Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΑΘΗΝΑΣ 

Γεμάτη χρώματα, μυρωδιές και ανθρώπους, η Αθηνάς έγινε 181 χρονών και έχει πολλές ιστορίες να διηγηθεί

image

ΤΑΚΗΣ ΣΚΡΙΒΑΝΟΣ 
Κάθε φορά που περνάω από τα μαγαζιά με τα λουκάνικα που κρέμονται ψηλά από τις εξώπορτες σκέφτομαι ότι άμα πηδήξω όλο και κάποιο θα πιάσω. Εκείνη τη μέρα χαμογελούσα σε ένα σαλάμι, όταν ο μετανάστης υπάλληλος με ενημέρωσε: «Ψεύτικα είναι, φίλε, πλαστικά. Τα αληθινά είναι μέσα». Ήμουν γωνία Αθηνάς και Αρμοδίου και, κοιτώντας μια προς Ομόνοια και μια προς Μοναστηράκι, κατέληξα σε ένα καφενείο ακριβώς απέναντι, δίπλα στη Βαρβάκειο. 
Δύο τύποι από πίσω είχαν έντονη συζήτηση για το αν ο Λαφαζάνης έπρεπε ή δεν έπρεπε να φύγει από τον ΣΥΡΙΖΑ, μια κοπέλα έλεγε σε έναν περίεργο «εσύ φταις που στην είπανε, γιατί την κοίταγες, δεν είδες ότι συνοδευόταν;» κι εγώ σκεφτόμουν τι θα ήμουν σε κάποια άλλη εποχή εδώ στην οδό Αθηνάς. Το 1840 θα φορούσα φουστανέλα και θα ήμουν νερουλάς. Το 1880 πότης και θαμώνας στα καφέ Aμάν. Το 1910 μικρός σε τυράδικο, το 1950 πορτοφολάς, το 1980 ράφτης. Προσπάθησα να συγκεντρωθώ στην εποχή που ήμουν πότης, όταν ήρθε μια όμορφη κοπέλα και μου λέει «κλείνουμε σε λίγο». Δεν είχαν περάσει 40 λεπτά απ’ όταν είχα κάτσει, αλλά τουλάχιστον ο ελληνικός με λουκούμι είχε μόλις ενάμισι ευρώ. 
image
Βόλτα πάνω-κάτω 
Τρόφιμα κάθε είδους, ρούχα, εργαλεία, εκκλησιαστικά είδη και κάποια σκόρπια καφέ αποτελούν την πλειονότητα των καταστημάτων της οδού Αθηνάς. Και δεκάδες πάγκοι. Μια ζυγαριά σώματος κάνει τρία ευρώ, μια συσκευή μασάζ ένα ευρώ, μια κασετίνα με μαρκαδόρους ένα ευρώ. Ένα κατάστημα ονομάζεται «Φθηνόπολις». Και σχεδόν όλα έχουν κάποιου είδους προσφορές. Στην πλατεία Εθνικής Αντιστάσεως, απέναντι από το Δημαρχείο, τα περιστέρια είναι τόσο εξοικειωμένα με τους περαστικούς που δεν κάνουν στην άκρη όταν περνάς. Πίνανε νερό από κάτι λακάκια στο πεζοδρόμιο και κοιτιόντουσαν με κάποια άλλα πουλιά, που ήταν μέσα στα κλουβιά τους στο γωνιακό pet shop. Από την άλλη μεριά της βιτρίνας σκυλιά και γάτες σε γυάλινα «σπιτάκια» ούτε ένα επί ένα. «Το κανίς έχει 400 ευρώ μετρητοίς, η γάτα Περσίας 450 μετρητοίς». «Μετρητοίς; Πουλάτε και με δόσεις;» «Ναι, αν έχεις πιστωτική». 
image
Ακριβώς απέναντι από τη Βαρβάκειο, ανάμεσα στις οδούς Αρμοδίου και Αριστογείτονος, πωλούνται από λαχανικά, φρούτα, κρέατα, τυριά, αυγά, μέχρι αντίκες κι ένα σωρό παλιά πράγματα. Ένα παμπάλαιο και σκονισμένο σίδερο σιδερώματος μοιάζει να έχει κάνει και με το παραπάνω τη δουλειά για την οποία το αγόρασε η παλιά ιδιοκτήτριά του και τώρα περιμένει σε μια καθόλου προνομιακή θέση, κάτω στο πεζοδρόμιο, έχοντας ένα μέλλον με δύο όψεις: το σπίτι ενός ανθρώπου που αγαπάει τις αντίκες ή τα παλιοσίδερα. 
Στο τέρμα της Αριστογείτονος είναι μια ηλικιωμένη γυναίκα που δουλεύει εκεί από το 1970. Το κατάστημα πουλάει αυγά, μόνο αυγά, που ξεκινούν από 10 και φτάνουν τα 17 λεπτά το τεμάχιο, ανάλογα με το βάρος τους. «Πώς είπες σε λένε;» «Τάκη» «Το άλλο, μωρέ» «Σκριβάνο» «Τη Λουκία τη Σκριβάνου την έχεις τίποτα;» «Δε νομίζω, την ξέρετε;» «Είναι μια παλιά μεγάλη αθλήτρια του Ολυμπιακού, στην κολύμβηση νομίζω. Εγώ είμαι ΑΕΚ αλλά τα παρακολουθούσα όλα». Με τη βοήθεια του google έμαθα πως η Λουκία Σκριβάνου πήρε το πρωτάθλημα Ελλάδας στο πινγκ πονγκ 14 φορές. Την πρώτη το 1959, την τελευταία το ’83. 
Οι Ρωσίδες είναι όμορφες. Οι δύο Γκαλίνες που συνάντησα στο ρωσικό-πολωνικό παντοπωλείο της Αρμοδίου 14 ήταν και πολύ φιλόξενες. «Για το μαγαζί μας έχουν μιλήσει ο Μαμαλάκης και ο Καλλίδης. Απ’ όλα έχουμε. Οι μπίρες ξεκινούν από ένα ευρώ και φτάνουν 1,70 οι μαύρες. Έχουμε σολομό φιλέτο, βουτυρόψαρο, αγριογούρουνο, τις γιορτές φέρνουμε και μαύρο χαβιάρι» λένε. Φεύγοντας με κέρασαν ρώσικα τυριά και καπνιστά και μια συνταγή για παραδοσιακή ρώσικη σαλάτα: 4 πατάτες, 2 καρότα, 4 αυγά, μισό στήθος κοτόπουλο, 200 γρ. παριζάκι, 200 γρ. αρακά, όλα αυτά βραστά, συν 300 γρ. μαγιονέζα και 100 γρ. αγγουράκι γλυκόξινο και προαιρετικά αλάτι και μαύρο πιπέρι. Έτσι την έφτιαχνε η μαμά στη Ρωσία. 
image
