Τι κάνεις ρε ελαφάκι !
ΑΡΓΗΣΑ ΠΟΛΥ ΝΑ ΚΑΤΑΛΑΒΩ τι σημαίνει ταπεινοσύνη και φταίνε αυτοί που μου μάθανε να την τοποθετώ στον άλλο πόλο της υπερηφάνειας. Πρέπει να εξημερώσεις την ιδέα της ύπαρξης μέσα σου για να την καταλάβεις.
Ναι, ο Παράδεισος δεν ήταν μια νοσταλγία. Ούτε, πολύ περισσότερο, μια ανταμοιβή. Ήταν ένα δικαίωμα.
Γεννήθηκα στη Σμύρνη το 1910, στη συνοικία Αγίας Αικατερίνης, κόντά στον κινηματογράφο «Φοίνικα» απέναντι στο μπακάλικο του Πανανού του Μπιτσακτσή. Ο πατέρας μου ήταν μανιφατουριέρης, που λένε εδώ, είχε εμπορικό, κοντά στον Άη Γιώργη, ο δε παππούλης μου ήταν ο περίφημος παιχνιδάτορας, που έπαιζε βιολί, ο Γιάγκος ο Βλάχος. Για να μάθω γράμματα στην αρχή με στείλαν οι γονείς μου στο σχολείο του Νεστορίδη και συνέχεια στου Πασχάλη. Θυμούμαι που μας μαθαίνανε και τραγουδούσαμε τον εθνικό μας ύμνο μ’ ελληνικά λόγια, αλλά στη μελωδία του αγγλικού ύμνου: «ο Θεός σώζει τον βασιλέα». Κάναμε γιορτές κάθε 25 Μαρτίου∙ ντυνόμασταν τσολιάδες και με άλλες εθνικές ενδυμασίες τα κορίτσια. Αφού βέβαια ο διευθυντής της Σχολής Νεστορίδη έβαζε φύλακες όξω από το σχολείο. Δύο Μαίου του 1919 έγινε η ελληνική Κατοχή. Πήγα στο «Quai» με τους γονείς μου. Όλη η Σμύρνη γιόρταζε, ήταν σαν Πάσχα, ακούγονταν κανονιές από τα καράβια, παντού κυμάτιζε η γαλανόλευκη. Όλοι φορούσαμε στο στήθος μας εθνικές κονκάρδες. Όλοι τρέχαν στην προκυμαία κοπάδια, κοπάδια∙ ξεφώνιζαν και τραγουδούσαν. Όλοι βιάζονταν να δούνε τα ευζωνάκια, τον ελληνικό στρατό, τα ελληνικά καράβια: τον «Αβέρωφ», τον «Ατρόμητο», το «Λέοντα». Έζησα τις αξέχαστες στιγμιές της λευτεριάς. Εμείς δεν πήραμε είδηση τη μάχη που δόθηκε, γιατί δεν ήμασταν προς το κονάκι αλλ΄ αντίθετα μετά από το θέατρο Σμύρνης, προς την Πούντα. Αργότερα μάθαμε ότι η φάλαγγα των ευζώνων έμπαινε στην πλατεία του διοικητηρίου και την χτύπησαν από το αρχηγείο της χωροφυλακής, από τις φυλακές, από την τουρκική συνοικία. Χτυπήθηκαν δέκα ευζωνάκια∙ τα δύο πέθαναν και πάρα πολύς κόσμος πνίγηκε στη θάλασσα από το σπρώξιμο που κάναν, γιατί θέλαν να φύγουν γρήγορα να σώσουν τη ζωή τους. Τα τάγματα ευζώνων σταμάτησαν την αντίσταση. Κοντά στο σπίτι μας βρισκόταν το γήπεδο του αθλητικού ομίλου Απόλλων Σμύρνης∙ εκεί είχε στραποδεύσει ελληνικός στρατός. Η μητέρα μου από ενθουσιασμό κι αγάπη για τα νέα παλικάρια μου έδινε και τους πήγαινα, μαζί με άλλα παιδιά, διάφορα εκλεκτά τρόφιμα. Τα