξη, αλλά πού σαράντα χρόνια ζωής δεν στάθηκαν ικανά να μου την αλλάξουν.***********************Σασά ΓκιτρύΓεννήθηκε το 1885 και πέθανε το 1957- Ήταν γιος του διάσημου ηθοποιού Λουσιέν Γκιτρύ. Το σπινθηροβόλο γαλλικό πνεύμα διαπνέει ολόκληρο το έργο του. ’Έγραψε πολλά διηγήματα και θεατρικά έργα πού είναι παγκοσμίως γνωστά.***********************Από το βιβλίο «χιουμοριστική ανθολογία» τόμος 3ος εκδόσεις Δρακόπουλος. Αντικλείδι , http://antikleidi.com



















