Τάκης Θεοδωρόπουλος

RSS

Απ’ τον «αυριανισμό» στον ολοκληρωτισμό

Δ​​εν θυμάμαι πότε και ποιος ήταν ο πρώτος που μίλησε για «αυριανισμό». Ποιος δηλαδή ήταν αυτός που μετέφρασε τον τίτλο μιας εφημερίδας σε έναν όρο που σηματοδοτούσε το ήθος μιας ορισμένης κοινωνικής συμπεριφοράς. Δεν ξέρω επίσης, καθότι δεν είμαι ιστορικός, αν υπάρχει κάτι αντίστοιχο στην Ιστορία. Γιατί ο «αυριανισμός» υπήρξε κάτι διαφορετικό και από τον «κίτρινο Τύπο» και από τα σκανδαλοθηρικά ταμπλόιντ. Ηταν μια ολόκληρη νοοτροπία που ξεκινούσε από την πολιτική και, διά των τριχοειδών αγγείων του δημοσίου βίου, άπλωνε τους τοξικούς χυμούς του ακόμη και στις πιο αφανείς πτυχές της κοινωνίας.

Στη δεκαετία του ’80, όταν ο πασοκισμός βρισκόταν στην κορύφωσή του, η εφημερίδα «Αυριανή» πουλούσε διακόσιες πενήντα χιλιάδες φύλλα ημερησίως και είχε τη δυνατότητα να στείλει στον εισαγγελέα ή να διαπομπεύσει οποιονδήποτε έβαζε στο στόχαστρο. Η δημοφιλία της, αν και είχε να κάνει με την κυριαρχία του Ανδρέα Παπανδρέου και με τον αυτοχαρακτηρισμό της ως «η εφημερίδα που γκρέμισε τον καραμανλισμό» δεν περιοριζόταν στην πολιτική που υποστήριζε. Είχε βρει τον τόνο και είχε καταφέρει να εκφράσει μια νοοτροπία που άγγιζε τα πιο βαθιά στρώματα στο υπέδαφος της συλλογικής ψυχής.

Ποια ήταν τα υλικά της; Κατ’ αρχάς η προφορικότητα. Κείμενα τυπωμένα μεν, γραμμένα δε στον ασθμαίνοντα τόνο του ανθρώπου που προσπαθεί να επιβάλει τη φωνή του στη βαβούρα του καφενείου. Μια προφορικότητα την οποία εξέφραζε η προχειρότητα της εμφάνισης, ένα κασέ σαν κουρελού, σχόλια που εμφανίζονταν ως ειδήσεις, κακοτυπωμένες φωτογραφίες. «Η αλήθεια είναι απλή και όσο πιο ωμή τόσο το καλύτερο» ήταν η θέση που μεταφερόταν στο υποσυνείδητο του αναγνώστη. Μια θέση που συμβάδιζε με τον φθόνο απέναντι στις ελίτ, την απαξίωση της μόρφωσης που ταυτιζόταν με τους κουλτουριάρηδες και την ανάδειξη του «λαού» σε απόλυτο κριτή. Η μετονομασία των πιο συντηρητικών ενστίκτων της ελληνικής κοινωνίας σε πρόοδο.

Ποιος ήταν ο λαός; Μα ακριβώς όποιος δεν ήταν μορφωμένος κι όποιος αισθανόταν αδικημένος. Αν σ’ αυτά τα υλικά προσθέσουμε και την ξενοφοβία, την αποστροφή προς οτιδήποτε δεν εντάσσεται στα όρια του «λαού», του δικού μας εννοείται, τη δαιμονοποίηση της δεξιάς ως υπηρέτη των ελίτ, έχουμε μια επαρκή εικόνα της ψυχής του «αυριανισμού». Το καταγγελτικό ύφος, κοινός χαφιεδισμός, εννοείται ήταν το απαραίτητο όχημα όλων αυτών των υλικών. Η «Αυριανή» υπήρχε για να καταγγέλλει πάντα κάποιον που βρισκόταν απέναντι και να αθωώνει κατά συνέπεια όποιον δεν κατήγγελλε και εαυτήν στον ρόλο του κατήγορου. Ενα έντυπο λαϊκό δικαστήριο. Η ναυαρχίδα του στόλου που αποψίλωσε την ελληνική κοινωνία από την ανάγκη για παιδεία – μια αποψίλωση με καταστροφικά αποτελέσματα στην ίδια την εκπαίδευση.

