Από το φίλο και συνεργάτη του Ορεινού  Γιάννη Πενταμοδιανου η παρακάτω ανάρτηση :
ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΣΑΣ, ΑΝΤΙ ΕΥΧΩΝ ΤΟ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΔΙΗΓΗΜΑ,
 
ΚΑΛΑ ΚΙ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ, 
NA ΒΑΛOYME ΟΛΟΙ ΠΛΑΤΗ ΝΑ ΑΛΛΑΞΟΥΜΕ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ, ΜΠΟΡΟΥΜΕ, ΑΠΟ ΕΝΑ ΛΙΘΑΡΑΚΙ Ο ΚΑΘΕΝΑΣ ΚΑΙ ΘΑ ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΟΥΜΕ !!! 
ΤΟ ΚΑΛΟ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟΔΡΟΜΟΣ ΚΑΙ ΘΑ ΝΙΚΗΣΕΙ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ !!!
 
ΓΙΑΝΝΗΣ
Τα Χριστούγεννα του Παπαδιαμάντη
 
Κώστα Βάρναλη

Ὁ οὐρανὸς ἔβρεχε διαρκῶς λεπτὸν νερόχιονον, ὁ γραῖγος ἀδιάκοπος ἐφύσα καὶ ἦτο ψῦχος καὶ χειμὼν τὰς παραμονὰς τῶν Χριστουγέννων τοῦ ἔτους… Ὁ κυρ-Ἀλέξανδρος εἶχε νηστεύσει ἀνελλιπῶς ὁλόκληρον τὸ Σαρανταήμερον καὶ εἶχεν ἐξομολογηθεῖ τὰ κρίματά του (παπα-Δημήτρη τὸ χέρι σου φιλῶ!). Καὶ ἀφοῦ ἐγκαίρως παρέδωσε τὸ χριστουγεννιάτικον διήγημά του εἰς τὴν «Ἀκρόπολιν» καὶ διέθεσεν ὁλόκληρον τὴν γλίσχρον ἀντιμισθίαν του πρὸς πληρωμὴν τοῦ ἐνοικίου καὶ τῶν ὀλίγων χρεῶν του, γέρων ἤδη κεκμηκὼς ὑπὸ τῶν ἐτῶν καὶ τῆς νηστείας, ἀποφεύγων πάντοτε τὴν πολυάσχολον τύρβην, ἀλλὰ φιλακόλουθος πιστός, ἔψαλεν, ὡς συνήθως, μὲ τὴν βραχνὴν καὶ σπασμένην φωνήν του, πλήρη ὅμως ἐνθέου πάθους, ὡς δεξιὸς ψάλτης, εἰς τὸ παρεκκλήσιον τοῦ Προφήτου Ἐλισσαίου τὰς Μεγάλας Ὥρας, σχεδὸν ἀπὸ στήθους, καὶ ὄτε ἐπανῆλθεν εἰς τὸ πτωχικόν του δωμάτιον, δὲν εἶχεν ἀκόμη φέξει! Ἤναψε τὸ κηρίον του καὶ τῇ βοηθείᾳ τοῦ κηρίου (καὶ τοῦ Κυρίου!) ἔβγαλε τὸ ὑπόδημά του τὸ ἀριστερόν, διότι τὸν ἠνώχλει ὁ κάλος, καὶ ἡμίκλιντος ἐπὶ τῆς πενιχρᾶς στρωμνῆς του, πολλὰ ῥεμβάζων καὶ οὐδὲν σκεπτόμενος, ἤκουε τὰς ὀρυγὰς τοῦ κραταιοῦ ἀνέμου καὶ τοὺς κρότους τῆς βροχῆς καὶ ἔβλεπε νοερῶς τὸν πορφυροῦν πόντον νὰ ῥήγνυται εἰς τοὺς σκληροὺς αἰχμηροὺς βράχους τοῦ νεφελοσκεποῦς καὶ χιονοστεφάνου Ἄθω. Ἐκρύωνεν. Ἀλλὰ τὸ καφενεῖον τοῦ κυρ-Γιάννη τοῦ Ἀγκιστριώτη ἦτο κλειστόν. Ἀλλὰ καὶ ὀβολὸν δὲν εἶχε νὰ παραγγείλει: – Πάτερ Ἀβραάμ, πέμψον Λάζαρον! (ἕνα ποτηράκι ῥακὴ ἢ ῥώμι). Ἐκείνην τὴν χρονιὰν τὰ Χριστούγεννα ἔπεσαν Παρασκευήν. Τόσον τὸ καλύτερον. Θὰ νηστεύσει καὶ πάλιν, ὡς τὸ εἶχε τάμα νὰ νηστεύει διὰ βίου κάθε Παρασκευὴν διὰ νὰ ἐξαγνισθεῖ ὁ ἁμαρτωλὸς δοῦλος τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸ μέγα κρῖμα τῆς νεότητός του, ποὺ εἶδε τυχαίως ἀπὸ τὴν κλειδαρότρυπαν τὴν νεαράν του ἐξαδέλφην νὰ γδύνεται. 

