Ετοιμάζεται!!!
Από τον Γιάννη τον Πενταμοδιανό,
Αξιοκρατία: Η γενεσιουργός αιτία της Δημοκρατίας
Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά, λοιπόν, για να τα ξεμπερδέψουμε. Ας βάλουμε καθαρά τα ερωτήματα πρώτα, κι ύστερα ας τα απαντήσουμε όμορφα και λογικά. Πρώτο ερώτημα: Είναι η αξιοκρατία σε αντίθεση με τη δημοκρατία; Η απάντησή μου είναι ένα μεγάλο όχι. Γιατί η αξιοκρατία είναι η γενεσιουργός αιτία της δημοκρατίας, το βασικό ζητούμενο που οδήγησε στη γέννηση αυτού του πολιτεύματος. Κι ως τέτοια, δεν μπορεί να είναι σε αντίθεση. Κι αυτό θα δείτε πως είναι αλήθεια, αν παραδεχτείτε πώς το βασικό ζητούμενο για τους πολίτες, για κάθε λαό, δεν είναι το πώς θα λέγεται το πολίτευμα με το οποίο κυβερνιέται. Αρκεί να ευημερεί, να είναι ελεύθερος, ασφαλής και να προκόβει με ειρήνη, δικαιοσύνη και ισονομία.Κι όταν κάποιος σοφός, «καλός τε κ’ αγαθός» «τύραννος» τα πρόσφερε αυτά σε μια πόλη στην αρχαία Ελλάδα, όλοι ήταν μια χαρά και κανείς δεν συλλογιόταν για κάποιο άλλο πολίτευμα. Το πρόβλημα, όμως, το κομβικό σημείο, ήταν ο τρόπος της διαδοχής. Όλα ήταν καλά με τον βασιλιά που ήταν άξιος, δίκαιος και καλός και νοιαζόταν για το καλό του κόσμου.
Τι γινόταν όμως όταν ο διάδοχος ήταν ανάξιος κι ελλειμματικός; Έτσι νομίζω το σκέφτηκαν οι προπάτορές μας στην αρχαία Αθήνα.
Μια και δυο, είπαν, τούτο το πράγμα δεν είναι καλό να τ’ αφήνουμε στην τύχη. Κι αν είναι καλός ο γιος του βασιλιά εντάξει, κι αν δεν είναι μας κάθεται στο σβέρκο για χρόνια και μας αλλάζει τα φώτα. Ας βρούμε ένα άλλο πολίτευμα, όπου κάθε φορά εμείς όλοι μαζί θα βρίσκουμε τον πιο κατάλληλο και θα τον βάζουμε να μας κυβερνά. Κι όποιον παραδέχονται οι περισσότεροι ανάμεσά μας για καλύτερο, αυτόν θα τον τοποθετούμε εκεί, ίσο ανάμεσα σε ίσους, για να υπηρετεί το κοινό καλό.Έτσι, νομίζω, το είπαν. Πρακτικά, λογικά κι ακομπλεξάριστα που λένε. Όπως εσύ Φειδία έχεις ταλέντο στη γλυπτική, κι εσύ Φρύνονα στον αθλητισμό, εσύ Περικλή έχεις ταλέντο στη διοίκηση. Και σε ψηφίζουμε όλοι να μας υπηρετείς από αυτήν τη θέση, κι ας κάνει ο καθένας μας τη δουλειά που ξέρει και κάνει καλύτερα για το καλό όλων μας.
Άρα, ποιο ήταν το ζητούμενο που οδήγησε στη γέννηση της δημοκρατίας; Η αναζήτηση του πιο άξιου, του άριστου κυβερνήτη. Δηλαδή, η αξιοκρατία. Άρα η αξιοκρατία όχι μόνο δεν αντίκειται στη δημοκρατία, αλλά, αντίθετα, είναι ο θεμέλιος λίθος της.