Ξέρω πως σε πολλούς θα σηκωθούν οι τρίχες της κεφαλής τους, όμως δεν μπορώ να μην επισημάνω πως το έδαφος που υποδέχθηκε τον σπόρο του «αυριανισμού» είχε ήδη γονιμοποιηθεί από τον «μακρυγιαννισμό». Η χολώδης προφορική γραφή του αγωνιστή που έμαθε γράμματα για να εκφράσει τον πόνο του, που αισθανόταν αδικημένος γιατί θεωρούσε πως η πολιτεία δεν τον αντάμειψε ως όφειλε, ο φθόνος απέναντι στον εγγράμματο Μαυροκορδάτο και το μίσος απέναντι στους ξένους, Βαυαρούς ή Φραντσέζους, υπήρξε το κοινωνικό μανιφέστο της προοδευτικής μεταπολίτευσης. Ο χρόνος φθείρει τις αξίες και ο «αυριανισμός» λειτούργησε ως παραφθορά του μακρυγιαννισμού. Αν ήξερε ο Σεφέρης όταν έκανε την περίφημη ομιλία του στο Κάιρο…Σήμερα η εφημερίδα δεν υπάρχει πια και ελάχιστοι αναφέρονται στον «αυριανισμό». Ισως γιατί δεν είναι πλέον διακριτός, ίσως γιατί έχει επιβληθεί σε όλο το φάσμα του δημόσιου βίου μας. Οι «Αγανακτισμένοι» που υπήρξαν η τελευταία θεαματική εμφάνιση του «αυριανισμού» πέρασαν από την πλατεία στα υπουργεία. Μούντζωναν τη Βουλή, όμως μια χαρά βολεύτηκαν στα έδρανά της. Οι ελίτ ούτως ή άλλως είναι απαξιωμένες, η αριστεία θεωρείται ρετσινιά, η κυβέρνηση κοντά έναν χρόνο τώρα καταγγέλλει, ο υπουργός Παιδείας θέλει να κλείσουν τα ιδιωτικά, η κυβερνητική εκπρόσωπος καταδικάζει την κ. Σαββαΐδου ερήμην της δικαιοσύνης και τον ρόλο της «Αυριανής» τον έχει αναλάβει ο Λαζόπουλος.

Μόνον που στα χρόνια που μας κυβερνούσε ο «αυριανισμός» υπήρχαν ακόμη αντιστάσεις στο εκδικητικό του μένος και τη βουλιμία του για εξουσία. Υπήρχε και το περίφημο «ευρωπαϊκό πλαίσιο» στο οποίο το ΠΑΣΟΚ έμαθε να λειτουργεί χάρη κυρίως σ’ έναν πεφωτισμένο ηγέτη του, τον Κώστα Σημίτη. Σήμερα όμως; Σήμερα που οι δεσμοί μας με την υπόλοιπη Ευρώπη γίνονται όλο και πιο προβληματικοί, σήμερα που οι σχέσεις μας με την πολιτισμένη Δύση συρρικνώνονται στη λογιστική του χρέους; Σήμερα το ψυχολογικό υπόβαθρο που καλλιέργησε τον «αυριανισμό» μεταμορφώνεται σε έναν ολοκληρωτισμό με δημοκρατικά προσχήματα.