Ἔκαμε τὸν σταυρόν του κι ἐσκεπάσθη μὲ τὴν διάτρητον βατανίαν του, ὅπως ἦτο ντυμένος καὶ μὲ τὰ ὑποδήματα – πλὴν τοῦ ἀριστεροῦ.
Καὶ τότε εὑρέθη εἰς τὴν προσφιλήν του νῆσον τῶν παιδικῶν του χρόνων μὲ τὰ ῥόδιν᾿ ἀκρογιάλια, τὰς ἁλκυονίδας ἡμέρας, τὰς χλοϊζούσας πλαγιάς, μὲ τὰ κρίταμα, τὴν κάππαριν καὶ τὰς ἁρμυρήθρας τῶν παραθαλασσίων βράχων καὶ μὲ τοὺς ἁπλοὺς παλαιοὺς ἀνθρώπους, θαλασσοδαρμένους ἢ ναυαγούς, ζωντανοὺς καὶ κεκοιμημένους. 

Καὶ ἦλθεν ὁ Χριστὸς μὲ τὸ τεθλιμμένον πρόσωπον, ἡ Παναγία ἡ Γλυκοφιλοῦσα μὲ τὸ λευκὸν καὶ ἔνθεον Βρέφος της, ὁ Ἅγιος Στυλιανός, ὁ φίλος καὶ φρουρὸς τῶν νηπίων, ἡ Ἁγία Βαρβάρα καὶ ἡ Ἁγία Κυριακὴ μὲ τοὺς σταυροὺς καὶ τοὺς κλάδους τῶν φοινίκων εἰς τὰς χεῖρας, ὁ ὅσιος Ἀντώνιος καὶ Εὐθύμιος καὶ Σάββας μὲ τὰς γενειάδας καὶ τὰ κομβοσχοίνια των· καὶ ἦλθε καὶ ὁ ὅσιος Μωϋσῆς ὁ Αἰθίοψ, «ἄνθρωπος τὴν ὄψιν καὶ θεὸς τὴν καρδίαν», ἡ Ἁγία Ἀναστασία ἡ Φαρμακολύτρια κρατοῦσα εἰς τὰς χεῖρας τὸ μικρόν της ληκύθιον, τὸ περιέχον τὰ λυτήρια ὅλων τῶν μαγγανειῶν καὶ ἐπῳδῶν, ὁ Ἅγιος Ἐλευθέριος, ἡ Ἁγία Μαρίνα καὶ εἴτα ὁ Ἅγιος Γεώργιος καὶ ὁ Ἅγιος Δημήτριος μὲ τὰ χαντζάριά των, μὲ τὰς ἀσπίδας καὶ τοὺς θώρακάς των – ὁλόκληρον τὸ Τέμπλον τοῦ παρεκκλησίου τῆς Παναγίας τῆς Γλυκοφιλούσης ἐκεῖ ἐπάνω εἰς τὸν βράχον τὸν μαστιζόμενον ἀπὸ θυέλλας καὶ λαίλαπας καὶ λικνιζόμενον ἀπὸ τὸ πολυτάραχον καὶ πολυρροιβδον κῦμα… 

