ο κριτικός θεάτρου Κώστας Γεωργουσόπουλοςθυμάται… Όταν τελούσαμε μέσα στηνκαθημερινότητα το μυστήριο της ”Θείας Ευχαριστίας”  Η προς μητρός μάμμη μου, αρχόντισσα κτηματίας στη Λοκρίδα, κάθε φθινόπωρο μετά τη συγκομιδή, άνοιγε το μυστικό προσωπικό τηςσεντούκι, έβγαζε το νυφικό της και το σιδέρωνε.Ήταν αυτό που κατ’ επιθυμίαν της θα τηνκάλυπτε και νεκρή. Μέσα στο σεντούκι είχε και δύο μικρά μπουκαλάκια. Το ένα με λάδι, το άλλομε κρασί. Τα άδειαζε στο νεροχύτη και τα γέμιζεμε προϊόντα της νέας σοδειάς. Ήταν οιμέλλουσες χοές της. Οι προσφορές κατά τηνώρα της ταφής.
 Αυτή η ίδια μακάρια γριούλα μας είχε μάθει να μην πετάμε τη φέτα, το ψωμί με λάδι ή μεζάχαρη που μας έδινε, όταν βγαίναμε στο δρόμογια παιχνίδι. Έπρεπε, όταν χορταίναμε και δενθέλαμε άλλο, να ανεβαίνουμε με προσοχή στημάντρα ή στα κεραμίδια της αποθήκης και να αφήνουμε το κομμάτι το ψωμί για να το φάνε τα πετεινά του ουρανού. Πριν το ακουμπήσουμεστη μάντρα έπρεπε να το ασπαστούμε.
 Αυτές οι μικρές τελετές ευσέβειας μεακολουθούν έως σήμερα και με παρηγορούνμέσα στο χαώδη κόσμο, τον σκόρπιο, τονανερμάτιστο που ζούμε.Αυτές οι δύοσυνταρακτικές στη σοφία τους και στηναπλότητά τους τελετές ερμηνεύουν το ήθοςμιας άλλης γενιάς, αλλά ταυτόχρονα αποτελούνπρότυπα βίου στον απορφανεμένο κόσμο μας.
Ο κόσμος που ζούμε προσβάλλει τη δημιουργία, καταστρατηγεί τους βασικούς νόμους της ζωήςκαι της φύσης και συνεχώς παρεμβαίνειανατρέποντας την ισορροπία.Κι αυτό γιατί έχεικαταληφθεί από το δαίμονα της αδηφαγίας, τηςλαιμαργίας. Ο κόσμος μας είναι ένας κόσμοςηδονής, χωρίς αγάπη. Ένας κόσμος λαγνείας, χωρίς έρωτα. Ένας κόσμος που εξαντλεί τηνευφυΐα του για να φτιάνει μηχανέςσπατάλης.Έλειψε το λειτουργικό ήθος, η εκκλησιαστική ενοριακή αγαπητική σχέση, η μέθεξη, η συγγνώμη και η μετάνοια.
Δεν υπάρχει ευχαριστία.
Όταν ασπαζόμαστε το κομμάτι του ψωμιού και το αφήναμε στα πουλιά, αυτό κάναμε∙ τελούσαμε μέσα στην καθημερινότητα τομυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Τιμούσαμε τονδημιουργό μέσα στα αγαθά που μας δώρισε.Αισθανόμαστε πως η ύλη είναι δώροζωής και την ευλαβούμαστε.
Ο κόσμος σήμερα φοβάται το θάνατο. Τρέχει, ιδρώνει, διαγκωνίζεται, αλληλοϋπονομεύεται, σκοτώνει γιατί φοβάται το θάνατο.Θανατώνοντας τον άλλο, έστω και ψυχικά ή συμβολικά, έχει την ψευδαίσθηση ότι ξεφεύγειαπό το μοιραίο. Αισθάνεται το θάνατο ωςτείχος, ως εμπόδιο αξεπέραστο. Θαρρεί πως ο θάνατος είναι το τέρμα.Δεν μπορεί να συνηθίσειστην ιδέα του μηδενός, γιατί νομίζει πως η ζωήοδηγείται στο μηδέν και παλεύει να αποφύγειτην εκμηδένιση.