Η Αθηνάς είναι από τους δρόμους με τα λιγότερα κλειστά μαγαζιά λόγω κρίσης. Καμία σχέση, για παράδειγμα, με τη Σταδίου. Βέβαια, αρκετοί είναι εκείνοι που έκλεισαν, αλλά αμέσως άλλοι πήραν τη θέση τους, λέει η Βάσω Νικολοπούλου, πρόεδρος του πολιτιστικού εξωραϊστικού συλλόγου Παναθήναια, που δραστηριοποιείται στη γειτονιά. Η Β. Νικολοπούλου ζει εδώ από το ’73, εδώ τριγύρω ψωνίζει, από εδώ περνάει κάθε μέρα, αλλά πιο πολύ της αρέσει το Μάιο όταν οι τζακαράντες ρίχνουν τα φύλλα τους και βγάζουν λουλούδια και όλη η Αθηνάς από τη Σοφοκλέους μέχρι το Μοναστηράκι γίνεται μοβ. 
Ένας μικρός αρχιτεκτονικός χάρτης 
Ο αρχιτέκτονας Λευτέρης Αμπατζής λέει πως «όταν σχεδιάστηκε η οδός Αθηνάς, το 1834, το Μοναστηράκι ήταν κεντρικότερο σημείο από την Ομόνοια γι’ αυτό και τα νούμερα της οδού αρχίζουν από το Μοναστηράκι». Επίσης, ότι διαμορφώθηκε ως δρόμος-παζάρι αμέσως μετά τη μεταφορά της πρωτεύουσας από το Ναύπλιο στην Αθήνα. Ήταν ο «Δρόμος των εμπόρων» τότε, με τα μαγαζιά να βρίσκονται στο ισόγειο και τα σπίτια στον πρώτο όροφο. Οι πλούσιοι αυτοί έμποροι «προσέλαβαν γνωστούς αρχιτέκτονες για να οικοδομήσουν λαμπρά κτίρια πολλά εκ των οποίων σώζονται μέχρι σήμερα». Στα τέλη του 19ου αιώνα τα δύο άκρα του δρόμου είχαν πολύ διαφορετικό χαρακτήρα: Το κομμάτι προς Μοναστηράκι ήταν λαϊκό, ενώ το βόρειο προς την Ομόνοια αστικό. Η φθίνουσα πορεία για την οδό ξεκινάει περίπου από το 1950, όταν οι τελευταίοι παλιοί ιδιοκτήτες εγκαταλείπουν τα σπίτια τους που αντικαθιστώνται από ξενοδοχεία β΄ και γ΄ κατηγορίας και αρκετά νεοκλασικά κατεδαφίζονται για να αντικατασταθούν από πολυώροφα κτίρια γραφείων. 
Ακολουθούν κάποιες αρχιτεκτονικές πληροφορίες από τον Λ. Αμπατζή. Κρατήστε τις για να ξεναγήσετε τους φίλους σας την επόμενη φορά που θα περάσετε από εκεί. Στην Αθηνάς 4 βρίσκεται ένα από τα πρωιμότερα δείγματα αρχιτεκτονικής που συναντάμε στο δρόμο. Είναι ένα κτίριο του 1850, που χτίστηκε για να στεγάσει κατοικία στον πρώτο και κατάστημα στο ισόγειο. Αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα του αθηναϊκού κλασικισμού με αετωματική στέψη και τις παραστάδες με κορινθιακά κιονόκρανα. Στη γωνία Αθηνάς και Αγίας Ειρήνης ένα υπόδειγμα του μοντέρνου κινήματος του 20ού αιώνα. Ιδιαίτερη είναι η τοποθέτηση παραθύρων στην καμπύλη συνάντησης των δύο όψεων. 
image
Στην Αθηνάς 16, το κτίριο όπου σήμερα στεγάζεται η Alpha Bank, είναι κατασκευής του 1900. Στην Αθηνάς 40, στη γωνία με την Ευριπίδου, το τριώροφο ξενοδοχείο «Βενετία», εγκαταλειμμένο σήμερα, οικοδομήθηκε κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα και αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της ακμής του αθηναϊκού κλασικισμού. Στην Αθηνάς 57 το πενταόροφο κτίριο κατασκευάστηκε κατά τον Μεσοπόλεμο (ολοκληρώθηκε το 1939) και αρχικά στέγαζε το ξενοδοχείο «Ολυμπιάς». Όπως λέει ο κ. Αμπατζής, αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα ενός μεταβατικού μοντερνισμού, σε αφαιρετικό μορφολογικό ύφος, το οποίο όμως έχει ξεκάθαρες αισθητικές αναφορές στη βυζαντινή παράδοση. Στη βάση της Αθηνάς, με πλάτη προς Ομόνοια και κοιτώντας προς το Μοναστηράκι, το τετραώροφο ξενοδοχείο «Μέγας Αλέξανδρος» οικοδομήθηκε το 1889, βάσει σχεδίων του αρχιτέκτονα Τσίλερ. Λίγο αργότερα κατασκευάστηκε το «δίδυμό» του ξενοδοχείο «Μπάγκειον» ακριβώς απέναντι. Η ανέγερση των δύο αυτών ξενοδοχείων θεωρείται ότι εγκαινίασε μια νέα εποχή για τα αθηναϊκά ξενοδοχεία, από πλευράς μεγέθους, εσωτερικής διάταξης και εξωτερικής μορφής. Βασικό νέο στοιχείο αποτελεί η ύπαρξη κεντρικού αιθρίου, το οποίο στεγάζεται με γυαλί, γύρω από το οποίο στήνεται το κτίριο και οι λειτουργίες του. 
image
Ένα από τα αρχιτεκτονικά στολίδια όχι μόνο της οδού Αθηνάς αλλά και της πόλης είναι το δημαρχιακό μέγαρο. Η δημιουργία του, σε μελέτη και σχέδια του Παναγιώτη Κάλκου, αποφασίστηκε επί δημαρχίας Κυριακού το 1871 μετά τη χορήγηση ενός δανείου ύψους 130.000 δρχ. από την Εθνική Τράπεζα. Ο σχεδιασμός του διώροφου αυστηρού νεοκλασικού ήταν άμεσα επηρεασμένος από την αρχιτεκτονική των ανακτόρων, ενώ οι εργασίες ανέγερσής του διήρκεσαν μόλις 2 χρόνια. Χαρακτηριστικό είναι το δωρικού ρυθμού πρόπυλό του. Το 1901 σημειώθηκαν οι πρώτες τροποποιήσεις στη διαρρύθμιση του χώρου, ενώ την περίοδο 1935-1937 προστέθηκε ο τρίτος όροφος. 
Το αλκοτέστ της Αθηνάς & Ευριπίδου 
