ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ ΤΩΝ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΣΧΑ
Πασχαλινά έθιμα και συνήθειες
Οι γιορτές του Πάσχα έχουν αναμφισβήτητα το πιο έντονο θρησκευτικό χρώμα από όλες τις ελληνικές γιορτές. Προηγείται η λιτή περίοδος προετοιμασίας, η Σαρακοστή, με τη νηστεία, τους Χαιρετισμούς, τον ψυχικό, ηθικό και σωματικό εξαγνισμό των ανθρώπων. Ουσιαστικά οι πασχαλινές γιορτές αρχίζουν από το Σάββατο του Λαζάρου και κορυφώνονται το Νιότριτο (Τρίτη της Διακαινησίμου) ή ακόμη και την Παρασκευή της Ζωοδόχου Πηγής, σε μερικά μέρη.
Στη Μικρά Ασία, όπως και σε όλους τους ελληνικούς τόπους, η Λαμπρή γιορταζόταν με ευλάβεια, κατάνυξη και μεγαλοπρέπεια, χωρίς άμετρες διασκεδάσεις. Τα έθιμα είναι πολλά και διάφορα, άλλα κοινά σε όλους τους Έλληνες και άλλα εντελώς τοπικά και μοναδικά. Πολλά από αυτά διατηρούνται ίσαμε σήμερα στους τόπους, όπου εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες, επειδή συνδέονται άμεσα με τη θρησκεία.
Το Λαζαροσαββάτο άρχιζαν οι μεγάλες θρησκευτικές εκδηλώσεις, με επισκέψεις στα νεκροταφεία για τον καθαρισμό και το στολισμό των τάφων. Είναι μια προσπάθεια για ανάσταση και συμμετοχή των νεκρών στις τελετές, συνδεδεμένη με την ανάσταση του Λαζάρου. Τα παιδιά την ίδια μέρα τραγουδούσαν το ‘γκώμιο του Λαζάρου ή λαζαρικό (ένα είδος καλάντων), βαστώντας μια κούτσα (κούκλα) – ομοίωμα του σαβανωμένου Λαζάρου – και στεφάνια με πρασινάδες και μάηδοι (μεγάλες κίτρινες κι άσπρες μαργαρίτες του αγρού).
Ήρτ’ ο Λάζαρος, ήρταν τα Βάγια,
ήρτ’ η Κυριακή που τρών’ τα ψάρια.
– Πού ‘σουνε, Λάζαρε, πού ‘ν’ η φωνή σου,
που σ’ ηγύρευγε η μάνα κι η αδερφή σου;
– Ήμουνε στη γη βαθιά χωμένος
και με τσι νεκροί νεκρός κι αποθαμένος.
– Λάζαρέ μου, σαν τι είδες,
εις τον Άδη που ηπήες;
– Είδα τρόμοι κι είδα φόβοι,
είδα βάσανα και πόνοι.
Δώμουτε, καλέ, λίγο νεράκι,
να ξεπλύνω τση καρδιάς μου το φαρμάκι.
Οι νοικοκιουρές ηδώνανε στα παιδάκια αβγά και τσι λαζάροι, ανθρωπόμορφα κουλουράκια, ζυμωμένα ειδικά για το παιδομάνι με ζάχαρη, λάδι και μαστίχι ή κανέλα.
Σε μικρά ή απομονωμένα χωριά, το βράδυ του Λαζαροσαββάτου άναβαν τσι μεάλοι αφανοί (φωτιές) και τις πηδούσαν για το καλό ή τραγουδούσαν γύρω απ’ αυτές τροπάρια και τραγούδια βαγιάτικα και πασχαλινά με λυπητερό περιεχόμενο.
Την Κυριακή του Βαγιού (ή τω Βαγιώ) όλοι πήγαιναν στην εκκλησία για τα Νύφια (ακολουθία του Νυμφίου) και έπαιρναν βαγιόκλαρα (δάφνες), που τα φυλούσαν στο κονοστάσι, γιατί πίστευαν πως έχουν θεραπευτικές και εξορκιστικές ιδιότητες. Καθιερωμένο φαγητό της ημέρας είναι τα ψάρια και οι σαλάτες.
Το Μεγαλοβδόμαδο είναι περίοδος αυστηρής νηστείας, γενικών προετοιμασιών και καθημερινού εκκλησιασμού. Όλος ο κόσμος συμμετείχε ευλαβικά στις λειτρηγιές ή λουτουργιές, ενώ παιδιά με θορυβώδεις ρουκάνε ςγύριζαν περιστασιακά στους δρόμους τραγουδώντας ρυθμικά τραγουδάκια του τύπου:
Βάγια, Βάγια τω Βαγιώ,
τρώμε ψάρι και κολιό
και την άλλη Κυριακή
βάνω τ’ άσπρο μου βρακί
και σαρτώ στα δώματα,
πέφτουν τα παπλώματα,
τα ματζώνουν οι γριές
κάτου αφ’ τσι κουντουρουδιές.
Μεγάλη Δευτέρα – ο Χριστός στη μαχαίρα.
Μεγάλη Τρίτη – ο Χριστός εκρύφτη.
Μεγάλη Τετράδη – ο Χριστός εχάθη.
Μεγάλη Πέφτη – ο Χριστός ευρέθη.
Μεγάλη Παρασκευή – ο Χριστός στο καρφί.
Μεγάλο Σαββάτο – ο Χριστός στον τάφο
τη Λαμπρή την Κυριακή τρώμε το παχύ τ’ αρνί (ή μπαμ εδώ και μπουμ εκεί).