πρώτα μηνύματα της Καταστροφής μας ήρθαν με την οπισθοχώρηση του στρατού μας. Είδα αξιωματικούς στο δρόμο που ξύλωναν και πετούσαν τα γαλόνια και τα παράσημα τους, κι εγώ ζητούσα ο ανόητος από τους γονείς μου να μου βρούνε τέτοια γαλόνια κι εκείνοι αγανακτισμένοι με ξυλοφόρτωσαν. Τα σημάδια της Καταστροφής ήταν ακόμα πιο έντονα, όταν φθάσαν από τα Θείρα συγγενείς μας κατατρεγμένοι και τους φιλοξενήσαμε. Μετά από λίγες μέρες κάναν την εμφάνιση τους τα ταγκαλάκια (Ταγκαλάκια ονομάζανε τους Τούρκους χωρικούς με κοντά βρακιά και γκέτες που είχε επιστρατέψει ο Κεμάλ). Ο κόσμος τρομοκρατήθηκε. Πότε-πότε ακούγονταν και μακρινές κανονιές. Είπαν οι δικοί μου πως ο Πλαστήρας πολεμά στην περιοχή του Τσεσμέ. Εκεί στις συζητήσεις των μεγάλων άκουα για τους Τσέτες∙ όσο περνούσαν οι μέρες καταλάβαινα ότι κάτι μεγάλο κακό ήταν να γίνει, γιατί κάθε βράδυ οι γονείς μου έπαιρναν εμένα, τον αδερφό μου και την αδερφή μου που ήταν λεχούδι και πηγαιναμε και κοιμόμασταν σε μια φράγκικη οικογένεια στο φαρδύ της Καθεδράλης, γιατί η κυρία του σπιτιού ήταν φιλενάδα της μητέρας μου. Μέναμε στο δώμα και κάθε πρωί που ηπηγαίναμε πίσω στο σπίτι μας ήταν αδύνατο να μη δούμε στους δρόμους ανθρώπους με τα νυχτικά τους, τους οποίους χτυπούσαν με τους υποκόπανους και τους παίρναν τα ταγκαλάκια. Ένα μεσημέρι έγινε μεγάλη φασαρία και κακό, μαθεύτηκε ότι οι Τούρκοι βάλαν φωτιά στην συνοικία της Αρμενίας. Είχα ένα προαίσθημα. Μια κατάθλιψη μου βάραινε τη ψυχή και δεν μπορούσα να το εξηγήσω. Δεν αργήσαμε να δούμε τους πρώτους καπνούς της φωτιάς. Δεν θυμούμαι αν την ίδια μέρα ή έπειτα από μερικές μέρες ο κόσμος άρχισε να φεύγει από τη Σμύρνη, γιατί η φωτιά όλο μεγάλωνε. Από κει φύγαμε∙ πήγαμε και μείναμε στο σπίτι της αδελφής της νενές μου που ήταν στην Πούντα, γιατί εκείνη ήταν παντρεμένη με έναν Ιταλό και βέβαια η οικογένεια της σαν ιταλική που ήταν, ήταν εξασφαλισμένη. Δε θυμούμαι ούτε τους λόγους, ούτε την αιτία που ύστερα από λίγες μέρες μας πήρε ο πατέρας μου όλους, εκτός από τον παππού και τη νενέ, και ξεκινήσαμε προς την παραλία της Πούντας, όπου ήταν διάφορα κέντρα. Προχωρήσαμε ακόμη πιο πολύ∙ περάσαμε το νεκροταφείο της Σμύρνης και το γήπεδο του αθλητικού ομίλου Πανιωνίου Σμύρνης. Από κει και πέρα άρχισε να μαζεύεται χιλιάδες κόσμος σε μια πορεία στο δρόμο που ήταν κοντά στην παραλία, με κατεύθυνση προς το Μπαργιακλί.