Τα είχα πιει αρκετά αλλά η ετυμηγορία του τροχονόμου ήταν αρκετή για να ξενερώσω: έξι μήνες αφαίρεση διπλώματος. Από τότε έχουν περάσει περισσότερα από 10 χρόνια αλλά το αλκοτέστ της γωνίας Αθηνάς και Ευριπίδου παραμένει σταθερό, με πολύ κόσμο να αναρωτιέται γιατί ο έλεγχος γίνεται μονίμως στο ίδιο σημείο. Από την άλλη, παρότι το σημείο είναι γνωστό, τα αυτοκίνητα και οι μηχανές κάθε φορά σχηματίζουν ουρά. Σύμφωνα με αξιωματικό της ΓΑΔΑ, το αλκοτέστ της Αθηνάς και Ευριπίδου δεν είναι μόνιμο αλλά πολύ συχνό γιατί πρόκειται για κομβικό σημείο απ’ όπου περνούν πολλοί που νωρίτερα διασκέδαζαν σε Μοναστηράκι και Ψυρρή. «Ο σχεδιασμός έχει χωροταξικό και εποχιακό χαρακτήρα. Το καλοκαίρι οι έλεγχοι γίνονται περισσότερο στην παραλιακή, το χειμώνα στο κέντρο και πάντα λαμβάνοντας υπόψη από πού θα φύγουν οι περισσότεροι. Επίσης, ο ρόλος του είναι πρώτα αποτρεπτικός και μετά κατασταλτικός». Ο ίδιος αστυνομικός λέει ότι τα τελευταία χρόνια έχει βελτιωθεί πολύ η κατάσταση και πως από την αρχή του 2015 μέχρι τις 23 Σεπτεμβρίου σε όλη την Αττική έγιναν έλεγχοι σε 169.201 οδηγούς. Από αυτούς οι 6.478 είχαν περάσει το όριο και οι 654 είχαν πιει αρκετά. 
Ο καλός, ο κακός και ο άτυχος 
Μάνος Χατζιδάκις
Τον Δεκέμβριο του 1983 κυκλοφόρησε τις «Μπαλάντες της οδού Αθηνάς» και έγραφε, ανάμεσα στα άλλα, στο σημείωμα του δίσκου: «Ο δρόμος, η Αθηνάς, έχει πολλά οινομαγειρεία και πιο πολλά πορνεία, κινηματογράφους για κατ’ ιδίαν ερωτικήν απόλαυση, ξενοδοχεία σκοτεινά για άμεση ερωτική περίθαλψη –κάτι σαν Πρώτων Βοηθειών, να πούμε, ερωτικών–, χιλιάδες καφενεία για ημερήσια χαύνωση, το Δημαρχείο κι ένα γραφείο κηδειών αλλοτινών καιρών. Στο δρόμο αυτόν κυκλοφορούν εργατικοί, μικροέμποροι, αλήτες, πόρνες, τραβεστί, δημοσιογράφοι, επαρχιώτες μαστροποί και χίλιοι δολοφόνοι…» 
Κώστας ΚοτζιάςΟ δήμαρχος Αθήνας επί δικτατορίας Μεταξά που κατεδάφισε τον Απρίλη του 1939 με συνοπτικές διαδικασίες το σπουδαίο Δημοτικό Θέατρο Αθηνών, έργο του Τσίλερ, που θεμελιώθηκε το 1873 και εγκαινιάστηκε 15 χρόνια αργότερα. 
Ανέστος ΔελιάςΡεμπέτης και μέλος της «Ξακουστής Τετράδας του Πειραιώς» (με Μπάτη, Βαμβακάρη, Παγιουμτζή). Το καλοκαίρι του 1944 βρέθηκε νεκρός στο πεζοδρόμιο της Βαρβακείου, σε ηλικία 32 ετών, με το μπουζούκι στα χέρια. Είναι ο πιο γνωστός ρεμπέτης του Μεσοπολέμου που είχε εθιστεί στην ηρωίνη. Δικό του είναι το τραγούδι «Ο πόνος του πρεζάκια». 
9 πράγματα που ίσως δεν ξέρεις 
● ● ● Στην αρχή της (Μοναστηράκι) στα τέλη του 19ου αιώνα είχε το παλαιοπωλείο του ο έμπορος Γιουσουρούμ. Το όνομά του κατέληξε να γίνει συνώνυμο της περιοχής. 
● ● ● Ο ηλεκτρικός του Μοναστηρακίου εγκαινιάστηκε το 1895, ενώ της Ομόνοιας το 1930. 
● ● ● Στα Δεκεμβριανά, το Μοναστηράκι και του Ψυρρή ελέγχονταν από τον ΕΛΑΣ, ενώ η Ομόνοια από την κυβέρνηση και τους Βρετανούς. Έτσι, η Αθηνάς αποτέλεσε ένα συνεχές πεδίο μάχης. 
image
● ● ● Η Βαρβάκειος Δημοτική Αγορά (Αθηνάς 42) άρχισε να οικοδομείται το 1878, με χρηματοδότηση του εθνικού ευεργέτη Ιωάννη Βαρβάκη. Το 1884 μια φωτιά έκαψε ολοσχερώς τις παράγκες της παλαιότερης αγοράς της περιόδου της Τουρκοκρατίας. Η νέα αγορά ολοκληρώθηκε το 1886 και από τότε λειτουργεί συνεχώς. 
● ● ● Η πλατεία Εθνικής Αντιστάσεως, απέναντι από το δημαρχείο, κατά καιρούς είχε τα ονόματα πλατεία Λουδοβίκου, πλατεία Λαού, πλατεία Ταχυδρομείου, πλατεία Δημαρχείου, πλατεία Κοτζιά. 
● ● ● Στο νούμερο 28, βρίσκεται το εκκλησάκι της Αγίας Κυριακής, η ανέγερση του οποίου χρονολογείται στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Κάπου στο ίντερνετ διάβασα ότι παλιά γίνονταν εξορκισμοί, καμία σχέση με διαβεβαίωσε ο άνθρωπος που βρήκα εκεί. Δίπλα, στο ν. 30, το ίδιο κτίριο μοιράζονται το Ραδιόφωνο της Εκκλησίας και η Αμερικανική Αγορά. 
● ● ● Στο νούμερο 57 βρίσκεται ίσως το πιο παλιό κατάστημα της Αθηνάς: «Τυριά και βούτυρα Καρατζάς», από το 1932. 
● ● ● Όταν το 1833 οι αρχιτέκτονες Κλεάνθης και Σούμπερτ εκπόνησαν το πρώτο σχέδιο της πόλης, προβλεπόταν πως η οδός Αθηνάς θα έφτανε ως την είσοδο της Ακρόπολης. Το συνολικό σχέδιο που, μεταξύ άλλων, τοποθετούσε τα ανάκτορα του Όθωνα στην Ομόνοια, δεν υλοποιήθηκε ποτέ γιατί κρίθηκε ακριβό. 
● ● ● Από την Αθηνάς περνούν τα λεωφορεία 049 Ομόνοια – Πειραιάς, 838 Ομόνοια – Ρέντης – Παλιά Κοκκινιά, 914 Ομόνοια – Λαχαναγορά – Παλιά Κοκκινιά, 035 Άνω Κυψέλη – Πετράλωνα – Ταύρος και το νυχτερινό 500 Κηφισιά – Πειραιάς. 
image
image
image
image
Φωτο: Θανάσης Καρατζάς 
http://www.athensvoice.gr 