Οι άνθρωποι τις μέρες αυτές ηβάνανετα ντόλια (σκούρα ρούχα, ιδίως μαύρα), σε ένδειξη λύπης και πένθους. Στα σπίτια γίνονταν διαρμίσματα (συγυρίσματα), ασπρίσματα, μπουγάδες, ζυμώματα και γενικές ετοιμασίες για τη μεγάλη γιορτή. Τα βράδια όλοι συμμετείχαν ευλαβικά στις ακολουθίες, παρακολουθώντας συνειδητά την εξέλιξη του θείου δράματος. Οι γυναίκες τραγουδούσαν το μοιριολόι ή το καταλόι ή τον πόνο τση Παναγιάς, είτε στα σπίτια, κάνοντας δουλειές, είτε στην εκκλησία, σε ώρες εκτός ακολουθιών. Το ίδιο βέβαια γινόταν σε όλη τη διάρκεια της Σαρακοστής.
Τώρα ‘ν’ αγιά Σαρακοστή, τώρα ‘ν’ άγιες ήμερες,
που λουτουργούνε τσ’ εκκλησιές και ψέλνουν οι παπάδες
και λένε τ’ άγιος ο Θεός και τ’ άγιο το Βγαγγέλιο.
Όπου το ‘κούσει, σώζεται κι όπου το πει, αγιάζει
κι όπου το καλαφιγκριστεί, παράδεισο θα λάβει,
παράδεισο και λίβανο από τον Άη Τάφο.
Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα,
σήμερα βάνανε βουλή οι άνομοι Οβραίοι,
οι άνομοι και τα σκυλιά, οι τρισκαταραμένοι.
Κάτου στα Γεροσέλυμα και στου Χριστού τον τόπο,
κάθετ’ η κερά-Δέσποινα μόνα και μοναχή τζης…
Πρόκειται για ένα έξοχης ποιητικής τέχνης πολύστιχο δημοτικό τραγούδι με θρηνητικό ύφος, λυπητερή μελωδία και έντονη δραματικότητα, που είναι γνωστό σε εκατοντάδες παραλλαγές από όλο τον ελληνικό κόσμο, από την Τραπεζούντα και την Καππαδοκία μέχρι τη Ζάκυνθο και τη Καλαβρία κι από το Αργυρόκαστρο ή τη Φιλιππούπολη ίσαμε την Κάσο και την Κύπρο. Το θρήνο αυτό τον τραγουδούσαν τη νύχτα της Μ. Παρασκευής.
Σήμερα τση Παναγιάς το μοιριολόι έχει πια ξεχαστεί εντελώς, ενώ σε άλλες προσφυγικές περιοχές ψάλλεται ακόμη (π.χ. Ν. Μελί, Ν. Πέραμος, Ν. Παλάτια).
Το πρωί της Μεγ. Πέφτης ματαλαβαίνανε τα παιδιά και κορυφώνονταν οι δουλειές στα σπίτια. Οι νοικοκιουρές έπιαναν οπωσδήποτε προζύμι για τα λαμπρόψωμα κι έφτιαχναν τσουρέκια και κολλίκια με πολλά χάρτζα (κουλούρια με ζυμαρένια στολίδια κι αβγό). Χαρακτηριστικές είναι οι κορούνες των Βουρλών κι οι κουτσούνες των Αλατσάτων, ανθρωπόμορφα κουλούρια μ’ ένα αβγό στο κεφάλι. Την ίδια μέρα βάφονταν και τα κόκκινα αβγά. Το αβγό κρύβει μέσα του ζωή και συμβολίζει το θάνατο και την ανάσταση, γι’ αυτό συνδέεται δικαιωματικά με το Πάσχα. Τα αβγά βάφονταν με αγοραστή μπογιά, αλλά κυρίως με φυτικές ύλες, π.χ. κρομμυδόφυλλα, αμυγδαλόφυλλα, αλιζάρι (ερυθρόδανο), αλισάχνη (χένα). Δεν είχαν πάντα κατακόκκινο χρώμα, αλλά και καφετί ή κιτρινωπό. Τέτοια κίτρινα αβγά στα Αλάτσατα και στο Μελί τα έτρωγαν την Πρωτομαγιά, για να ‘ναι χρουσωμένος ο Μας. Στη Δυτ. Ερυθραία έβαφαν και περντικάβγουλα, για να τρατέρνουνε τα παιδάκια.
Οι άντροι τη Μεγάλη Πέφτη στσι καφενέδες ησταυρώνανε το φάντη, δηλαδή κάρφωναν στο ντουβάρι ένα τραπουλόχαρτο ή το κρεμούσανε από τη λάμπα, θέλοντας έτσι να στιγματίσουν το παράνομο κέρδος (τα 30 αργύρια του Ιγιούδα).
Η Μ. Παρασκευή, η πιο κατανυκτική και σεβαστή μέρα του χρόνου, απαιτούσε αποχή από τις δουλειές. Δεν ηφροκαλούσανε, δεν ητσαταλίζανε, δεν ηράβανε, δε ριμπατεύανε, δεν ηκεντούσανε ούτε ηκαρφώνανε, συνδυάζοντας πολλές απ’ αυτές τις δουλειές με το κάρφωμα του Ιησού στο σταυρό. Η ατμόσφαιρα της μέρας αυτής είναι θλιβερή και μεγαλόπρεπα θρησκευτική. Αφ’ την πρωινιά τα κορίτσα ηματζεύανε πουλουδάκια αφ’ τσι μπαξέδες και τσι αρτάνες τω σπιτιώνε για το στόλισμα του ‘Πιτάφιου. Γαρούφαλα, αβιορέτες (νάρκισσοι), πασκαλιές, τριαντάφυλλα και μπονμπόνες, λαλάδες (τουλίπες), μανιτιές (βιολέτες), παρθενόκρινοι, πάπιες και μάηδοι περνιούνταν σε αρέστες (αρμαθιές) με μαεστρία και στόλιζαν το κουβούκλι του ‘Πιτάφιου.