Λέμε «ολοκληρωτισμός» και στο μυαλό μας έρχονται τεθωρακισμένα και στρατιωτικές περίπολοι. Δεν σκεφτόμαστε όμως τον έλεγχο των ραδιοτηλεοπτικών μέσων που επιχειρεί ο κ. Παπάς. Ούτε το γεγονός ότι ένας άνθρωπος έπαιζε την Ελλάδα στα ζάρια επί εφτά μήνες, όπως ο κ. Βαρουφάκης, για να ανεβάσει το κασέ του. Εγραφε τις προάλλες ο Στέφανος Κασιμάτης πως η Ελλάδα δεν θα γίνει Βενεζουέλα επειδή δεν έχει Ινδιάνους. Εχει όμως αυριανιστές, κοινωνικά στρώματα που φθονούν την αριστεία σε όλα τα επίπεδα και με την εξουδετέρωση των μεσαίων τάξεων έχουν τη δύναμη να επιβάλουν τον ολοκληρωτισμό τους.

Χίρου Ονόντα – Έι, φίλε! Ο πόλεμος τελείωσε!
Ένα από τα καυτά θέματα συζήτησης σε όλες τις τάξεις όπου διδάσκω φυσική, είναι τα 
διαστημικά ταξίδια. Σύμφωνα με την θεωρία του Αϊνστάιν, όσο πλησιάζουμε την
 ταχύτητα του φωτός ο χρόνος επιβραδύνεται. Αυτό σημαίνει ότι θεωρητικά μπορείτε
 να μπείτε σε ένα διαστημόπλοιο, να ταξιδέψετε κοντά στην ταχύτητα του φωτός 
για ένα-δυο χρόνια και μετά να επιστρέφετε. Θα έχετε γεράσει ελάχιστα. Όμως, 
όλοι οι υπόλοιποι εδώ πίσω, στον γαλάζιο πλανήτη μας θα είναι πολύ πιο γερασμένοι.
 Μόλις γυρίσετε θα ανακαλύψετε επίσης ότι η γήινη τεχνολογία, η πολιτική και η 
οικονομία θα έχουν αλλάξει δραματικά. Η ζωή θα είναι τόσο διαφορετική που δεν 
θα μπορείτε πια να προσαρμοστείτε.
Κατά μία έννοια αυτό ακριβώς συνέβη στον Χιρού Ονόντα. Επί τριάντα χρόνια
 ο άνθρωπος αυτός έμεινε κολλημένος σε μία πτυχή του χρόνου, γνωστή ως 1944. 
Ο υπόλοιπος κόσμος γύρω του συνέχισε να αλλάζει, όμως ο Ονόντα έμενε ο ίδιος. 
Όταν ξαναβγήκε στον σύγχρονο κόσμο μας δεν ήταν προετοιμασμένος γι’ αυτό
 που αντίκρισε. Φυσικά, ο Ονόντα ποτέ δεν ταξίδεψε στο διάστημα. Αντιθέτως,
 ήταν χαμένος σε μια άλλη διάσταση του χρόνου.
Για να βρούμε πώς κατέληξε σε αυτή την κατάσταση πρέπει να ανατρέξουμε στη
 νεανική του ηλικία. Γεννήθηκε στην Καϊνάν της Ιαπωνίας, το 1922, κι όταν έκλεισε 
τα δεκαεπτά πήγε να δουλέψει για λογαριασμό μιας εμπορικής εταιρίας στην Κίνα.
 Ο Ονόντα ζούσε την ζωή ενός κανονικού εφήβου. Όλη μέρα δούλευε και τη νύχτα
 ξεφάντωνε στις τοπικές αίθουσες χορού.
Τον Μάιο του 1942 ο Ονόντα κλήθηκε στον ιαπωνικό στρατό, αμέσως μετά την 
είσοδο των Ηνωμένων Πολιτειών στον πόλεμο και την κλιμάκωση των
 εχθροπραξιών σε παγκόσμια κλίμακα. Σε αντίθεση με τους περισσότερους
 στρατιώτες, εκπαιδεύτηκε σε σχολή ανταρτοπολέμου. Σε μια εποχή που οι