Φέγγος ἐαρινὸν καὶ θαλπωρὴ διεχύθησαν ἐντὸς τοῦ ὑγροῦ δωματίου καὶ ὁ κυρ-Ἀλέξανδρος λησμονήσας τὸν κάλον του ἀνεσηκώθη νὰ φορέσει καὶ τὸ ἀριστερόν του ὑπόδημα διὰ ν᾿ ἀσπασθεῖ εὐλαβῶς τοὺς πόδας τοῦ Χριστοῦ, τῆς Παναγίας καὶ τῶν ἁγίων.
Ἀλλ᾿ ἡ ὀπτασία ἐξηφανίσθη καὶ ἰδοὺ εὑρέθη εἰς τὸν Ἅη-Γιάννην τὸν Κρυφόν, ποὺ ἐγιάτρευε τοὺς κρυφοὺς πόνους κι ἐδέχετο τὴν ἐξαγόρευσιν τῶν κρυφῶν ἁμαρτιῶν. Πλῆθος πιστῶν εἶχεν ἀνέλθει ἀπὸ τὴν πολίχνην, ζωντανοὶ καὶ συγχωρεμένοι, νὰ παρακολουθήσουν τὴν Λειτουργίαν, τὴν ὁποία ἐτέλει ὁ παπα-Μπεφάνης βοηθούμενος ἀπὸ τὸν μπάρμπ᾿ Ἀναγνώστην τὸν Παρθένην. 
Κατὰ περίεργον ἀντινομίαν τῶν στοιχείων, ἦτο καλοκαῖρι κι ἡ Λειτουργία εἶχε τελειώσει καὶ ἦτον δὲν ἦτον τρίτη πρωϊνή, ὅτε ἡ ἀμφιλύκη ἤρχισε νὰ ῥοδίζει εἰς τὸν ἀντικρυνὸν ζυγὸν τοῦ βουνοῦ.
Ὅλοι γείτονες, λάλοι καὶ φωνασκοί, ἐκάθηντο κατὰ γὴς πέριξ ἐστρωμένης καθαρᾶς ὀθόνης. Τέσσερ᾿ ἀρνιά, τρία πρόβατα, δύο κατσίκια, ἀστακοουρές, κεφαλόπουλα καπνιστὰ τῆς λίμνης, αὐγοτάραχον καὶ ἐγχέλεις ἁλατισμένοι, πίττες, κουραμπιέδες, μπακλαβάδες, πορτοκάλια καὶ μῆλα – ὅλα τὰ καλούδια, προϊόντα της μικρῆς καὶ ὡραίας νήσου, περιέμενον τοὺς συνδαιτυμόνας. 

– Καλῶς ὥρισες κυρ-Ἀλέξαντρε, κάτσε κ᾿ ἡ ἀφεντιά σου, τοῦ εἶπεν ἡ θεία ἡ Ἀμέρσα. Ἀλλὰ τί βλέπει γύρω του; Ὅλους τους ἥρωας καὶ τὰς ἡρωίδας τῶν Χριστουγεννιάτικων διηγημάτων του. Ἐκεῖ ἦτον ἡ θεία-Ἀχτίτσα, φοροῦσα καινουργῆ μανδήλαν καὶ νέα πέδιλα, ἐπιδεικνύουσα μετ᾿ εὐγνωμοσύνης τὸ συνάλλαγμα τῶν δέκα λιρῶν, τὸ ὁποῖον μόλις ἔλαβε ἀπὸ τὸν ξενητευμένον εἰς τὴν Ἀμερικὴν υἱόν της. Δίπλα της ἐκάθητο κι ὁ Γιάννης ὁ Παλούκας, ὁ προσποιηθεὶς τὸν Καλλικάντζαρον τὴν Παραμονὴν τῶν Χριστουγέννων καὶ ληστεύσας τὸν Ἀγγελῆν, τὸν Νάσον, τὸν Τάσον – ὅλα τὰ παιδία τὰ ὁποῖα κατήρχοντο ἀπὸ τὴν Ἐπάνω ἐνορίαν, ἀφοῦ εἶχαν ψάλει τὰ Κάλανδα. Ἐσηκώθη καὶ παρέδωσεν εἰς τὸν κυρ-Ἀλέξανδρον τὰς κλεμμένας πεντάρας -δὲν εἶχε πῶς νὰ μεθύσῃ καὶ ἑορτάσῃ τὰ Χριστούγεννα ἐκείνην τὴν χρονιὰν (συχωρεμένος ἂς εἶναι!). Ἰδοὺ κι ὁ Μπαρμπ᾿ Ἀλέξης, ὁ Καλοσκαιρῆς, ποὺ δὲν εἶχεν ἀνάγκην τοῦ πορθμείου τοῦ Χάροντος διὰ νὰ πηδήσει εἰς τὸν ἄλλον κόσμον· εἶχε τὸ ἰδικόν του, ὑπόσαθρον πλοιάριον, αὐτόχρημα σκυλοπνίχτην. Μαζί του ἦτον κι ὁ σύντροφός του ὁ Γιάννης ὁ Πανταρώτας ὁ ναυτολογημένος ὡς Ἰωαννίδης καὶ διατελῶν ἐν διαρκεῖ ἀπουσίᾳ κατὰ τὰς ὥρας τῆς ἐργασίας. – Νὰ φροντίσῃς, τοῦ εἶπεν ὁ Πανταρώτας, νὰ πάρω τὴν σύνταξή μου! Καὶ λησμονῶν τὴν ἱερότητα τῆς στιγμῆς ἐμούντζωσε τὸ κενὸν συνοδεύων τὴν ἄσεμνον χειρονομίαν μὲ τὴν ἀσεμνοτέραν βλασφημίαν: – Ὅρσε, κουβέρνο! 