Η λιτανεία ήταν ιδιαίτερα συγκινητική. Συγκλονιστικά εγκώμια, ψαλμωδίες και θρήνοι για τον νεκρό Ιησού διαχέονταν σε όλους τους χριστιανικούς μαχαλάδες . Απαραίτητο φυσικά το προσκύνημα του Επιταφίου και το πέρασμα κάτω από το κουβούκλιο. Σημαντικό ήταν και το έθιμο της πλειοδοσίας για το σήκωμα του ‘Πιτάφιου. Μπατούλιες (ομάδες) νέων ανδρών προσέφεραν μεγάλα ποσά στην εκκλησία, για να πάρουν το δικαίωμα της περιφοράς. Όποια μπατούλια έδινε τα περισσότερα, σήκωνε το ‘Πιτάφιο, το σταυρό, τις εικόνες και τα μπαργιάκια (λάβαρα) της εκκλησιάς. Το αντέτι αυτό είναι καθαρά μικρασιάτικο, γνωστό σε πολλά μέρη της Ανατολής (Καππαδοκία, χωριά του Μαιάνδρου, Βιθυνία, Αιολίδα κ.α.).
Το βράδυ τση Μεγάλης Παρασκευής το ‘Πιτάφιο ήβγαιν’ αφ’ την εκκλησιά. Μπροστά ηπηαίνανε τα μπαργιάκια, ο σταυρός με τ’ αγκαθένιο στέφανο κι οι παναγιές (εικόνες) κι απέ τα φανάρια κι οι ντόρτσες (μεγάλες λαμπάδες με πολλά κεριά). Του ‘κλουθούσανε αξαπίσω οι παπάδες κι οι ψάρτηδοι, οι κοτζαμπάσηδοι κι ο κόσμος, ο καθανείς με το ράγκο ντου (κοινωνική θέση).
Η περιφορά γινόταν στους κεντρικούς δρόμους ή γύρω από το ναό, για το φόβο των Τούρκων, και στη διάρκειά της ψάλλονταν τα εγκώμια. Στις γειτονιές σχηματίζονταν σειρές γονατιστών ανθρώπων κάθε ηλικίας, για να περάσει από πάνω τους το ‘Πιτάφιο. Ήταν τάμα για κάθε καλό. Στην επιστροφή όλοι έπαιρναν ‘πιταφιοπούλουδα και κεριά, που τα θεωρούσαν αγιασμένα και τα χρησιμοποιούσαν για ξεμάτιασμα, εξορκισμούς, αρρώστιες και κατά της βασκανίας. Στο ναό απόμεναν μόνο οι ταμένοι και ηλικιωμένες γυναίκες που ξενυχτούσαν λέγοντας ψαλμωδίες, προσευχές και το μοιριολόι τση Παναγιάς.
Κύρια φαγητά της Μ. Παρασκευής ήταν οι νερόβραστες φακές, που συμβόλιζαν τση Παναγιάς τα δάκρυα, τα μαρούλια και οι κουκόμυτες (βλαστοί φρέσκων κουκιών), όλα ανήλαδα και βουτηγμ
Ε ρε Μάνα!!
γεννήθηκα και που γεννήθηκες και εσύ. Πιο μπροστά ήσουν κοριτσάκι…όταν με γέννησες έγινες Μάνα…Μέχρι τα πέντε μου χρονιά κρεμόμουν από πάνω σου σε κάθε ευκαιρία, καθόσουν δίπλα μου και μου ζωγράφιζες ήλιους και λουλούδια και ουρανιά τόξα, με έπαιρνες αγκαλιά και με κανάκευες.Από εκείνη την ηλικία και μετά έγινα αχάριστος. Μου ήταν όλα δεδομένα, γιατί δεν ένιωθα την ανάγκη να σου πω ευχαριστώ κάθε μέρα που έβρισκα φαγητό μετά το σχολείο.Δεν σκέφτηκα να σε ευχαριστήσω ποτέ για τα σιδερωμένα μπλουζάκια, ούτε για τα όμορφα μπαλώματα που έκανες στα παντελόνια μου κι ας σ’ έβγαιναν τα μάτια, κι ας τρυπούσες τα δάκτυλα σου, να ήμουν καθαρός και περιποιημένος σ’ ένοιαζε. Το μόνο που ήξερα ήταν να γκρινιάζω που έκανες πάλι ρεβίθια που δεν μ’ άρεζαν, που ανακάτευες τα μακαρόνια με την σάλτσα, που δεν βρήκα σιδερωμένο το μπλουζάκι που ήθελα…..θύμωνα που κατέβαζες το ποστερ με την Ζωή Λάσκαρη με εκείνο το μπικίνι και ήμουν έξω φρένων που έψαχνες τι κρύβω κάτω απ’ τα βιβλία του σχολείου..στο λέω τώρα, Μικι Μαους……ούτε μου έκανε εντύπωση ότι το δωμάτιο μου ήταν πάντα καθαρό. Ακατάστατο αλλά καθαρό….α ρε Μάνα….Το μόνο σου παράπονο ήταν η αχαριστία μου και που δεν σου είπα ούτε ένα ευχαριστώ…..τα δικά μου παράπονα ότι δεν μου ικανοποιούσες τις 5.248 επιθυμίες μου και δεν με κατάλαβες ποτέ…….