Η μακάρια γριούλα ήξερε την αλήθεια. Είχεσυμβιβαστεί με το θάνατο, γιατί πίστευε στηνανάσταση. Ετοιμαζόταν για την αποδημία γιορτάζοντας και προσέφερε ως θυσία αινέσεωςτην προκοπή του οίκου της.
Όταν ο κόσμος δεν σέβεται τη δημιουργία και τησπαταλά, όταν δεν αισθάνεται την ανάγκη να ευχαριστήσει για τη φύση που μας δωρήθηκε, όταν φοβάται το θάνατο και τοναποφεύγει λερώνοντας τη ζωή, εξαγοράζοντάςτη με φθηνά μέσα, η ανθρωπότητα ακυρώνει τολόγο υπάρξεώς της.
Ζούμε σε μιαν εποχή ματαιώσεων, ακυρώσεων, προδοσιών, συνωμοσιών, αχαριστίας και φόβουθανάτου.Δεν υπάρχει λοιπόν ελπίδα;Ότανπερισσεύει τόση απελπισία, τόσος υπαρξιακόςπανικός, τόσος καταναλωτικός θάνατος, φαίνεται να απέλιπε η ελπίδα.Αλλά δεν είναι αλήθεια. Η ελπίδα δεν είναι ούτε ο ορθολογισμός της αλαζονικής επιστήμης, ούτετα κηρύγματα των ηθικολόγων, ούτε τα συστήματα της φιλοζοφίας.
Η ελπίδα είναι το ήθος της γριούλας μάμμηςμου. Είναι η ορθόδοξη ευσέβεια, η αδογμάτιστη, η απέριττη, η ταπεινή, τα μικρά θαύματα τηςκαθημερινότητας, τα τρυφερά αγγίγματα τηςανοχής, οι ώρες της αγάπης, της πλησμονής, της ευχαριστίας.
Και ξέρουμε ότι υπάρχουν τέτοιες ανθρώπινεςστιγμές όπου επικρατεί η χάρις και η χαρά, όπου ο θάνατος αποτάσσεται και μας πλημμυρίζει το χαροποιό πένθος. Όταν τιμάμετη δημιουργία και προσδοκώμεν την άλλη ζωήως αυτονόητο δώρο και έρωτα επιστροφής, ωςνοσταλγία παραδείσου.
Άσωτοι είμαστε, πλάνητες και φυγάδες θεόθεν, η ατραπός της επιστροφής στο αιώνιο είναι εδώστην άκρη της ματιάς μας. Εκζητούντες τονΚύριον ουκ έλαττωθησόμεθα παντός αγαθού.Κώστας Γεωργουσόπουλος 

Γιατί ο Θεός δημιούργησε πρώτα τον άνδρα και μετά τη γυναίκα?
Γιατί πρώτα γίνονται τα πειράματα και μετά τα θαύματα!!!

“Ο τόπος μας είναι κλειστός. Όλο βουνά…”. χώρα του Εγώ

Είμαστε ένας μικρός τόπος γεμάτος ανθρώπους που το πρώτο και βασικότερο χαρακτηριστικό τους είναι η έλλειψη σιγουριάς. Κληρονομιά αιώνων σκλαβιάς, επιδρομών και καταπίεσης.
Η έλλειψη σιγουριάς οδηγεί σε μια υπερβολική (και αναγκαστική) υπερτροφία του εγώ. Το εγώ νιώθει διαρκώς πως κινδυνεύει, οι μηχανισμοί αυτοπροστασίας θριαμβεύουν, ο εγωισμός γίνεται μέθοδος επιβίωσης. (Ο θάνατος σου, η ζωή μου). Η στάση παραμένει κι όταν ο κίνδυνος περάσει.