Ἐκεῖ ἦτον κι ὁ Μπαρμπα-Διόμας, εὐτυχὴς διότι ἐγλύτωσεν ἀπὸ τὸ ναυάγιον καὶ ἐρρόφησεν ἀπνευστὶ ἐπὶ τοῦ διασώσαντος αὐτὸν τρεχαντηρίου ὁλόκληρον φιάλην πλήρη ἡδυγεύστου μαύρου οἴνου διὰ νὰ συνέλθει – ὢ πενιχρά, ἀλλ᾿ ὑπερτάτη εὐτυχία τοῦ πτωχοῦ!
Ἀλλ᾿ ἰδοὺ ἔτρεξε νὰ τοῦ σφίξη τὴν χεῖρα καὶ ὁ βοσκὸς ὁ Στάθ᾿ς τοῦ Μπόζα, τοῦ ὁποίου δύο αἶγες εἶχον βραχωθῆ εἰς τὸν κρημνὸν ὑπεράνω της ἀβύσσου, ὅπου ἔχαινεν ὁ πόντος καὶ ἦτο ἀδύνατον νὰ σωθοῦν, ἂν δὲν τὸν κατεβίβαζαν διὰ σχοινίου εἰς τὸν βράχον μὲ κίνδυνον τῆς ζωῆς του. 

– Τὴν Ψαρὴ τὴν ἔχω τάξει ἀσημένια στὴν Παναγιά. Τὴ Στέρφα (τὴν ἄλλην αἶγα) θὰ τὴν σφάξω γιὰ σένα, νὰ τὴν φᾶμε. 

Καὶ ἡ Ἀσημίνα τοῦ μαστρο-Στεφανῆ τοῦ βαρελᾶ, μὲ τὰς τέσσαρας κακοτυχισμένας θυγατέρας, τὴ Ῥοδαυγή, τὴν Ἑλένη, τὴ Μαργαρὼ καὶ τὴν Ἀφέντρα, ἡ Ἀσημίνα, ποὺ τὴν μίαν ἡμέραν ἑώρτασε τοὺς γάμους τῆς Ἀφέντρας μὲ τὸν Γρηγόρη τῆς Μονεβασᾶς καὶ τὴν ἄλλην ἡμέραν ἐπένθησεν τὸν θάνατον τοῦ υἱοῦ της τοῦ Θανάση.
Τέλος, ὤ! τῆς ἐκπλήξεως, ἐνεφανίσθη καὶ ὁ ἕτερος ἐαυτός του, ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδημούλης, ὁ πτωχαλαζών, ὁ ἀσχολούμενος εἰς ἔργα μὴ κοινῶς παραδεδεγμένης χρησιμότητος!
Ὁ κυρ-Ἀλέξανδρος ἠσθάνθη τύψεις, ὅτι ἔπλασεν ὅλους αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους τοῦ λαοῦ τόσον δυστυχεῖς καὶ ταπεινοὺς ἢ τόσον ἁμαρτωλοὺς (οὐδεὶς ἀναμάρτητος!) καὶ τὸν ἑαυτόν του τόσον ἐπηρμένον!… 

Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην τὸν διέκοψεν ἡ ὀκταόκαδος τσότρα, ἡ περιφερομένη ἀπὸ χειρὸς εἰς χεῖρα. Δὲν ἐπρόλαβε νὰ τὴν ἐναγκαλισθῇ καὶ ἤχησαν τὰ λαλούμενα (βιολιτζῆδες ντόπιοι καὶ τουρκόγυφτοι μὲ κλαρινέτα) καὶ … ἐξύπνησεν. Ποτὲ ὁ κοσμοκαλόγηρος κυρ-Ἀλέξανδρος δὲν ἐξύπνησε τόσον χορτάτος, ὅσον ἐκείνην τὴν ἁγίαν ἡμέραν, ὁ νῆστις τοῦ Σαρανταημέρου καὶ ὁ νῆστις ὅλης της ζωῆς του! – ζωὴν νὰ ἔχει!  O Κώστας Βάρναλης έχει γράψει και άλλα διηγήματα με ύφος “παπαδιαμαντικό”, κάνοντας χρήση φράσεων και λέξεων του σπουδαίου αυτού διηγηματογράφου. Το συγκεκριμένο κείμενο παρουσιάζει ως ήρωα τον ίδιο τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη (κυρ Ἀλέξανδρος).  Πηγή Υλικού: “Πεζός Λόγος”, Εκδόσεις Κέδρος 