Τούτου μεν του ανθρώπου εγώ σοφώτερός ειμι
 
2 Φεβρουαρίου 2016, 09:00
Συνεχίζοντας την προσπάθεια της πνευματικής αντίστασης απέναντι στις αμπελοφιλοσοφίες που προσβάλλουν τις θεμελιώδεις αξίες του ελληνισμού, σήμερα θα δούμε το γιατί κάποιοι επιστήμονες δείχνουν έναν περίεργο ζήλο για να αποδείξουν επιστημονικά πως δεν υπάρχει Θεός.

Λοιπόν φρονώ πως τούτοι οι άνθρωποι έχουν βαλθεί στο σισύφειο έργο της δήθεν επιστημονικής απόδειξης για την ανυπαρξία του Θεού και τροφοδοτούν τον ψευτοδιχασμό μεταξύ θρησκείας κι επιστήμης, εξαιτίας αλαζονείας.

Εξαιτίας λανθασμένης αντίληψης και θολωμένης κρίσης που οφείλεται στην οίηση και την παραζάλη από τα ραγδαία επιστημονικά και τεχνολογικά επιτεύγματα του καιρού μας – αληθινά και ψεύτικα, σημαντικά κι ασήμαντα. Επίσης, στην υπερπληροφόρηση και στην παραπληροφόρηση γι’ αυτά. Τελικά αστοχούν υπερεκτιμώντας ανυπόστατα τις πραγματικές δυνατότητες της επιστήμης, τις πραγματικές δυνατότητες του ανθρώπινου είδους σήμερα. Υποφέρουν δηλαδή από μια μορφή έλλειψης επιστημονικής αυτογνωσίας. Δεν στέκονται με ταπεινοφροσύνη απέναντι στην απεραντοσύνη και τη χαοτική περιπλοκότητα του κόσμου μας, και δεν υποψιάζονται πως τελικά μπορεί να γνωρίζουμε λιγότερα πράγματα γι’ αυτόν από όσα νομίζουμε.Ίσως γι’ αυτό εκείνος ο γίγαντας της ιατρικής επιστήμης, ο Sir William Osler (1849-1919), έλεγε κι επέμενε στους φοιτητές του: «Κανένας ανάμεσα στους ανθρώπους δεν είναι φτιαγμένος για να ξέρει την αλήθεια, την απόλυτη αλήθεια και τίποτε άλλο από την αλήθεια· ακόμα και οι άριστοι των αρίστων θα πρέπει να ικανοποιούνται όταν βρίσκουν κανένα κομματάκι της ή όταν της ρίξουν καμιά φευγαλέα ματιά, και να μην περιμένουν πως θα την γνωρίσουν ολόκληρη».

Το «γνώθι σ’ αυτόν» ήταν πάντα από τα μεγαλύτερα προβλήματα του ανθρώπου γενικά, αλλά οι κύκλοι των μορφωμένων –που λένε– ανθρώπων υποφέρουν απ’ αυτό πιο πολύ. «Πολλοί πολυμαθέες νουν ουκ έχουσιν», που λέγει κι ο Δημόκριτος.

Αλλά αυτό ακριβώς δεν προσπάθησε να μας μάθει με τις διδαχές του κι ο μεγαλύτερος φιλόσοφος όλων των εποχών, ο Σωκράτης;Δεν λέει στην απολογία του ότι ανακηρύχτηκε ο πιο σοφός ανάμεσα στους ανθρώπους από το μαντείο των Δελφών, γιατί είχε επίγνωση «ότι στην πραγματικότητα δεν μπορεί να είναι διόλου σοφός»; Όπως εξηγεί ο ίδιος, «ο Θεός μόνο είναι πράγματι σοφός και μ’ αυτόν το χρησμό αυτό λέει: ότι η ανθρώπινη σοφία έχει μικρή αξία, ίσως και καμία».Αφιέρωσε λοιπόν τη ζωή του ο μεγάλος και διαχρονικός αυτός δάσκαλος του ανθρώπινου γένους στο να εξετάζει αυτούς που περνιούνται για σοφοί και να τους αποδείχνει πως διόλου σοφοί δεν ήταν. Κι όταν τελείωνε την εξέταση που τους έκανε με όμορφες και λογικές ερωτήσεις, φεύγοντας συλλογιόταν: «απ’ αυτόν τον άνθρωπο εγώ είμαι σοφότερος. Γιατί, όπως φαίνεται, κανένας από τους δυο μας δεν γνωρίζει τίποτα σπουδαίο. Αλλά αυτός νομίζει ότι γνωρίζει, ενώ δεν γνωρίζει. Εγώ όμως δεν γνωρίζω βέβαια τίποτα, αλλά ούτε και νομίζω ότι γνωρίζω. Φαίνεται ότι από εκείνον, γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, είμαι λίγο σοφότερος· γιατί εκείνα που δεν γνωρίζω δεν νομίζω ότι τα γνωρίζω».

Εγώ, λοιπόν, είμαι σε αυτό το θέμα μαζί με τον κράτιστο Σωκράτη. Τον μεγάλο δάσκαλο που μας δίδαξε με το λόγο του, με τη ζωή του και με το θάνατό του.

Κι αυτοί που νομίζουν πως μπορούν με κούφια, δήθεν επιστημονικά επιχειρήματα, να αποδείξουν πως δεν υπάρχει Θεός, μου φαίνεται πως είναι σαν κι εκείνους τους υπερφίαλους που ο Σωκράτης εξέταζε και προσπαθούσε να τους μάθει την ταπεινοφροσύνη. Γιατί η καλή σειρά για το «επίστασθαι», πρωτού κανείς αρχίσει ν’ αποκαλεί τον εαυτό του πραγματικό και ώριμο επιστήμονα και –προπαντός– πριν αρχίσει να διδάσκει τους άλλους, αναμφίβολα ξεκινά πρώτα από το «γνώθι σ’ αυτόν».Και είναι αλήθεια πως όταν ο επιστήμονας ερευνά με σωστή μεθοδολογία και λογική κι ανοιχτό μυαλό το πως λειτουργεί ο κόσμος μας, βοηθιέται κάπως στο να γνωρίσει και τον εαυτό του. Κι αφού φτάσει σ’ έναν ικανοποιητικό βαθμό αυτογνωσίας από την τριβή του με την επιστήμη κι από άλλα πράγματα που του συντυχαίνουν στη ζωή, καταλαβαίνει πόσο μικρός είναι απέναντι στα μυστήρια και στη φριχτή περιπλοκότητα του «είναι». Καταλαβαίνει τις δυνατότητες, αλλά και τις αδυναμίες του, τα όρια του. Έτσι, αποκτά ταπεινό φρόνημα κι έρχεται στο «εν οίδα, ότι ουδέν οίδα».Κι από κει κάθεται και σκέφτεται πως για να κάνει σωστή δουλειά, θα πρέπει με εξυπνάδα και πραγματισμό, με επίγνωση των περιορισμών και των αδυναμιών του, να βάζει συγκεκριμένα ερωτήματα, για να ερευνά. Ερωτήματα που με σωστές ερευνητικές πρακτικές μπορεί –δύναται– να απαντήσει στήνοντας πειραματισμούς στέρεους κι αδιαφιλονίκητους όσο είναι δυνατό. Μετά επαναλαμβάνει τα πειράματά του για σιγουριά, και δένει τα αποτελέσματά του γερά με όσες μεθόδους κι όσους τρόπους μπορεί να εφαρμόσει.