 Ιάπωνες θεωρούσαν άξιους θανατικής καταδίκης όσους δικούς τους πιάνονταν
 αιχμάλωτοι πολέμου, ο Ονόντα διδάχτηκε να επιβιώνει με κάθε κόστος.
Στις 26 Δεκεμβρίου 1944, ο Δόκιμος Αξιωματικός Χίρου Ονόντα στάλθηκε στη 
μικρή τροπική νήσο Λουμπάνγκ, περίπου εβδομήντα πέντε μίλια νοτιοδυτικά της
 Μανίλα, πρωτεύουσας των Φιλιππινών. Οι διαταγές που είχε ήταν σαφείς.
Οφείλε να εμποδίσει με κάθε μέσον οποιαδήποτε εχθρική επίθεση στο νησί.
 Αν χρειαζόταν θα κατέστρεφε το αεροδρόμιο του Λουμπάνγκ και την
 αποβάθρα του λιμανιού. Τον έστειλαν ολομόναχο, τον διέταξαν να μην 
αυτοκτονήσει και του είπαν να κάτσει εκεί όσα χρόνια χρειαστούν για την
 εκπλήρωση της αποστολής του.
ONODA
Μόλις ο Ονόντα προσγειώθηκε στο νησί τον υποδέχθηκε μια ομάδα Γιαπωνέζων
 στρατιωτών, που είχαν σταλεί εκεί νωρίτερα. Μεταξύ τους υπήρχαν και αξιωματικοί,
 ανώτεροι του Ονόντα, οι οποίοι τον εμπόδισαν να εκτελέσει έγκαιρα την αποστολή του.
 Αυτό διευκόλυνε τους Αμερικανούς να αποκτήσουν τον έλεγχο του νησιού, ύστερα από
 απόβαση στις 28 Φεβρουάριου 1945. Μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα η ιαπωνική
 παρουσία στο νησί είχε περιοριστεί στον Ονόντα και σε άλλους τρεις στρατιώτες. 
Όλοι οι υπόλοιποι σκοτώθηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν. Έχοντας προαχθεί στο μεταξύ σε
 υπολοχαγό, ο Ονόντα διέταξε τους άνδρες του να καταφύγουν στα υψώματα. Μετά από λίγο καιρό ο πόλεμος τελείωσε, όμως οι τέσσερις στρατιώτες θα αργούσαν να το μάθουν.
Ας δούμε την πραγματικότητα. Έχουμε τέσσερις ελάχιστα αξιόμαχους φαντάρους. Βασικά, το μόνο για το οποίο μπορούν να πολεμήσουν είναι η επιβίωσή τους. Συνειδητοποιώντας, ότι δεν ήταν φρόνιμο να παραμένουν στην ίδια τοποθεσία για μεγάλο χρονικό διάστημα, δημιούργησαν ένα είδος κυκλώματος, εντός του οποίου μετακινούνταν από σημείο σε σημείο. Δεν έμεναν στο ίδιο μέρος παραπάνω από τρεις έως πέντε μέρες, ανάλογα με τις προμήθειές τους σε τρόφιμα. Στην περίοδο των μουσώνων με τις καταρρακτώδεις βροχές, κανένας εχθρός δεν μπορούσε να ανέβει στο βουνό, κι έτσι στρατοπέδευαν στο ίδιο μέρος για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Βασική πηγή διατροφής τους ήταν οι μπανάνες. Δεν ξέρω για σας, αλλά εγώ με μια-δυο μπανάνες είμαι εντάξει. Δεν θα τρελαινόμουν, όμως, να τις έχω και για κύριο καθημερινό γεύμα. Οι στρατιώτες βέβαια, έπρεπε να διατηρήσουν κάπως την υγεία τους. Συμπλήρωναν την δίαιτά τους με άλλα φρούτα και κυνηγώντας νεροβούβαλους, αγριοκάτσικα, άγρια πουλερικά και ιγκουάνες. (Μμμμ, νόστιμο ακούγεται…). Προτιμούσαν τα βοοειδή, όμως δεν μπορούσαν να σκοτώσουν πολλά ζώα επειδή οι πυροβολισμοί τα τρόμαζαν κι εκείνα προλάβαιναν να φύγουν.