Πώς όμως χωράνε σε μια μικρή χώρα εννιά εκατομμύρια υπερτροφικά εγώ — που το καθένα θέλει να επιβληθεί στα άλλα; Φτάνουμε στο Ιονεσκικό παράδοξο, όπου ο καθένας μας σαν Εγώ έχει όλα τα δικαιώματα — και σαν Εσύ κανένα.
Στη χώρα του Εγώ, το Εσύ είναι υπό διωγμόν. Άρα και το Εγώ (μια και όλα τα Εσύ είναι και Εγώ…). Άρα οι πάντες… Έτσι, αιώνες τώρα, κλείνουμε ο ένας το δρόμο του άλλου. Στην προσπάθεια μας να μην προηγείται κανείς, μένουμε όλοι στάσιμοι.
Μόνο σε κάτι πολέμους τα ξεχνάμε και ορμάμε — για να ακινητοποιηθούμε πάλι, μετά, σε λαοκοόντειο μαρμάρινο σύμπλεγμα.
Τίποτα δεν μας ενοχλεί περισσότερο από την επιτυχία του άλλου (πώς μας ξέφυγε!). Δεν την ανεχόμαστε. Δεν την επιτρέπουμε. Τη θεωρούμε απρεπή, άσεμνη, σχεδόν… αντιδημοκρατική.
selfish
Οι άλλοι λαοί υπερηφανεύονται για τους προικισμένους, τους εκλεκτούς, τους ταλαντούχους. Εμείς ντρεπόμαστε και κοιτάμε να τους κρύψουμε. Και το καταφέρνουμε μια χαρά. Εκτός αν τύχει και τους ανακαλύψει κανένα ξένο Νόμπελ. (Αλλά και τότε, λίγες μέρες μετά τους πρώτους πανηγυρισμούς, αρχίζει να κυκλοφορεί το φαρμάκι και στα στόματα και στα ρεπορτάζ των εφημερίδων).
Μικρότητες μιας κομπλεξικής κοινωνίας φοβισμένων ανθρώπων, που βλέπουν την επιτυχία του άλλου σαν απειλή. Που δεν δέχονται τη νομιμότητα του επαίνου παρά μόνο μετά θάνατον. (Το άκουσα: “Τέτοιο κείμενο μόνο αφού πεθάνει επιτρεπόταν να γραφτεί”).
Έτσι, λοιπόν, κύριοι: αγωνιστείτε, κοπιάστε, αλλά μην προσδοκάτε αναγνώριση, θα έρθει όταν δεν θα υπάρχετε εσείς. Ή εσείς — ή αυτή. Λεφτά, κερδίστε όσα θέλετε. Η κοινωνία μας (αντίθετα με τις ξένες) επιτρέπει να κάνεις επίδειξη χρημάτων (αυτό θαυμάζεται), αλλά όχι και επίδειξη ταλέντου (αυτό είναι νεοπλουτικό). Προπαντός σεμνότης! Το να περιφέρεις μια προσωπικότητα σ’ αυτή τη χώρα, είναι εξίσου απρεπές με το να επιδεικνύεις τα γεννητικά σου όργανα στα πάρκα.
Συγχέουμε: την παρουσία με την υπεροψία. Τη διαφοροποίηση με την ανισότητα. (Λίγο ακόμη και θα ζητηθεί η κοινωνικοποίηση του πνευματικού πλούτου…).