Η 21η Απριλίου κι ο Μάνος Λοΐζοςby Αντικλείδι |
ΣΤΙΣ 21 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1967, ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΤΟ πραξικόπημα των συνταγματαρχών, βρισκόμουνα στη Γερμανία, όπου παρέμεινα ως το καλοκαίρι. Ο Μάνος, όμως, του ΣΦΕΜ και των Λαμπράκηδων, ο Μάνος του Θεοδωράκη και του «Γ’ Παγκόσμιου», τι έκανε;Η Μάρω Λήμνου θυμάται: «Στις 21 Απριλίου, ο Μάνος επρόκειτο να κάνει τη δεύτερη ή τρίτη συναυλία του, για τα “Νέγρικα”, στην Αθήνα. Θα την οργάνωνε, νομίζω, η “Πανσπουδαστική”. Η συναυλία, φυσικά, δεν έγινε. Έγιναν άλλα:»Τα χαράματα, ήρθε στο σπίτι μας ένας φίλος, ο Κώστας Μανίκας, και μας ειδοποίησε για το πραξικόπημα. Ο Μάνος σηκώθηκε αμέσως και έφυγε, με τα πόδια, για τους Αγίους Αναργύρους, όπου ήταν το σπίτι του πατέρα μου.»Στη Φιλιππουπόλεως έμεινα εγώ με την Κωνσταντίτσα. Της λέω, πρωί πρωί: “Έγινε δικτατορία. Ο Μάνος έφυγε στον πατέρα μου. Πρόσεχε, όταν σε ρωτούν, να λες ότι δεν ξέρεις πού πήγε”. “Δηλαδή, η συναυλία δε θα γίνει;” με ρώτησε όλο παράπονο η Κώνσταντίτσα. Έπιασα τα γέλια. “Δε θα γίνει, δυστυχώς, Κωνσταντίτσα μου…”»Για μερικές ημέρες, ο Μάνος έμεινε στο σπίτι του πατέρα μου και, μόλις είδε ότι τα πράγματα είχαν αρχίσει να καλμάρουν, ξαναγύρισε κοντά μας. Περνούσαν, όμως, οι μέρες και βλέπαμε ότι οι φίλοι μας, ένας ένας, εξαφανίζονταν – συλλαμβάνονταν. Στις αρχές Αυγούστου, μάλιστα, συνελήφθη ο Σαββόπουλος.»Μόλις πιάσαν το Σαββόπουλο, τα χρειαστήκαμε, γιατί εκείνη την εποχή απαγορευόταν να φιλοξενείς κάποιον δίχως άδεια. Κι εμείς φιλοξενούσαμε το Διονύση. Στις 21 Αυγούστου, πιάνουν και το Θεοδωράκη. Ο κλοιός στενεύει γύρω μας. Οπότε, ο Μάνος αποφασίζει να φύγει στο εξωτερικό. Ιταλία και μετά στην Αγγλία.»Τα καταφέρνει το Σεπτέμβρη και πάει. Αλλά οι Αρχές τον καταζητούν. Eiναι μπλεγμένος στην ιστορία των “30”. Δυο αστυνομικοί με πολιτικά κόβουν βόλτες, νύχτα μέρα, έξω από το σπίτι μας. Εμένα μου παίρνουν το διαβατήριο.»Ο Μάνος, στο Λονδίνο, μένει στο σπίτι του Κεν Σπακ. Εγώ καταφέρνω να βγάλω ένα “λαισέ-πασσέ” από την Κυπριακή πρεσβεία και το Νοέμβρη, που έρχονται τα πεθερικά μου και εγκαθίστανται στο σπίτι μας —η Μυρσίνη είναι βρέφος—, φεύγω στην Ιταλία, γιατί για την Αγγλία δε μου δίνουν άδεια.»Στη Ρώμη συναντάω το Φώντα και άλλους φίλους. Αλλά και πάλι δε μου δίνουν άδεια για την Αγγλία. Έτσι, πάω στο Παρίσι, όπου βρίσκω τον Γκιώνη και τον Κουνάδη, κι από κει, επιτέλους, καταφέρνω να περάσω στην Αγγλία και να φτάσω στο Λονδίνο.
»Τις μέρες του Λονδίνου δε θα τις ξεχάσω ποτέ. Ήταν οι φριχτότερες που είχα ζήσει ως τότε! Μέναμε σε ένα δωματιάκι —ο Κεν μας έδιωξε από το σπίτι του— και βουλιάζαμε, όλο και πιο πολύ, στη φτώχεια, στη μιζέρια και στην γκρίνια.»Πεινούσαμε! Εγώ, μια φορά, πήγα να κάνω μπάνιο και λιποθύμησα από την πείνα. Ο Μάνος γύριζε όλο το Λονδίνο με τα πόδια, για να συναντήσει κανένα φίλο και να του ζητήσει τσιγάρο. Είχαμε φτάσει στο νυν και αεί…»Μπροστά σ’ αυτή την κατάσταση, ο Μάνος αποφάσισε να πιάσει δουλειά —να παίζει μπουζούκι σε κυπριακά εστιατόρια. Δεν μπορούσε, όμως. ‘Ηταν υπερήφανος. Εγώ του ’λεγα να κάνει υπομονή και να πάει, αλλά, από την άλλη, τον δικαιολογούσα, ήταν φριχτή η κατάσταση εκεί με τους Κύπριους.»Ευτυχώς, δούλευα εγώ και εξασφαλίσαμε ένα κομμάτι ψωμί. Έκανα μαθήματα, αγγλικά, στη Μαρίζα Κωχ και το κορίτσι μου ’δίνε πολύ περισσότερα απ’ όσο άξιζαν τα μαθήματα, για να μπορούμε να τα φέρνουμε κάπως βόλτα.»Το φοβερότερο με τους Κύπριους ταβερνιάρηδες, όπου πήγαινε ο Μάνος να ζητήσει δουλειά, ήταν ότι ήθελαν να μας κάνουν επίδειξη. Μας βάζανε και τρώγαμε καταπληκτικά φαγητά, κρέατα και τέτοια και ροδάκινα από την Κένυα, χειμώνα καιρό. Και τρώγαμε καλά, και την άλλη μέρα δεν είχαμε μπουκιά να βάλουμε στο στόμα μας.»Τότε, μ’ αυτή τη φοβερή κατάσταση και μια εξίσου φοβερή ένταση στις σχέσεις μας, φεύγει ο Μάνος, ύστερα από εξάμηνη παραμονή στο Λονδίνο, και γυρίζει στην Αθήνα».