Για να δείτε πόσο μπερδεμένοι είναι αυτοί που νομίζουν το αντίθετο, σκεφτείτε το πώς παρεξηγούν κάτι που γράφει ο Θουκυδίδης. Λέει ο αρχιμάστορας της ιστορίας για τη δημοκρατία στην αρχαία Αθήνα ότι επειδή τον Περικλή τον επέλεγαν συνέχεια για ηγέτη, η δημοκρατία έμοιαζε, τελικά, με «ενός ανδρός αρχή». Κι αυτό που καταλαβαίνουν είναι πως δήθεν ο Θουκυδίδης ψέγει τη δημοκρατία της Αθήνας. Τόσο καταλαβαίνουν, τέτοια λένε. Γιατί για άλλα μπορεί να κάνει κριτική κανείς στους Αθηναίους και στη δημοκρατία τους, αλλά όχι γι’ αυτό.Σύμφωνα μ’ αυτά που είπαμε παραπάνω, οι Αθηναίοι φαίνεται πως εφάρμοζαν την αξιοκρατία κι αναγνώριζαν την αριστεία με καθαρό μυαλό εκείνη την περίοδο. Αφού πίστευαν ότι ο Περικλής ήταν ο πιο κατάλληλος για τη δουλειά του ηγέτη, σε αυτόν την ανέθεταν συνέχεια. Πού είναι το περίεργο και το μη δημοκρατικό; Έτσι ζήσανε τον «Χρυσό Αιώνα» του Περικλή. Κι αν δεν τους τον έπαιρνε τον ηγέτη τους αναπάντεχα ο λιμός, ίσως να γράφανε με την καθοδήγησή του κι άλλες λαμπρές σελίδες στην ιστορία. Άρα στη δημοκρατία διαλέγεις ελεύθερα τον καταλληλότερο. Αλλά δεν αρκεί αυτό. Έπεται πως του κάνεις δώρο την πειθαρχία σου στους συμφωνημένους κανόνες. Η πειθαρχία αυτή δεν επιβάλλεται με το στανιό. Οι ελεύθεροι και υπερήφανοι πολίτες την πειθαρχία τους την κάνουν δώρο σ’ αυτόν που διαλέγουν για αρχηγό. Και βέβαια περιμένουν τότε ως αντίδωρο την ευημερία και την πρόοδο της πόλης.
Αυτό δεν μπορούν και δεν θέλουν να το καταλάβουν στην Ελλάδα τού σήμερα. Γι’ αυτό μπερδεύονται με τη δημοκρατική «ενός ανδρός αρχή» του Θουκυδίδη.
Κι έτσι, ούτε οι άρχοντες επιλέγονται αξιοκρατικά, ούτε κι αυτοί με τη σειρά τους φροντίζουν να στελεχώνονται τα δημόσια αξιώματα με τους κατάλληλους ανθρώπους στις κατάλληλες θέσεις. Αμφίδρομη αναξιοκρατία. Και οι ικανοί δεν ανταμείβονται σύμφωνα με την αξία τους και με την παραγωγικότητά τους – το αντίθετο μάλλον, βρίσκονται υπό διωγμό. Σαν πάνε να κάνουν κανένα βήμα για προκοπή, τη δική τους και του συνόλου, συναντούν χίλια δυο εμπόδια και τρώνε, που λέει κι ο λαός, πολύ ξύλο. Κι αυτό δεν είναι τυχαίο. Έτσι, είναι μερικοί που πιστεύουν πως όλο αυτό είναι μια πλεκτάνη, ένα οργανωμένο σχέδιο, επειδή η αξιοσύνη στην Ελλάδα τού σήμερα διώκεται τόσο αριστοτεχνικά κι απόλυτα. Αλλά δεν είναι ακριβώς έτσι.Γιατί τα ανθρώπινα μυαλά δεν μπορούν να στήσουνε μια πλεκτάνη τέτοιας τελειότητας σε τόσο μεγάλη κλίμακα. Αλλιώς έχει προκύψει αυτό το πράγμα. Και θα σας πω τι νομίζω, στο επόμενο άρθρο.