Έχουμε βρει και το όπλο που σκοτώνει κάθε ευγενική φιλοδοξία. Όποιος κινείται “προβάλλεται”. Ο επιστήμονας που παρουσιάζει μια ανακοίνωση το κάνει για να προβληθεί. Ο συγγραφέας που γράφει ένα βιβλίο το ίδιο. Όλα γίνονται για την προβολή. Κι όσοι τολμούν επώνυμα να δημιουργούν, αποκαλούνται επιδειξίες. Όχι βέβαια πως δεν γίνεται και πολλή προσπάθεια για επίδειξη. Ακριβώς επειδή τόσο έχουμε στερηθεί του έπαινο, κάνουμε τα πάντα για να τον αποκτήσουμε. (Σαν το ποτό, στην εποχή της ποτοαπαγόρευσης). Και φτηνή επίδειξη γίνεται και κακή προβολή.
Αλλά δεν είναι κάθε δραστηριότητα προβολή, ούτε κάθε εργασία διαφημιστικό κόλπο. Πρέπει κάποτε να μάθουμε να αξιολογούμε και να δεχόμαστε την ποιότητα. Πρέπει, να αναγνωρίσουμε τη δυνατότητα της παρουσίας στον καθένα. Γιατί ο καθένας έχει κάτι να πει και πρέπει να μπορεί να το πει. Ο αποκλεισμός της προβολής (που μοιάζει δημοκρατικός), είναι στην πραγματικότητα ριζικά ελιτίστικος.
tischtennis_938705
Κλασική λογοτεχνική αντίδραση (η αρνητική άποψη του “ξέρεις ποιος είμαι εγώ;”): “Ποιος νομίζει πως είναι;”.
—Είναι αυτός που είναι — και δεν υποχρεούται να ζητήσει συγγνώμη από κανέναν, επειδή είναι έτσι.. Ούτε χρωστάει σε κανέναν τίποτε. Άσε τον λοιπόν, κύριε, να κάνει τη δουλειά του και κοίταξε κι εσύ τη δική σου.
Αδύνατον! Ο μηχανισμός της σύγκρισης δουλεύει αυτόματα και συνέχεια. Παράδειγμα: “Και τι ήταν δηλαδή ο Τάδε; Υπερβολές!. (Ο μηχανισμός λειτουργεί έτσι: εγώ είμαι πιο σημαντικός από τον Τάδε — όταν όμως πεθάνω δεν θα γίνει τέτοιος θόρυβος…). Ναι, και το θάνατο του άλλου φτάνουμε να φθονήσουμε.
Ενώ οι σεμνοί! Τι υπέροχοι άνθρωποι οι σεμνοί! Π. χ. ο σεμνός και αθόρυβος Σκαλκώτας. (Εμείς τον κάναμε έτσι — μπράβο μας! Τον ισοπέδωσε ο νεοελληνικός οδοστρωτήρας. Πέθανε σεμνός, φτωχός και άγνωστος, προς μεγάλη μας δόξα. Για να μπορούμε τώρα να υπογραμμίζουμε τη σεμνότητα του και να τη φέρνουμε παράδειγμα στη νέα γενιά).
Η σεμνότητα που απαιτούμε δεν είναι βέβαια η ταπεινότητα του μεγάλου, που ξέρει τα όρια του ανθρώπινου. Στην καλύτερη περίπτωση είναι το φοβισμένο “λάθε βιώσας” του ραγιά (σκύψε να μη δίνεις στόχο), στη χειρότερη περίπτωση η σεμνοτυφία του Ιησουΐτη που πιστεύει πως είναι μέγας, αλλά δεν καταδέχεται να το δείξει. Άλλη μια πλευρά του νεοελληνικού πουριτανισμού. Που, όπως κάθε πουριτανισμός, πηγάζει από δική μας αναπηρία, αβεβαιότητα και στέρηση.
Κι έπειτα παραπονιόμαστε πως δεν έχουμε ηγεσία! Αφού κανένας μας δεν παραδέχεται τον άλλον! Εκτός κι αν είναι ασήμαντος κι ακίνδυνος — οπότε, συμβατικά κάνουμε πως τον δεχόμαστε. (Κοιτάξτε τις δουλικότατες τιμές που γίνονται σε πολιτικούς και “προέδρους”).