Κι ύστερα απέμειναν τρεις
Πρώτος από τους τέσσερις έφυγε ο στρατιώτης Γιουίτσι Ακάτσου. Βαρέθηκε όλη αυτή την ιστορία και την κοπάνησε τον Σεπτέμβριο του 1949. Οι υπόλοιποι φαντάστηκαν, ότι δεν υπήρχε τρόπος αυτό το εξασθενημένο πλάσμα να επιβιώσει με δικά του μέσα. Κι όμως, χωρίς να το γνωρίζουν,ο Ακάτσου πέρασε μόνος του έξι μήνες πριν παραδοθεί σε Φιλιππινέζους στρατιώτες..Το 1950 οι τρεις γενναίοι βρήκαν ένα σημείωμα που είχε αφήσει ο Ακάτσου, στο οποίο υποστήριζε ότι τον είχαν χαιρετήσει φιλικά αμερικανικά στρατεύματα. Προσπάθησε μάλιστα να οδηγήσει μια ομάδα από αυτούς στα βουνά, αναζητώντας τους συντρόφους του. Ο Ονόντα και οι άνδρες του συμπέραναν αμέσως ότι ο Ακάτσου είχε γίνει συνεργάτης του εχθρού και υποχώρησαν στην άλλη πλευρά του βουνού.
Το 1952 ένα αεροσκάφος έριξε σε πολλά σημεία του νησιού επιστολές και φωτογραφίες από συγγενείς και φίλους των τριών Γιαπωνέζων. Οι στρατιώτες πείστηκαν πια πως με αυτή την εξυπνάδα ο εχθρός είχε εξαντλήσει όλα του τα μέσα. Στα μάτια των εκπαιδευμένων καταδρομέων ήταν μια απάτη και τίποτε περισσότερο.
Πάει κι άλλος ένας 
Τον Ιούνιο του 1953 ένα άλλο μέλος της ομάδας, ο δεκανέας Σιμάντα, πυροβολήθηκε στο πόδι κατά την ανταλλαγή πυρών με ψαράδες. Ο Ονόντα φρόντισε το τραύμα του και τον έκανε καλά, όμως στις 7 Μαίου 1954 ο δεκανέας σκοτώθηκε ακαριαία από τα πυρά μιας άλλης ερευνητικής αποστολής, που αναζητούσε τους τρεις άνδρες.
Δέκα μέρες αργότερα τους έριξαν περισσότερα φυλλάδια από αέρος. Ένα μεγάφωνο φώναζε δυνατά «Ονόντα, Κοζούκα, ο πόλεμος τελείωσε». Άλλο ένα κόλπο των Αμερικανών. Οι στρατιώτες ήταν σίγουροι πως ο πόλεμος συνεχιζόταν και σκόπευαν να πάρουν εκδίκηση για τον θάνατο του Σιμάντα. Ο Ονόντα κι ο Κοζούκα δεν αμφέβαλλαν, πως κάποια στιγμή οι Γιαπωνέζοι θα έκαναν απόβαση στο νησί και θα το έπαιρναν πίσω από τους Αμερικανούς.
Μια-μέρα ο ίδιος ο αδελφός του Ονόντα πήρε ένα μικρόφωνο και τον παρακάλεσε να παραδοθεί. Λόγω της μεγάλης απόστασης ο Ονόντα δεν μπορούσε να δει το πρόσωπο του ομιλητή και αποφάσισε πως οι Αμερικανοί το είχαν παρατραβήξει στην προσπάθεια τους να τον κοροϊδέψουν. Οι δυο στρατιώτες πίστευαν πως οι Αμερικανοί βρήκαν κάποιον με την ίδια σωματική διάπλαση και τη φωνή του αδελφού του Ονόντα, αλλά στην πραγματικότητα ήταν συμμέτοχος στην απάτη!