Κι όταν με τα πολλά σιγουρευτεί, δημοσιεύει τ’ αποτελέσματα της έρευνάς του και τις ανακαλύψεις του και περιμένει να τα βασανίσουν κι οι άλλοι επιστήμονες.

Κι όλο αυτό το διάστημα, μέχρι η επιστημονική κοινότητα να επιβεβαιώσει αυτά που ανακάλυψε –και το σημαντικότερο, μέχρι η εφαρμογή τους στην πράξη να τα βγάλει πέρα για πέρα αληθινά–, κάθεται με το κεφάλι σκυμμένο και λέει «δεν ξέρω… θα δούμε…είναι πολύ νωρίς για να πούμε» κι άλλα τέτοια, σε όσους τον ρωτούν. Κι όταν με τον καιρό αυτά που είπε βεβαιωθούν, τότε περνούν και στα βιβλία και βγαίνει κι αυτός κι άλλοι να τα διδάξουν στους φοιτητές τους και σε όσους άλλους δείξουν ενδιαφέρον. Αυτός είναι ο σωστός επιστήμονας. Ταπεινός, μετρημένος στα λόγια, μιλά μόνο γι’ αυτά που ξέρει καλά κι έχει αποδείξεις. Για τα άλλα, σφίγγα.Και τώρα πείτε μου σε τι από αυτά ταιριάζουν εκείνοι που βγαίνουν με ύφος και με μια περίεργη σιγουριά κι έναν ανεξήγητο ζήλο να πουν ως επιστήμονες πως δεν υπάρχει Θεός; Τούτοι, όπως καταλαβαίνετε, παρακάμπτουν όλα τα στάδια και πηδούν στο τελευταίο: βγαίνουν στο βήμα να κηρύξουν αναπόδειχτες σοφιστείες.Αλλά το κακό, ως συνήθως, έχει πολλά ποδάρια. Κι έτσι στο επόμενο άρθρο θα καταπιαστούμε με ένα ακόμα σχετικό ψευτοδίλημμα. Το «Ορθοδοξία ή ορθολογισμός».

Ζαχαρίας Παπαντωνίου – Το άλογο

fred_boissonnas2

Σαν σήμερα 1 Φεβρουαρίου 1940 το απόγευμα πέθανε από συγκοπή καρδιάς μέσα σε τραμ, πηγαίνοντας σε συνεδρίαση της Ακαδημίας Αθηνών ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου. Λογοτέχνης,ποιητής,διηγηματογράφος,δημοσιογράφος, κριτικός τέχνης και ακαδημαϊκός . Ας απολαύσουμε ένα δείγμα γραφής του με το διήγημα “το άλογο”

Ένα κάρρο ανέβαινε από τα σφαγεία. Μέσα έφερνε ένα βώδι σφαγμένο με τα πόδια στον ουρανό. Απάνω στο σφαχτό καθόταν ο καρροτσέρης, ένας άνθρωπος μελαχροινός με ψαρά γένεια και το παιδί του. Το κάρρο κυλιώταν αργά, νωθρά μέσα στη γαλήνη.Ήταν Απρίλης, είχε πέσει το βράδυ κι΄άναβαν τα φώτα. Από το καμουτσίκι, ένα μαδημένο σκοινί, μπορούσε να καταλάβη κανείς πως ο καρροτσέρης αγαπούσε τ΄άλογο. Το καμουτσίκι έπεφτε στα καπούλια πολύ ελαφρά σαν παιγνίδι. Και σ΄ όλον τον ανήφορο από τα σφαγεία ίσα με την πόλη αυτό το άλογο δεν άκουσε βρισιά, μήτε προσταγή, παρά τη φωνή: «Έλα Κύρκο, άϊντε Κύρκο». Έτσι μ΄αυτό το χάδι ανέβαινε και σέρνοντας το κάρρο, ένα σφαχτό και δυό ανθρώπους.-Που λες, είπεν ο γέρος καρροτσέρης και φτύνοντας καπνό, που λες, ο Κύρκος έχει φιλότιμο. Να τ΄ακούς εσύ, που κάποτε το χτυπάς. Δεν τα δέρνουν τα ζα. Το ζω είναι άνθρωπος. Και τέτοιο άλογο που το βρίσκεις; Σαν τούτο! Μας τρέφει όλους, που λες. Δίνει ψωμί εμένα, εσένα και της μάνας σου, των αδελφιών σου, του σπιτιού. Ένα ζω να θρέφη οκτώ ανθρώπους!… Θα πης εγώ δουλεύω. Αμ΄αυτό δουλεύει πρώτα κ΄ύστερα ΄γω. Γιατί αυτό είναι δουλευτής που δε βρίσκεται. Είν΄από τη Σερβία. Χρεωθήκαμε να το πάρουμε. Δεν τα ξέρεις εσύ.Πέρασε κάμποση ώρα σιωπής.Το παιδί έπαιζε με την ουρά του βωδιού. Ο γέρος έφτυνε τον καπνό λέγοντας πότε-πότε: Φτου φαρμάκι! Έπειτα ξανάρχισε:-Που λες…. Πόσες αραμπαδιές έφερε ο Κύρκος απ΄τα νταμάρια… Κανένα άλογο δεν κουβάλησε τόση πέτρα, τόσο λιθάρι. Δώδεκα δραχμές την ημέρα. Μας έσωσε. Κι΄απ΄την Πεντέλη, πριν πάρουμε κάρρο δικό μας, είχε ζευτεί και τράβαγε μάρμαρο και κακό. Να μάρμαρο! Θεώρατο, για αγάλματα, που λες. Και να πης πως δεν ήτανε άγριο! Ήταν, όμως εγώ του μιλώ. «Κύρκο», να του πης, ακούει αυτός, γιατί το ζω καταλαβαίνει. Τα βάσανά μας, τη φτώχεια… όλα. Και πως εγώ είμαι άρρωστος, το ξέρει κι΄αυτό.Το κάρρο πήγαινε βαρειά. Οι ρόδες βροντούσαν με το ρυθμό τους, εκείνο το ρυθμό που ξέρετε, που τον ακούτε κάποτε τη νύχτα, μόνον αυτόν, μέσα στην πόλη. Ξανάρχισε ο γέρος:

– Άκου. Αύριο τα΄άλογο και το κάρρο και τη δουλειά θα την πάρης εσύ. Εγώ δεν μπορώ. Ξέρεις που η μέση μου πονεί. Να, θα πέσω. Μούπε ο γιατρός να μη δουλεύω. Και τι να κάμης, έλα ντε. Ζήσε χωρίς δουλειά μια φαμίλια οχτώ στόματα. Έ! Που καταντήσαμε. Να κουβαλούμε απ΄τα σφαγεία δυόμισυ δραχμές την ημέρα. Τι να κάμης, πως ν΄ανεβής σε νταμάρι, άρρωστο κορμί; Κ΄η αδελφή σου κίτρινη σε κακό χάλι! Ναι. Η Βγενιώ την είδες πως είναι; Αυτά θέλουν γιατρούς, παράδες… – Είμαστε δυστυχισμένοι, άκου παιδί μου. Κύττα να δουλέψης. Μην το κάνης σαν το αφιλότιμο το μεγαλείτερο. Ο Θεός να τον παιδέψη αυτόν. Κύτταξε συ να πάρης τη δουλειά. Να πάρης τον Κύρκο να τον ξαναπάς στα νταμάρια, να βγάλουμε ψωμί. Να γιατρευτώ κι΄εγώ. Και η μάννα σου να μη ξενοπλένη, κι΄η Βγενιώ να κάνη χρώμα που βήχει το κορίτσι…. Βήχει τα΄ακούς; Να τον βγάλης εδώ τον ανήφορο! Έλα σιγά! Χάϊδευέ τον στο λαιμό. Άϊντε Κύρκο…
Το παιδί πήδησε κάτω, έπιασε τα΄άλογο κα τραβούσε. Ο γέρος έβλεπε με ανάπαυση τη λιγερή σκιά του παιδιού, το τολμηρό του χέρι που κρατούσε τα λουριά, έβλεπε τη συνέχειά του. Αυτό το παιδί θα γενή καλός καρροτσέρης. Ναι! Είναι τόσο δύσκολο να ιδή κανείς το παιδί του να μπαίνει στον ίσιο δρόμο, να παίρνη την πατρική δουλειά και να την σέρνει στο μέλλον, να την κάνη κάτι αιώνιο, σαν νάναι ο ίδιος ο γέρος ξαναγεννημένος!
Πέρασαν εμπρός από κάποιο εικόνισμα του δρόμου. Ο γέρος έβγαλε την ψάθα του και σταυροκοπήθηκε μέσα στο σκοτάδι. Ήταν άρρωστος, σακατεμένος, όμως δε σταυροκοπήθηκε για τον εαυτό του. Είπε: «Θέ μου, κάμε να μη βήχη το κορίτσι η Βγενιώ. Κάμε τούτο το παιδί να πάρη στα χέρια του το κάρρο με τον Κύρκο. Και για μένα, ό,τι πεις».
Έπειτα συλλογίστηκε το σπίτι του, ένα άθλιο χάλασμα στους Αέρηδες και μέσα τα παιδιά του που φώναζαν, η γυναίκα του επάνω σε μια σκάφη, το κορίτσι του σ΄ένα κρεββάτι μ΄εκείνο το βήχα, που δεν μπορείς να τον ακούς, κι΄ο γιατρός νάρχεται να λέη «φάρμακα, αέρας, λουτρά», όλα τα πράμματα που δεν γίνονται. Τα συλλογίστηκε όλα.