Και έξω οι άνθρωποι ανταγωνίζονται ο ένας τον άλλον, αλλά θετικά. Κοιτάνε να προσπεράσουν με τη δική τους ταχύτητα κι όχι βάζοντας τρικλοποδιά. Χαίρονται την ικανότητα του διπλανού τους, προσπαθούν να την προωθήσουν, χωρίς ποτέ να σκεφθούν ότι αυτό που θα κερδίσει ο άλλος θα το στερηθούν αυτοί. Βλέπω συγγραφείς να προωθούν συγγραφείς, επιστήμονες να μάχονται για την επιβολή της θεωρίας ενός τρίτου — και απορώ. Όχι για τους άλλους. Για μας! Είναι περίεργο πως ακόμη έχουμε το θάρρος να χτίζουμε, όταν οι κατεδαφιστές γύρω μας είναι μυριάδες…


Από τον Γιάννη τον Πενταμοδιανό η παρακάτω ανάρτηση 
«Έλα στην ζωή μας πίσω,το στραβό να κάνεις ίσιο»,γράφει ένας ποιητής για τον «μπάρμπα Γιάννη Μακρυγιάννη», τον ατρόμητο πολέμαρχο, τον αληθινό δημοκράτη, τον πιστό χριστιανό.Το πραγματικό του όνομα ήταν Ιωάννης Τριανταφύλλου, αλλά τον ονόμασαν Μακρυγιάννη γιατί ήταν πολύ ψηλός, μακρύς. Γιάννης Μακρυγιάννης. Ο αγράμματος σοφός! Γεννήθηκε στο μικρό χωριό Αβορίτη Δωρίδος το έτος 1797. Σε ηλικία 23 χρόνων μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Συμμετείχε στον απελευθερωτικό αγώνα, πολεμώντας πρώτα στην Ήπειρο και την Ρούμελη και αργότερα στην Αθήνα και τον Μοριά. Μετά την απελευθέρωση υπήρξε πρωταγωνιστής για την απόκτηση Συντάγματος από το νεοσύστατο Κράτος. Επίσης μετά τον Αγώνα, σε μεγάλη ηλικία, μόνος του, αυτοδίδακτος έμαθε λίγη γραφή και ανάγνωση.Το έτος 1853 καταδικάστηκε σε θάνατο για «συνωμοσία» κατά του Βασιλέως Όθωνα, η ποινή του στην συνέχεια μετετράπη σε ισόβια και μετά από ένα χρόνο αποφυλακίστηκε. Επί βασιλέως Γεωργίου A’ έγινε αντιστράτηγος. Πέθανε ειρηνικά, πιστός χριστιανός, το έτος 1864 στην Αθήνα, σε ηλικία 67 χρόνων.Το έτος 1846 έγραψε τα «Απομνημονεύματά» του, πολύτιμη ιστορική πηγή, με το «απελέκητό» του, όπως ό ίδιος το χαρακτηρίζει, γράψιμό του. Ένα έργο με γλώσσα απλή, λαϊκή, ολιγογράμματου ανθρώπου, γεμάτο όμως με πίστη στον Θεό, αγάπη για την Πατρίδα και σωστές -διαχρονικές ως απεδείχθη- παρατηρήσεις για τα καλά και τα ελαττώματα της φυλής μας. Γράφει μία μεγάλη αλήθεια: «Χωρίς αρετή, πόνο εις την πατρίδα και πίστη εις την Θρησκεία, Έθνη δεν υπάρχουν». Σημειώνει ακόμη μία μεγάλη αλήθεια. «Το φιλότιμο δεν φτάνει για να πάει κανείς μπροστά». Γιατί; Διότι οι Έλληνες έχουμε φιλότιμο, αλλά πρέπει ακόμα να «είμαστε εις το εμείς και όχι εις