Aπό το βιβλίο του Λευτέρη Παπαδόπουλου «Μάνος Λοΐζος»
Υπέρ δικτατορίας (Μποστ)by sarant |
Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρουΣυνολικά από τα πρώτα χρόνια της «ανακάλυψης» της Αμερικής, μέχρι και το τέλος του 19ου αιώνα, πάνω από 80.000.000 Ιθαγενείς εξοντώθηκαν. Συγκεκριμένα, ο αριθμός των Ιθαγενών στην Βόρεια Αμερική το 1919 έφτανε τους 400.000, μόλις… 18 με 19 εκατομμύρια λιγότεροι σε σύγκριση με το 1492, όπως αναφέρει το Ethical Canons and Scientific Inquiry (Genocide of Native Americans). Ο David Stannard στο βιβλίο του, American Holocaust, (1992, σ. 74-75, s.151), κάνει λόγο για 100 εκατομμύρια ανθρώπους που εξοντώθηκαν συνολικά, μεταξύ αυτών γύρω στα 18 εκατομμύρια σε περιοχές του Βόρειου Μεξικού, ενώ οι θάνατοι που συνδέονται με το εμπόριο δουλείας Ιθαγενών υπολογίζονται στα 28 εκατομμύρια. Όπως όλα δείχνουν, οι ιθαγενείς πλήρωσαν πολύ ακριβά τα προνόμια που είχαν να κατοικούν σε πλούσια εδάφη.
Με την εγκατάσταση των λευκών στην αμερικανική ήπειρο, οι Ινδιάνοι κατηγορούνται από την Εκκλησία ως ασκητές μαγείας και φανατικοί ειδωλολάτρες. Όμως και αυτό ήταν ένα άλλοθι για την απαίδευτη τότε κοινωνία της Ευρώπης, που η μεγάλη και τυφλή πίστη στα λόγια της Εκκλησίας και κυρίως ο πουριτανισμός και το δόγμα του «πίστευε και μη ερεύνα» έκανε τον απαίδευτο λαό της Αμερικής να καταδιώξει τους Ινδιάνους σαν δαίμονες.
Στο παρακάτω βίντεο, ο φωτογράφος Άαρον Χιούι, εστιάζει την προσοχή του σε μια από τις φυλές των ιθαγενών τής Βορείου Αμερικής που ονομάζεται Λακότα. Στην ομιλία που έδωσε το 2010, αναφέρει πως η φυλή αυτή συρρικνώθηκε και ουσιαστικά φυλακίστηκε σε καταυλισμούς/στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Χριστιανοί εξοντώνουν τους Ινδιάνους για χρυσάφι
Του Στέλιου Ελληνιάδη /Δρόμος της αριστεράς
«Η ανακάλυψη των στρωμάτων χρυσού και αργύρου στην Αμερική, η σταυροφορία εξόντωσης, υποδούλωσης και ενταφιασμού μέσα στα ορυχεία του ντόπιου πληθυσμού, η απαρχή της κατάκτησης και η λεηλασία των ανατολικών Ινδιών, η μεταμόρφωση της αφρικανικής ηπείρου σε πεδίο κυνηγιού σκλάβων, είναι κι αυτά γεγονότα που αναγγέλλουν την καπιταλιστική παραγωγή.» Καρλ Μαρξ, στο «Κεφάλαιο».
Μεγαλώσαμε διαβάζοντας βιβλία, μεγάλου σχήματος με χρωματιστά σκληρά εξώφυλλα, για τους θρυλικούς κονκισταδόρες, που διέδιδαν το δυτικό πολιτισμό στους αγρίους, με χίλιους κινδύνους, αλλά πάντα με τη βοήθεια του Θεού. Από μικρή ηλικία αφομοιώναμε την ιστορία εντελώς στρεβλά. Πολλοί συμπολίτες μας δεν ξέφυγαν απ’ αυτή την πλάνη ποτέ. Η καθολική (από χριστιανούς) εξαφάνιση πολιτισμών χιλιετιών και ολόκληρου του πληθυσμού της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής μέσα σε μερικές δεκαετίες, από τους Ευρωπαίους «ευγενείς», δεν διδάσκεται στο σχολείο, σαν να μην έχει συμβεί.
Αργότερα, οι έποικοι και οι απόγονοί τους έκαναν τα ίδια στη Βόρεια Αμερική. Σχεδόν το σύνολο των λαών μιας ολόκληρης ηπείρου ξεκληρίστηκε και ο φυσικός πλούτος λεηλατήθηκε. Κι εμείς διασκεδάζαμε στα θερινά σινεμά με τους καλούς καουμπόιδες που σκότωναν τους κακούς Ινδιάνους. Έτσι, χτίστηκε η ιδεολογία του Δυτικού πολίτη που απολαμβάνει τα αγαθά της ευημερίας, χωρίς να θέλει να ξέρει τη σκληρή αλήθεια που διαστρεβλώνεται ή κρύβεται επιμελώς από πίσω.