Το κάρρο είχε προχωρήσει πολύ μέσα στη πόλη, όταν άκουσε μια φωνή:-Άλτ!Η φωνή ερχόταν από μακρυά και δεν κατάλαβε πως ήταν γι αυτόν. Όμως το «Άλτ»! ξανακούστηκε. Το κάρρο σταμάτησε. Τρεις στρατιώτες του πυροβολικού κι΄ένας δεκανέας με τα όπλα στον ώμο, πλησίασαν.-Έλα, κατέβα κάτω, είπε ο δεκανέας.-Σ΄εμένα το λες;-Άειντε, γειά σου, κατέβα να μη χάνουμε καιρό.-Και γιατί;-Κουβέντα θέλεις, πατριώτη; Το κάρρο θα το πάμε στον στρατώνα. Επιστρατεία έχομε. Τώρα το μαθαίνεις;-Επιστρατεία…-Ναι, γειά σου. Αναγκαστική εισφορά. Πιάστε από κει να ξεφορτώσουμε…Άειντε γειά σου. Τι έχεις μέσα…-Κοτζάμ βώδι!-Να το ρίξης κάτω.-Έτσι μες στο δρόμο; Για στάσου, βρέ παιδί, τ΄είναι τούτα; Θα το πάω στην αγορά. Έχω δουλειά, έχω μεροκάματο.-Το μεροκάματο κυττάς, καημένε, ή που φεύγει απόψε το σύνταγμα; χωρατεύεις;-Για εξήγα μου, χριστιανέ μου… Για πές… πως παίρνεις έτσι τα΄άλογο τ΄αλλουνού, απ΄το δρόμο… Έτσι το λέει ο νόμος.!-Τώρα θα σου ξηγήσω και το νόμο; Εμπρός βοηθάτε από δω. Σύντομα.Είπεν ο δεκανέας κι΄οι στρατιώτες ανέβηκαν στις ρόδες. Πιάνοντας κι΄οι τρεις έσυραν το βώδι προς τα έξω. Το μαύρο σφαχτό έπεσε με βρόντο βαρύ κάτω στο πεζοδρόμιο.- Έλα μάρς! Είπεν ο δεκανέας. Κόπιασε κοντά, πατριώτη.- Που κοντά;- Στον στρατώνα να πάρης τον αριθμό σου. Κι΄ύστερ΄απ΄τον πόλεμο, αν γίνη πόλεμος, ύστερ΄απ΄την επιστρατεία τέλος πάντων, νάρθης να πάρης τ΄άλογό σου και το κάρρο, ή να πληρωθής απ΄το δημόσιο αν σκοτωθή το ζω.Ο γέρος γύρισε και κύτταξε το βώδι πούταν πεσμένο στο δρόμο. Είπε στο παιδί του: «Κάτσε αυτού ως που ναρθώ».Το παιδί έπεσε απάνω στο βώδι και ξεκουραζόταν. Ο γέρος ακολουθούσε το κάρρο. Δεν έλεγε τίποτα. Ένας στρατιώτης εκεί που πήγαιναν χωρίς καμμιά κουβέντα, γύρισε και τούπε: -Άμ ό,τι έχουμε και δεν έχουμε, πατριώτη, θα το δώσουμε για την πατρίδα.Ο γέρος μετά κάμποση ώρα του απήντησε:-Ποιος λέει όχι. Για την πατρίδα είν΄όλα. Μα ο Θεός δίνει σε κάποιους, βλέπεις, έξη παιδιά. Κ΄ετούτη η δόλια καρδιά που έχουμε, σάμπως μπορείς να την κάμης όποτε θέλεις πέτρα στο νταμάρι; Για να μην ακούη; Πάντα καρδιά είναι.-Καραβάσης! Εφώναξε ο δεκανέας στον στρατιώτη πούσερνε το άλογο. Τράβα γρήγορα.Φτάσανε στον στρατώνα κι΄έμπασαν το κάρρο στην αυλή φωνάζοντας «έ! ώ! ‘ιπ!». Το σύνταγμα ετοιμαζόταν. Θάφευγε τα μεσάνυχτα. Ο γέρος στάθηκε κι άκουγε το θόρυβο της αυλής. Οι έφεδροι χόρευαν, πηδούσαν, τάραζαν τον κόσμο από τις φωνές. Τα τραγούδια, τα λιανοτράγουδα, τα λησμονημένα, τα παληά, ηχούσαν τόσο χαρωπά, σε τόνο που ποτέ δεν τους έδωκε το κρασί, ποτέ τα πανηγύρια. Τούτο το μεθύσι και ο χάρος κεραστής, πρώτη φορά τώβλεπεν ο γέρος. Έβλεπε του χορού τους τρελλούς γύρους, το χορευτή πούτρεμε το κορμί του στον αέρα, το πηλήκιο που σφενδονιζότανε ψηλά. Ανάμεσα στο τραγούδι, χίλιοι θόρυβοι, της καινούργιας αρβύλας το βιαστικό πάτημα, η προσταγή, το κάρφωμα κασσονιών, το φόρτωμα, πετάλων χτυπήματα στη γη, προσταγές ωργισμένες, τρεξίματα άφηναν ν΄ακούγεται το μεγάλο λαχάνιασμα της επιστρατείας. Πολίτες έμπαιναν μέσα ψάχνοντας για δικούς των, φωνάζοντας ονόματα στο σωρό. Και διαβάτες και χαμίνια. Και φούστες μεταξένιες έκαναν θόρυβο, ακολουθώντας κάποιο παιδί, έφεδρο, που πήγαινε να φορέση το σάκκο, πλέοντας μέσα στην πλατειά στολή. Κάποιοι κρατούσαν εκεί στην άκρη μια σημαία. Ένας παππάς από κάτω, φορώντας φυσεκλίκια σταυρωτά στο στήθος, μιλούσε στους άλλους για την ελευθερία και το Χριστό. Ένας έφεδρος στο φανάρι διάβαζεν εφημερίδα. Κι΄άλλος έγραφε στο γόνα με το μολύβι. Το τραγούδι χυνόταν δυνατό από στόματα που γελούσαν.Μέσα στο σάλαγο σκιές, δυό-δυό, γλιστρούσαν κοντά στο τοίχο, στο σκοτάδι, χέρια έπεφταν απάνω σε ώμους, απελπισμένα. Τα λόγια γίνονταν συντρίμματα μέσα στα δάκρυα, κι΄ένοιωθες τους μεγάλους χωρισμούς, που έχουν τη σιωπή και την επισημότητα του τέλος του θανάτου. Χέρια ζαρωμένα έσφιγγαν τα ζωντανά κορμιά των εφέδρων μ΄όση δύναμη αγκαλιάζει κανείς μια ενθύμηση, ένα σημάδι, μια σκιά, κάτι που έπαυσε ποια να υπάρχη. Τα δάκρυα έτρεχαν και τα μαντήλια έπιναν. Άκουγες ένα φιλί, μια καρδιά που χτυπούσε στο σκοτάδι.Ο γέρος ήταν μόνος σ΄αυτό το πανηγύρι. Κανένα δεν ήξερε και δεν τον ήξερε κανένας. Όμως προχώρησε στο βάθος εκεί που ήταν αραδιασμένα κάμποσα κάρρα και το δικό του μαζί. Ο Κύρκος σήκωσε το κεφάλι προς αυτόν και φύσηξε με τα πλατιά του ρουθούνια. Ο γέρος άπλωσε τα χέρια και τον έπιασε απ΄το λαιμό.Κι΄εκεί στη γωνιά παράμερα, ένας άνθρωπος μιλούσε μ΄ένα άλογο.-Δε θα σε ξαναϊδώ… ‘Ε, δουλευτή… Έ, παλληκάρι… Και στο σπίτι δεν ξέρουν τίποτα. Μήτε η κυρά σου. Μήτε η Βγενιώ, κατάλαβες. Μια φαμίλια σε χάνει… Ήμουν άρρωστος, βρε Κύρκο, μα τώρα είμαι πεθαμένος. Πας στο καλό. Κι΄ό,τι θα σ΄έδινα στο γιό μου, κατάλαβες… Στα νταμάρια ν΄ανεβής…Να κατεβάσης αραμπαδιές. Δουλευτή, έ δουλευτή… Θα σε πάρουνε… Και ποιός ξέρει που θα πεθάνης… και πως…στρατιώτης … Κύρκο… βρε… έ, Κύρκο, που μας αφίνεις!Ένας στρατιώτης πλησιάζει ψάχνοντας στο σκοτάδι:-Άειντε, καϋμένε γέρο! Τη δουλειά σου θάχωμε; Άειντε να πάρης τον αριθμό.

Ο γέρος μπήκε σ΄ένα γραφείο, πήρε κάποιο χαρτί, το έβαλε στον κόρφο. Έπειτα βρέθηκε στο δρόμο. Πήγαινε αργά, νωχελικά με το κεφάλι κάτου προς το μέρος που άφησε το σφαχτό με το παιδί.
Πολλοί γύριζαν απ΄το στρατώνα, μοναχοί, μα μέσα σ΄αυτούς ο καρροτσέρης ο πεζός, ο γέρος, ήταν ο πιο μοναχός.

Ζαχαρίας Παπαντωνίου – Το άλογο Από Αντικλείδι




ΤΟ ΘΕΜΑ: ‘πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν’. το νόημα του ύμνου!!!

 Όλοι έχουμε ακούσει τον γνωστό αυτό ύμνο-ψαλμό της εκκλησίας, αλλά κανείς -μα κανείς δεν ξέρει το βαθύ, το αληθινό νοήμά του!.   

   Ο ύμνος αυτός, αυτό το μικρό άσμα – θρησκευτικό τραγουδάκι -για να το πούμε λαϊκά-, έχει ιστορία πάρα πολλούς αιώνες. Προέρχεται από την Παλαιά Διαθήκη, από έναν ψαλμό του Βασιλέα Δαυίδ. Τον 33 ψαλμό (ή 34 σε άλλη αρίθμηση), 11 στίχος. Είναι από τους αρχαιότερους ύμνους της ‘ορθοδοξίας’ και του χριστιανισμού.   Μπορεί να είναι τόσο παλαιός, έως και 17 αιώνες!, από τότε που διαμορφώθηκε ως δόγμα ο Χριστιανισμός.  Η γλώσσα που έχει είναι αρχαία ελληνικά (για την ακρίβεια ελληνιστική γλώσσα, η γλώσσα του ευαγγελίου), κι όμως όλοι σήμερα καταλαβαίνουμε τις 13 λέξεις που έχει. Αν και έχει ένα λάθος στη μετάφραση: το σωστό θα ήταν : ‘ουδενός αγαθού’.