Προσπαθήστε να μπείτε στην λογική τους. Πρώτον, είχαν εκπαιδευτεί να αντιμετωπίζουν τα πάντα με καχυποψία. Δεύτερον, ήταν σφηνωμένο στο μυαλό τους ότι ο πόλεμος θα χρειαζόταν 100 χρόνια για να κερδηθεί και ότι η Ιαπωνία δεν θα παραδινόταν μέχρι να σκοτωθεί και ο τελευταίος Γιαπωνέζος πολίτης. Απο την στιγμή που πίστευαν ότι υπάρχουν ακόμη ζωντανοί Γιαπωνέζοι, ο πόλεμος έπρεπε να συνεχίζεται.
Όποτε χρειάζονταν κρίσιμα για την επιβίωσή τους εφόδια, οι δύο άνδρες τα «επίτασσαν» από τους νησιώτες. Εσείς κι εγώ μπορεί να το αποκαλούσαμε ένοπλη ληστεία, εφόσον όμως θεωρούσαν οτι βρίσκονται σε καιρό πολέμου, πίστευαν πως οι πράξεις τους ήταν αποδεκτές. Οι νησιώτες τούς είχαν δώσει πολλά ονοματα, όπως οι «ληστές των ορέων» και οι «διάβολοι των ορέων». Οι ντόπιοι είχαν κάθε λόγο να τους φοβούνται από τη στιγμή που αρκετοί από αυτούς είχαν τραυματιστεί ή και σκοτωθεί σε αψιμαχίες με τους δύο φαντάρους.
Στο τέλος του 1965 ο Ονόντα και ο Κοζούκα επίταξαν ένα τρανζίστορ κι άκουσαν τα νέα από το Πεκίνο. Με το μυαλό τους να παραμένει παγιδευμένο στα χρόνια του πολέμου και στο 1945, δεν πίστεψαν ούτε λέξη από όσα άκουσαν αναφορικά με την στρατιωτική κατάσταση και τις διεθνείς σχέσεις. Αυτό δεν τους εμπόδισε να παρακολουθούν τις ιπποδρομίες και να αντιληφθούν πως η Ιαπωνία είχε εξελιχθεί σε μεγάλη βιομηχανική δύναμη.
Ο τελευταίος των Μοϊκανών 
Κάθε χρόνο, στο πλαίσιο της στρατιωτικής τους αποστολής ο Ονόντα και ο Κοζούκα έκαιγαν τους σωρούς ρυζιού, που είχαν μαζέψει οι αγρότες. Την ίδια δουλειά έκαναν και στις 19 Οκτωβρίου 1972, οπότε αποφάσισαν να κάψουν κι έναν τελευταίο, μικρό σωρό, προτού συνεχίσουν τον δρόμο τους. Αυτό ήταν μεγάλο λάθος. Οι αστυνομικοί έφτασαν εκεί με την άνεσή τους και πυροβόλησαν τον Κοζούκα δυο φορές. Μια από τις σφαίρες του τρύπησε την καρδιά και τον σκότωσε.
Ο Ονόντα χάθηκε για μια ακόμη φορά προς τα δάση. Αποφάσισε πως όταν ξαναβρεί εχθρό μπροστά του θα του ρίξει στο ψαχνό. Οι ανακοινώσεις από τα μεγάφωνα και οι ρίψεις φυλλαδίων συνεχίστηκαν με μεγαλύτερη ένταση. Ομάδες αναζήτησης άφηναν πίσω τους περιοδικά κι εφημερίδες, πολλές από τις οποίες περιέγραφαν την απίστευτη κηδεία του Κοζούκα, πίσω στην Ιαπωνία. Ουδείς εξεπλάγη όταν ο Ονόντα δεν «μάσησε» ούτε αυτή την φορά.