Ίσως καμία άλλη επίσημη αναφορά στην ιστορία της ανθρωπότητας δεν εμπεριέχει τόσο παρατεταμένη, εκτεταμένη και σκληρή απανθρωπιά, όσο η αναφορά που υποβάλλει ο Βαρθολομαίος ντε Λας Κάζας στον «Υψηλότατο και Παντοδύναμο Κύριο» πρίγκιπα δον Φίλιππο της Ισπανίας, για να καταγγείλει τα εγκλήματα των Ισπανών χριστιανών στις (νομιζόμενες) ανατολικές Ινδίες, δηλαδή στην Αμερική. Ο Λας Κάζας είναι δομινικανός ιερέας και ανήκει στην πανίσχυρη καθολική εκκλησία της Ισπανίας η οποία συνδράμει στην κατάληψη και εκμετάλλευση των νέων εδαφών. Είναι η εποχή που η Ιερά Εξέταση βρίσκεται στο απόγειο της ισχύος της, εξοντώνοντας με τα πιο βάναυσα μέσα τους «εχθρούς» της.
Οι απεσταλμένοι τής Εκκλησίας στην Αμερική συνεργούν στα εγκλήματα που πραγματοποιούν οι «κονκισταδόρες» στο όνομα του Θεού.
Οι περιγραφές τού Λας Κάζας δεν θα μπορούσαν να είναι ούτε κατ’ ελάχιστον ψευδείς ή υπερβολικές, γιατί απευθύνονται στην αρχή η οποία έχει απεριόριστο δικαίωμα ζωής και θανάτου πάνω στους υπηκόους της και τους υποτελείς λαούς. Γι’ αυτό το λόγο είναι συγκλονιστικές, σε σημείο που δυσκολεύεσαι, μισή χιλιετία αργότερα, να τις διαβάσεις χωρίς να υποστείς ένα ισχυρό σοκ.
Για το χρυσάφι και το ασήμι που τόσο χρειάζονται οι αυλές των «ευγενών» για τον πλούτο και τη χλιδή τους, αλλά και για τη διεξαγωγή συνεχών πολέμων εναντίον άλλων ηγεμόνων, οι πολιτισμένοι λαοί της Δύσης επιδίδονται σε μία απόλυτη γενοκτονία η οποία, στην κυριολεξία, εξαφανίζει την ίδια τη ζωή σε πολύ μεγάλες περιοχές οι οποίες μέχρι τότε είχαν πολυπληθείς και ακμάζουσες κοινωνίες.
Ο Λας Κάζας κάνει ξεχωριστές αναφορές, ανά τόπο, με ονομασίες, γεγονότα και αριθμούς. Και όχι μόνο αποκαλύπτει τα φρικιαστικά εγκλήματα, αλλά δείχνει και ποιος ήταν ο πραγματικά πολιτισμένος.
Ο θεωρητικός Χουάν Γκινές ντε Σεπούλβεδα υποστήριζε ότι άξιζε στους Ινδιάνους αυτή η μεταχείριση, γιατί οι αμαρτίες και οι δοξασίες τους πρόσβαλαν τον Θεό. Ο Μπουφόν τους θεωρούσε ψυχρά και ασθενικά ζωά, χωρίς κανένα σημάδι ψυχής. Και ο ιερέας Γκρεγκόριο Γκαρθία αποφαινόταν ότι είναι Εβραίοι, αφού δεν πιστεύουν στα θαύματα του Χριστού. Αλλά και πολλοί άλλοι Ευρωπαίοι διανοούμενοι, φιλόσοφοι και επιστήμονες, θεωρητικοποίησαν την κατωτερότητα των Ινδιάνων που δικαιολογούσε την ευρωπαϊκή αγριότητα σε βάρος τους. Και πολλοί, μέχρι σήμερα, συνδράμουν στην παραπληροφόρηση, προβάλλοντας ως το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα της εποχής τα θαυμαστά έργα του Ελ Γκρέκο και άλλων σπουδαίων καλλιτεχνών, αποσιωπώντας ή υποβαθμίζοντας την κύρια πλευρά, δηλαδή τη βαρβαρότητα του αποικισμού, με την οποία η Δύση εξασφάλισε την ανάπτυξη και την ευημερία της.
Όλοι εναντίον των ανυπεράσπιστων Ινδιάνων, πλην του Λας Κάζας, ο οποίος επιδίδεται σε ένα μάταιο αγώνα να πείσει την αυτοκρατορική εξουσία να βάλει ένα τέλος στη γενοκτονία των ιθαγενών, την οποία παρακολουθεί και καταγράφει λεπτομερώς στην αναφορά του από τη μία ώς την άλλη άκρη της υποηπείρου.