το εγώ». Ναι, «τούτην την Πατρίδα την έχουμε ούλοι μαζί και σοφοί και αγράμματοι και στρατιωτικοί και μικρότεροι άνθρωποι». Δεν δίστασε να στηλιτεύσει άρχοντες, συμπολεμιστές και πολιτικούς, πού οδήγησαν την μικρή τότε γεωγραφικά Χώρα μας σε νέες περιπέτειες. Αγανακτεί και χωρίς βέβαια να το πιστεύει, καθ’ υπερβολήν γράφει: «Αν μας έλεγε κανένας αυτείνη τη λευτεριά όπου γευόμαστε, θα παρακαλούσαμε τον Θεό να μάς αφήσει με τούς Τούρκους, όσο να γνωρίσουν οι άνθρωποι τι θα ειπή Πατρίδα, τι θα ειπή Θρησκεία, τι θα ειπή αρετή και τιμιότη». Αλλού καταγράφει ελαττώματα που δυστυχώς διέτρεξαν όλον τον χρόνο από επανασυστάσεως του Ελληνικού Κράτους, μέχρι σήμερα. «Τις πρόσοδες της Πατρίδας τις κλέβομεν, από υποστατικά δεν της αφήνομεν τίποτας, ένα βάνομεν εις τό Ταμείον, δέκα κλέβομεν. Αγοράξαμεν πρόσοδες, τις τρώμεν όλες». Για τους ανάξιους της Εξουσίας γράφει: «Τέτοιοι μπαίνουν εις τα πράγματα, τέτοιους συντρόφους βάνουν. Οι περισσότεροι αγωνιστές και οι χήρες και ορφανά δυστυχούν. Πολυτέλεια και φαντασία γεμίσαμαν. Οι δανεισταί μας ζητούν τα χρήματά τους, λεπτό δεν τους δίνομεν και κάνουν επέμβασιν εις τα πράγματά μας. Και ποτές δεν βρίσκομεν ίσιον δρόμον. Ο Θεός να κάμη το έλεός Του».Διαπιστώσεις για την εποχή του, που δυστυχώς διαιωνίζονται στον τόπο μας και ισχύουν μέχρι και τις ημέρες μας. «Ο Θεός να κάμη το έλεός Του» και το παράδειγμα και οι παρακαταθήκες του Μακρυγιάννη και άλλων σπουδαίων και αγνών Ελλήνων, ας γίνουν επί τέλους αποδεκτές από εμάς, τους σημερινούς Έλληνες, ώστε το στραβό να το κάνουμε ίσιο!

Δημήτρης Νανόπουλος: «Χρειαζόμαστε μια νέα Φιλική Εταιρεία»

Ο διακεκριμένος επιστήμονας μιλά στο Βήμα για ανάγκη ενός νέου ξεκινήματος
Δημήτρης Νανόπουλος: «Χρειαζόμαστε μια νέα Φιλική Εταιρεία»
Τη δημιουργία ενός πανεπιστημίου που θα είναι προσανατολισμένο στις θετικές επιστήμες προτείνει ο κ. Δημήτρης Νανόπουλος
60
 

Ο Δημήτρης Νανόπουλος πέρασε ολόκληρο το 2015 στην Ελλάδα – η μόνιμη έδρα του είναι στο Τέξας και συχνά βρίσκεται στη Γενεύη λόγω CERN – αναλαμβάνοντας χρέη προέδρου στην Ακαδημία Αθηνών. Διακεκριμένος επιστήμονας, θα μπορούσε να αναπαυθεί στις αξιοζήλευτες ερευνητικές και ακαδημαϊκές του δάφνες. Οποιος όμως συνομιλεί μαζί του βλέπει να ξετυλίγεται ενώπιόν του η μάχη ενός αεικίνητου μυαλού με το συρρικνωμένο παρόν της Ελλάδας της κρίσης. 