Α Παπαχελά .Έντυπη έκδοση Καθημερινής
Η Ιστορία είναι αμείλικτη
Κάτι μου λέει ότι ο κ. Τσίπρας «τέλειωσε» μέσα του το βράδυ που συμφώνησε το τρίτο μνημόνιο. Ηταν ίσως η στιγμή που κατάλαβε τι ήταν εφικτό και τι όχι. Αργησε βεβαίως πάρα πολύ να το καταλάβει, γιατί έζησε πολλούς μήνες μέσα σε ένα παραμύθι. Κάποτε η Ιστορία θα καταγράψει ποιο κομμάτι του παραμυθιού πίστευε πραγματικά και ποιο όχι. Θα έχει μεγάλο ενδιαφέρον να διαπιστώσουμε κατά πόσον όντως περίμενε χρήματα από τη Μόσχα ή το Πεκίνο, παρότι ουδέποτε του τα υποσχέθηκε κανείς. Περιμένουμε την ψυχρή ιστορική ετυμηγορία για το πώς πείσθηκε να κάνει το δημοψήφισμα, παρά τις προειδοποιήσεις -και τις επιστολές- στενών, συνετών συνεργατών του. Τι κρυβόταν πίσω από αυτό το επεισόδιο; Το μακρύ χέρι του αφανούς λόμπι της δραχμής που τον έσπρωχνε στην καταστροφή; ‘Η μήπως η πεποίθηση πως οι αγορές και οι Ευρωπαίοι θα τρομάξουν και θα φέρουν μία καλύτερη συμφωνία πριν από τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος; Οταν, στην Αγία Πετρούπολη και αλλού, ο κ. Τσίπρας μίλαγε χαλαρά για το σενάριο της δραχμής με το επιχείρημα «θα είναι δύσκολα στην αρχή, αλλά κατόπιν θα απογειωθούμε», το έκανε για μπλόφα ή το εννοούσε; Είναι πολύ νωρίς, πολύ νωπά όλα για να μάθουμε την αλήθεια.
Το παραμύθι τέλειωσε με τον πιο απρόβλεπτο τρόπο την Κυριακή του δημοψηφίσματος. Ισως, μάλιστα, να μπορεί κανείς να διακινδυνεύσει την πρόβλεψη πως το απόγειο της καριέρας του κ. Τσίπρα ήταν η μεγάλη συγκέντρωση την Παρασκευή πριν. Ηταν στο απόγειό του, ο ίδιος και ο κόσμος του, καθώς έβγαζαν μία απίστευτη ορμή και πάθος. Ισως να ήταν η μοναδική στιγμή που σκέφθηκε ότι θα μπορούσε να τα καταφέρει, να βιώσει τον ρόλο του μεταμοντέρνου Ευρωπαίου Αλιέντε.
Η ιστορική φαντασίωση έσβησε μαζί με τον απόηχο των ιαχών του πλήθους που τον αποθέωνε. Ευτυχώς για τη χώρα. Αφησε όμως πίσω του συντρίμμια. Η χώρα υπέστη μία πολύ μεγάλη καταστροφή. Οι νέοι που μπέρδεψαν τη ρήξη με το παλιό και το σάπιο με το άκριτο «Οχι» του εθνολαϊκισμού ένιωσαν προδομένοι. Ο κ. Τσίπρας άφηνε ένα κομμάτι του εαυτού του στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας. Ο καινούργιος του ρόλος πιθανώς να μην του αρέσει, και αυτό είναι το πρόβλημα. Η άχαρη τέχνη της διακυβέρνησης δεν τον συγκινεί. Σύμφωνα με όλες τις διηγήσεις κάθε κυβερνητική σύσκεψη εξελισσόταν σε ιδεολογικό πηγαδάκι περασμένων δεκαετιών χωρίς «διά ταύτα», χωρίς ανάθεση ευθύνης και δίχως ποτέ να επιβάλλεται κάποιος σε υπουργούς που διαφωνούσαν.Ο κ. Τσίπρας είναι βεβαίως ρεαλιστής και ένας κυνικός παίκτης. Και όπως συμβαίνει πάντοτε όταν νιώθουμε απειλές και κινδύνους γύρω μας, αυτό που προέχει είναι η επιβίωση και η αυτοσυντήρηση μαζί με την εκλογίκευση των αδυναμιών μας. Ισως, λοιπόν, να σκέπτεται «τι και αν χάσω; Είμαι 40 χρόνων, μπορώ να είμαι παίκτης για πολλά ακόμη χρόνια. Ο επόμενος πρωθυπουργός έχει πολλή στενοχώρια να μοιράσει ακόμη. Εχω χρόνο μπροστά μου…». Η πολιτική σε αυτό το επίπεδο απαιτεί, όμως, αυτό που οι Αγγλοσάξονες ονομάζουν «φωτιά στο στομάχι». Αν τη χάσεις, για οιονδήποτε λόγο, μπορείς να κουτρουβαλήσεις λίγο ακόμη, αλλά δεν θα πας μακριά. Η Ιστορία έχει έναν άγριο τρόπο να ξεχωρίζει τους πολιτικούς σε ηγέτες και σε υποσημειώσεις. Ηγέτης ακόμη να φανεί στο ξέφωτο…Καθημερινήκκ