Η εποχή της πρώτης νεανικής κουλτούρας είχε μόλις αρχίσει. Μαζί και η φρενίτιδα του λευκού νεανικού κοινού για τη μουσική σουίνγκ, που ήδη είχε συμπληρώσει μια δεκαετία στα γκέτο των μαύρων της Νέας Υόρκης και του Κάνσας Σίτι. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως η ενσωμάτωση του Λούις Αρμστρονγκ στην μπάντα του Φλέτσερ Χέντερσον, τον Οκτώβριο του ’24, δημιούργησε την πρώτη «χοτ» ορχήστρα.
Μέσα σε μόλις 13 μήνες παραμονής του «Ποπς» στην μπάντα, κατάφερε να τη μετατρέψει από μια άκαμπτη χορευτική ορχήστρα σε μια ζωηρή γεμάτη αυτοσχεδιασμούς μπιγκ μπαντ. Η ζωντανή και αλέγρα μουσική της Νέας Ορλεάνης που ξεχείλιζε από την τρομπέτα του Αρμστρονγκ και οι ενορχηστρώσεις του Ντον Ρέντμαν είχαν παίξει καθοριστικό ρόλο στη δημιουργία ενός νέου στυλ μουσικής, που αργότερα ονομάστηκε σουίνγκ.
Στο ραδιόφωνο
Εως τα μέσα της δεκαετίας του ’30 η πιο κερδοφόρος, σταθερή και με κύρος δουλειά για ένα μουσικό στην Αμερική ήταν η συμμετοχή του σε ένα από τα ραδιοφωνικά προγράμματα. Οταν τον Δεκέμβριο του ’34, ο 25χρονος, με την εμφάνιση τραπεζίτη, Μπένι Γκούντμαν ξεκίνησε να εμφανίζεται στη σαββατιάτικη βραδινή εκπομπή «Let’s Dance» του ραδιοφωνικού σταθμού NBC, κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί πως θα γινόταν ένας από τους πρώτους ποπ σταρ παγκοσμίως. Ούτε ο ίδιος δεν θα μπορούσε να διανοηθεί ότι η μουσική του θα άλλαζε την Αμερική και αργότερα τον κόσμο.
Γρήγορα όμως συνειδητοποίησε πως η μπάντα του είχε ανάγκη από ενορχηστρώσεις που να διεγείρουν το κοινό και να κρατούν το ενδιαφέρον των μουσικών του. Ο Χέντερσον, που μόλις είχε διαλύσει την μπάντα του, ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος για να τον προμηθεύσει με καινούργιες ενορχηστρώσεις και υλικό δικών του κομματιών, όπως τα «Blues Skies», «Between the Devil and Deep Blue Sea» και το διαχρονικό «King Porter Stomp». Οι ραδιοφωνικές εμφανίσεις του Γκούντμαν με την μπιγκ μπαντ του έβγαιναν στον αέρα πολύ αργά, για να προσελκύσουν τους ακροατές της ανατολικής ακτής. Αντίστοιχα η διαφορά της ώρας τον κατέστησε ιδιαίτερα δημοφιλή στο φοιτητικό και νεανικό κοινό της δυτικής ακτής.
Τον Μάιο του ’35, ύστερα από 26 σαββατόβραδα, η εκπομπή «Let’s Dance» διακόπτεται απότομα λόγω απεργίας, αναγκάζοντας τον Μπένι Γκούντμαν να βγει στον δρόμο, σε μια περιοδεία από τη Νέα Υόρκη μέχρι την Καλιφόρνια. Σε πολλές πόλεις η μπάντα εισέπραξε την έντονη αποδοκιμασία του κοινού, που ήταν απρόθυμο να δεχθεί τη νέα «χοτ» τζαζ μουσική και να αποχωριστεί τη «γλυκιά τζαζ» του Πολ Γουάιτμαν. Στο Ντένβερ, η περιοδεία έπιασε πάτο και ο Γκούντμαν κατέληξε να παίζει σε άδειο χώρο. Στο Σολτ Λέικ Σίτι απέλυσε τον τρομπετίστα Μπάνι Μπέριγκαν λόγω υπερβολικής κατανάλωσης αλκοόλ, για να τον ξαναπροσλάβει την επόμενη μέρα.