«Σκεφτόμουν την Ελληνική Επανάσταση, ήμασταν σε τραγική κατάσταση τότε όπως και τώρα. Τη διαφορά, πιστεύω, δεν την έκαναν τα όπλα αλλά η δουλειά που προηγήθηκε από τη Φιλική Εταιρεία και τον Αδαμάντιο Κοραή. Πιστεύω ότι η Ελλάδα χρειάζεται μια σύγχρονη Φιλική Εταιρεία, με μέλη Ελληνες του εξωτερικού, χωρίς να αποκλείονται λαμπρά μυαλά που ζουν στη χώρα μας, ανθρώπους χωρίς ιδιοτελή συμφέροντα οικονομικά ή πολιτικά, οι οποίοι κινούνται μόνο από αγάπη για την Ελλάδα και έχουν αποδείξει ποιοι είναι στη δουλειά τους» προτείνει. «Τότε είχαμε απέναντί μας τους Τούρκους, τώρα έχουμε να πολεμήσουμε έναν χειρότερο εχθρό, τον εαυτό μας» προσθέτει.
Ο κ. Νανόπουλος δεν φιλοδοξεί να ασχοληθεί με την πολιτική, βλέπει ωστόσο ότι το σημερινό πολιτικό σύστημα «δεν πάει πουθενά, χρειάζεται ένα νέο ξεκίνημα. Πάσχουμε από μια κυβέρνηση που να έχει το know how στα κρίσιμα θέματα. Χρειάζεται βεβαίως και κοινωνική ευαισθησία αλλά όχι του είδους που μετατρέπεται σε λαϊκισμό μόλις εμφανίζονται δυσκολίες». 
Η πρότασή του δεν αφορά την υποκατάσταση της κυβέρνησης και της λαϊκής κυριαρχίας. «Αυτό που σκέφτομαι είναι να ξεκινήσει μια πρωτοβουλία για να μαζευτούν πρόσωπα που έχουν σχέση κυρίως με τις πολιτικές επιστήμες και την οικονομία, να ετοιμάσουν προτάσεις, να δείξουν έναν άλλον δρόμο. Οχι για να κυβερνήσουν οι ίδιοι, αλλά για να αποκαταστήσουν τη χαμένη τιμή της Ελλάδας, να δουν στο εξωτερικό ότι αξίζει να μας πάρουν στα σοβαρά, να αναθαρρήσει ο λαός, να καταλάβει τι γίνεται. Να δώσουμε νέα δυναμική στη χώρα. Δεν μιλάω για πνευματική χούντα, για πνευματικό πραξικόπημα. Μιλάω για ένα δημιουργικό σοκ, για μια δουλειά διαφωτισμού» τονίζει. 
Και εξειδικεύει: «Εχουμε τόσα δημόσια πανεπιστήμια. Να φτιάξουμε άλλο ένα, προσανατολισμένο στις θετικές επιστήμες, που πάσχει ο τόπος, να έρθουν κορυφαίοι Ελληνες του εξωτερικού και ξένοι να διδάξουν, ώστε να εφαρμοστεί στην πράξη ένα διαφορετικό εκπαιδευτικό μοντέλο». 
Ο ίδιος θα ήταν πρόθυμος να αναλάβει πρωτοβουλία; «Ναι» απαντά, «δεν είμαι από εκείνους που λένε “ξεκινήστε την επανάσταση χωρίς εμένα”. Αφού δεν μας φωνάζει κανένας να βοηθήσουμε, ας αναλάβουμε οι Ελληνες του εξωτερικού την ευθύνη στα χέρια μας. Για μένα η Ελλάδα δεν είναι μόνο τα γεωγραφικά της σύνορα, γι’ αυτό οραματίζομαι μια παγκόσμια virtual κυβέρνηση ανθρώπων εξαιρετικής ποιότητας που θα την αφήσουν να κάνει απερίσπαστη τη δουλειά της. Εχουμε φτάσει σε αδιέξοδο και κάποιοι πρέπει να μιλήσουμε. Με ευχολόγια δεν γίνεται τίποτα». 