Επιλογή υλικού:  
Αικατερίνη Διαμαντοπούλου
Υπεύθυνη Υλικού των Ιστοχώρων του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων

Τότε, που σκότωναν τον «Μαρσελίνο»…

Επιμέλεια:Δημοσίευση: 18 Ιουν. 2015 20:43
Adtech Ad
Η έκδοση στην Ελλάδα ενός της εξαμελούς σπείρας που, εν έτει 1990, σόκαρε το πανελλήνιο με την απαγωγή – δολοφονία του 17χρονου ποδοσφαιριστή του Κεραυνού Αγ. Βαρβάρας, Γιάννη Τσατσάνη, επαναφέρει δραματικές μνήμες, αμηχανίες κι… εφιάλτες!
AdTech Ad
Μέσα Ιουλίου του ’90… Στα Σκούρτα Βοιωτίας, το καμάρι των Δερβενοχωρίων, η ήρεμη καθημερινότητα των κάπου 900 τόσων μόνιμων κατοίκων -ευλογημένη να ανασαίνει τ’ οξυγόνο των βορινών πλαγιών της Πάρνηθας και τις καλλιέργειες της γης- ετοιμαζόταν για άλλη μία διαδικαστική ημέρα, όταν το μαντάτο πότισε το χώμα με κιλά ανατριχιαστικού ηλεκτρισμού: «Το παιδί… Βρήκαν το παιδί…».
Διευκρινίσεις δεν χρειάζονταν. Εκείνο τον καιρό η επικαιρότητα είχε σχεδόν δανείσει κατ’ αποκλειστικότητα τον όρο («το παιδί») σε ένα μονάχα πρόσωπο. Τον 17χρονο, Γιάννη Τσατσάνη. Ή, σκέτα, «Μαρσελίνιο».Η ιστορία της απαγωγής του, απ’ την άνοιξη (τρεις, περίπου, μήνες πριν), όταν και πρωτοφιλοξενήθηκε στα αστυνομικά ρεπορτάζ, αρνούνταν πεισματικά να «εκπέσει» στο λαϊκό ενδιαφέρον. Και σε πρώτο χρόνο, το μαντάτο ακούστηκε καλό. «Τον βρήκαν…». Δεν ήταν. Το κορμί (του), που ‘χε εντοπιστεί από το σκύλο ενός τσοπάνη, σε μια πρόχειρη στάνη στο χωριό, θαμμένο μέσ’ σε κοπριές, λάσπη και βάτα, ήταν άψυχο, ακίνητο. Διαμελισμένο και σε φάση αποσύνθεσης (επισήμως αναγνωρίστηκε την επομένη, όπως ειπώθηκε, από μια χρυσή αλυσίδα που φορούσε στο λαιμό και τα κλειδιά του)…Υπήρξε η δραματική «ακύρωση» της λαϊκής προσδοκίας για το «happy end» μιας ιστορίας που, κατά τα άλλα, εμπεριείχε, σε γενναία ποσότητα, όλα τα «εκρηκτικά» στοιχεία της πετυχημένης συνταγής του αμερικάνικου, εμπορικού blockbuster. Απαγωγή, χρήμα, μπάλα, αγωνία, περιθώριο, διαψεύσεις, δραματικές αποκαλύψεις, σκευωρίες, ανίερες συνωμοσίες, «ντυμένο» όλο αυτό από το μουσικό χαλί του Μπρέγκοβιτς (τσιγγάνος ο 17χρονος)…Κι, εντέλει, θάνατο. Βλέπετε, εδώ ήταν ζωή. Και στη ζωή, το «happy end» δεν φέρνει (πάντα) εισιτήρια… 