  Η μουσική του είναι επιβλητική, είναι σε ήχο ‘βαρύ’ και αργό. Έχει κάτι το μαγικό, ρίχνει τους παλμούς της καρδιάς, κατεβάζει την πίεση, ηρεμεί. Με αποτέλεσμα κανείς να μην συγκεντρώνεται στο νόημά του. Μπορεί να κάνει ο καθένας το πείραμα: να μπει στο διαδίκτυο και να ακούσει σε βίντεο1-2 λεπτών τον ύμνο αυτό να τον λένε ιερείς μέσα στο Ναό. 2-3 φορές να τον ακούσει, μετά πάει για ύπνο…
   Τον λένε στις εκκλησίες όταν υπάρχει αρτοκλασία. Δηλαδή όταν κόβουν τον άρτο,  και τον μοιράζουν μετά στους πιστούς, αναπαριστώντας το θαύμα του Χριστού που χόρτασε 5 χιλιάδες ανθρώπους με 5 άρτους και λίγα ψαράκια!
  Ας προσέξουμε εδώ, πως ο άρτος που δίνουν στην αρτοκλασία, εκτός από τη ζάχαρη άχνη που έχει επάνω για να μοιάζει με γλυκό, δεν έχει καμμία σχέση με ζυμωτό ψωμί, όπως θα έπρεπε. Αλλά είναι ακριβώς το αντίθετο , είναι το πιό φουσκωτό ψωμί που υπάρχει, σαν σφουγγάρι. Ίσως επειδή έχει μεγάλο μέγεθος και θα ήταν ασήκωτο αν ήτανε κανονικό ζυμωτό ψωμί, αλλά αυτό δεν είναι δικαιολογία για ανθρώπους που λένε πως πιστεύουν…
   Όπως έχει παραλλαχτεί το ψωμί από ζυμωτό σε φουσκωτό, έτσι έχει παραλλαχτεί και το νόημα του χριστιανισμού στό νόημα του ύμνου αυτού.
  Ας το εξηγήσουμε: 
   η κατά λέξη μετάφραση είναι πανεύκολη: πλούσιοι επτώχευσαν, και πείνασαν (!), όσοι όμως αναζητούν τον Κύριο, δεν θα ελλατωθούν σε κανένα αγαθό. . Μια πιό ελεύθερη μετάφραση: υπήρξαν στο παρελθόν πλούσιοι που επτώχευσαν,και έφτασαν ακόμα και σε πείνα,  όσοι όμως (πλούσιοι?  ή και άλλοι: μικρομεσαίοι -φτωχοί ?) πιστεύουν στον Κύριο (στον γιαχβέ ή στον Χριστό) δεν θα χάσουν καθόλου απ όσα έχουν.
  Παρατηρούμε πως οι πρώτες 4 λέξεις εκπέμπουν φόβο ειδικά στους πλούσιους. Στους φτωχούς προκαλούν χαρά, γιατί λόγω της αδικίας που νοιώθουν, θέλουν να φτωχύνουν οι πλούσιοι.  Οι επόμενες, όμως, 9 λέξεις μετατρέπουν τον φόβο ή τη χαρά ,σε υπακοή, σε ‘πίστη’. Στις 9 λέξεις δεν υπάρχουν πλούσιοι και φτωχοί, αλλά ο φόβος της πτώχευσης. Και η ελπίδα, η πίστη πως δεν θα χειροτερέψει η περιουσία μας αν πιστεύουμε στο θεό, κάτι που εξισώνει πλούσιους και φτωχούς!!! Δηλαδή, το δεύτερο μέρος των στίχων δεν επιτρέπει χαρά στους φτωχούς που πτώχευσαν οι πλούσιοι. Διότι όσοι πιστεύουν δεν θα φτωχήνουν. Το λέει καθαρά. Ενώ και οι ίδιοι οι φτωχοί, αν δε πιστεύουν, θα φτωχύνουν περισσότερο!….
  Ας προσέξουμε πως -κανονικά- ο ύμνος δεν μιλάει καθόλου για φτωχούς: δηλαδή: πλούσιοι φτώχευσαν, όσοι όμως -πλούσιοι- πιστεύουν δεν θα φτωχύνουν. Με δυό λόγια ο θεός προστατεύει τους πλούσιους για να μη φτωχύνουν!   Τρελό, απίστευτα τρελό!
   Δεν υπάρχει περισσότερη πλύση εγκεφάλου μέσα σε τόσες λίγες λέξεις. Ούτε τόση διαστροφή του αληθινού χριστιανισμού που λέει ακριβώς τα αντίθετα: 
–πιό εύκολα περνάει γκαμήλα απ την τρύπα της βελόνας, παρά πλούσιος στον ‘παράδεισο’. 
–πούλα την περιουσία σου και μοίρασε τα λεφτά στους φτωχούς.
–δεν μπορείτε να είστε φίλοι και στο θεό και στο χρήμα (μαμμωνά)
–αυτό που τιμούν οι άνθρωποι (το χρήμα) ο θεός ο σιχαίνεται!…
–ουαί στους πλούσιους (…) αλίμονο σε εσάς που είστε χορτάτοι γιατί θα πεινάσετε…
κλπ. κλπ.  
    Θα λέγαμε πως όλο το ευαγγέλιο είναι συμβουλή έμπρακτης αγάπης για το μοίρασμα του χρήματος. ‘ Ο πρώτος -και ο μεγαλύτερος- κομμουνιστής ήταν και είναι ο Χριστός’, είναι μια φράση που λέει καθημερινά ο λαός μας, ανεξάρτητα από την κομματική του τοποθέτηση. Δηλαδή ακόμα οι δεξιοί και ακροδεξιοί, όλοι λένε πως ο Χριστός ήταν κομμουνιστής, και εφ όσον είναι οι ίδιοι χριστιανοί, επόμενο είναι να σκεφτούμε πως και οι ίδιοι κατά βασιν είναι χριστιανο-κομμουνιστές!… Δηλαδή στην Ελλάδα υπάρχουν μόνον κομμουνιστές, είτε είναι αριστεροί ‘άθεοι’, είτε δεξιοί χριστιανοκομμουνιστές.. τόσο απλά. 
   Αλλά ας δούμε μια παρέξενη συγκυρία που ίσως γίνει στις μέρες μας και έχει σχέση με το : πλούσιοι επτώχευσαν.
  Η Ελλάδα κινδυνεύει με πτώχευση λόγω του χρέους της. Ο τελευταίος Πρωθυπουργός, όσο κι άν έχει φιλότιμο και είναι νέος και άφθαρτος, όμως ‘δεν εκζητεί τον κύριο’, δεν πιστεύει σε θρησκεία, είναι άθρησκος και -ίσως- άθεος, και δεν ορκίστηκε θρησκευτικό όρκο, ο πρώτος στην ιστορία του θεσμού!  
  Αν πτωχεύσει η χώρα θα φταίει αυτός? 
  Αν δεν πτωχεύσει,  πάει να πει πως δεν ισχύει ο ύμνος του Δαυίδ?  
  Θα δούμε…
   Πάντως οι αναρχικοί βλέπουν με φιλοσοφική ματιά το όλο θέμα σχετικά με το φόβο για πτώχευση. Υπάρχει γραμμένο σε τοίχο στην Αθήνα οι εξής 14 λέξεις που είναι η απάντηση στον ανωτέρω ύμνο: 
αν το πιό σημαντικό για σας είναι η περιουσία, τότε καλά κάνετε και φοβάστε..

By kyparissiotis