Αυτή τη στιγμή δεν βρίσκεται κάτι στα σπάργανα, μολονότι το καλοκαίρι, πριν από το δημοψήφισμα, είχε γίνει μια προσπάθεια με τη συμμετοχή του Κώστα Γαβρά να βγει μια διακήρυξη «αλλά με το κλίμα που είχε διαμορφωθεί είπαμε να μείνουμε πίσω και να δούμε τι θα γίνει. Φοβηθήκαμε μην τραβήξουμε άλλους δρόμους», αποκαλύπτει αναφερόμενος στα σενάρια για Grexit. 
Ακούγοντας τον κ. Νανόπουλο να μιλάει με πάθος για την πρότασή του, επαναλαμβάνοντας με τη σεμνότητα των χορτασμένων από τη ζωή ανθρώπων ότι «δεν λέω ότι είναι η μόνη σωστή, δεν θα πρέπει όμως κάποια στιγμή να αρχίσουμε να συζητάμε;», διερωτάται κανείς αν η σκέψη του διαπνέεται από τον ρομαντισμό με τον οποίο αντιμετωπίζουν πολλοί Ελληνες της Διασποράς την ελληνική πραγματικότητα. 
«Προφανώς θα υπάρξουν αντιδράσεις για αυτά που λέω. Είναι τόσο σκληρό, κακομαθημένο και φθονερό το σύστημα στην Ελλάδα. Προσωπικά ήμουν πάντα πολύ αισιόδοξος, τώρα λέω ότι πρέπει να ληφθούν δραστικά μέτρα. Να τελειώνουμε με το παραμύθι. Να πετάξουμε τα παλιά και να προχωρήσουμε μπροστά. Οταν οι Ελληνες έφτιαχναν αποικίες, ο αρχιστράτηγος μόλις έφταναν στον προορισμό τους φρόντιζε να κάψουν τα καράβια ή να τα συντρίψουν στα βράχια. Μόνο τότε έδινε την εντολή “πολεμήστε!”»


Η γνώση του Σύμπαντος
Μεγάλα ιδεολογικά και φιλοσοφικά ρεύματα

Η προσπάθεια του φυσικού επιστήμονα, του οποίου κύριο αντικείμενο μελέτης είναι  μια ενοποιημένη θεωρία όλων των δυνάμεων στη φύση που ερμηνεύει επιστημονικά το Σύμπαν, να συγκολλήσει νοερά τα σκόρπια κομμάτια της πατρίδας του ενάντια στις δυνάμεις της ελληνικής φύσης είναι από μόνη της μια επανάσταση. Αν και όχι η μεγαλύτερη στα παράλληλα σύμπαντα του κ. Νανόπουλου. «Αυτό το διάστημα γίνονται επαναστατικές ανακαλύψεις στη Φυσική, τις οποίες είναι δύσκολο να τις παρακολουθήσει όλος ο κόσμος. Οπως ο Διαφωτισμός ήταν αποτέλεσμα των μεγάλων επιστημονικών ανακαλύψεων της εποχής, έτσι και τώρα πιστεύω ότι οι νέες ανακαλύψεις, η ιδέα ότι δεν χρειαζόμαστε Θεό-Δημιουργό, θα μετασχηματιστούν σε μεγάλα ιδεολογικά και φιλοσοφικά ρεύματα». Θα πρόκειται για την πνευματική κληρονομιά της αιώνιας ανασύνθεσης των πρωτονίων, των νετρονίων και των ηλεκτρονίων, από τα οποία αποτελείται το σώμα μας, «που δεν είναι σε θέση να πουν ψέματα, αφού κουβαλάνε την πρωταρχική μνήμη και γνώση του Σύμπαντος».