«Μπάλα» είπαμε. Ναι… Ο Τσατσάνης ήταν ποδοσφαιριστής. «Δεκαράκι», στον Κεραυνό Αγ. Βαρβάρας, γεννημένος το ‘73. Τόσο καλός, που στην ανέξοδη οπτική της μικρής του κοινωνίας, τον έβλεπαν (και φώναζαν) σαν την εντόπια μικρογραφία ενός Ντιέγκο (που, κείνες τις μέρες, μετά το «μονόπρακτο» του ’86, οδηγούσε ξανά μια ψόφια Αργεντινή ίσαμε τον τελικό του Μουντιάλ της Ιταλίας): «Ο Μαραντόνα του Αιγάλεω…».Μαρτυρίες έκαναν λόγο για ένα καλό, χαρούμενο παιδί, αγαπητό σε όλους, με «δίψα» για ζωή (και για ποδόσφαιρο). Και με σκούφια που βαστούσε αποστάσεις απ’ το μέσο κοινωνικό στερεότυπο της ειδικής καταγωγής – της ευκαιριακής, καθημερινότητας, της λασπουριάς, της σκόνης, των ιδιαίτερων κωδίκων συμπεριφοράς, της μηδενικής μορφώσεως.Ο πατέρας του, ο Γιώργος (στα 47, τότε) ήταν έμπορος και εισαγωγέας ηλεκτρονικών ειδών, με δραστηριότητα απ’ την εγχώρια αγορά και την Ευρώπη (π.χ. Ιταλία), ίσαμε  την Άπω Ανατολή. Με καλό όνομα στον εμπορικό κόσμο της Αθήνας και του εξωτερικού. «Πραγματικός άρχοντας» τον περιγράφει ο Πάνος Σόμπολος («Τα εγκλήματα που συγκλόνισαν την Ελλάδα»). Και κάπου εκεί, εντοπίζεται το κέντρο του κακού.«Οι περισσότεροι άγιοι ήταν φτωχοί, όμως αυτό δεν σημαίνει πως οι περισσότεροι φτωχοί είναι άγιοι» έγραψε κάποτε ο Αμερικανός σοφός. Ενίοτε ήταν απλά τους φωτοδιάβολοι με ένστικτα χωμένα στην ακονισμένη λάμα μιας φαλτσέτας και σε κάποιο «άρρωστο» σενάριο, με στόχο προφανή: «Τα φράγκα…».Οι εξελίξεις γράφτηκαν ραγδαία. Την εξαφάνιση του 17χρονου απ’ το σπίτι, ακολουθεί, δυο μέρες πιο μετά, ένα άγριο τηλεφώνημα στο σπίτι του Τσατσάνη, με (προσποιητό, για ξεκάρφωμα) ιταλιάνικο αξάν: «Εδώ Ιταλιάνο… Καλό παιδί…».Λίγο αργότερα, νέο τηλεφώνημα. Τα λύτρα (150 εκατομμύρια δρχ.) και μια πιεστικά πάσα του ακουστικού στον «Μαρσελίνο». «Όσο αποφασιστικός ήταν ο μικρός μέσα στο γήπεδο, άλλο τόσο έτρεμε η φωνή του όταν μίλησε με τον πατέρα του και του ζήτησε να “τα βρει μαζί τους γιατί θα τον σκοτώσουν”», θα έγραφε αργότερα ο Κώστας Κυριακόπουλος στην «Ελευθεροτυπία».Αποδείχτηκε η τελευταία φορά που ο Γιώργος Τσατσάνης άκουγε πραγματικά τον γιο του. Μέχρι τις 21 Απριλίου, όταν και κατάφερε να συγκεντρώσει ένα ποσό 50 εκατομμυρίων, δίνοντας ραντεβού με τους απαγωγείς, το δραματικό κάλεσμα του μικρού, μέσω τηλεφώνου, απεδείχθη πως ήτανε «κασέτα». Ο ίδιος, νεκρός. Πέντ’- έξι μέρες, μόλις, μετά απ’ την απαγωγή…Στο μεσοδιάστημα, μέχρι τη θλιβερή, καλοκαιρινή ανακάλυψη στα Σκούρτα, ο πατήρ Τσατσάνης, κάνει τα πάντα. Πληρώνει μεροκάματα για έρευνες, ζητεί τη συνδρομή της αστυνομίας (είχε κληθεί στο πρώτο ραντεβού, της 21ης Απριλίου, αλλά οι απαγωγείς κάτι «μυρίστηκαν» και δεν πήγαν) ψάχνει ο ίδιος. Εξ ου και κάποια στιγμή, η σπείρα του χρέωσε ότι «μιλάς πολύ», κόβοντας αυτόματα κάθε επικοινωνία.Και τα βράδια, προσεύχεται να βρεθεί, σώος, ο γιος του, προσπαθώντας να καλμάρει πόνο κι αγωνίες μαζί με συγγενείς και φίλους. Μεταξύ τους κι ένας… κάποιος… απ’ τους, όπως αποδείχτηκε αργότερα, δράστες του άγριου φονικού! Που, όπως γράφει ο Σόμπολος (ο άνθρωπος που αποκάλυψε, δημοσιογραφικά, την υπόθεση που «πάγωσε» το πανελλήνιο), «δήθεν θλιμμένος και συντετριμμένος, και μάλιστα καταριόταν τους φονιάδες και έλεγε με δήθεν εκδικητικό ύφος: “Αν τους πιάσω αυτούς που σκότωσαν τον Μαρσελίνο, θα τους φάω ζωντανούς”…».