Onoda-suzuki
Σχεδόν για έναν ακόμη χρόνο ο Ονόντα εξακολούθησε να ζει μόνος. Ήταν
 προετοιμασμένος να πεθάνει πάνω σε αυτό το νησί. Ώσπου, στις 20 Φεβρουάριου,
 συνάντησε έναν νεαρό Γιαπωνέζο ονόματι Σουζούκι, που είχε παρατήσει το
 πανεπιστήμιο και ζούσε μόνος σε μια σκηνή. Ο Σουζούκι έφυγε από την Ιαπωνία
 για να γυρίσει τον κόσμο κι είπε στους φίλους του, ότι θα έψαχνε να βρει κατά σειρά «τον υπολοχαγό Ονόντα, ένα πάντα και τον Χιονάνθρωπο των Ιμαλάίών». (Ξέρουμε ήδη 
ότι βρήκε τον Ονόντα. Θα μπορούσε να επισκεφθεί οποιονδήποτε μεγάλο ζωολογικό
 κήπο για να δει ένα πάντα. Ομως, ακόμη αγνοούμε αν βρήκε ποτέ τον Χιονάνθρωπο των Ιμαλαίων). Ο Ονόντα πλησίασε προσεκτικά τη σκηνή και σύντομα οι δυο τους άρχισαν μια συζήτηση που κράτησε πολλές ώρες. Έγιναν φίλοι, αλλά ο Ονόντα ξεκαθάρισε στον
 Σουζούκι ότι δεν μπορούσε να έλθει μαζί του επειδή ανέμενε διαταγές από τους 
ανωτέρους του.
hiroo-onoda2
Ο Σουζούκι έφυγε, αλλά υποσχέθηκε πως θα επιστρέψει. Και το έκανε.
Στις 9 Μαρτίου 1974 ο Ονόντα πήγε σε μια συμφωνημένη τοποθεσία και βρήκε ένα 
σημείωμα που του είχε αφήσει ο Σουζούκι. Μαζί με το σημείωμα ο νεαρός είχε 
εσωκλείσει στον φάκελο και δυο φωτογραφίες από την πρώτη τους συνάντηση
, μαζί με αντίγραφα δύο στρατιωτικών διαταγών. Την επομένη ο Ονόντα αποφάσισε να
 το ρισκάρει κι έκανε δυο μέρες δρόμο για να συναντήσει τον Σουζούκι. Αποζημιώθηκε
 με το παραπάνω για τον ποδαρόδρομο. Ο Σουζούκι είχε φέρει μαζί του τον πρώην
 διοικητή του Ονόντα, ταγματάρχη Τανιγκούτσι, ο οποίος διαβίβασε στον Ονόντα 
την προφορική διαταγή να καταθέσει τα όπλα.
Hiroo-Onada-Japanese-Soldier-Ferdinand-Marcos
Ο τριακονταετής πόλεμος του Χίρου Ονόντα είχε πλέον τελειώσει. Επέστρεψε στην
 Ιαπωνία και του επιφύλαξαν υποδοχή ήρωα. Τον κυνηγούσαν συνεχώς τα ΜΜΕ 
και τον στοίχειωνε η περιέργεια του κοινού οπουδήποτε κι αν πήγαινε.
Πάντως, το μυαλό του βρισκόταν ακόμη στην Ιαπωνία του 1944 κι αυτά που έβλεπε 
δεν του άρεσαν. Αφού εξέδωσε τα απομνημονεύματά του, μάζεψε τη νεοαποκτηθείσα
 περιουσία του και μετανάστευσε στην Βραζιλία για να βόσκει κοπάδια. Αργότερα 
παντρεύτηκε με Γιαπωνέζα και γύρισε στην πατρίδα του για να ιδρύσει μια 
παιδική κατασκήνωση στη φύση, η οποία λειτουργεί ως τις μέρες μας. 
(Να είστε βέβαιοι πως είχε μεγάλη εμπειρία από τη φύση).~
 Από το βιβλίο του Στιβ Σίλβερμαν «Το ψυγείο του Αινστάιν