«Οι Ινδίες ανακαλύφτηκαν το έτος 1492. Τον επόμενο χρόνο κατοικήθηκαν από χριστιανούς Ισπανούς… Όλα τα μέρη που ανακαλύφθηκαν μέχρι το 1541 είναι τόσο πυκνοκατοικημένα, σαν κυψέλη. Θα έλεγες ότι ο Θεός τοποθέτησε εκεί τη μεγαλύτερη ποσότητα από όλο το ανθρώπινο γένος. Γενικά, όλους αυτούς τους απειράριθμους λαούς, ο Θεός τούς έχει πλάσει εξαιρετικά απλούς, χωρίς κακίες και δολιότητες, είναι πολύ υπάκουοι και πιστοί στους φυσικούς τους αφέντες και στους χριστιανούς που υπηρετούν. Είναι οι πιο ταπεινοί, οι πιο υπομονετικοί, οι πιο ειρηνόφιλοι και ήσυχοι άνθρωποι μέσα σ’ όλο τον κόσμο. Αθόρυβοι, χωρίς μνησικακία, ούτε βιαιότητες, ούτε μαλώματα, χωρίς εμπάθεια, χωρίς μίσος, χωρίς την επιθυμία της εκδίκησης… Κατέχουν ελάχιστα και δεν θέλουν να κατέχουν πρόσκαιρα αγαθά. Δεν είναι υπερήφανοι, ούτε φιλόδοξοι, ούτε πλεονέχτες… Η κρίση τους είναι καθαρή, γερή και ζωηρή… Και ακριβώς σ’ αυτά τα πρόβατα, που είναι προικισμένα από τον πλάστη τους με τόσα προσόντα, μόλις τα γνώρισαν οι Ισπανοί, σαν λύκοι όρμησαν, τίγρεις, άγρια λιοντάρια πεινασμένα. Είναι πια σαράντα χρόνια και τώρα ακόμα, δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να τους σκοτώνουν, να τους ταλαιπωρούν, να τους καταθλίβουν, να τους βασανίζουν και να τους αφανίζουν με σκληρότητες πρωτοφανείς, καινούργιες, ποικίλες, πρωτοθώρητες που κανείς δεν τις έχει δει, ούτε διαβάσει, ούτε ακούσει. Θα αφηγηθώ μερικές. Έτσι, από τα τρία εκατομμύρια ιθαγενείς που είχαμε δει στο νησί Ισπανιόλα (Αϊτή), σήμερα, δεν έχουν μείνει ούτε διακόσιοι. Το νησί Κούβα σήμερα είναι περίπου έρημο. Το νησί Σαν Χουάν και το νησί Τζαμάικα, που είναι μεγάλα νησιά, πολύ ευτυχισμένα και πολύ όμορφα, είναι και τα δυο κατεστραμμένα. Σε ένα σύμπλεγμα εξήντα νησιών (στην Καραϊβική), όπου υπήρχαν περισσότερες από πεντακόσιες χιλιάδες ψυχές, σήμερα, δεν υπάρχει ψυχή… Πάνω στη Μεγάλη Στεριά… σ’ αυτά τα σαράντα χρόνια, περισσότερα από δώδεκα εκατομμύρια ψυχές, άντρες, γυναίκες και παιδιά, πέθαναν άδικα από την τυραννία και τις μοχθηρές πράξεις των χριστιανών. Ο αριθμός είναι εξακριβωμένος και αληθινός… Αν οι χριστιανοί σκότωσαν και αφάνισαν τόσες και τόσες ψυχές και τέτοιας ποιότητας, αυτό έγινε μόνο και μόνο για το χρυσάφι…»
«Μ’ αυτές τις αλλεπάλληλες αποστολές, από τέσσερις χιλιάδες Ινδιάνους απέμειναν ζωντανοί έξι. Τους άφηναν οι Ισπανοί να πεθαίνουν στο δρόμο. Όταν μερικοί, κουρασμένοι και πληγωμένοι από το βαρύ φορτίο, έπεφταν άρρωστοι από την πείνα, τους έκοβαν το λαιμό για να μην αργοπορούν με το να τους βγάζουν τις αλυσίδες.»
«Στη Χολούλα (Μεξικό), με τριάντα χιλιάδες κατοίκους, ο αρχηγός διέταξε να κάψουν ζωντανούς όλους τους άρχοντες που ήταν δεμένοι -πάνω από εκατό- σε πασάλους που είχαν στήσει στη γη.»
Η αναφορά του Λας Κάζας καλύπτει όλη τη σημερινή ισπανόφωνη(!) Αμερική. Οι περιγραφές του ανά περιοχή, σε Γουατεμάλα, Περού, Νικαράγουα, Βενεζουέλα κ.λπ. είναι κάτι παραπάνω από ανατριχιαστικές. Με τους Ινδιάνους, οι Ευρωπαίοι τάιζαν τα σκυλιά τους! Και στους Ινδιάνους μετέδωσαν την ευλογιά, την ιλαρά και τα αφροδίσια νοσήματα που τους αποδεκάτισαν, αφού το ανοσοποιητικό τους σύστημα δεν είχε άμυνες για να αντιμετωπίσει τα άγνωστα αυτά μικρόβια των Ευρωπαίων.
Κατά τους σύγχρονους μελετητές Ντ. Ριμπέιρο, Φ. Ντόμπινς, Π. Τόμσον κ.ά., Αζτέκοι, Ίνκας και Μάγια υπολογίζονται συνολικά ανάμεσα σε εβδομήντα και ενενήντα εκατομμύρια άτομα, όταν έκαναν την εμφάνισή τους οι κονκισταδόρες. Ενάμισι αιώνα αργότερα, δεν απέμεναν απ’ αυτούς παρά μόνο τριάμισι εκατομμύρια! Σύμφωνα με τον Τζ. Κόντερ, μόνο στα ορυχεία του Ποτοζί, απ’ όπου εξόρυξαν οι Ισπανοί 45 χιλιάδες τόνους καθαρού ασημιού, πέθαναν οχτώ εκατομμύρια Ινδιάνοι! Σχεδόν τέσσερις αιώνες κράτησε αυτό το μαρτύριο! Επειδή, δε, οι Ινδιάνοι εξολοθρεύτηκαν μέσα σε λίγες δεκαετίες, αντικαταστάθηκαν με εκατομμύρια σκλάβους που μετέφεραν οι Ευρωπαίοι στην Αμερική από την Αφρική. Πάνω από εκατό εκατομμύρια Ινδιάνοι της Αμερικής και Αφρικανοί εξοντώθηκαν σαν αναλώσιμα ζώα για να πλουτίσουν οι Ευρωπαίοι και να αναπτύξουν τις βιομηχανίες και τον καπιταλισμό.