Δεν ήταν η μοναδική λεπτομέρεια- αποκάλυψη, που, εκ των υστέρων, που σήκωνε την πέτσα: «Στην κηδεία», συνεχίζει, «του άτυχου παιδιού, ένας από τους δράστες σήκωσε και κρατούσε το φέρετρο του θύματός του στον ώμο του! Ένας άλλος νωρίτερα έπαιζε θέατρο. Δηλαδή δήθεν έψαχνε να βρει τον απαχθέντα δεκαεπτάχρονο και ρωτούσε παντού αν τον είχε δει κανείς».Η «ταυτότητα» των πάντων (έξι ήταν) αποκαλύφθηκε λίγο καιρό μετά. Κάποιοι, συγγενείς, φίλοι,  συμπαίκτες του μικρού! Ήθελαν το χρήμα.Ο 19χρονος ξάδελφός του, Βασίλης Βασιλείου (ή «Τζίνο») είχε, λέει, το ρόλο «κατασκόπου». Ενημερώνοντας τους άλλους για τις κινήσεις του μικρού ή του πατέρα του, το σπίτι, τα καθημερινά τους δρομολόγια, τα περιουσιακά στοιχεία. Και το πλάνο ετοιμαζόταν…Ένας δεύτερος, ο Κώστας Σπινιάρης. Ο «κολλητός» του «Μαρσελίνο»! Όταν συνελήφθη (και παρά τις εκκλήσεις του πατέρα του Γιάννη),«μίλησε» η βεντέτα. Δεχόμενος δύο πυροβολισμούς από τσιγγάνους, μέσα στο αυτοκίνητο της Ασφάλειας, που τον μετέφερε. Μα, τη σκαπούλαρε… Ώσπου, στα τέλη του 2005, βγήκε με πενθήμερη άδεια απ’ τις φυλακές της Νέας Αλικαρνασού, αλλά δεν επέστρεψε (και διέφυγε Τουρκία, όπου το 2006 συνελήφθη απ’ τις εκεί Αρχές για διακίνηση ναρκωτικών, «τρώγοντας» – άλλα- 12,5 χρόνια).Ο Δημήτρης Αγαπητός, ο Σταμάτης Γρυπαίος (αυτός φέρεται να τον πυροβόλησε και σκότωσε) και ο Δημήτρης Σκαφτούρος, ο «εγκέφαλος»… Ο μοναδικός που, σε πρώτο χρόνο, κατάφερε να «δραπετεύσει», όταν σφίξαν’ τα ζωνάρια του νόμου, φεύγοντας για το Νιου Τζέρσεϊ.Θα χρειάζονταν 18 ολόκληρα χρόνια για να εντοπιστούν τα ίχνη του και να φορέσει χειροπέδες, μετά από έφοδο στο σπίτι του (καταζητούμενος, επί σειρά ετών, από ελληνικές αρχές και Interpol): τέλη Μαϊου του 2008. Κι ενώ, δύο χρόνια πιο νωρίς, τη γλίτωσε στο «τσακ», έχοντας έρθει στην Ελλάδα για τις εορτές του Πάσχα (η Ασφάλεια Αττικής είχε ήδη, τρεις εβδομάδες πριν από την άφιξή του, πληροφορία για το πού θα διέμενε, αλλά…)Σημείωση: δύο χρόνια ακόμη να περνούσαν, το αδίκημα θα είχε, πια, παραγραφεί!