  Πίνακας του Γιάννη Τσαρούχη
Πίνακας του Γιάννη Τσαρούχη
2581
0

Ο Νοέμβριος είναι ο ενδέκατος μήνας του Γρηγοριανού Ημερολογίου, με διάρκεια 30 ημερών. Η ονομασία του ετυμολογείται από τη λατινική λέξη November, η οποία προέρχεται από το αριθμητικό novem, εννέα, επειδή στο αρχαίο δεκάμηνο ρωμαϊκό ημερολόγιο ο Νοέμβριος ήταν ο ένατος κατά σειρά μήνας. Στη συνέχεια, με την προσθήκη του Ιανουαρίουκαι του Φεβρουαρίου, το ρωμαϊκό ημερολόγιο έγινε δωδεκάμηνο. Ο Νοέμβριος μετακινήθηκε στην ενδέκατη θέση, αλλά διατήρησε την παλιά του ονομασία.
Στην αρχαία Αθήνα ο Νοέμβριος ισοδυναμούσε με το δεύτερο δεκαπενθήμερο του μήνα Πυανοψιώνα και το πρώτο δεκαπενθήμερο του μήνα Μαιμακτηριώνα. Την περίοδο αυτή οι Αθηναίοι γιόρταζαν τα:

  • Απατούρια, κατά τη διάρκεια των οποίων οι νεαροί Αθηναίοι (Κούροι) εγγράφονταν στη φρατρία (ή φατρία=ευρύτερη οικογένεια), όπου ανήκαν, μία τελετή που παραλληλίζεται με τη βάπτιση των Χριστιανών. Ο πατέρας του παιδιού ήταν υποχρεωμένος να θυσιάσει αρνί ή κατσίκι και να δώσει μισή δραχμή στον ιερέα που θα τελούσε τη θυσία. Το εορταστικό τραπέζι, που ακολουθούσε, περιείχε κρέας, πίτες και κρασί. 
  • Χαλκεία, κατά τα οποία οι σιδεράδες της πόλης τιμούσαν τον προστάτη Θεό τους Ήφαιστο. 
  • Μαιμακτήρια, για να τιμήσουν τον θεό των καιρικών συνθηκών, Δία τον Μαιμάκτη, δηλαδή τον θυελλώδη και να του ζητήσουν ήπιο καιρό, σε μια εποχή που το κρύο δυνάμωνε. Από το προσωνύμιο αυτό του Δία πήρε το όνομά του τόσο η γιορτή, όσο και ο μήνας.

Στο λαϊκό καλεντάρι ο Νοέμβριος ονομάζεται:

Από την εορτή του Αγίου Φιλίππου (14 Νοεμβρίου) έως τα Χριστούγεννα (25 Δεκεμβρίου) η Εκκλησία επιβάλλει την τήρηση νηστείας, το γνωστό Σαρανταήμερο, ενώ μία ακόμη γιορτή σηματοδοτεί εκκλησιαστικά τον Νοέμβριο: Τα Εισόδια της Θεοτόκου (21 Νοεμβρίου), που μας θυμίζουν την έλευση της νεαρής Μαρίας (μετέπειτα Θεοτόκου) στο Ναό και την αφιέρωσή της στο Θεό από τους γονείς της Ιωακείμ και Άννα.
ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/articles/500/187#ixzz3qES6Rz8f