Όπως επισημαίνει ο Εδουάρδος Γκαλεάνο, με το χρυσάφι και το ασήμι, αργότερα και τη ζάχαρη, τα οποία διοχετεύονταν στις ευρωπαϊκές μητροπόλεις, δημιουργήθηκε μεγάλη συσσώρευση αγαθών και κεφαλαίων, αναπτύχθηκε το εμπόριο και εδραιώθηκε η κυριαρχία των Δυτικών σε όλη τη γη. Ταυτόχρονα, οι μητροπόλεις αποκόμιζαν μεγάλα κέρδη από το εμπόριο των σκλάβων και από την καταναγκαστική χωρίς πληρωμή εργασία των δούλων στα ορυχεία και τις φυτείες. Η λεηλασία του φυσικού πλούτου και η απεριόριστη εκμετάλλευση της ανθρώπινης εργασίας δημιούργησαν τις υλικές προϋποθέσεις για το καπιταλιστικό «θαύμα».
Ο Ερνέστος Μαντέλ υπολόγισε ότι η αξία του πλούτου που συσσωρεύτηκε από τη λεηλασία, ξεπερνούσε το σύνολο του κεφαλαίου που επενδύθηκε σε όλες τις ευρωπαϊκές βιομηχανίες στα χρόνια της βιομηχανικής επανάστασης.
Σήμερα, είναι κοινός τόπος ότι οι Ευρωπαίοι (γιατί μετά τους Ισπανούς, ακολούθησαν Πορτογάλοι, Γάλλοι, Βρετανοί, Ολλανδοί και λοιποί εκπολιτιστές), λεηλατώντας το φυσικό πλούτο, καταστρέφοντας τους εντόπιους πολιτισμούς, εξολοθρεύοντας καθ’ ολοκληρίαν τους ιθαγενείς πληθυσμούς και εξαφανίζοντας όλη την αφρόκρεμα των αρχόντων ηγετών και των προικισμένων διανοητών μιας ολόκληρης ηπείρου που περιλάμβανε αρχιτέκτονες, μηχανικούς, αστρονόμους, ζωγράφους, θεραπευτές κ.λπ., επί τετρακόσια χρόνια, υπονόμευσαν το μέλλον των πληθυσμών που επέζησαν και των απογόνων τους, καταδικάζοντάς τους σε μια απροσδιορίστου χρόνου στέρηση και καθυστέρηση, που είναι αισθητή μέχρι τις μέρες μας. Αφού οι λευκοί Αμερικανοί συνεχίζουν την ίδια πολιτική οικειοποίησης του φυσικού πλούτου της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής και αφανισμού του εκλεκτότερου ανθρώπινου δυναμικού της με δολοφονίες και εξαφανίσεις εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων σε Αργεντινή, Χιλή, Γουατεμάλα, Σαλβαδόρ, Νικαράγουα, Βολιβία κ.λπ.
Το «θαύμα» του καπιταλισμού τρέφεται, ανέκαθεν, από τη βία και τη λεηλασία.















Συχνά ρωτούν οι άνθρωποι γιατί, για ποιο λόγο, Κύριος ο Θεός τους στέλνει θλίψεις και πολλές φορές και πολύ σοβαρές δοκιμασίες; Είναι πολύ σημαντικό για τον κάθε χριστιανό να καταλάβει ότι οι θλίψεις μάς αποστέλλονται κατά το θέλημα του Θεού, το πάντοτε αγαθό και σωτήριο. Τις περισσότερες φορές μάλιστα στέλνονται όχι σαν τιμωρίες, για τις αμαρτίες μας, αλλά για να επαναπροσδιορίσουμε τους δρόμους μας και τις καρδιές μας ή σαν απάντηση στα αιτήματα που απευθύνουμε στο Θεό. Οι άνθρωποι πολλές φορές περιμένουν από το Θεό να πραγματοποιήσει αυτά που ζητούν στις προσευχές τους με ένα τρόπο που οι ίδιοι θεωρούν ότι είναι ο καλύτερος. Ο Θεός, όμως, συχνά άπαντα στις δεήσεις τους με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο και όχι μ’ αυτόν που θα ήθελαν ή θα φαντάζονταν.Αν ζητάνε, για παράδειγμα, να τους χαρίσει ο Θεός ταπείνωση, φαντάζονται ότι σιγά-σιγά μέρα με τη μέρα η ταπείνωση υπό την ευεργετική επίδραση του Θεού θα μεγαλώνει στις καρδιές τους.Ο Κύριος όμως συχνά το κάνει με έναν διαφορετικό τρόπο• τους στέλνει ένα απροσδόκητο σκληρό χτύπημα το οποίο πληγώνει την υπερηφάνεια και τον εγωισμό τους και τους ταπεινώνει. Συχνά ο Θεός μάς στέλνει κάποια ασθένεια και εμείς παραπονιόμαστε και καθόλου δεν σκεφτόμαστε ότι τις περισσότερες φορές αυτή είναι μια μεγάλη ευεργεσία του Θεού,είναι ίσως η απάντηση του Θεού στις προσευχές μας, με τις οποίες τον παρακαλούμε να δυναμώσει την πίστη μας.