Ολα είχαν πάει στραβά για τον Μπένι Γκούντμαν με την μπάντα στα πρόθυρα της διάλυσης. Ο εξαιρετικός ντράμερ Τζιν Κρούπα θυμάται: «Ενα βράδυ, ο Μπένι άρχισε να παίζει ρούμπα και γλυκιά τζαζ. “Τι συμβαίνει, Μπένι;” τον ρώτησα. Ο Μπένι κούνησε το κεφάλι του και μου είπε: “Υποθέτω πως αυτή η ιδέα μας για την τζαζ δεν είναι καλή. Θα κάνω τους ανθρώπους να χορέψουν ακόμη και αν χρειαστεί να παίξω όλη τη “μίκυ μάους” μουσική που έχει γραφτεί”. Κούνησα το κεφάλι μου, διαφωνώντας. “Ας παραμείνουμε στην αρχική σου ιδέα, ακόμη κι αν είναι να βουλιάξουμε”».Και ο «βασιλιάς» Μπένι Γκούντμαν
Στις 21 Αυγούστου, ο Γκούντμαν φτάνει στην τελευταία στάση της περιοδείας του, στο Palomar Ballroom του Λος Αντζελες, ένα από τα μεγαλύτερα και γνωστότερα κλαμπ της χώρας. Εχοντας εισπράξει άλλοτε την αδιαφορία και άλλοτε την αποδοκιμασία καθ’ όλη τη διάρκεια της περιοδείας, η μπάντα ξεκίνησε να παίζει επιφυλακτικά μπαλάντες, στις οποίες όμως το κοινό ανταποκρίθηκε χλιαρά. Στο μυαλό του Μπένι Γκούντμαν είχε έρθει το τέλος· θυμάται αργότερα να λέει στον εαυτό του: «Ξέχνα το! Αν είναι να αποτύχουμε, ας αποτύχουμε παίζοντας το δικό μας είδος μουσικής». Αμέσως έδωσε εντολή στους μουσικούς του να παίξουν τη «χοτ τζαζ» του Χέντερσον. Μόλις ο Μπέριγκαν σήκωσε την τρομπέτα του για να παίξει το εκπληκτικό σόλο του τραγουδιού «Sugar Foot Stomp», χιλιάδες νέοι και νέες άρχισαν να ουρλιάζουν και να χορεύουν σαν τρελοί.
Αν η τζαζ είχε έρθει αλυσοδεμένη στην Αμερική πριν από τρεις αιώνες, όπως είχε δηλώσει ο Πολ Γουάιτμαν, το καλοκαίρι του ’35 θα την κατακτούσε με τον βασιλιά του σουίνγκ, Μπένι Γκούντμαν. Για τα επόμενα δέκα χρόνια η Δύση θα χόρευε στους βηματισμούς χορών όπως η Λίντι Χοπ, το τζίτερμπακ ή το τζάιβ. Εκατομμύρια λευκοί Αμερικανοί που δεν είχαν ξανακούσει τζαζ, ξαφνικά γέμισαν τα κλαμπ και τα θέατρα της χώρας για να χορέψουν με τις μπιγκ μπαντ των Ντιουκ Ελινγκτον, Κάουντ Μπέισι, Καμπ Κάλογουεϊ, Αρτι Σο και φυσικά του τρομπονίστα Γκλεν Μίλερ.
Η δημοτικότητα όλων αυτών των μπαντλίντερ παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με τη λατρεία των αστέρων του ροκ εντ ρολ, δύο δεκαετίες αργότερα. Η διάρκεια της βασιλείας τους ήταν προσωρινή, αν και μέχρι σήμερα η σουίνγκ μουσική έχει αναβιώσει πολλές φορές στα 80 χρόνια από την εμπορική της έκρηξη.
Το τέλος της εποχής των μπιγκ μπαντ και του ροκ εντ ρολ συνέπεσε συμβολικά με τον μυστηριώδη θάνατο του Γκλεν Μίλερ το 1944 και του Μπάντι Χόλι το 1959, αντίστοιχα. Η τραγική ομοιότητα των δύο μουσικών; Και οι δύο σκοτώθηκαν από πτώση αεροπλάνου.
Έντυπη