Οι υπόλοιποι μπήκαν αμέσως στην «τσιμπίδα». Η δίκη έγινε το ’91. Κλίμα μπαρούτι, φόβοι γενικευμένης βεντέτας, αυξημένα, μέτρα ασφαλείας, σίδερο κι ατσάλι… Πρωτόδικα, Γρυπαίος (με επιπλέον 18 χρόνια κάθειρξη), Αγαπητός (με +17) και Σπινάρης (+25) καταδικάζονται σε δις ισόβια. Οι υπόλοιποι με κάθειρξη 10- 15 χρόνια.Αρχές του ’99, εκδικάστηκε η έφεσή που είχαν υποβάλει οι δύο ισοβίτες (πλην του Σπινιάρη, ο οποίος, λόγω της πρότερης επίθεσης που δέχτηκε δεν ήθελε να… ξανασυναντηθεί με τους συγγενείς του θύματος, ενώ οι άλλοι είχαν πια εκτίσει). Στην πιθανότητα μείωσης των ποινών τους, μνήμες και αίματα ανάβουνε εκ νέου με στουπί βουτηγμένο στη βενζίνη. Όταν το δικαστήριο τις άφησε ανέγγιχτες, τα χειρότερα αποφεύχθηκαν…Ιστορικά, η «περίπτωση Mαρσελίνο» κατεγράφη ως η πρώτη (και πιο σκληρή) απαγωγής για λύτρα στην ιστορία της ελληνικής εγκληματολογίας. Με την είδηση της έκδοσης (του 57χρονου, πλέον) Σπινιάρη στη χώρα μας, απ’ την Τουρκία, να επαναφέρει μνήμες, αμηχανίες κι εφιάλτες. Κι εκείνο το στίχο του Σεφέρη: «Κι ο άνθρωπος κατάντησε πραμάτεια…».

Σκηνές της νέας ταινίας Ουζερί Τσιτσάνης γυρίστικαν στα   δερβενοχώρια ..

«ΟΥΖΕΡΙ ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ»: ΜΙΑ ΕΠΟΧΗ, ΕΝΑΣ ΣΥΝΘΕΤΗΣ, ΕΝΑΣ ΕΡΩΤΑΣ

tsitsanis3Ο Μανούσος Μανουσάκης επιστρέφει στην κινηματογραφική οθόνη με την πέμπτη μεγάλου μήκους ταινία του, «Ουζερί Τσιτσάνης», βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο του Γιώργου Σκαμπαρδώνη. Με επίκεντρο έναν απαγορευμένο έρωτα και φόντο την υπό γερμανική κατοχή Θεσσαλονίκη, ο έμπειρος σκηνοθέτης ξετυλίγει μια συγκλονιστική ιστορία αγάπης  με την  μουσική του Βασίλη Τσιτσάνη να υπογραμμίζει την εξέλιξη. Τον  εμβληματικό δημιουργό υποδύεται ο ηθοποιός Ανδρέας Κωνσταντίνου (Μικρά Αγγλία), ενώ τους πρωταγωνιστικούς ρόλους ενσαρκώνουν ο Χάρης Φραγκούλης (Γιώργος), η Βασιλική Τρουφάκου (Λέλα) και η πρωτοεμφανιζόμενη Χριστίνα Χειλά Φαμέλη (Εστρέα). Το εντυπωσιακό μωσαϊκό χαρακτήρων συμπληρώνουν οι Γιάννης ΣτάνκογλουΓεράσιμος ΣκιαδαρέσηςΜαρία ΚαβουκίδουΜιχάλης ΑεράκηςΞανθή ΓεωργίουΓιάννης Αϊβάζης,  Θοδωρής Αντωνιάδης και ο Λάκης Κομνηνός  με τον Αλμπέρτο Εσκενάζη. Το «Ουζερί Τσιτσάνης» είναι ένα ταξίδι στην ιστορία με προορισμό έναν μεγάλο έρωτα και αφετηρία τις δημιουργίες του Βασίλη Τσιτσάνη υπό τα νέα ηχητικά σχήματα του Θέμη Καραμουρατίδη, που ντύνει την ταινία με καινούριες ενορχηστρώσεις αγαπημένων τραγουδιών, αλλά και με νέα πρωτότυπα μουσικά ακούσματα.ΣύνοψηΘεσσαλονίκη, 1942-1943. Στην υπό γερμανική κατοχή πόλη, ο Γιώργος και η Εστρέα είναι ερωτευμένοι. Όμως ο έρωτας ανάμεσα σε έναν Χριστιανό και μία Εβραία είναι απαγορευμένος. Η περιπετειώδης και παθιασμένη ιστορία αγάπης, παγιδευμένη ανάμεσα σε ένα απάνθρωπο ολοκληρωτικό καθεστώς και τον παραλογισμό των φυλετικών διακρίσεων, βρίσκει καταφύγιο στο ιστορικό Ουζερί Τσιτσάνης. Εκεί ο μεγάλος Έλληνας συνθέτης Βασίλης Τσιτσάνης διανύει τα πιο δημιουργικά του χρόνια και συνθέτει τα πιο γνωστά του τραγούδια, ανάμεσα στα οποία και την καθοριστική Συννεφιασμένη Κυριακή.Διάρκεια: 116’3 Δεκεμβρίου στους κινηματογράφους από τη Feelgood